ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1747/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1747/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1747/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1747 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1747/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "INTERASCO ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. - Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κατσιφό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2737/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2911/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 20.10.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2911/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της υπ'αριθμ.2737/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 17.7.2018 αγωγής, από σύμβαση ασφαλίσεως υγείας και αδικοπραξία λόγω παραβίασης προσωπικών δεδομένων, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, έγινε ουσιαστικά δεκτή η έφεση του ενάγοντος, και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553,556,558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 2496/1997: "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", στο άρθρο 2 παρ. 1 και 5: "1. Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή... 5. Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις καλύψεως, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση συμβάσεως, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ'οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής συμβάσεως και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αιτήσεως και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντιώσεως και χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δηλώσεως εναντιώσεως, ο δε λήπτης της ασφαλίσεως δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στον ίδιο έντυπη δήλωση εναντιώσεως, τότε οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αιτήσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 Ν. 2496/1997, η οποία εισάγει ρύθμιση διαφορετική από τις διατάξεις των άρθρων 191 εδ. β' και 192 ΑΚ, κατά τις οποίες "Αποδοχή (της προτάσεως) με τροποποιήσεις θεωρείται σαν αποποίηση με νέα πρόταση. Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει, σ' αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του", υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφαλίσεως και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχειρήσεως, από τον αιφνιδιασμό τού λήπτη με τη θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, το οποίο εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται όχι μόνον επί πλέον ειδικοί όροι οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, και οι οποίοι δεν απετέλεσαν αντικείμενο της αιτήσεως, αλλά κατά μείζονα λόγο και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της καλύψεως ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους με την αίτησή του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνον τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής συβάσεως και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτησή του. Από αυτά παρέπεται, ότι, αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο το οποίο εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αιτήσεως, όπως είναι και εκείνο το οποίο δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει, ότι ο λήπτης της ασφαλίσεως ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντιώσεως, ο τελευταίος δε, δεν εναντιώθηκε γραπτώς μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνον, ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτησή του, είναι αλυσιτελής. Εν όψει όλων αυτών, στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος ζήτησε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.2496/1997, από τον ασφαλιστή την κάλυψη περισσοτέρων του ενός κινδύνων, αυτός δε, παρέδωσε στον ασφαλισμένο ασφαλιστήριο, με το οποίο καλύπτονται ολιγότεροι των αιτηθέντων κίνδυνοι, χωρίς να ενημερώσει τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με τις αναφερθείσες ανωτέρω και οριζόμενες από τον ίδιο επίσης νόμο διατυπώσεις, για την παρέκκλιση από την αίτησή του εάν μεταγενεστέρως επέλθει ο εξ υπαιτιότητος του ασφαλιστή μη περιληφθείς στο ασφαλιστήριο κίνδυνος, θεωρείται, ότι ο κίνδυνος αυτός καλύπτεται από τη σύμβαση ασφαλίσεως και ο ασφαλιστής υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίσματος. Αντίθετη εκδοχή θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση προς το σκοπό του νομοθέτη και ιδιαιτέρως προς το άρθρο 2 παρ. 5 ν.2496/1997, με το οποίο προστατεύεται ο ασφαλισμένος από ενέργειες του ασφαλιστή, οι οποίες αποστερούν από τον πρώτο την ασφαλιστική κάλυψη(ΟλΑΠ 9/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 356/2023 ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 531/2014).

3. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ.1 και 5 ν. 2496/1997, η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε ότι η μεταξύ των διαδίκων από 13-1-2017 έως και 13-1-2018 ασφαλιστική σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει με όλες τις πρόσθετες καλύψεις και παραρτήματά της ως ίσχυε πριν τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής από την αναιρεσείουσα,με την οποία αφαιρέθηκε η κάλυψη της ημερήσιας αποζημίωσης για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 50 ευρώ ημερησίως. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του,ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Κατόπιν σχετικής αίτησης του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου(αναιρεσίβλητου) καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας(αναιρεσείουσας) το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας με διάρκεια από 13/1/2015 έως και 13/1/2016 με ετήσια ανανέωση για περίοδο δώδεκα μηνών. Παράλληλα στο ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, εκτός από την πιο πάνω κύρια ασφάλιση υγείας, συμπεριελήφθησαν και οι περιεχόμενες σε Προσαρτήματα συμπληρωματικές (πρόσθετες) ασφαλίσεις υπέρ του ενάγοντος, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου υγείας, μεταξύ των οποίων και συμπληρωματική) ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος, η οποία αποτελούσε προσάρτημα του κυρίου ασφαλιστηρίου και διεπόταν από τους ειδικότερους όρους αυτής. Συγκεκριμένα στο εν λόγω ασφαλιστικό συμβόλαιο υγείας στην πρώτη σελίδα αυτού αναγράφεται ότι "Το παρόν εκδόθηκε με βάση την αίτηση για ασφάλιση, η οποία βρίσκεται στα αρχεία της εταιρείας και με τις παρεκκλίσεις, που αναφέρονται στην παρ.Β της επόμενης σελίδας. Η παρούσα σύμβαση διέπεται από τους Γενικούς και Ειδικούς Όρους του παρόντος Ασφαλιστηρίου Υγείας, καθώς και από τους Γενικούς και Ειδικούς Όρους κάθε τυχόν προσαρτήματος λοιπών καλύψεων του Πίνακα, όπως όλοι επισυνάπτονται στο παρόν και συμπληρώνει και εξατομικεύει αυτούς". Ακολούθως, στη δεύτερη σελίδα αυτού υπό τον τίτλο "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑΤΑ" συμφωνήθηκε ότι "Οι Γενικοί και Ειδικοί Όροι καλύψεων βάσει των παρακάτω Προσαρτημάτων κατισχύουν εκείνων του Συμβολαίου Υγείας". Στο εν λόγω συμβόλαιο υγείας συμπεριελήφθη πρόσθετη συμπληρωματική κάλυψη, που αφορούσε σε μόνιμη μερική ή ολική ανικανότητα από ατύχημα μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ και παράλληλα ημερήσια αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η μέρα ποσού 50 ευρώ και ιατροφαρμακευτικά έξοδα από ατύχημα μέχρι του ποσού των 500 ευρώ.

Εξάλλου, στην ίδια ως άνω σελίδα υπό τον τίτλο "Β. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ" συμφωνήθηκε ότι "1. Η εταιρεία δεν δικαιούται να αλλάξει τους όρους του παρόντος συμβολαίου χωρίς να δώσει στον ασφαλισμένο το δικαίωμα να συνεχίσει την ασφάλιση του με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν πριν την αλλαγή", ενώ στο Προσάρτημα για την ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος στο γενικό όρο 9 υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ-ΑΣΚΗΣΗ/ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΩΝ" συμφωνήθηκε ότι "1. Σε περίπτωση που το περιεχόμενο αυτού του Ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, ο Λήπτης της Ασφάλισης έχει δικαίωμα εναντίωσης συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας στην Εταιρεία το έντυπο υπόδειγμα (Α) δήλωσης εναντίωσης που επισυνάπτεται σε αυτό το Ασφαλιστήριο με συστημένο Ταχυδρομείο, μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία παραλαβής του Ασφαλιστηρίου. Αυτή η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης επιφέρει την εξαρχής ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης μόλις η δήλωση περιέλθει στην Εταιρεία και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί τα ασφάλιστρα. Τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. 2 Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο στον λήπτη της ασφάλισης δεν παραδόθηκαν οι πληροφορίες από το άρθρο 4 παρ.2 περΗ ν.δ./τος 400/70 κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή του παρεδόθη αυτό το Ασφαλιστήριο χωρίς τους Γενικούς Όρους οι οποίοι διέπουν την ασφάλιση, ο Λήπτης της ασφάλισης έχει το δικαίωμα εναντίωσης συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας στην Εταιρεία το έντυπο υπόδειγμα (Β) δήλωσης εναντίωσης που επισυνάπτεται σε αυτό το Ασφαλιστήριο με συστημένο Ταχυδρομείο, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής του Ασφαλιστηρίου. Αυτή η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης επιφέρει την εξαρχής ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης μόλις η δήλωση περιέλθει στην Ασφαλιστική Εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει ενημερωθεί ο Λήπτης της ασφάλισης για αυτό το δικαίωμα εναντίωσης αυτό αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα μηνών από την πληρωμή των ασφαλίστρων. 3 Ο Λήπτης της ασφάλισης έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης από την Ασφαλιστική σύμβαση συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας στην Ασφαλιστική Εταιρεία επιστολή με συστημένο Ταχυδρομείο μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής του Ασφαλιστηρίου". Περαιτέρω, στο Γενικό όρο 15 του εν λόγω προσαρτήματος υπό τον τίτλο "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ" ορίζεται ότι " Η παρούσα σύμβαση δύναται να τροποποιηθεί μόνο με νεώτερη συμφωνία και με έναρξη ισχύος το νωρίτερο από την επομένη της αιτήσεως του Ασφαλισμένου". Τέλος σε όλα τα συμβόλαια ανανέωσης και υπό τον τίτλο "ΣΗΜΕΙΩΣΗ" αναγράφεται ότι "Οι Γενικοί και Ειδικοί Όροι, οι Γενικές και Ειδικές Εξαιρέσεις και οι τυχόν Παρεκκλίσεις του Πρωτασφαλιστηρίου και των επομένων Προσθέτων Πράξεων αυτού, παραμένουν ως έχουν". Ο ενάγων λήπτης της ασφάλισης στις 28/8/2017 υπέστη σωματική βλάβη και συγκεκριμένα ρωγμώδες κάταγμα ονυχοφόρου φάλλαγος (ΑΡ) με συνοδό αιμάτωμα, για το οποίο έγινε παροχέτευση- παρακέντηση αιματώματος (ΑΡ) κι επίδεση, όπως προκύπτει από την από 28/8/2017 γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού, Αντωνίου Λακουμέντα, ορθοπεδικού -χειρουργού.

Εξάλλου, για την αποκατάσταση της υγείας του, κρίθηκε απαραίτητη από τον ανωτέρω ιατρό αναρρωτική άδεια επί 30 ημέρες. Αμέσως κι ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία ο ενάγων ανήγγειλε στην εναγόμενη τον ασφαλιστικό κίνδυνο και αιτήθηκε την ημερησία αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την όγδοη ημέρα και μετά, όπως είχε μεταξύ τους και βάσει της αιτήσεως ασφαλίσεως συμφωνηθεί στο εν λόγω συμβόλαιο και είχε αναγραφεί ρητώς στον Πίνακα Καλύψεων Παροχών αυτού. Σε απάντηση της ανωτέρω αιτήσεως του η εναγόμενη απέστειλε σε αυτόν το από 10/10/2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το ακόλουθο περιεχόμενο "Σας ενημερώνουμε ότι η κάλυψη: Ημερήσια Αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα έχει αφαιρεθεί από 13/1/2017 και συνεπώς δεν υφίσταται πλέον αποζημίωση". Ο ενάγων κατόπιν της απάντησης αυτής διαπίστωσε ότι στο ανανεωτήριο συμβόλαιο για τη χρονική περίοδο από 12/1/2017 έως 12/1/2018 είχε αφαιρεθεί μονομερώς από την εναγόμενη η κάλυψη της ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 50 ευρώ για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα και μετά, όπως τούτο προκύπτει από το ίδιο το σώμα αυτού. Ειδικότερα, αν και το περιεχόμενο του ανανεωτηρίου ασφαλιστηρίου διαφοροποιούνταν από την αρχική αίτηση για ασφάλιση, στην οποία περιλαμβανόταν και συμπληρωματική ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος με την ανωτέρω κάλυψη, κατά την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν προηγήθηκε από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία έγγραφη ενημέρωση σχετικά με την αφαίρεση του επίδικου προσαρτήματος ώστε να έχει ο ενάγων το δικαίωμα της συνέχισης της ασφάλισης με τους ίδιους όρους πριν την αλλαγή, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί κατά παρέκκλιση κατά το χρόνο της αρχικής σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης. Παρέπεται ότι αν είχε εφαρμοσθεί η συμφωνηθείσα παρέκκλιση εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας είτε θα είχε συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση κι αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί αφενός νέα αίτηση ασφάλισης εκ μέρους του ασφαλισμένου ενάγοντος και αφετέρου η παροχή εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας όλων των αναγκαίων πληροφοριών, όπως αυτές ορίζονται στο Ν.4364/2016, είτε θα είχε εκδοθεί πρόσθετη πράξη, μετά από κοινή συμφωνία των δύο αντισυμβαλλόμενων μερών, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση. Άλλωστε αν η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία είχε δικαίωμα να τροποποιήσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, μόνο μέσω της αποστολής του συμβολαίου ανανέωσης και ο ενάγων στην ενέργεια της αυτή είχε δικαίωμα να αντιτάξει μόνο το προβλεπόμενο στη σύμβαση δικαίωμα εναντίωσης, η άσκηση του οποίου θα επέφερε την εξ αρχής ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης, δεν θα είχε συμφωνηθεί στο εν λόγω συμβόλαιο κατά παρέκκλιση το δικαίωμα του τελευταίου να συνεχίσει την ασφάλιση με τους ίδιους όρους πριν την αλλαγή.

Επιπροσθέτως δε στο επίδικο συμβόλαιο ανανέωσης υπό το τίτλο ΣΗΜΕΙΩΣΗ αναφερόταν ρητά ότι οι γενικοί και ειδικοί όροι, οι γενικές και ειδικές εξαιρέσεις και οι τυχόν παρεκκλίσεις του Πρωτασφαλιστηρίου και των επομένων Πρόσθετων Πράξεων αυτού, παρέμεναν ως είχαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η παρέκκλιση συνιστά ειδικότερη εξατομικευμένη συμφωνία, η οποία κατισχύει του συνόλου των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τόσο των γενικών όσο και των ειδικών όρων αυτού και συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, στο οποίο στηρίχθηκε και η σύναψή της. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από το ίδιο το κείμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, καθώς στο αρχικό ασφαλιστήριο ορίζεται ότι η εταιρεία δεν δικαιούται να αλλάξει τους όρους του παρόντος συμβολαίου, χωρίς να γίνεται διάκριση σε γενικούς ή ειδικούς, ενώ στο συμβόλαιο της ανανέωσης υπό το τίτλο ΣΗΜΕΙΩΣΗ οι γενικοί και ειδικοί όροι, οι γενικές και ειδικές εξαιρέσεις και οι τυχόν παρεκκλίσεις του Πρωτασφαλιστηρίου αναφέρονται ως διακριτά μεταξύ τους στοιχεία. Επομένως, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε και η εναγόμενη επικαλείται ότι η ίδια πριν προβεί στη μονομερή τροποποίηση των όρων της σύμβασης έδωσε το δικαίωμα στον ενάγοντα ασφαλισμένο της να συνεχίσει την ασφάλιση του με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την αλλαγή, όπως ρητώς και με σαφήνεια προβλέπεται στο κεφάλαιο "ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ" του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τρεις πρώτοι λόγοι της από 22/4/2021 έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα ανωτέρω. Συνακόλουθα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η από 13/1/2017 έως και 13/1/2018 ασφαλιστική σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει με όλες τις πρόσθετες καλύψεις και παραρτήματα της, ως ίσχυε πριν τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής από την εναγόμενη, με την οποία αφαιρέθηκε η κάλυψη της ημερήσιας αποζημίωσης για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 50 ευρώ ημερησίως και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.150 ευρώ ως ημερήσια αποζημίωση από την 8η ημέρα και μετά... Ακολούθως με το δεύτερο λόγο της ως άνω έφεσης η εκκαλούσα- εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία παραπονείται διότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της αποστολή μαζί με το νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της επιστολής ενημέρωσης με την οποία γνωστοποιούσε στον ενάγοντα την επίμαχη μεταβολή. Ο λόγος αυτός της έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ανεξαρτήτως της αποστολής ή όχι της ως άνω επιστολής, η εναγόμενη έπρεπε σε κάθε περίπτωση πριν προβεί στη μονομερή τροποποίηση των όρων της σύμβασης να δώσει το δικαίωμα στον ενάγοντα ασφαλισμένο της να συνεχίσει την ασφάλιση του με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την αλλαγή, όπως ρητώς και με σαφήνεια προβλέπεται στο κεφάλαιο "ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ" του επίδικου συμβολαίου, διαδικασία την οποία ούτε επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε ότι τήρησε...".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ.1 και 5 του Ν. 2496/1997, ως προς την ισχύ της ασφαλιστικής σύμβασης με την κάλυψη της ημερήσιας αποζημίωσης για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 50 ευρώ ημερησίως και για τη χρονική περίοδο από 12/1/2017 έως 12/1/2018,δηλαδή ως ίσχυε πριν τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία αφαιρέθηκε η κάλυψη του προαναφερομένου κινδύνου, χωρίς περαιτέρω να τηρηθούν από αυτήν οι απαιτούμενες από τις ίδιες διατάξεις διατυπώσεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα,1)στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας συμπεριλήφθηκε πρόσθετη συμπληρωματική κάλυψη, που αφορούσε σε μόνιμη μερική ή ολική ανικανότητα από ατύχημα μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ και παράλληλα ημερήσια αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η μέρα ποσού 50 ευρώ και ιατροφαρμακευτικά έξοδα από ατύχημα μέχρι του ποσού των 500 ευρώ,2) στο ανανεωτήριο συμβόλαιο για τη χρονική περίοδο από 12/1/2017 έως 12/1/2018 είχε αφαιρεθεί μονομερώς από την αναιρεσείουσα η κάλυψη της ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 50 ευρώ για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα και μετά,3)αν και το περιεχόμενο του ανανεωτηρίου ασφαλιστηρίου διαφοροποιούνταν από την αρχική αίτηση για ασφάλιση, στην οποία περιλαμβανόταν και συμπληρωματική ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος με την ανωτέρω κάλυψη, κατά την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν προηγήθηκε από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία έγγραφη ενημέρωση σχετικά με την αφαίρεση του επίδικου προσαρτήματος ώστε να έχει ο αναιρεσίβλητος το δικαίωμα της συνέχισης της ασφάλισης με τους ίδιους όρους πριν την αλλαγή, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί κατά παρέκκλιση κατά το χρόνο της αρχικής σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης,4)η παρέκκλιση συνιστά ειδικότερη εξατομικευμένη συμφωνία, η οποία κατισχύει του συνόλου των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τόσο των γενικών όσο και των ειδικών όρων αυτού και συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, στο οποίο στηρίχθηκε και η σύναψή της.

Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
4. Σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α` 118) και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (ΦΕΚ Α` 50). Αντικείμενο του ανωτέρω νόμου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και, ιδίως, της ιδιωτικής ζωής. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με τις τροποποιήσεις της, ως προς τα στοιχεία (β) και (ε) αυτής, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α` 133) και υπό τον παράτιτλο "ορισμοί" ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα" ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων" το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή, μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του, από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση, τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα ...", ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, που θεσπίζεται στο κεφάλαιο ΔΆ του παρόντος νόμου".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, όπως η παρ. 2 αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο παρ. 1 του Ν. 3625/2007 (ΦΕΚ Α` 290), ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο" (παρ. 1). Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται: α) από φυσικό πρόσωπο, για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, β) από τις εισαγγελικές αρχές και υπηρεσίες, που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους, στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών λειτουργίας τους, με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο... (παρ. 2)", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία, ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και εφόσον χρειάζεται να υποβάλλονται σε ενημέρωση ...δ)... (παρ. 1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας... (παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ` της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ. 1). Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος, που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2). Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ` του Ν. 2472/1997(όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται, κατά μείζονα λόγο, και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο: "Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου".

Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα, για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας) (ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1520/2017, ΑΠ 1923/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 αυτού ορίζεται ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο, για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3)". Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως". Με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου συνεστήθη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά, ενώ στις αρμοδιότητες αυτής περιλαμβάνεται η έκδοση κανονιστικών πράξεων, για τη ρύθμιση ειδικών τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. (ι) του ιδίου νόμου. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου αυτού προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για τις αναφερόμενες εκεί κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες και έχουν όλες ως προϋπόθεση την ύπαρξη αρχείου. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου και με τον τίτλο "Αστική Ευθύνη", ορίζεται ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. (παρ. 1). Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ` ελάχιστο, στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται, ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη (παρ. 2)". Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση: α) τον σκοπό του Ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσώρευσης και συσχετισμού πληροφοριών, για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής του ανθρώπου και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητές του, ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου καταναλωτή, κ.λ.π., μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητάς του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο, αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς, εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων, προς εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Σε περίπτωση δε παραβίασής τους, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της Κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου, είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών, που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης αυτής, εν μέρει ή εν όλω, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 79/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013, ΑΠ 174/2011, ΑΠ 476/2009). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, για να είναι νόμιμη, πρέπει να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες, που προβλέπονται στο νόμο και ανάγονται σε αρχές επεξεργασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, και η αρχή της νομιμότητας του σκοπού και του τρόπου επεξεργασίας, καθώς και η αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να εξυπηρετεί συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και, επιπλέον τα προς επεξεργασία δεδομένα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα απ` όσα κάθε φορά απαιτούνται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας.

Περαιτέρω, για να είναι κατά το νόμο επιτρεπτή η επεξεργασία πληροφοριών για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, απαιτείται, με την επιφύλαξη συνδρομής κάποιας εκ των προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ως άνω νόμου εξαιρέσεων, η προηγούμενη παροχή έγγραφης συγκατάθεσης του υποκειμένου της επεξεργασίας, με ελεύθερη, ρητή, ειδική και σε πλήρη επίγνωση σχετική δήλωση βούλησης αυτού, προς τον υπεύθυνο της επεξεργασίας.

Εξάλλου, ναι μεν οι ποινικές κυρώσεις του νόμου αυτού δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής, όταν κάποιος κάνει χρήση των πληροφοριών, που περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος, που επενέβη σε αρχείο, διότι εκλείπει η κατά το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προϋπόθεση του αρχείου (ΑΠ 2000/2019, ΑΠ 1128/2019, ΑΠ 612/2017, ΑΠ 1306/2016, ΑΠ 474/2016, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2053/2010, ΑΠ 2079/2007, επί ποινικών υποθέσεων), πλην, όμως, δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, οσάκις οι πληροφορίες, οι οποίες περιήλθαν νομίμως σε γνώση του υπευθύνου επεξεργασίας και περιελήφθησαν ή πρόκειται να περιληφθούν σε τηρούμενο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αρχείο και για συγκεκριμένο σκοπό, έτυχαν περαιτέρω επεξεργασίας και ειδικότερα διαβιβάσθηκαν σε τρίτο, χωρίς να συντρέχουν οι, από τον Νόμο, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, προϋποθέσεις για την, κατά τα άνω, επεξεργασία αυτών, οπότε ο υπεύθυνος της επεξεργασίας αυτής ενέχεται κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος υποκειμένου των δεδομένων, εφόσον ο τελευταίος από την παράνομη επεξεργασία αυτών υπέστη ηθική βλάβη (ΑΠ 58/2025, ΑΠ 37/2024, ΑΠ 186/2020, ΑΠ 1079/2018, ΑΠ 637/2013).

Κατά δε το άρθρο 9Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή ,που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου "πληροφοριακού αυτοκαθορισμού" ή "αυτοδιάθεσης των πληροφοριών". Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΣτΕ 1616/2012). Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020). Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020),ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου,τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,914,932 ΑΚ και 1,2,3 παρ. 1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3,22 παρ.1 και 23 παρ. 1 και 2 Ν.2472/1997,δεχόμενο,εσφαλμένα και με ελλιπείς αιτιολογίες, ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προέβη σε παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσιβλήτου χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του και του προκάλεσε ηθική βλάβη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του,ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη στα πλαίσια της εξωδικαστικής διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Καταναλωτή" κοινοποίησε στην τελευταία μέσω του από 16/4/2018 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προσωπικά δεδομένα του ενάγοντα σε σχέση με προγενέστερα ατυχήματα του καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων που είχε λάβει για αυτά, χωρίς τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα να έχουν σχέση με την υπό κρίση περίπτωση και χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα πριν την περαιτέρω διαβίβαση του ανωτέρω αρχείου στην Ανεξάρτητη Αρχή. Συγκεκριμένα στο ανωτέρω μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η εναγόμενη ανέφερε τα ακόλουθα: "Στις 24/11/2015 ο ασφαλισμένος υπέστη ατύχημα μετά από αναφερόμενο τροχαίο με διάγνωση: μερική ρήξη υπερκανθίου και πετάλου ώμων άμφω. Μετά την αξιολόγηση της υπόθεσης, η εταιρεία μας προχώρησε στην καταβολή χειρουργικού επιδόματος στον εν θέματι ασφαλισμένο καθώς τα έξοδα νοσηλείας του καλύφθηκαν από έτερη ασφαλιστική εταιρεία. Ένεκα του ανωτέρω ατυχήματος και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην εταιρεία μας από τον κ. Κ.-Κ. ο οποίος σημειωτέον ότι τυγχάνει ασφαλιστικός πράκτορας στο επάγγελμα, προέβημεν στην καταβολή σχετικής αποζημίωσης στον τελευταίο για το χρονικό διάστημα 2015 -2016. Συνολικά ο εν θέματι ασφαλισμένος έλαβε από την ως άνω αιτία το ποσό των 11.150€, λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας, ποσό 2000 € ως χειρουργικό επίδομα καθώς και πόσο 390€ ως ημερήσιο επίδομα.

Περαιτέρω δε ο κος Κ.-Κ. έχει αποζημιωθεί από την εταιρία μας με το συνολικό ποσό των 30.935 € για ατυχηματικά περιστατικά διαφόρων μορφών". Επίσης στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κοινοποιείτο στην ανωτέρω Αρχή και αλληλογραφία από την οποία προέκυπτε ότι η εναγόμενη είχε πραγματοποιήσει έρευνα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να ελέγξει εάν ο ενάγων είχε ενεργές αντιδικίες με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, η οποία είχε αρνητικό αποτέλεσμα. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η περαιτέρω αυτή επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος και μάλιστα χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του δεν εξυπηρετούσε συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό, ούτε ήταν συναφής με την εξεταζόμενη περίπτωση αλλά έγινε με πρόθεση την πρόκληση αρνητικών εντυπώσεων σε βάρος του ενάγοντος, κατά παράβαση των καθιερωμένων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 2472/1997 αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας και είχε ως συνέπεια την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του. Επομένως, δικαιούται ο ενάγων χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης, ....". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1,2, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3,22 παρ.1 του ιδίου νόμου και εκείνες των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Τούτο διότι το Εφετείο διέλαβε τις ουσιαστικές παραδοχές ότι: Η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στην Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Καταναλωτή", στα πλαίσια της εξωδικαστικής διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς της με τον αναιρεσίβλητο, μέσω του από 16/4/2018 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προσωπικά δεδομένα του τελευταίου σε σχέση με προγενέστερα ατυχήματα του καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων που είχε λάβει για αυτά, χωρίς τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα να έχουν σχέση με την υπό κρίση περίπτωση και χωρίς να τον ενημερώσει πριν την περαιτέρω διαβίβαση του ανωτέρω αρχείου στην Ανεξάρτητη Αρχή.

Επίσης στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κοινοποιείτο στην ανωτέρω Αρχή και αλληλογραφία από την οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα είχε πραγματοποιήσει έρευνα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να ελέγξει εάν ο αναιρεσίβλητος είχε ενεργές αντιδικίες με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, η οποία είχε αρνητικό αποτέλεσμα. Η περαιτέρω αυτή επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσιβλήτου, ήταν παράνομη, καθόσον δεν εξυπηρετούσε συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής, αλλά έγινε με πρόθεση την πρόκληση αρνητικών εντυπώσεων σε βάρος του, κατά παράβαση των αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας και είχε ως συνέπεια την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του και την πρόκληση ηθικής βλάβης.

Επιπλέον, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παράνομης επεξεργασίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσιβλήτου και της εξ αυτής πρόκλησης στον τελευταίο ηθικής βλάβης, οι οποίες(αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, οι διαπιστώσεις αυτές ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".

Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1274/2022, ΑΠ 677/2022, ΑΠ 79/2020,ΑΠ 1341/2018, ΑΠ 752/2018,ΑΠ 1370/2017, ΑΠ 221/2016, AΠ 76/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος, το ποσό των 8.000 ευρώ συνολικά, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, κατά τον προσδιορισμό του, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό υπερβαίνει κατά πολύ τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Επομένως, δικαιούται ο ενάγων χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης της τιμής του ενάγοντος, της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης και της βαρύτητας του δόλου του τελευταίου, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των μερών, ανέρχεται στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, η καταβολή του οποίου, αν και δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, είναι, εντούτοις, σε θέση να αμβλύνει ως ένα βαθμό τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε σε αυτόν η εν λόγω προσβολή...".Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, το οποίο έκρινε εύλογο, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τεθέντα πραγματικά περιστατικά και στάθμισε την οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι ανώτερο (και μάλιστα καταφανώς) εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης λόγω παραβίασης προσωπικών δεδομένων και δεν είναι υπερβολικό.

Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν.2472/1993 και ειδικότερα της παραγράφου 2 αυτού, κατά την οποία η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του ως άνω νόμου ορίζεται κατ'ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 ευρώ ήδη 5.869,40 ευρώ. Τούτο δε, διότι, το Εφετείο δεν περιλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχή περί καθορισμού της χρηματικής ικανοποίησεως του αναιρεσίβλητου στο ποσό των 8.000 ευρώ λόγω της δέσμευσής του να υπερβεί το ελάχιστο οριζόμενο όριο από τον Ν.2472/1993 στο ποσό των 5.869,40 ευρώ, αλλά οδηγήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, στο ως άνω συμπέρασμα εκτιμώντας, την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, το είδος και την βαρύτητα της προσβολής του αναιρεσίβλητου και την οικονομική κατάσταση των μερών.

6. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 20-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2911/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 20-10-2023 αίτηση, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2911/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή