Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1748 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1748/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάινα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13854/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1419/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1419/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 3-11-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 13854/31-8-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 4-4-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του ως άνω αναιρεσείοντος. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του νυν αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (13854/2017), κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, την οποία δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη το ποσόν των 35.697,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 10-11-2021 και δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-8-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 496, 498, 499, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 - όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 § 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανόμενου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ).
ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την ως άνω διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 43/2025, ΑΠ 855/2022). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί, για το λόγο αυτό, η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 455/2014).
Έτσι, το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 43/2025). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την με αρ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει η ενάγουσα, η οποία λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου (με αρ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Ι.) σε χρόνο πέραν των δύο εργασίμων ημερών πριν από την βεβαίωση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, συνήψε με τον εναγόμενο την από 25-2-2009 σύμβαση πρακτορείας ασφαλίσεων, βάσει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και συγκεκριμένα να επιδιώκει, να εξασφαλίζει να λαμβάνει και να διαβιβάζει στην ενάγουσα εταιρία, αιτήσεις τρίτων για ασφάλιση κατά διαφόρων κινδύνων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/1985, του π.δ/τος 298/86, του ν.δ/τος 400/1970 και της υπ αρ. Κ4/3961/86 Α.Υ.Ε, έναντι προμήθειας που ορίζεται στο προσάρτημα της σύμβασης, όπως το ποσοστό αυτής ορίσθηκε με την αρχική σύμβαση και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την από 25-2-2009 συμφωνία. Η ανωτέρω σύμβαση τροποποιήθηκε στις 30-6-2014 προς εναρμόνιση των όρων της σύμβασης με την πράξη με αρ. ...-2013 της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (Κανονισμός Συμπεριφοράς των (Αντ)ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών). Με την παραπάνω σύμβαση ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να εισπράττει ασφάλιστρα αποκλειστικά και μόνο με αποδείξεις, οι οποίες θα φέρουν την υπογραφή της διεύθυνσης της εταιρίας (όρος 1Γ της αρχικής σύμβασης) [και βάσει του όρου 5 και 14 της από 30-6-2014 τροποποιητικής συμφωνίας , με τον με τον οποίο η υποχρέωση μετετράπη σε δικαίωμα και η εταιρία διατήρησε το δικαίωμα να διαμορφώνει μονομερώς τον τρόπο είσπραξης των ασφαλίστρων σύμφωνα με το νόμο ή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο η δε είσπραξη των ασφαλίστρων θα γίνεται με έντυπες αποδείξεις βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 της πράξης ...-2013 της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος ή οποιοσδήποτε διάταξης ή νόμου θα ισχύει στο μέλλον].
Περαιτέρω όπως ορίστηκε με τον όρο 3 της αρχικής σύμβασης, ο πράκτορας υποχρεούται να κρατεί βιβλίο καταχώρηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όπου θα καταχωρεί τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται με τη διαμεσολάβησή του και θα αναγράφει σε ιδιαίτερη στήλη την ημερομηνία είσπραξης των ασφαλίστρων καθώς και βιβλίο Ζημιών για τις ίδιες συμβάσεις και να τα έχει κάθε στιγμή στη διάθεση της εταιρίας (ενάγουσας). [Με την τροποποιητική δε συμφωνία της 30-6-2014 ο πράκτορας αρχειοθετεί και διαθέτει τις καταστάσεις παρακολούθησης της είσπραξης ασφαλίστρων που παρέχει η ασφαλιστική εταιρία και τα αποδεικτικά για την εξόφληση των υπολοίπων που προκύπτουν από αυτές]. Με τον 7° όρο ορίσθηκε ότι οι εισπράξεις ασφαλίστρων θα γίνονται σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει η ενάγουσα εταιρία και ο νόμος ή που αναγράφεται κατά περίπτωση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και να διατηρεί ως παρακαταθήκη τα ασφάλιστρα στη διάθεση της εταιρίας στην οποία ανήκουν, ευθυνόμενος έναντι αυτής ως θεματοφύλακας. Με τον 8° δε όρο της αρχικής σύμβασης ο πράκτορας υποχρεούται σύμφωνα με το νόμο, να ενημερώνει έγκαιρα την εταιρία για την καθυστέρηση των προς είσπραξη ασφαλίστρων και να καταθέτει στην εταιρία ή σε τράπεζα στο όνομα της εταιρίας τα ασφάλιστρα που εισπράττει, το αργότερο στο τέλος κάθε εβδομάδας, μετά από αφαίρεση των προμηθειών του και των τυχόν, κατ' εντολή της εταιρίας, πληρωθέντων από αυτόν και για λογαριασμό της, εξόδων ή αποζημιώσεων. Στο πρώτο δε δεκαήμερο κάθε διμήνου, ο πράκτορας αποδίδει στην εταιρία αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της διαχείρισης γενικά του προηγουμένου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα, αφαιρουμένων όσων έχει καταβάλλει κατ' εντολή της ενώ με την από 3-6-2014 τροποποιητική συμφωνία ο χρόνος αυτός απόδοσης αναλυτικού λογαριασμού των εισπραχθέντων ορίσθηκε στο τέλος κάθε εβδομάδας. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της εταιρίας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. [Με την από 3-6-2014 τροποποιητική συμφωνία και τον όρο 14, ο χρόνος αυτός απόδοσης αναλυτικού λογαριασμού των εισπραχθέντων και της διαχείρισης της προηγούμενης εβδομάδας καθώς και της καταβολής του πλεονάσματος, ορίσθηκε στο τέλος κάθε εβδομάδας.]. Η εταιρία κάθε μήνα δικαιούται και δεν υποχρεούται να εκδίδει λογαριασμό, ο οποίος θα εμφανίζει το υπόλοιπο της οφειλής του πράκτορα μέχρι την ημέρα έκδοσης του λογαριασμού. Αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν μπορεί να αποστείλει στον πράκτορα, ο οποίος υποχρεούται αμέσως και εντός μήνα, το δεύτερο αντίγραφο, υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις του...
Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν αποστείλει υπογεγραμμένο το παραπάνω αντίγραφο λογαριασμού ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το λάβει και δεν το γνωστοποιήσει εγγράφως στην εταιρία, τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει [και κατά τον 14° όρο της από 30-6-2014 τροποιητικής συμφωνίας ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής χρεώνεται με το ισόποσο και το νόμιμο τόκο υπερημερίας, μετά την αφαίρεση της προμήθειάς του]. Το υπόλοιπο δε αποδεικνύεται πλήρως κατ' αρχήν από τα βιβλία τα οποία υποχρεούται να τηρεί ο πράκτορας ή από τα υπογεγραμμένα από τον πράκτορα αντίγραφα αυτού ή από τα αντίγραφα που θα τηρεί η εταιρία ή αποσπάσματα επισήμων στοιχείων της εταιρίας όπου θα φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού. Μέχρι το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους ο πράκτορας υποχρεώνεται να υποβάλλει αναλυτική κατάσταση των ασφαλίστρων που δεν εισπράχθηκαν κατά το προηγούμενο έτος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 του πδ 298/86. Η παραπάνω σύμβαση ορίσθηκε αορίστου διαρκείας και μπορούσε να λύνεται οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο με γραπτή καταγγελία εκ μέρους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών (όρος 11). Η παραπάνω σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορείας, κατά τα πρώτα τρία έτη λειτούργησε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος δεν ήταν συνεπής με την υποχρέωση εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα στις 30-9-2012 να οφείλει στην εταιρία, από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα, το ποσό των 53.118,73 ευρώ, ποσό το οποίο προέκυπτε από το αντίγραφο του αναλυτικού λογαριασμού, που του απέστειλε η εταιρία με αίτημα να ελέγξει τα αναγραφόμενα και να της το αποστείλει υπογεγραμμένο, με τυχόν παρατηρήσεις ή διαφωνία του ως προς τα αναγραφόμενα σ αυτό ή όχι και με την υπόμνηση ότι σε περίπτωση μη αποστολής του αντιγράφου, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, θα θεωρηθεί ότι συμφωνεί με τα αναγραφόμενα ποσά. Ο εναγόμενος δεν απέστειλε στην ενάγουσα αντίγραφο του αναλυτικού λογαριασμού με παρατηρήσεις επ' αυτού. Στη συνέχεια μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη το από 29-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του προς την ενάγουσα από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα μέχρι 30-9-2012, συνολικού ύψους 53.118,73 ευρώ, το οποίο υπεσχέθη αυτός να καταβάλλει τμηματικά σε 11 συνεχείς μηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες θα ήταν ποσού 18.000 ευρώ και οι λοιπές ποσού 3.500 ευρώ η κάθε μία και με εγγυήτρια υπέρ του εναγομένου την Μ. Κ. - Λ.
Στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται επακριβώς "....Σύμφωνα με τις σχετικές μηχανογραφημένες λογιστικές καταστάσεις που τηρούνται από την εταιρία (ενάγουσα) και έλαβαν γνώση οι αφετέρου συμβαλλόμενοι, το υπόλοιπο του λογαριασμού του πρώτου αφετέρου συμβαλλόμενου (Β. Λ.) για ανείσπρακτα συμβόλαια μέχρι 30-9-2012, ανέρχεται σε 53.118,73 ευρώ.".
Περαιτέρω σύμφωνα με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό παραδόθηκε στην ενάγουσα, χάριν καταβολής, η με αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 24.741,31 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής 25-9-2012 η οποία δεν πληρώθηκε και σφραγίσθηκε ενώ ο εναγόμενος και η εγγυήτρια συμφώνησαν να εγγράψει συναινετική προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας τους. Τέλος συμφωνήθηκε ότι αν δεν καταβληθεί το ανωτέρω ποσό κατά τα συμφωνηθέντα η ενάγουσα διατηρούσε μονομερώς το δικαίωμα να αναλάβει την άμεση διαχείριση της παραγωγής του εναγομένου. Ο εναγόμενος κατέβαλε μέρος του ανωτέρω οφειλομένου ποσού των 53.118,73 ευρώ, ύψους 28.500 ευρώ έως 30-1-2013. Κατόπιν και ενώ συνεχιζόταν η συνεργασία των διαδίκων με τη λειτουργία της από 25-2-2009 σύμβασης πρακτορείας, ο εναγόμενος εξακολουθούσε να μην αποδίδει στην ενάγουσα εισπραχθέντα από αυτόν ασφάλιστρα. Τον Μάιο του 2014 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το από 14-5-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό -προσάρτημα της από 25-2-2009 σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, με το οποίο, πέραν των άλλων συμφωνηθέντων, ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο προς την εταιρία ποσό, μέχρι 31-3-2014, από τις ανωτέρω συμβάσεις ασφαλιστικού πράκτορα, ανέρχεται για τον τηρούμενο προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό με αρ. 07488, στο ποσό των 44.892,87 ευρώ και συμφώνησε να το καταβάλλει, μετά από παρακράτηση των προμηθειών του εντός 25 ημερών από τον μήνα έκδοσης των συμβολαίων άλλως η εταιρία έχει δικαίωμα να καταγγείλει αναποζημίωτα την από 25-2-2009 σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα (και εγγυήσεως). Κατόπιν τούτων ο εναγόμενος, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, δεν τήρησε την ανωτέρω συμφωνία τους περί τμηματικής καταβολής του οφειλομένου ποσού και η ενάγουσα κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση στις 24-11-2014 (με αρ. ...-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Η. Γ.), με συνολικά οφειλόμενο από τον εναγόμενο υπόλοιπο από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα, ύψους 39.709,94 ευρώ. Το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και μέχρι σήμερα, ανέρχεται σε 35.697,58 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλύεται στις από 25-2-2016 μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεξόφλητων συμβολαίων της εταιρίας στις οποίες αναγράφεται αναλυτικά ο αριθμός εκάστου ασφαλιστηρίου συμβολαίου που απεστάλη από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο και η ημερομηνία έκδοσης αυτού, το ονοματεπώνυμο του ασφαλιζομένου προσώπου, τα στοιχεία και το είδος της ασφάλισης, η διάρκεια της ασφάλισης, ο κλάδος ασφάλισης και τα μικτά και καθαρά ασφάλιστρα που εισέπραξε ο εναγόμενος. Τις ανωτέρω καταστάσεις ανεξόφλητων (από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα) συμβολαίων, η ενάγουσα απέστειλε αμέσως μετά την έκδοσή τους στον εναγόμενο και αυτός δεν απέδωσε τα ασφάλιστρα που αντιστοιχούσαν στο κάθε συμβόλαιο ασφάλισης, αφαιρουμένης της καθαρής προμήθειάς του ούτε αμφισβήτησε τις ανωτέρω καταστάσεις με αποστολή αντιγράφου αυτών, στο οποίο να διατυπώνει τη διαφωνία του ως προς τα εισπραχθέντα από αυτόν και μη αποδοθέντα στην ενάγουσα, ποσά των ασφαλίστρων τα οποία είχε αναγνωρίσει με τις παραπάνω έγγραφες αναγνωρίσεις οφειλής.
Εξάλλου ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε το ανωτέρω γεγονός ότι δεν προέβη σε ουδεμία αμφισβήτηση των αναγραφομένων, ως εισπραχθέντων από τον ίδιο, ασφαλίστρων, στις εν λόγω μηχανογραφημένες καταστάσεις, τις οποίες προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα ούτε ότι δεν έλαβε γνώση αυτών. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο σημειωτέον προβάλλει με το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσής του, ότι τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά ουδέποτε εισέπραξε από τους ασφαλισμένους και δεν τα είχε στην κατοχή του ενώ η ανωτέρω αναγνώριση της οφειλής του τόσο στις 29-10-2012 όσο και στις 14-5-2014 αφορά ανείσπρακτα από αυτόν ασφάλιστρα συμβολαίων, ουδόλως αποδείχθηκε μετά και την, κατά τα εκτιθέμενα, έγγραφη αναγνώριση της οφειλής του (δύο φορές) καθόσον αυτός δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει, ούτε δε στις ανωτέρω αναγνωρίσεις της οφειλής του επικαλείται ή διευκρινίζει, ποια ποσά δεν εισέπραξε από τους ασφαλισμένους και από ποια συμβόλαια.
Εξάλλου ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση (όρος 3 της αρχικής σύμβασης), κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, να κρατεί βιβλίο καταχώρησης ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όπου θα καταχωρεί τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται με τη διαμεσολάβησή του και να αναγράφει σε ιδιαίτερη στήλη την ημερομηνία είσπραξης ασφαλίστρων, το οποίο αυτός δεν προσκομίζει, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί ανείσπρακτων από αυτόν ασφαλίστρων, τα οποία αναγνώρισε εγγράφως ως εισπραχθέντα. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ως εντολοδόχος της εναγομένης σε είσπραξη ασφαλίστρων, εισέπραξε τα χρηματικά ποσά των ασφαλίστρων για τα συμβόλαια στην κατάρτιση των οποίων διαμεσολάβησε, αναγνώρισε εγγράφως την οφειλή του που προέρχεται από τα εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα και το ποσό αυτών ενώ το κατείχε δεν το απέδωσε στην ενάγουσα όπως όφειλε βάσει του νόμου, της σύμβασης, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Το συνολικό ποσό των εισπραχθέντων από αυτόν ασφαλίστρων, που δεν απέδωσε στην ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (35.697,58), το οποίο κατακράτησε για τον εαυτό του, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα και ζημιώνοντας κατά το ισόποσο την ενάγουσα, τελώντας το αδίκημα της υπεξαίρεσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα, το ανωτέρω ποσό των 35.697,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας προκειμένου να επιστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι η αδυναμία του προς απόδοση στην ενάγουσα του ποσού των 35.697,58 ευρώ δεν οφείλεται σε πρόθεση ιδιοποίησης του ως άνω ποσού, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί υπεξαίρεσης, αλλά στο γεγονός ότι οι συνεργάτες του εισέπραξαν ασφάλιστρα, τα οποία ουδέποτε του απέδωσαν.
Συγκεκριμένα, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του 1) Το από 20-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής - διακανονισμού και αποπληρωμής, που συνήφθη στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." και του Μ. Θ. του Β., με το οποίο ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας, εισέπραξε και δεν απέδωσε στην εταιρία του αναιρεσείοντος χρηματικά ποσά, ύψους 91.242 ευρώ, από πελάτες - ασφαλισμένους, 2) Την υπ' αριθμ. 10722/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - Τακτική Διαδικασία, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο Γ. Κ. του Ν., υποχρεούται να καταβάλει στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." το ποσό των 114.775,61 Ευρώ, διότι, όντας αυτός ομόρρυθμο μέλος της ως άνω εταιρείας, εισέπραξε και δεν απέδωσε ασφάλιστρα ύψους 114.775,61 ευρώ, 3) Την υπ' αριθμ. .../2012 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία ο συνεργάτης του, Γ. Α. του Φ. και η Α. Α., διατάχθηκαν να πληρώσουν εις ολόκληρον στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε.", ο μεν πρώτος ως οφειλέτης, η δε δεύτερη ως εγγυήτρια το ποσό των 18.500 ευρώ, 4) Την υπ' αριθμ. .../2013 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Νέων Μουδανίων, με την οποία ο συνεργάτης του, Γ. Ν. του Γ., διατάχθηκε να πληρώσει στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." το ποσό των 12.000 ευρώ, 5) Την υπ' αριθμ. .../2016 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία η συνεργάτιδά του, Σ. Γ. του Β., διατάχθηκε να πληρώσει στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." το ποσό των 9.500 ευρώ, 6) Την υπ' αριθμ. .../2012 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο συνεργάτης του, Γ. Α. του Φ. και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΙΚΡΟΛΙΜΝΗ ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε." διατάχθηκαν να πληρώσουν στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε.", το ποσόν των 26.344 ευρώ, ο μεν πρώτος ως οφειλέτης, η δε δεύτερη ως εγγυήτρια και 7) Την υπ' αριθ. 10.451/2013 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η συνεργάτιδά του, Σ. Γ. του Β., διατάχθηκε να πληρώσει στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." το ποσό των 45.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 9-1-2025 προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο επισκοπείται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), αυτός αν και επικαλείται, εκτός των άλλων εγγράφων και 1) Το από 20-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής - διακανονισμού και αποπληρωμής, που συνήφθη στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." και του Μ. Θ. του Β. και 2) την υπ' αριθμ. .../2013 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Νέων Μουδανίων, με την οποία ο συνεργάτης του, Γ. Ν. του Γ., διατάχθηκε να πληρώσει στη "Β. Λ. & Σία Ο.Ε." το ποσό των 12.000 ευρώ, δεν προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα, αν και είναι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο αλλά και το κατά πόσον τα έγγραφα αυτά ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα "Από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την με αρ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει η ενάγουσα, η οποία λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου (με αρ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Ι.) σε χρόνο πέραν των δύο εργασίμων ημερών πριν από την βεβαίωση...". Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία μάλιστα απέρριψε με πλήρη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δήθεν η αδυναμία του προς απόδοση στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 35.697,58 ευρώ οφειλόταν στο γεγονός ότι οι συνεργάτες του εισέπραξαν ασφάλιστρα και δεν του τα απέδωσαν, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα συναξιολόγησε και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τους αντίθετους ισχυρισμούς του (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1037/2010), ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε αυτά, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
III. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.11.2021 αίτηση του Β. Λ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1419/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης