ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1749/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1749/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1749/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1749 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1749/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "SPIE EFFICIENT FACILITIES GmbH" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα Εταιρεία με την επωνυμία "SPIE GmbH" (πρώην "HOCHTIEF FACILITY MANAGEMENT GmbH" και εν συνεχεία "HOCHTIEF SOLUTIONS A.G."), που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γρηγόριο Λογοθέτη και Εμμανουήλ Κασωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5145/2018 απόφαση ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 29-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5145/2018 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 13 §§ 2, 4 και 5 του Ν. 1418/1984 και 77 §§ 2, 4 και 5 του Ν. 3669/2008, με την οποία απορρίφθηκε η από 29-12-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 503 §§ 2 και 3, 552, 553, 556, 558, 564 § 2, 566 § 1 ΚΠολΔ, 74 § 1 του Ν. 4690/2020, 13 § 6 του Ν. 1418/1984 και άρθρο 77 § 6 του Ν. 3669/2008). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υπόθεσης είναι η εξής: Η αναιρεσείουσα άσκησε, αρχικά, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 2-5-2011 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "Ολυμπιακά Ακίνητα ΑΕ", με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί το συνολικό ποσόν των 6.861.435,13 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονταν στην αγωγή, που αφορούσε, κατά την πρώτη κύρια βάση της αγωγής, την αμοιβή της για εργασίες που είχαν παρασχεθεί στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως 29-4-2009, δυνάμει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, κατά την δεύτερη κύρια βάση της αγωγής, την αναγνώριση χρέους και κατά την επικουρική της βάση, την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 755/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, αφενός μεν ως αόριστη, αφετέρου δε ως μη νόμιμη, ως προς την επικουρική της δε βάση, επίσης, ως αόριστη, ενώ αναφορικά με την δεύτερη κύρια βάση της αγωγής (αυτήν από την αναγνώριση χρέους) δέχθηκε ότι τα εκτιθέμενα σε αυτήν δεν στοιχειοθετούν ιδιαίτερη ιστορική και νομική βάση της αγωγής, αλλά η αναφορά αυτή σκοπεί απλώς στη διευκόλυνση της απόδειξης, επειδή δεν γινόταν επίκληση κατάρτισης σχετικής έγγραφης σύμβασης, όπως απαιτείται από τα άρθρα 873 και 875 ΑΚ. Ακολούθως, μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 29-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 755/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά των από 4-11-2015 Πρόσθετων Λόγων, πλήττοντας με σχετικούς λόγους αναίρεσης όλες τις απορριφθείσες βάσεις της αγωγής και παράλληλα άσκησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την από 29-12-2024 (δεύτερη) αγωγή της. Αίτηση αναίρεσης άσκησε κατά της προαναφερόμενης (755/2014) απόφασης και η αναιρεσίβλητη. Επί των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης και πρόσθετων λόγων, εκδόθηκε η με αριθμό 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν οι δύο αναιρέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Στη συνέχεια, μετά την δημοσίευση της προαναφερόμενης απόφασης του ΑΠ, συζητήθηκε, στις 15-5-2018, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η από 29-12-2014 (δεύτερη) αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση αυτής, στις 15-5-2018, η εναγομένη (νυν αναιρεσίβλητη) με την νόμιμα κατατεθειμένη από 18-5-2018 προσθήκη - αντίκρουση, στις από 15-5-2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, προέβαλε τον ισχυρισμό περί έλλειψης καταβολής δικαστικού ενσήμου, λόγω ανάλωσής του, κατά την εκδίκαση της πρώτης, από 2.5.2011, προγενέστερης, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 400/2011, αγωγής της ενάγουσας, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (υπό πενταμελή σύνθεση). Η ενάγουσα, με τις νόμιμα κατατεθειμένες από 15-5-2018 έγγραφες προτάσεις της, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, για την ως άνω αγωγή, που έχει (μόνο) καταψηφιστικό αίτημα, το δικαστικό ένσημο, συνολικού ποσού 75.420,89 ευρώ και, ειδικότερα, τα παραστατικά και αγωγόσημα με αριθμούς ...-2013/σειρά Γ' (ΤΠΔΑ) ποσού 2.744,57 ευρώ, ...-2013 (ΕΤΑΑ/ΤΑΝ-ΤΕΑΔ) ποσού 5.489,15 ευρώ και 13652604 τύπου Β' (ΔΟΥ) ποσού 67.195 ευρώ. Ισχυρίσθηκε δε, προς τούτο, ότι ανέλαβε το δικαστικό ένσημο από την από 2-5-2011 προγενέστερη (πρώτη) αγωγή της (αρ. κατ. 400/2011), καθώς αυτή απερρίφθη, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, με την υπ' αριθμ. 755/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και καθ' υποφοράν, με την νόμιμα κατατεθειμένη από 18-5-2018 προσθήκη - αντίκρουσή της, επικαλέσθηκε και προσκόμισε την από 21-3-2018 βεβαίωση του αρμοδίου Δικαστή "περί επιστροφής του δικαστικού ενσήμου", το οποίο είχε εκδοθεί επί της ως άνω προγενέστερης (πρώτης) αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5145/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι με την 755/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, απορρίφθηκε η προγενέστερη από 2-5-2011 (αρ. κατ. Δικ. ΒΑΒ 400/2-5-2011) αγωγή της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας κατά της εναγόμενης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, το σκεπτικό της 755/2014 απόφασης έχει ως εξής: "Η Κύρια βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη: α) καθ' όσον αφορά το μέρος της, με το οποίο ζητούνται αμοιβές για τις κατ' αποκοπήν αμειβόμενες εργασίες, επειδή δεν περιγράφονται επαρκώς οι εργασίες αυτές, με αναφορά του προγράμματος συντήρησης και διαχείρισης λειτουργίας κάθε εγκατάστασης και περιγραφή της μεθόδου εργασίας, του εξοπλισμού, των μέσων, του ωραρίου παροχής υπηρεσιών και των απαιτούμενων μέτρων, έστω με περιληπτικό τρόπο ούτε εκτίθεται ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής για το επίδικο χρονικό διάστημα, που εμπίπτει στις παρατάσεις της χρονικής διάρκειας των Συμβάσεων, ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα από την ενάγουσα, οι συμφωνημένες κατ' αποκοπήν αμοιβές αφορούν την αρχική διάρκεια των έργων (το στοιχείο αυτό απαραδέκτως συμπληρώνεται με την προσθήκη στις προτάσεις της ενάγουσας, στην οποία εκτίθεται ότι τα ποσά υπολογίζονται με αναγωγή στο 1/12 μηνιαίως της αρχικής αμοιβής) και β) καθ' όσον αφορά το μέρος, με το οποίο ζητούνται αμοιβές για τις απολογιστικά αμειβόμενες εργασίες, επειδή η ενάγουσα δεν αναφέρει αναλυτικά αφενός το είδος και την έκταση των εν λόγω εργασιών, χωρίς να αρκεί η επισύναψη στα σχετικά 63, 64, 67, 68, 69 και 70/2009 τιμολόγια, που ενσωματώνονται στην αγωγή, των εγγράφων εντολών της εναγομένης, από τις οποίες δεν προκύπτουν τα ανωτέρω περιστατικά και, αφετέρου, τα αναγκαία στοιχεία για την τιμολόγηση αυτών (εργασιών), δηλαδή τις πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας του προσωπικού της, με τις συμφωνημένες τιμές μονάδας για τον υπολογισμό του κόστους εργασίας και τα υλικά, ανταλλακτικά και μηχανήματα, που χρησιμοποίησε με τη δαπάνη αγοράς ή μίσθωσης αυτών, ή τη δαπάνη μίσθωσης παρόμοιου εξοπλισμού στην περιοχή της Εγκατάστασης, εάν τα μηχανήματα ήταν ιδιόκτητα. Άλλως επικουρικώς, η ίδια βάση της αγωγής (κύρια) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή η ενάγουσα ζητεί αμοιβή για εργασίες, που έγιναν από 1-12-2008 έως 29-4-2009, δηλαδή εντός των παρατάσεων της χρονικής διάρκειας των συμβάσεων, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι παρατάσεις δεν έγιναν εγγράφως, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 160, 164 Α.Κ. και 1 §7 εδ. ζ' ν. 3669/ 2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (άρθρο 3 περ. δ' ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων"), η τελευταία από τις οποίες εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρο 26 της 6318/12-8-2003 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού "Κανονισμοί Α. Διενέργειας μισθώσεων, εκμισθώσεων, Β. Αγορών, Γ. Ανάθεσης εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων, Δ. Ανάθεσης και εκτέλεσης προμηθειών και παροχής υπηρεσιών της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." (Φ.Ε.Κ. 1217Β727-8-2003), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 ν. 3016/2002, όπως ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του, με το ν. 3254/2004. Επομένως, είναι άκυρες, κατ' άρθρο 159 § 1 Α.Κ., χωρίς η ακυρότητα των παρατάσεων έως 17-3-2009 να αίρεται από τις επικαλούμενες τρεις έγγραφες επιστολές (προτάσεις) της εναγομένης και την εκτέλεση των εργασιών, αφού αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας δεν είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και δεν εφαρμόζονται για το λόγο αυτό οι διατάξεις των άρθρων ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ" και 41 § 2 ν.δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", κατά τις οποίες η ακυρότητα λόγω έλλειψης του έγγραφου τύπου της αποδοχής της σύμβασης θεραπεύεται, όταν επακολουθήσει η εκπλήρωση της παροχής. Μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, πρέπει να εξετασθεί η επικουρική βάση, που στηρίζεται σε αδικαιολόγητο πλουτισμό και να απορριφθεί, επίσης ως αόριστη, για τους λόγους, που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα επειδή η ενάγουσα δεν αναφέρει αναλυτικά τις υπηρεσίες, που παρείχε στα πλαίσια των άκυρων συμβάσεων, με περιγραφή των επιμέρους εργασιών συντήρησης και διαχείρισης λειτουργίας των εγκαταστάσεων, της μεθόδου, του εξοπλισμού, των μέσων, του ωραρίου παροχής υπηρεσιών και των απαιτούμενων μέτρων, των ωρών εργασίας του προσωπικού της και των υλικών, ανταλλακτικών και μηχανημάτων, που χρησιμοποίησε και με χρηματική αποτίμηση της ωφέλειας, που καρπώθηκε, αδικαιολόγητα, εις βάρος της περιουσίας της η εναγόμενη για κάθε επιμέρους αιτία. Σημειωτέον, τέλος, ότι η αναφορά, εκ μέρους της ενάγουσας, σε αναγνώριση εκ μέρους της εναγομένης, της οφειλής της δεν στοιχειοθετεί ιδιαίτερη ιστορική και νομική βάση της αγωγής, αλλά σκοπεύει απλώς στη διευκόλυνση της απόδειξης, αφού δεν γίνεται επίκληση κατάρτισης σχετικής έγγραφης σύμβασης, όπως απαιτείται κατ' άρθρα 873 και 875 Α.Κ.". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την από 2-5-2011 (πρώτη) αγωγή της ενάγουσας ως αόριστη και επικουρικά, με επάλληλη αιτιολογία, ως μη νόμιμη, που ισοδυναμεί με κατ' ουσίαν απόρριψη αυτής (ΑΠ 1370/2005). Στη συνέχεια, η ήδη ενάγουσα εταιρεία άσκησε την από 29-12-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ενώ η εναγόμενη άσκησε την από 11-11-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της άνω 755/2014 απόφασης, επί των οποίων εκδόθηκε η 1392/2017 (εκ παραδρομής αναφέρεται 1393/2017) απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν οι άνω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, τόσο κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο ζητείται αμοιβή για τις κατ' αποκοπή αμειβόμενες εργασίες, όσο και κατά το κεφάλαιό της που αφορά εργασίες, που συμφωνήθηκε να αμείβονται απολογιστικά. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο δικόγραφό της τις εργασίες που εκτέλεσε, το ωράριο παροχής εκ μέρους του προσωπικού της των σχετικών υπηρεσιών, εάν μίσθωσε ή όχι σχετικό εξοπλισμό και σε καταφατική περίπτωση το κόστος της μίσθωσης, στοιχεία αναγκαία για την τιμολόγηση των εργασιών αυτών, αλλά ούτε και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της κατά τη διάρκεια της επικαλούμενης εκ μέρους της παράτασης του χρόνου διαρκείας των δύο Συμβάσεων. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με την ενσωμάτωση στην αγωγή των ανωτέρω τιμολογίων, στα οποία, ως αιτιολογία αναφέρεται ότι η αμοιβή αφορά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης, διορθωτικής ή μη, των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων της πρώτης ή της δεύτερης Ενότητας, αλλά ούτε και με την ενσωμάτωση των πινάκων "ανάλυσης εγκεκριμένων διορθωτικών εργασιών", στους οποίους περιγράφονται κάποιες εργασίες, κατά τρόπο γενικό και χωρίς κάποια, υποτυπώδη έστω, εξειδίκευση, όπως "εργασίες διορθωτικής συντήρησης για αποκατάσταση προκληθεισών ζημιών σε διάφορα γήπεδα ή για επισκευή μόνιμων συστημάτων ενεργητικής πυροπροστασίας ή για αντικατάσταση αισθητήρων σε κεντρικές κλιματιστικές μονάδες ή συσσωρευτών εκκίνησης ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους". Για τους ίδιους λόγους, την μη αναφορά δηλαδή των συγκεκριμένων στοιχείων, είναι αόριστη η ένδικη αγωγή και όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού οι ελλείψεις αυτές καθιστούν δυσχερή τον προσδιορισμό του επικαλούμενου πλουτισμού της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και κατά συνέπεια, ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης και οι πρώτος και τέταρτος των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι και τον αριθ. 1 του άρθρου τούτου), με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.".

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος, ερευνώντας τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον δεύτερο και τρίτο πρόσθετο λόγους της αναίρεσης της (ήδη και εδώ) αναιρεσείουσας δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα, με παράθεση σχετικής νομικής σκέψης: "...Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 403/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όσον αφορά την κύρια βάση της ως αόριστη και επικουρικά ως μη νόμιμη, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες. Την πρώτη αυτή αιτιολογία, περί της αοριστίας δηλαδή της αγωγής, η αναιρεσείουσα προσέβαλε με τους παραπάνω πρώτο και πρώτο πρόσθετο αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκαν απορριπτέοι. Επομένως, αφού η μία αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, πλήττεται ανεπιτυχώς, οι δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής".

Τέλος, ο Άρειος Πάγος, με την ίδια ως άνω απόφασή του (ΑΠ 1392/2017), ερευνώντας τον τρίτο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης και τα ακόλουθα:

"... Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, έκρινε, ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ιδιαίτερη βάση από αναγνώριση χρέους. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι προφανές, ότι η αγωγή δεν περιέχει τέτοια βάση, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, δεν γίνεται επίκληση κατάρτισης σχετικής έγγραφης σύμβασης, που αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση χρέους, με την ανταλλαγή δε των αναφερομένων επιστολών οι διάδικοι απέβλεψαν στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η αναιρεσείουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι αυτή στηρίζεται κυρίως μεν στις καταρτισθείσες συμβάσεις, επικουρικά δε, σε περίπτωση ακυρότητας αυτών, στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος". Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι η προγενέστερη από 2-5-2011 (αρ.κατ.δικ. ΒΑΒ 400/2-5-2011) αγωγή της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε και προσκομίστηκε κατά τη συζήτησή της το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τη νυν ενάγουσα δικαστικό ένσημο, απορρίφθηκε με την 755/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι μόνο λόγω αοριστίας του δικογράφου της, αλλά η κύρια βάση της αγωγής επικουρικά και ως μη νόμιμη, επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της 755/2014 απόφασης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της 1392/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου. Επ' αυτού και η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή αναφέρει: "Με τις ως άνω αιτιολογίες, η προγενέστερη από 2.5.2011 (αρ.καταθ. 400/2011) αγωγή απερρίφθη, ως αόριστη, αναφορικά με την κύρια και επικουρική βάση της και, ως νόμω αβάσιμη, αναφορικά με την κύρια βάση της". Επομένως, αφού με την 755/2014 απόφαση το Δικαστήριο προχώρησε και στην ουσιαστική συζήτηση της προγενέστερης αγωγής με την εξέταση της νομικής βασιμότητας της κυρίας βάσης της αγωγής, το εκδοθέν τότε και προσκομιζόμενο από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας δικαστικό ένσημο αναλώθηκε, αφού το Δικαστήριο δεν απέρριψε την προγενέστερη αγωγή μόνο για τυπικούς λόγους.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, αφού το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα στην παρούσα δίκη δικαστικό ένσημο έχει αναλωθεί και παραλείπεται η επίκληση και προσκόμιση νέου δικαστικού ενσήμου για την αγωγή, η οποία έχει (μόνο) καταψηφιστικό αίτημα, η ενάγουσα λογίζεται ως μη εμφανιζόμενη..., όπως βασίμως και η εναγομένη ισχυρίζεται. Η συζήτηση της ένδικης αγωγής γίνεται με επιμέλεια της ενάγουσας, αφού η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη με επιμέλεια της ενάγουσας (βλ. την ...-2014 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Κ.), ενώ η από 11-10-2016 (αρ. πρωτ. προσδ. 5623/11-10-2016) κλήση, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η ένδικη αγωγή και ορίστηκε δικάσιμο την 25-4-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η συζήτηση της υπόθεσης για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (15-5-2018), επιδόθηκε στην εναγόμενη με επιμέλεια της ενάγουσας (βλ. την ...-2016 έκθεση επίδοσης της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Κ. Μ.).

Συνεπώς, πρέπει, η ενάγουσα να δικαστεί ερήμην, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της κατ' άρθρο 272 ΚΠολΔ και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 106, 179 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, να οριστεί, κατ' άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ, το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης". Κατόπιν δε αυτών το Εφετείο δίκασε ερήμην την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της δίκης δικαστικού ενσήμου, όρισε το παράβολο ερημοδικίας και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ερευνώμενη αγωγή της. III.Α.

Επειδή κατά τα συνδυασμένα άρθρα 2 του Ν. ΓΠΟΔ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε από το ΝΔ 1544/1942 (άρθρο 7 §§ 2 και 3) και τροποποιήθηκε από το ΝΔ 4189/1961, 175 ΚΠολΔ και 71 ΕισΝΚΠολΔ, κάθε καταψηφιστική αγωγή, εφόσον έχει περιουσιακό αντικείμενο ή μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, υπόκειται στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, εφόσον το αντικείμενο αυτής υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 δραχμών ή προκειμένου περί εργατικών διαφορών το ποσό των 50.000 δραχμών. Ο ενάγων δε που παραλείπει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται πλασματικά ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 272 του ΚΠολΔ, ως κατ' ουσία αβάσιμη, η απόρριψη δηλαδή αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 904/2024, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 538/2019, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 1485/2018).

Η βάσει της ανωτέρω διάταξης θέσπιση πλασματικής ερημοδικίας για το διάδικο, που δεν καταβάλει το αναλογούν δικαστικό ένσημο, δεν αντίκειται, κατ' αρχήν, στο, κατά τα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθόσον η πρόβλεψη αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού η είσπραξή του ενισχύει τη δυνατότητα της Πολιτείας να καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες και δαπάνες του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, ενώ, σε περίπτωση νίκης του ενάγοντος, το καταβληθέν τέλος δικαστικού ενσήμου συνυπολογίζεται στην επιδικαζόμενη υπέρ αυτού δικαστική δαπάνη (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 951/2022, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 675/2010).

Επίσης, το τέλος δικαστικού ενσήμου συνιστά μέτρο φορολογικού χαρακτήρα που συναρτάται με την παροχή έννομης προστασίας από την Πολιτεία και υπόκειται στις ρυθμίσεις και στους περιορισμούς του άρθρου 78 του Συντάγματος, ως αναγόμενο δε στη φορολογία του αντικειμένου της δίκης, για το οποίο προκαλείται η απόφαση του δικαστηρίου, δεν θεωρείται αναλωθέν εάν έλαβε χώρα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και επανάσκησή της ή εάν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή απαράδεκτη για κάποιο τυπικό λόγο (ΑΠ 273/1985, ΑΠ 80/1955). Αντίθετα, το δικαστικό ένσημο που καταβλήθηκε θεωρείται ότι αναλώθηκε μόνον όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη, με κατ' ουσίαν δε απόρριψη της αγωγής ισοδυναμεί και η απόρριψή της ως μη νόμιμης (ΑΠ 1370/2005), καθόσον επιλύεται έτσι το ζήτημα ότι δεν υπάρχει το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα που αποτέλεσε το περιεχόμενο του νομικού ισχυρισμού, για το οποίο ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας και διεξήχθη η δίκη (άρθρο 322 ΚΠολΔ, ΑΠ 190/1974).

Τέλος, η παράλειψη καταβολής δικαστικού ενσήμου, που είναι αναγκαίο για την κατ' αντιμωλία του ενάγοντος ή αντενάγοντος συζήτηση της αγωγής ή της ανταγωγής του, συνιστά τυπική παράλειψη (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 1892/2006, ΑΠ 1526/2001) και συνεπώς το δικαστήριο υποχρεούται να καλέσει τον διάδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του να συμπληρώσει την έλλειψη αυτή, τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 227 του ΚΠολΔ. Η συμπλήρωση αυτή δεν αποκλείεται από τη μη αναφορά της συμπλήρωσης της έλλειψης αυτής, στο άρθρο 237 § 1 εδάφιο γ' του ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται μνεία της συμπλήρωσης με το άρθρο 227 της έλλειψης κατάθεσης των πληρεξούσιων εγγράφων, προς ειδική επισήμανση της ταχείας συμπλήρωσης αυτής με απλή πρόσκληση του άρθρου 227 ΚΠολΔ, και όχι με τη διαδικασία του άρθρου 105 ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπεται η έκδοση απόφασης για τη συμπλήρωση της σχετικής έλλειψης (πρβλ ΑΠ 503/2024).

Β. Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει κατ' αρχήν το ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση που διαγνώσθηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει με το αντικείμενό της. Υπάρχει ακόμα δεδικασμένο όταν στη νέα δίκη που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, ή εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος αυτής (άρθρο 325 εδ.2 του ΚΠολΔ), το αντικείμενο είναι μεν διαφορετικό από αυτό που ζητήθηκε στην προηγούμενη δίκη, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Επί απορριπτικής απόφασης, εάν η απόρριψη έγινε με επάλληλες αιτιολογίες, το δεδικασμένο καλύπτει όλες τις αιτιολογίες, αφού για να ανατραπεί η απόφαση πρέπει να προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες που αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό (ΟλΑΠ 1594/1979, ΑΠ 1193/2003, ΑΠ 1194/2003, ΑΠ 502/1978).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 989/2022, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 192/2021, ΑΠ 631/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 447/2019). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας και την ανατροπή έτσι του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 853/2019).

Σημειώνεται δε ότι οι επάλληλες αιτιολογίες είναι συνήθεις στην δικαστηριακή πρακτική, έχουν δε ως σκοπό την αρτιότερη θεμελίωση της απόφασης και την κατοχύρωσή της, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, αφού για να ανατραπεί η απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της (ΟλΑΠ 25/1994, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 1594/1979, ΑΠ 1860/2006, ΑΠ 1825/2006), ενώ ποια αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, προκειμένου να κριθεί εντεύθεν ποιες αιτιολογίες καλύπτει το δεδικασμένο που προκλήθηκε από την απόφαση, είναι ζήτημα των παραδοχών της απόφασης ή, εάν αυτή δεν είναι σαφής, τίθεται θέμα ερμηνείας αυτής (ΑΠ 395/2019, ΑΠ 337/1993).

Γ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόστηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 904/2024, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1858/2014, ΑΠ 1040/2013).

Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην (ΑΠ 904/2024, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 717/2023, ΑΠ 719/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1982/2017).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 2 του άνω Ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά εντάσσεται στους δικονομικούς κανόνες (ΑΠ 860/2024, ΑΠ 904/2024, ΑΠ 1789/2024, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022), εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου. Γι' αυτό σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, εφόσον δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 367/2018, AΠ 2031/2017, ΑΠ 219/2005).

Δ. Με τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, που ορίζει, ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του, που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ' αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 805/2001). Κατά τα λοιπά, παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 52/2025, ΑΠ 275/2024, ΑΠ 557/2024, ΑΠ 675/2010, ΑΠ 632/2004, ΑΠ 550/2003).

Συνεπώς, για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί, πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ' αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος, δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΠ 250/2022, ΑΠ 264/2013). Με την προϋπόθεση αυτή, οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 εδ. α' της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Έτσι, κατά το άρθρο 6 § 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....". Με το ανωτέρω άρθρο, καθό μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζονται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης.

Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013).

Εφόσον, όμως, η πλημμέλεια της απόφασης δεν ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, μπορεί να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 § 1 εδάφιο α' της ΕΣΔΑ και συνακόλουθα ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, εφόσον ο διάδικος στερήθηκε της δικαστικής προστασίας που δικαιούται και μπορούσε να του απονεμηθεί. Ε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο, συναφή με τον πρώτο, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (5145/2018) τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται (με τον πρώτο λόγο αναίρεσης) ότι το Εφετείο λανθασμένα έκρινε ότι το δικαστικό ένσημο που αυτή προσκόμισε κατά τη συζήτηση της (δεύτερης) από 29-12-2014 αγωγής της, είχε αναλωθεί κατά την προγενέστερη δίκη ενώπιόν του επί της (πρώτης) από 5-11-2011 αγωγής της και επομένως αυτή εσφαλμένα θεωρήθηκε κατά πλάσμα δικαίου ως ερημοδικασθείσα, και απέρριψε την αγωγή της στην ουσία της, καθόσον η επικουρική αιτιολογία απόρριψης της πρώτης ως άνω αγωγής και ως μη νόμιμης, δεν ανέπτυξε τις έννομες συνέπειές της, δεν παρήγαγε δεδικασμένο και σχηματίσθηκε επικουρικά και μόνο για την περίπτωση που ήθελε αναιρεθεί από τον Άρειο Πάγο η κύρια αιτιολογία της 755/2014 απόφασης του ΠΕφΑθ, με την οποία η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη κατά την εξέταση του σταδίου του παραδεκτού. Ισχυρίζεται δε η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως αόριστης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είτε λόγω νομικής είτε λόγω ποσοτικής αοριστίας, το δεδικασμένο περιορίζεται στην καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια της απόρριψης λόγω αοριστίας που διέγνωσε η απόφαση και συνεπώς σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης και κατ' ουσία συγχρόνως με κύρια ή επάλληλη αιτιολογία, ισχύει μόνον η απόρριψη για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία ορίζει μόνη την έκταση του δεδικασμένου της σχετικής δικαστικής απόφασης. Διαλαμβάνει, επίσης, η αναιρεσείουσα ότι η παραπάνω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με την απόρριψη της αγωγής και ως μη νόμιμης υπήρξε πλεοναστική, μη τελούσα σε συνάρτηση προς το διατακτικό της ίδιας απόφασης (ΠΕφΑθ 755/2014) ούτε καν με την έννοια του επάλληλου ερείσματος και δεν παράγει δεδικασμένο και επομένως το δικαστικό ένσημο της προηγούμενης δίκης δεν είχε αναλωθεί, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς νομίμως προσκομίσθηκε κατά τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική προσβαλλόμενη 5145/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Τέλος, με τον δεύτερο συναφή λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 20 § 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή της λόγω μη προσκομιδής του δικαστικού ενσήμου, χωρίς ποτέ να της δοθεί η δικονομική δυνατότητα είτε μέσω έκδοσης σχετικής προς τούτο απόφασης, κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ, είτε μέσω σχετικής, κατ' άρθρο 227 του ΚΠολΔ, ειδοποίησής της να προσκομίσει έτερο δικαστικό ένσημο, προκειμένου να διασφαλιστεί η δικαστική της προστασία, αποστέρησε αυτήν από το θεμελιώδες δικαίωμά της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 20 § 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, αφού στην προκειμένη διαδικασία των δημοσίων έργων δεν επιτρέπεται ούτε η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ούτε η άσκηση έφεσης, ώστε αυτή να δυνηθεί να άρει την παράλειψη αυτή και να εκδικασθεί η αγωγή της στην ουσία. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως κατ' ουσία αβάσιμος ως προς όλες τις επιμέρους αιτιάσεις του. Και τούτο διότι, αφού ληφθούν υπόψη ότι α) Κατ' αρχήν, η απόφαση του Αρείου Πάγου, που απορρίπτει την αναίρεση κατ' ουσίαν, δεν ενσωματώνει την απόφαση που προσβλήθηκε. Διότι, κατά την αναιρετική δίκη, σύμφωνα και με το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, δεν κρίνεται η υπόθεση, αλλά μόνο η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 44/2025, ΑΠ 49/2025, ΑΠ 61/2025, ΑΠ 1753/1998).

Συνεπώς, η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν μπορεί να καλύψει ολόκληρο το νομικό συλλογισμό, αφού ο Άρειος Πάγος δεσμεύεται από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, την αλήθεια των οποίων δεν μπορεί να ερευνήσει. Εντούτοις, όταν η απόφαση που προσβλήθηκε στερείται πραγματικών διαπιστώσεων - παραδοχών, διότι πχ απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη, και η απόφαση αυτή επικυρώνεται από τον Άρειο Πάγο, ο νομικός συλλογισμός συμπίπτει και στις δύο αποφάσεις, το δεδικασμένο δε θα κριθεί στην περίπτωση αυτή από την απόφαση που προσβλήθηκε, διότι η απόφαση αυτή ήταν ήδη τελεσίδικη και παρήγε δεδικασμένο πριν προσβληθεί με την αναίρεση, η άσκηση της οποίας κατέστησε το δεδικασμένο αυτό υπό διαλυτική αίρεση, η πλήρωση της οποίας όμως ματαιώθηκε με την απόρριψη της αναίρεσης αυτής.

Επομένως, η απόφαση που προσβλήθηκε δεν έπαψε ποτέ να είναι τελεσίδικη και να παράγει δεδικασμένο, ενώ ποια αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό της απόφασης για να κριθεί εντεύθεν ποιες αιτιολογίες καλύπτει το δεδικασμένο που προκλήθηκε από την απόφαση αυτή είναι ζήτημα των παραδοχών της απόφασης, β) ότι επί απορριπτικής απόφασης, εάν η απόρριψη έγινε με επάλληλες αιτιολογίες, το δεδικασμένο καλύπτει όλες τις αιτιολογίες, αφού για να ανατραπεί η απόφαση πρέπει να προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες που αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό, στην περίπτωση δε που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφαση. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση όταν με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας και την ανατροπή έτσι του δεδικασμένου και γ) ότι οι επάλληλες αιτιολογίες είναι συνήθεις στην δικαστηριακή πρακτική, έχουν δε ως σκοπό την αρτιότερη θεμελίωση της απόφασης και την κατοχύρωσή της, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, αφού για να ανατραπεί η απόφαση πρέπει να προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ' αριθ. 755/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, η πρώτη από 5-11-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατά την πρώτη κύρια βάση της, που αφορούσε αμοιβές της από παρασχεθείσες εργασίες δυνάμει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που είχε συνάψει με την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτη, με κύρια αιτιολογία λόγω αοριστίας και επικουρικά ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της παραπάνω απόφασης "Η Κύρια βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη: α) καθ' όσον αφορά το μέρος της, με το οποίο ζητούνται αμοιβές για τις κατ' αποκοπήν αμειβόμενες εργασίες, επειδή δεν περιγράφονται επαρκώς οι εργασίες αυτές, με αναφορά του προγράμματος συντήρησης και διαχείρισης λειτουργίας κάθε εγκατάστασης και περιγραφή της μεθόδου εργασίας, του εξοπλισμού, των μέσων, του ωραρίου παροχής υπηρεσιών και των απαιτούμενων μέτρων, έστω με περιληπτικό τρόπο ούτε εκτίθεται ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής για το επίδικο χρονικό διάστημα, που εμπίπτει στις παρατάσεις της χρονικής διάρκειας των Συμβάσεων, ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα από την ενάγουσα, οι συμφωνημένες κατ' αποκοπήν αμοιβές αφορούν την αρχική διάρκεια των έργων (το στοιχείο αυτό απαραδέκτως συμπληρώνεται με την προσθήκη στις προτάσεις της ενάγουσας, στην οποία εκτίθεται ότι τα ποσά υπολογίζονται με αναγωγή στο 1/12 μηνιαίως της αρχικής αμοιβής) και β) καθ' όσον αφορά το μέρος, με το οποίο ζητούνται αμοιβές για τις απολογιστικά αμειβόμενες εργασίες, επειδή η ενάγουσα δεν αναφέρει αναλυτικά αφενός το είδος και την έκταση των εν λόγω εργασιών, χωρίς να αρκεί η επισύναψη στα σχετικά 63, 64, 67, 68, 69 και 70/2009 τιμολόγια, που ενσωματώνονται στην αγωγή, των εγγράφων εντολών της εναγομένης, από τις οποίες δεν προκύπτουν τα ανωτέρω περιστατικά και, αφετέρου, τα αναγκαία στοιχεία για την τιμολόγηση αυτών (εργασιών), δηλαδή τις πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας του προσωπικού της, με τις συμφωνημένες τιμές μονάδας για τον υπολογισμό του κόστους εργασίας και τα υλικά, ανταλλακτικά και μηχανήματα, που χρησιμοποίησε με τη δαπάνη αγοράς ή μίσθωσης αυτών, ή τη δαπάνη μίσθωσης παρόμοιου εξοπλισμού στην περιοχή της Εγκατάστασης, εάν τα μηχανήματα ήταν ιδιόκτητα. Άλλως επικουρικώς, η ίδια βάση της αγωγής (κύρια) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή η ενάγουσα ζητεί αμοιβή για εργασίες, που έγιναν από 1-12-2008 έως 29-4-2009, δηλαδή εντός των παρατάσεων της χρονικής διάρκειας των συμβάσεων, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι παρατάσεις δεν έγιναν εγγράφως, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 160, 164 Α.Κ. και 1 §7 εδ. ζ' ν. 3669/ 2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (άρθρο 3 περ. δ' ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων"), η τελευταία από τις οποίες εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρο 26 της 6318/12-8-2003 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού "Κανονισμοί Α. Διενέργειας μισθώσεων, εκμισθώσεων, Β. Αγορών, Γ. Ανάθεσης εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων, Δ. Ανάθεσης και εκτέλεσης προμηθειών και παροχής υπηρεσιών της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." (Φ.Ε.Κ. 1217Β727-8-2003), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 ν. 3016/2002, όπως ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του, με το ν. 3254/2004. Επομένως, είναι άκυρες, κατ' άρθρο 159 § 1 Α.Κ., χωρίς η ακυρότητα των παρατάσεων έως 17-3-2009 να αίρεται από τις επικαλούμενες τρεις έγγραφες επιστολές (προτάσεις) της εναγομένης και την εκτέλεση των εργασιών, αφού αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας δεν είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και δεν εφαρμόζονται για το λόγο αυτό οι διατάξεις των άρθρων ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ" και 41 § 2 ν.δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", κατά τις οποίες η ακυρότητα λόγω έλλειψης του έγγραφου τύπου της αποδοχής της σύμβασης θεραπεύεται, όταν επακολουθήσει η εκπλήρωση της παροχής...". Η ως άνω απόφαση ήταν τελεσίδικη, καθόσον αφορούσε υπόθεση για δημόσιο έργο που εκδικάζεται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, επιτρεπομένης μόνο αναίρεσης (ΑΠ 377/2024, ΑΠ 1854/2013).

Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 29-12-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: "Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, τόσο κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο ζητείται αμοιβή για τις κατ' αποκοπή αμειβόμενες εργασίες, όσο και κατά το κεφάλαιό της που αφορά εργασίες, που συμφωνήθηκε να αμείβονται απολογιστικά. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο δικόγραφό της τις εργασίες που εκτέλεσε, το ωράριο παροχής εκ μέρους του προσωπικού της των σχετικών υπηρεσιών, εάν μίσθωσε ή όχι σχετικό εξοπλισμό και σε καταφατική περίπτωση το κόστος της μίσθωσης, στοιχεία αναγκαία για την τιμολόγηση των εργασιών αυτών, αλλά ούτε και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της κατά τη διάρκεια της επικαλούμενης εκ μέρους της παράτασης του χρόνου διαρκείας των δύο Συμβάσεων. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με την ενσωμάτωση στην αγωγή των ανωτέρω τιμολογίων, στα οποία, ως αιτιολογία αναφέρεται ότι η αμοιβή αφορά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης, διορθωτικής ή μη, των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων της πρώτης ή της δεύτερης Ενότητας, αλλά ούτε και με την ενσωμάτωση των πινάκων "ανάλυσης εγκεκριμένων διορθωτικών εργασιών", στους οποίους περιγράφονται κάποιες εργασίες, κατά τρόπο γενικό και χωρίς κάποια, υποτυπώδη έστω, εξειδίκευση, όπως "εργασίες διορθωτικής συντήρησης για αποκατάσταση προκληθεισών ζημιών σε διάφορα γήπεδα ή για επισκευή μόνιμων συστημάτων ενεργητικής πυροπροστασίας ή για αντικατάσταση αισθητήρων σε κεντρικές κλιματιστικές μονάδες ή συσσωρευτών εκκίνησης ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους".

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος, ερευνώντας τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον δεύτερο και τρίτο πρόσθετο λόγους της αναίρεσης της (ήδη και εδώ) αναιρεσείουσας δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα, με παράθεση σχετικής νομικής σκέψης:

"...Στην προκειμένη περίπτωση, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όσον αφορά την κύρια βάση της ως αόριστη και επικουρικά ως μη νόμιμη, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες. Την πρώτη αυτή αιτιολογία, περί της αοριστίας δηλαδή της αγωγής, η αναιρεσείουσα προσέβαλε με τους παραπάνω πρώτο και πρώτο πρόσθετο αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκαν απορριπτέοι.

Επομένως, αφού η μία αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, πλήττεται ανεπιτυχώς, οι δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής".

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπ' αριθ. 755/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που προσβλήθηκε με αναίρεση, η οποία μάλιστα έπληττε όλες τις απορριπτικές διατάξεις της ως άνω απόφασης ως προς όλες τις βάσεις της αγωγής, μετά την απόρριψη της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων που άσκησε η νυν αναιρεσείουσα, επικυρώθηκε στο σύνολό της από την 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και ο νομικός συλλογισμός αναφορικά με το ερευνητέο εδώ ζήτημα, εάν δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (755/2014) ως προς την πρώτη κύρια βάση της αγωγής, με την οποία αυτή κρίθηκε κυρίως ως αόριστη και επικουρικά ως μη νόμιμη, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, συμπίπτει και στις δύο αποφάσεις.

Κατόπιν δε τούτου, η υπ' αριθ. 755/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ήταν ήδη τελεσίδικη και παρήγε δεδικασμένο και για την επικουρική - επάλληλη αιτιολογία, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, που ισοδυναμεί με κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, πριν καν προσβληθεί με αναίρεση, η άσκηση της οποίας κατέστησε το δεδικασμένο αυτό υπό διαλυτική αίρεση, η πλήρωση της οποίας όμως ματαιώθηκε με την απόρριψη της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Επομένως, η παραπάνω απόφαση (755/2014) που προσβλήθηκε δεν έπαψε ποτέ να είναι τελεσίδικη και να παράγει δεδικασμένο και ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής και ως μη νόμιμης, ενώ σύμφωνα και με την υπ' αριθ. 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που την επικύρωσε στο σύνολό της, με τον ίδιο νομικό συλλογισμό, το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας α) ότι η επικουρική αιτιολογία απόρριψης της πρώτης ως άνω αγωγής και ως μη νόμιμης, δεν ανέπτυξε τις έννομες συνέπειές της, δεν παρήγαγε δεδικασμένο και σχηματίσθηκε επικουρικά και μόνο για την περίπτωση που ήθελε αναιρεθεί από τον Άρειο Πάγο η κύρια αιτιολογία της 755/2014 απόφασης του ΠΕφΑθ, με την οποία η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη κατά την εξέταση του σταδίου του παραδεκτού, β) ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως αόριστης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είτε λόγω νομικής είτε λόγω ποσοτικής αοριστίας, το δεδικασμένο περιορίζεται στην καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια της απόρριψης λόγω αοριστίας που διέγνωσε η απόφαση και συνεπώς σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης και κατ' ουσία συγχρόνως με κύρια ή επάλληλη αιτιολογία, ισχύει μόνον η απόρριψη για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία ορίζει μόνη την έκταση του δεδικασμένου της σχετικής δικαστικής απόφασης και γ) ότι η παραπάνω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με την απόρριψη της αγωγής και ως μη νόμιμης υπήρξε πλεοναστική, μη τελούσα σε συνάρτηση προς το διατακτικό της ίδιας απόφασης (ΠΕφΑθ 755/2014) ούτε καν με την έννοια του επάλληλου ερείσματος και δεν παράγει δεδικασμένο και επομένως το δικαστικό ένσημο της προηγούμενης δίκης δεν είχε αναλωθεί και νομίμως προσκομίσθηκε κατά τη συζήτηση της δεύτερης από 29-12-2024 αγωγής της πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες. Και τούτο διότι α) η επικουρική αιτιολογία απόρριψης της πρώτης ως άνω αγωγής και ως μη νόμιμης, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της υπ' αριθ. 755/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τον νομικό συλλογισμό αυτής που συμπίπτει με αυτόν της υπ' αριθ. 1392/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση και η πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που είχε ασκήσει η νυν αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθ. 755/2014 και συνεπώς ανέπτυξε τις έννομες συνέπειές της και παρήγαγε δεδικασμένο και ως προς την ως άνω επικουρική - επάλληλη αιτιολογία. Επιρρωτικό δε των ανωτέρω, είναι και το γεγονός ότι με την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα έπληττε και την επικουρική ως άνω αιτιολογία, επιχειρώντας να ανατρέψει το δεδικασμένο που είχε παραχθεί με την προαναφερόμενη απόφαση και ως προς την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, β) όπως αναφέρθηκε και στην υπό στοιχεία ΙΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, επί απορριπτικής απόφασης, εάν η απόρριψη έγινε με επάλληλες αιτιολογίες, που είναι συνήθεις στη δικαστηριακή πρακτική και έχουν ως σκοπό την αρτιότερη θεμελίωση της απόφασης και την κατοχύρωσή της, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, το δεδικασμένο καλύπτει όλες τις αιτιολογίες, αφού για να ανατραπεί η απόφαση πρέπει να προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες που αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό, στην περίπτωση δε που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφαση. Το ίδιο δε συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας και την ανατροπή έτσι του δεδικασμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ' αριθ. 755/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής με επάλληλες (κύρια και επικουρική) αιτιολογίες, το δεδικασμένο δε καλύπτει όλες τις παραπάνω αιτιολογίες, αφού άπασες (οι αιτιολογίες) προσβλήθηκαν ανεπιτυχώς από την αναιρεσείουσα με την από 29-12-2024 αναίρεση και τους από 4-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης και γ) η αιτίαση ότι μετά την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας της, το δεδικασμένο περιορίζεται στην καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια της απόρριψης λόγω αοριστίας που διέγνωσε η απόφαση και συνεπώς σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης και κατ' ουσία συγχρόνως με κύρια ή επάλληλη αιτιολογία, ισχύει μόνον η απόρριψη για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία ορίζει μόνη την έκταση του δεδικασμένου της σχετικής δικαστικής απόφασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τα παραπάνω ισχύουν εφόσον το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή την ερμηνεία αυτής, ότι η επικουρική αιτιολογία είναι πλεοναστική και όχι επάλληλη, στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ρητά έκρινε η υπ' αριθ. 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την υπ' αριθ. 755/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. περί τούτου τις ΑΠ 463/2007, ΑΠ 1223/2003, ΑΠ 1257/2003, ΑΠ 703/1992, οι οποίες έκριναν ότι η απόρριψη της αγωγής και για άλλο λόγο, μετά την απόρριψή της ως αόριστης, είναι πλεοναστική, ζήτημα διάφορο από όσα παραπάνω δέχθηκε η υπ' αριθ. 1392/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου). Εσφαλμένα λοιπόν υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα ότι εν προκειμένω η επικουρική απόρριψη της αγωγής αφορά σε πλεοναστική κρίση της υπ' αριθ. 755/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και όχι σε επάλληλη, στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό της και εξ αυτού παράγουσα δεδικασμένο και ως προς την ανωτέρω αιτιολογία. Κατόπιν αυτών, εφόσον η πρώτη από 2-5-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε και ως μη νόμιμη και η απόρριψη αυτή ισοδυναμεί με κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, το δικαστικό ένσημο της προηγούμενης δίκης είχε αναλωθεί, όπως ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως μη νομίμως προσκομίσθηκε κατά τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική προσβαλλόμενη 5145/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, θεωρώντας, ορθά κατ' αρχήν, ότι το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου είχε αναλωθεί, όφειλε, πριν κρίνει ότι η αναιρεσείουσα λογίζεται ως μη εμφανιζόμενη, εξαιτίας της παραπάνω παράλειψης και ότι αυτή πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' άρθρο 272 του ΚΠολΔ, να καλέσει την αναιρεσείουσα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο της να προσκομίσει νέο δικαστικό ένσημο, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 227 του ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, η παράλειψη καταβολής δικαστικού ενσήμου συνιστά τυπική παράλειψη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία ΙΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, η οποία συμπληρώνεται μέσω της διαδικασίας του άρθρου 227 του ΚΠολΔ, αφού στην περίπτωση αυτή ο δικαστής υποχρεούται να καλέσει τον διάδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του να συμπληρώσει την έλλειψη αυτή. Η συμπλήρωση αυτή δεν αποκλείεται από τη μη αναφορά της συμπλήρωσης της έλλειψης αυτής, στο άρθρο 237 § 1εδγ' του ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται μνεία της συμπλήρωσης με το άρθρο 227 της έλλειψης κατάθεσης των πληρεξούσιων εγγράφων, προς ειδική επισήμανση της ταχείας συμπλήρωσης αυτής με απλή πρόσκληση του άρθρου 227 ΚΠολΔ, και όχι με τη διαδικασία του άρθρου 105 ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπεται η έκδοση απόφασης για τη συμπλήρωση της σχετικής έλλειψης (πρβλ ΑΠ 503/2024). Επιρρωτικό δε των ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι η νέα διάταξη του άρθρου 227 § 1 εδάφιο γ' του ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 163 του Ν. 5221/2025, με έναρξη ισχύος την 28-7-2025, προκειμένου να αρθούν οι αντιφατικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου σχετικά με το εάν η καταβολή του δικαστικού ενσήμου συνιστά ή όχι τυπική παράλειψη (βλ. πχ αντίθετη ΑΠ 181/2023), οπότε, σε καταφατική περίπτωση, ο δικαστής οφείλει να τηρήσει την διαδικασία του άρθρου 227 του ΚΠολΔ, περιέλαβε ρητά στο παραπάνω εδάφιο ως τυπική παράλειψη και την καταβολή του δικαστικού ενσήμου.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να δικαστεί ερήμην λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου δικαστικού ενσήμου και απορρίπτοντας συνακόλουθα την αγωγή της, χωρίς πρώτα να καλέσει αυτήν να συμπληρώσει τη σχετική της παράλειψη, ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 227 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ (και όχι αυτή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ), παραβίασε ευθέως το δικαίωμα ακρόασής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, καθώς και το κατοχυρωμένο δικαίωμά της να τύχει πλήρους δικαστικής προστασίας, ώστε το δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι, η παραπάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, αφού στην προκειμένη διαδικασία των δημοσίων έργων δεν επιτρέπεται ούτε η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ούτε η άσκηση έφεσης (ΑΠ 986/2021), ώστε αυτή να δυνηθεί να άρει την παράλειψη αυτή με τα ως άνω ένδικα μέσα και να εκδικασθεί η αγωγή της στην ουσία, ενώ με την αναίρεση δεν δύναται να αρθεί η παράλειψή της αυτή και να διασφαλιστεί έτσι η δικαστική της προστασία.

Έτσι, με την προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν περιορίστηκε το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως της αναιρεσείουσας από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας της, λόγω παράλειψής της καταβολής δικαστικού ενσήμου αφετέρου δε αποστερήθηκε αυτή από το θεμελιώδες δικαίωμά της πρόσβασής της στη δικαιοσύνη, αν και προβλέπεται από το δικονομικό μας σύστημα η υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένης διαδικασίας, την οποία το πρωτοβάθμιο και ταυτόχρονα, εν προκειμένω, δευτεροβάθμιο δικαστήριο όφειλε να τηρήσει, ήτοι αυτή του άρθρου 227 του ΚΠολΔ (βλ. και ΑΠ 150/2004).

Συνεπώς, ο άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 § 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται, ενώ με το άρθρο 28 του ιδίου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά την 1-11-2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του Ν. 4412/2016, παράγραφος 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο "Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1-11-2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση πρέπει να ισχύσει αναλογικά και για την περίπτωση της αγωγής που εισήχθη πριν την 1-11-2017 ενώπιον του (αρμόδιου τότε) πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου και έχει εκδοθεί επ' αυτής απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναιρείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση) και διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), οπότε, ενόψει της κατάργησης του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου κατά τα προεκτεθέντα, θα πρέπει η υπόθεση, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης της παραγράφου 14 του άρθρου 379 του Ν. 4412/2016 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 4491/2017), να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο αρμόδιο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, στο οποίο και θα εισαχθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων κατ` άρθρο 581 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1303/2023, ΑΠ 212/2023).

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 106, 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 5145/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή