Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1750 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1750/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. - Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια του ανηλίκου και αβαπτίστου τέκνου της, κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Κοτσίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/9/2021 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591, 592 παρ. 3, 593 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 60/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που Α) απέρριψε την έφεση του ενάγοντα-εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα και δέχθηκε κατά ένα μέρος την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν αντέφεση της εναγόμενης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 281/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων και:1) απήγγειλε τη λύση του μεταξύ τους γάμου, 2) ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, 3) υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη μηνιαία διατροφή για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους, ύψους 430 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, 4) όρισε ως "δοτέο" όνομα του ανηλίκου τέκνου τους το όνομα "Μ." και 5) όρισε ως τόπο τέλεσης της βάπτισης αυτού την Ιερά Μονή Πανορμίτου της Σύμης Δωδεκανήσου και Β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τις διατάξεις που αφορούσαν α) στο ποσό της συνεισφοράς του αναιρεσείοντα στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους και β) στον τόπο τέλεσης της βάπτισης του ανηλίκου τέκνου τους και κατόπιν τούτου, αφού κράτησε και δίκασε τις αγωγές μόνο κατά το μέρος αυτό, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς το στοιχείο α) και απέρριψε τις αγωγές ως προς το στοιχείο β) και κατόπιν τούτου: α) υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη μηνιαία διατροφή για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους, ύψους 450 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής και β) όρισε ως τόπο τέλεσης της βάπτισης του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων τον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Καπνικαρέα) στην Αθήνα. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με το νόμο 4800/2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 81/ 21-5-2021) επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων τους ή το διαζύγιο ή την ακύρωση του γάμου τους, με σκοπό, όπως αναφέρεται και στη σχετική εισηγητική έκθεση, την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου με βάση την αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματά τους έναντι του τέκνου και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1518 και 1519 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 11 και 12 του νόμου 4800/2021 και οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 18 εδ. α' του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του (16-9-2021 - άρθρο 30 του νόμου 4800/2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1510 ΑΚ ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο. Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα", στο άρθρο 1511 ΑΚ ότι "1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του", στο άρθρο 1512 ΑΚ ότι "Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο", στο άρθρο 1513 ΑΚ ότι "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα", στο άρθρο 1518 ΑΚ ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι' αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει" και στο άρθρο 1519 ΑΚ ότι "Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 εφαρμόζονται αναλόγως. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις ορίζεται ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και "εξίσου" (άρθρο 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (άρθρο 1513). Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου, σχετικά με την οποία οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. Μάλιστα, με τη νέα διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, επιδιώκεται η εξασφάλιση της συμμετοχής του γονέα που δεν ασκεί την γονική μέριμνα, σε σημαντικές αποφάσεις για το ανήλικο, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ονοματοδοσία. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της, είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα, ως τέτοιο δε, νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον του. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην προβεί σε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.
Συνεπώς και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου όπως και οι προϊσχύσασες και ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του "συμφέροντος" του τέκνου. Το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής, του συμφέροντος του τέκνου, συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης -και κυρίως- τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τέκνου. Το συμφέρον του τέκνου προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει και αναλύεται στις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το τέκνο εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά, οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του τέκνου. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στο βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του τέκνου είναι συχνά αβέβαιο στο σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της κατάστασης αυτής, η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του τέκνου χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτή τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του τέκνου. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε τέκνου και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ούτως ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει το δικαστήριο σε ρύθμιση τέτοια που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για τη διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντοτε τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και οι συναφείς περιστάσεις (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022).
Στο πλαίσιο αυτό, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας επί διαφωνίας των γονέων βάσει του άρθρου 1512 ΑΚ, αποφασίζει σχετικά με τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας όσον αφορά στο δοτέο στο ανήλικο τέκνο κύριο όνομα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1511 ΑΚ, να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, μη δεσμευόμενο από τα αιτήματα ή τη γνώμη των γονέων, αναζητεί την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και δύναται, συγχρόνως δε έχει και καθήκον, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα απ` τα αντιθέτως προτεινόμενα υπό των διαδίκων γονέων ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα εκ των γονέων, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα υπό των γονέων ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς, χωρίς να θεωρείται ότι, έτσι πράττοντας, υποπίπτει σε πλημμέλεια του εδαφίου 8 ή 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 825/1995).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, η οποία, μεταξύ άλλων, εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του, το δε περιεχόμενο της επιμέλειας προσδιορίζεται από το συμφέρον του τέκνου και περιλαμβάνει επί μέρους πτυχές, που αποσκοπούν στη σωματική, πνευματική και συναισθηματική πρόοδο και ευεξία του τέκνου και στην υπεύθυνη και με κοινωνική συνείδηση ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασης τους. Το κανονιστικό δε περιεχόμενο της έννοιας αυτής του συμφέροντος του παιδιού συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του τέκνου προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε τέκνο και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας αυτού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του τέκνου. Επίσης, το τέκνο εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/ 2006). Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων συνάγεται και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι το ανήλικο, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.
Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1029/ 2024, ΑΠ 1141/2024, ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 155/2022).
Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1988/2022, ΑΠ 1878/ 2022, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 157/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/ 2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/ 2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510-1514, 1518, 1519 ΑΚ, ως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν, μετά τη δημοσίευση του Ν. 4800/2021, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων είναι η ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου του αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, απορρίπτοντας το αίτημα του αναιρεσείοντα να ανατεθεί στον ίδιο η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου του άλλως η συνεπιμέλεια αυτού, ενώ ο νόμος ρητά καθιερώνει τη συνεπιμέλεια αμφοτέρων των γονέων, γιατί τούτο είναι προς το συμφέρον του τέκνου, όταν αμφότεροι οι γονείς κρίνονται εξίσου ικανοί να τους ανατεθεί η επιμέλεια. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι γνωρίστηκαν στη Ρόδο το έτος 2019 με αφορμή τις επαγγελματικές τους ιδιότητες, δεδομένου ότι ο εκκαλών είναι δικηγόρος - μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου και η εφεσίβλητη Ειρηνοδίκης Δ' τάξης, η οποία την εποχή εκείνη υπηρετούσε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε αισθηματικός δεσμός, ο οποίος έλαβε επίσημο χαρακτήρα τα Χριστούγεννα του 2019 με τη γνωριμία των γονέων των διαδίκων στη Ρόδο, ενώ νωρίτερα (το Φεβρουάριο του 2019) η εφεσίβλητη μετατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας, μετάθεση που υλοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η εν λόγω μετάθεση ήταν επιβεβλημένη διότι, όπως ήταν γνωστό σε αμφότερους τους διαδίκους κατά την έναρξη του δεσμού τους, από τη στιγμή που ο εκκαλών ήταν μέλος του Δ.Σ.Ρ., η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να υπηρετεί στην ίδια δικαστική περιφέρεια καθώς στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών περιέχεται σχετικό κώλυμα (άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 1756/1988 - επισημαίνεται ότι το σχετικό κώλυμα διατηρήθηκε, με εξαίρεση μόνον τα δικαστήρια των Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, και μετά την τροποποίηση του άρθρου 42 με το Ν. 4938/2022). Η πραγματικότητα αυτή επέβαλε στους διαδίκους τη διαμονή τους σε δύο διαφορετικούς τόπους (έστω και περιστασιακά, υπό την έννοια της ύπαρξης κύριας κατοικίας στη Ρόδο, όπως είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί, αλλά και μίας κατοικίας στην Αθήνα όπου θα διέμενε για ορισμένες ημέρες η οικογένεια, όταν η εφεσίβλητη βρισκόταν εκεί για να εκτελέσει τις υπηρεσίες της), ώστε αφενός να είναι δυνατή η διαρκής λειτουργία τους ως οικογένεια και αφετέρου ουδείς εξ αυτών να αφίσταται των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Αρχές του 2020 η εφεσίβλητη συνέλαβε το κοινό τους τέκνο, λίγο δε πριν τον επικείμενο τοκετό οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 5-8-2020 στο Δημαρχείο Ρόδου, ενώ στις 16-9-2020 απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, που επίσης γεννήθηκε στη Ρόδο. Κατά το πρώτο διάστημα αμέσως μετά την τέλεση του γάμου και τη γέννηση του τέκνου τους, οι διάδικοι διέμεναν στη Ρόδο. Η έγγαμη συμβίωσή τους όμως δεν εξελίχθηκε ομαλά, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε λυθεί το στεγαστικό ζήτημα του ζεύγους, το οποίο πυροδοτούσε διαφωνίες και έριδες μεταξύ τους. Ειδικότερα, το καλοκαίρι του 2020 κατά το τελευταίο πριν τον τοκετό διάστημα, η εφεσίβλητη διέμενε στην οικία του εκκαλούντος και συγκεκριμένα σε ένα οικίσκο που βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο της μονοκατοικίας που αποτελεί την κύρια κατοικία της πατρικής οικογένειας του τελευταίου. Ανεξάρτητα από τις εκατέρωθεν (εκ διαμέτρου αντίθετες) απόψεις για την ποιότητα και την καταλληλότητα του εν λόγω οικίσκου, είναι αναμφισβήτητο ότι η διαμονή εκεί είχε προσωρινό χαρακτήρα και δεν επρόκειτο, ούτε ήταν αντικειμενικά δυνατόν, η χρήση του συγκεκριμένου οικίσκου να παραταθεί επί μακρόν, ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι οι διάδικοι είχαν αποφασίσει να μισθώσουν κατοικία στην πόλη της Ρόδου, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς αμφοτέρων (σχετ. και οι εκτυπώσεις μηνυμάτων τόσο μεταξύ των διαδίκων, όσο και με τρίτα πρόσωπα με αντικείμενο την ανεύρεση κατάλληλης οικίας, που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους). Άλλωστε η επιδίωξη να μισθωθεί άλλη κατοικία που θα στέγαζε τη νεοσύστατη οικογένεια, ανταποκρίνεται και στα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, καθώς είναι αυτονόητο ότι κάθε νέο και συνειδητοποιημένο ζευγάρι, ενόψει του νέου κεφαλαίου της ζωής που ανοίγεται με το γάμο, επιθυμεί πρωτίστως την αυτονομία του, η οποία και μόνο σφυρηλατεί τους δεσμούς που πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα στους συζύγους, ώστε να είναι δυνατό να λειτουργούν ενωμένοι στις επερχόμενες δυσκολίες. Και είναι μεν λογικό ότι οι νεόνυμφοι μπορεί να επιθυμούν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να έχουν "χείρα βοήθειας" από τους γονείς τους ιδίως στην περίπτωση ύπαρξης τέκνου στη βρεφική ηλικία, όχι όμως, εφόσον δεν συντρέχει ιδιαιτέρως δυσχερής οικονομική συγκυρία στην οικογένεια (κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, ούτε υπάρχει από οποιαδήποτε πλευρά τέτοιος ισχυρισμός) και να διαμένουν στην ίδια οικία με εκείνους, αφού κατ' αυτό τον τρόπο εκμηδενίζεται η αυτονομία του ζευγαριού και το τελευταίο δεν μπορεί να ζει ελεύθερα και ανεξάρτητα. Τούτο δε, ανεξάρτητα από τις σχέσεις των γονέων με το τέκνο τους και τον ή την σύζυγο αυτού, οι οποίες μπορεί να είναι άριστες, χωρίς ουδόλως το γεγονός αυτό να αναιρεί τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποτυχία εξεύρεσης κατοικίας όπου θα διέμεναν οι διάδικοι επέτεινε το κενό στη σχέση τους, το οποίο οφείλεται στον μικρό χρόνο της γνωριμίας τους πριν την τέλεση του γάμου, μετά την τέλεση του οποίου και τη γέννηση του τέκνου τους, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που ανέδειξαν τις διαφορετικές αντιλήψεις των διαδίκων για τον έγγαμο βίο και τις εξ αυτού αναλαμβανόμενες αμοιβαίες υποχρεώσεις, ώστε να καθίσταται εμφανής η μεταξύ αυτών ασυμφωνία χαρακτήρων. Αυτή (ασυμφωνία), οδήγησε στη δημιουργία προστριβών και εν συνεχεία στη ψυχική τους αποξένωση με αποτέλεσμα, ακόμη και όταν στη συνέχεια βρέθηκε μία κατάλληλη οικία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη, η εφεσίβλητη να διστάσει και εν τέλει αρνηθεί να δεσμευτεί με σύμβαση μίσθωσης, πριν λυθούν τα προβλήματα που είχαν ανακύψει στη σχέση τους. Στο τέλος του Ιανουάριου του 2021 η εφεσίβλητη με το βρέφος μετέβησαν στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην πατρική της οικία καθώς, αν και ο λόγος της αναχώρησης ήταν η διενέργεια ιατρικών εξετάσεων, στη συνέχεια η εφεσίβλητη δεν επέστρεψε στη Ρόδο. Αποκορύφωμα στον κλονισμό των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων αποτέλεσε η αποστολή της από 24-5-2021 εξώδικης δήλωσης του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη, κοινοποιούμενη μάλιστα σε δικαστικές και εισαγγελικές αρχές (Εισαγγελέα Ανηλίκων Ρόδου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Επιθεωρητή Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, Πρόεδρο Πρωτοδικών Χαλκίδας και Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου), με την οποία, αφού ο εκκαλών εξέθεσε το ιστορικό των μεταξύ τους σχέσεων, καθώς και ότι η μετάβαση της συζύγου του στην Αθήνα και η άρνηση επιστροφής της συνιστά το αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου (κάτι που όμως δεν είναι ακριβές, διότι εφόσον δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση δυνάμει της οποίας να ανατίθεται στον εκκαλούντα η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου, αλλά ενδεχομένως αυτό της αυτοδικίας.., κάλεσε την εφεσίβλητη να του δηλώσει την ημερομηνία επιστροφής της στη Ρόδο, άλλως, όπως της δήλωνε, θα εκινείτο δικαστικώς, τόσο σε ποινικό (δικαστική επιδίωξη επιστροφής του ανηλίκου και τιμωρία των συμμέτοχων) όσο και σε αστικό (αποκατάσταση θετικής ζημίας και ηθικής βλάβης) επίπεδο. Έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών είχε μεταβεί τρεις φορές στην Αθήνα, ενώ ενδιαμέσως επικοινωνεί με το τέκνο του μέσω βιντεοκλήσεων. Κατόπιν των ανωτέρω, αλλά και άλλων περιστατικών τα οποία εκτίθενται από αμφότερους τους διαδίκους και των οποίων η παράθεση εκφεύγει πλέον του αντικειμένου της παρούσας δίκης, επήλθε ο αντικειμενικός κλονισμός στις σχέσεις τους, από λόγους που αφορούν αμφότερους, όπως έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα (βλ. ανωτέρω υπό 4), έκτοτε δε, οι διάδικοι ζουν χωριστά. Η εφεσίβλητη, από την αναχώρησή της από τη Ρόδο (Ιανουάριος 2021) και εντεύθεν, διαμένει με την ανήλικη, στην κατοικία των γονέων της στα Πετράλωνα Αττικής. Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της 3-12-2020, έχει ήδη μετατεθεί από το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας στο Ειρηνοδικείο Πειραιά, ενώ έχει προαχθεί σε Ειρηνοδίκη Γ' τάξης (ΦΕΚ Γ' 1691/26-7-2021). Ήδη οι γονείς της έχουν παραχωρήσει σε αυτήν την οικία τους και οι ίδιοι κατοικούν στην εξοχική τους κατοικία στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής. Η εφεσίβλητη έχει αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή της ανήλικης, έχοντας αναπτύξει δεσμούς στοργής και αγάπης προς εκείνη και ασκεί με επάρκεια το ρόλο της μητέρας. Ενδεικτικά σημειώνεται η από 5-11-2021 βεβαίωση της παιδιάτρου Ε. Καλουμένου στην οποία αναφέρεται ότι το τέκνο των διαδίκων παρουσιάζει φυσιολογική ψυχοκοινωνική και σωματική ανάπτυξη για την ηλικία της, όντας ζωηρό, χαρούμενο και κοινωνικό παιδί που αλληλεπιδρά και παρουσιάζει αυξημένη αντιληπτική ικανότητα, πλέον τούτου ότι η μητέρα της τηρεί αυστηρά το πρόγραμμα των εμβολιασμών της. Προς την ίδια κατεύθυνση αξιολογείται και η από 18-11-2021 βεβαίωση της ειδικού στην οικογενειακή συμβουλευτική και την ψυχολογία του παιδιού, Κ. Π., η οποία βεβαιώνει ότι η εφεσίβλητη απευθύνθηκε σε εκείνη στις 2-10-2020 "με αίτημα την άντληση γνώσεων και υποστήριξης για την όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη άσκηση της γονικής επιμέλειας εκ μέρους και των δύο γονέων (πρώτο παιδί και για τους γονείς, πρώτος μήνας του βρέφους) και τη βελτίωση των σχέσεων του ζεύγους...επανέλαβε δε την επικοινωνία στις 26-2-2021.
Εν προκειμένω, αμφότεροι οι διάδικοι διεκδικούν την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας του προσώπου της κόρης τους, ενώ ο εκκαλών επικουρικά προτείνει την ανάθεσή της και στους δύο από κοινού ("κοινή επιμέλεια" ή "συνεπιμέλεια"), με χρονική (εξάμηνη) κατανομή της, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 1513 ΑΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4800/2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις - ΦΕΚ Α' 81/21-5-2021). Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις (και ανάλογα με την ηλικία των τέκνων) η εν λόγω ρύθμιση μπορεί να προσφέρει ικανοποιητικές και επιθυμητές λύσεις, πρέπει να τονισθεί ότι στο Οικογενειακό Δίκαιο δεν αναζητείται η εξισορρόπηση των συμφερόντων των γονέων, αλλά η προστασία του ανήλικου τέκνου και η εξεύρεση του αληθινού συμφέροντος του. Στην ερευνώμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου, ενόψει της βρεφικής του ηλικίας, του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνει με την μητέρα του μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, που βρίσκεται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο μόνιμης εγκατάστασης του εκκαλούντος και των τεταμένων σχέσεων εξαιτίας της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, η από κοινού ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης παρίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου δυσλειτουργική, ενώ ο κίνδυνος διατάραξης της ισορροπίας της ανήλικης που κατά τον κρίσιμο και τρυφερό αυτό χρόνο της ζωής της χρειάζεται επιτακτικά την παρουσία της μητέρας της, διαφαίνεται έντονος. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθεί ότι για να εφαρμοστεί η συνεπιμέλεια κατά τρόπο που να διασφαλίζεται το συμφέρον του τέκνου, πρωτίστως απαιτείται, αφενός μεν να υπάρχουν κοντινοί τόποι διαμονής των γονέων, ώστε να εξασφαλίζεται η εύκολη και ασφαλής πρόσβαση του παιδιού και στις δύο χωριστές κατοικίες και από αυτές στο σχολείο ή/και τις λοιπές δραστηριότητές του, αφετέρου δε να τηρούν οι γονείς μεταξύ τους καλές και αρμονικές σχέσεις.
Κατ' αυτό τον τρόπο η παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής του παιδιού δεν θα αναστατώνει και δεν θα απορρυθμίζει τη ζωή του, ούτε θα δημιουργεί σε αυτό έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας, όπως θα συμβαίνει αν συνεχίζει να ζει σε κλίμα συνεχών εντάσεων και τριβών μεταξύ των γονέων του, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ των γονέων στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό, διότι η σύγκρουση των γονέων είναι πιο επιζήμια για το παιδί, από το να έχει το τελευταίο μια περιορισμένη σχέση με τον άλλο γονέα. Δυστυχώς όμως, αυτό που συμβαίνει στην ερευνώμενη περίπτωση, είναι ότι οι διάδικοι, δεν φαίνεται να μπορούν να επιλύσουν συναινετικά μεταξύ τους τα θέματα της γονικής μέριμνας του τέκνου τους, αλλά προσέφυγαν αμφότεροι στο δικαστήριο για την επίλυση των προβλημάτων και διαφωνιών που έχουν ανακύψει, με αποτέλεσμα να αποκλείεται κάθε συνεννόηση μεταξύ τους.
Εξάλλου, έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι σε διάφορες ηλικιακές φάσεις των παιδιών, αυτά εμφανίζουν άγχη και άλλες δυσκολίες στη διαχείριση της εναλλασσόμενης κατοικίας. Συγκεκριμένα, η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος εντόπισε ότι με βάση τις επιστημονικές έρευνες λόγω της συνεπιμέλειας εντοπίζεται άγχος στα βρέφη και νήπια, πως τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορούν να υποστηρίξουν κύκλους 3-4 ημερών, τα παιδιά λανθάνουσας κύκλους 8-9 ημερών, ενώ οι έφηβοι δυσκολεύονται γενικά με τους κύκλους εναλλαγής κατοικίας. Και είναι μεν αληθές, ότι ενόψει της κατά τα ως άνω διαβίωσης των γονέων σε διαφορετικές πόλεις, μη συνδεόμενες μάλιστα οδικούς μεταξύ τους, η διαμονή της ανήλικης στην Αθήνα εκ των πραγμάτων στερεί (ή δυσχεραίνει) στο παρόν το χρονικό σημείο τη δυνατότητα συχνής φυσικής παρουσίας του πατέρα, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που επιχειρεί να εισάγει ο νομοθέτης με το άρθρο 8 ν. 4800/2021 στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 1514 ΑΚ, ωστόσο εν προκειμένω συντρέχει, λόγω της νόμιμης μετοίκησης της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας και από τους δύο γονείς, με αποτέλεσμα να πρέπει να προτιμηθεί η μητέρα αφενός λόγω της πανθομολογούμενης βιοκοινωνικής υπεροχής της κατά τη νηπιακή ηλικία στην οποία ακόμη βρίσκεται το τέκνο, αφετέρου λόγω του αποδειχθέντος στενού δεσμού της ενάγουσας με το ανήλικο τέκνο της, το οποίο επιμελώς φροντίζει καθ' όλο το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα. Χωρίς διόλου να παραγνωρίζονται, να αμφισβητούνται ή να υποτιμούνται τα αισθήματα αγάπης που αποδεδειγμένα τρέφει και ο πατέρας για την ανήλικη, αντίθετη ρύθμιση θα διατάρασσε τον μέχρι τούδε τρόπο ζωής του παιδιού διακινδυνεύοντας τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του, δεδομένου ότι η διάσπαση της συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας που πλέον απολαμβάνει κοντά στην οικογένεια της μητέρας.
Εξάλλου, ο εκκαλών δύναται (και υποχρεούται) να εκφράσει έμπρακτα το ενδιαφέρον του με την υλική και ηθική στήριξη του τέκνου του, όντας σε καθημερινή επικοινωνία με αυτό και συμμεριζόμενος τις ανάγκες του, ενώ επιπλέον, έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται την πόλη της Αθήνας (όπου όπως προαναφέρθηκε διατηρεί ιδιόκτητη [ισομερώς με τους γονείς του, ήτοι κατά το 1/3] κατοικία) και να αξιοποιεί ποιοτικά τον χρόνο του μαζί του, καλλιεργώντας και ενδυναμώνοντας το δεσμό του με το ανήλικο. Επομένως, πρέπει κατά τον παρόντα χρόνο η επιμέλεια της ανήλικης να ανατεθεί οριστικά στην εφεσίβλητη μητέρα της, ενώ εξυπακούεται ότι οι λοιπές εξουσίες της γονικής μέριμνας εξακολουθούν να ασκούνται από κοινού από τους δύο γονείς. Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση ανέθεσε την αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου στη μητέρα, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του, υποφαινόμενο υπέρ του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, οι δε αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον 2° λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Τέλος, με βάση το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη τόσο του πρωτοβαθμίου, όσο και του παρόντος δικαστηρίου, δεν κρίνεται ότι είναι αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης - εξέτασης από κοινωνικό λειτουργό με αντικείμενο την εξέταση του περιβάλλοντος των κατοικιών των διαδίκων καθώς "και το ψυχοκοινωνικό και πνευματικό προφίλ" των διαδίκων και των γονέων τους, όπως ζητεί ο εκκαλών. Και τούτο διότι, μεταξύ των περιστατικών τα οποία επικαλείται ο ίδιος (αναγομένων σχεδόν αποκλειστικά στις αιτίες κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, υπό το πρίσμα της προσωπικής του εκδοχής), δεν περιλαμβάνεται κάποιο συγκεκριμένο-περιστατικό περί ακαταλληλότητας της εφεσίβλητης να αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης. Ούτε βέβαια είναι δυνατό να εκληφθεί ως τέτοιο, το πραγματικό γεγονός της υπεροχής (ως προς το μέγεθος και την περιοχή) της πατρικής κατοικίας του εκκαλούντος σε σχέση με την οικία που κατοικεί η εφεσίβλητη, καθώς η σύγκριση αυτή είναι παντελώς άστοχη, εφόσον το ζητούμενο εν προκειμένω είναι η ανθρώπινη επαφή και η δημιουργία συναισθηματικά ασφαλούς και ζεστού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη του ανηλίκου, κάτι που δεν εξαρτάται από το μέγεθος της κατοικίας. Επιπλέον, είναι σαφές ότι το αίτημα του εκκαλούντος, όπως αυτό διατυπώθηκε και στην αγωγή την οποία άσκησε ο ίδιος, να ανατεθεί επικουρικά η επιμέλεια και στους δύο γονείς εξίσου, ενέχει δικαστική ομολογία περί της καταλληλότητας της εφεσίβλητης να ασκεί την επιμέλεια αυτή.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει τα αιτήματα της αγωγής του να ανατεθεί αποκλειστικά σ' αυτόν η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, άλλως να ανατεθεί η επιμέλεια από κοινού στον ίδιο και την αναιρεσίβλητη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510-1514, 1518 και 1519 ΑΚ, ως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν, μετά τη δημοσίευση του Ν. 4800/2021, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα και δη α) του ότι κατά τον χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, που έλαβε χώρα τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2021, οπότε η αναιρεσίβλητη μετοίκησε οριστικά από την Ρόδο στην Αθήνα, το ανήλικο τέκνο τους ήταν μόλις τεσσάρων (4) μηνών, έκτοτε δε διαμένει μόνιμα με την μητέρα του (η οποία έχει ήδη μετατεθεί στο Ειρηνοδικείο Πειραιά) σε οικία που της παραχώρησαν οι γονείς της στα Πετράλωνα Αττικής, β) του ότι καθόλο το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη επιμελώς φροντίζει το τέκνο της, στο οποίο παρέχει ιδιαίτερη στοργή, αφοσίωση και τρυφερότητα και μεταξύ τους έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης, γ) του ότι η τελευταία είναι ικανή και άξια να διαπαιδαγωγήσει το τέκνο της με ηθικές αρχές, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, καθώς και στην κοινωνική του καταξίωση, όπως άλλωστε τούτο πράττει διαρκώς μετά τη μετοίκηση της από την οικογενειακή στέγη στην πατρική της οικία στην Αθήνα, την οποία της παραχώρησαν οι γονείς της, προκειμένου να διαμένει μόνιμα με το ανήλικο τέκνο της, δ) του ότι το ανήλικο έχει ήδη εγκλιματισθεί στο περιβάλλον αυτό, είναι χαρούμενο, ζωηρό και κοινωνικό παιδί και έχει αναπτύξει ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του, ε) του ότι κατά τον κρίσιμο και τρυφερό αυτό χρόνο της ζωής του (14 μηνών κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής και 26 μηνών κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης), χρειάζεται επιτακτικά την παρουσία της μητέρας του, η οποία κρίνεται ως η πλέον κατάλληλη για την ανάληψη της επιμέλειάς του, ως έχουσα τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικότερα τη διαπαιδαγώγησή του και να επιδράσει ωφέλιμα επ' αυτού, χωρίς να υποβαθμίζεται η αγάπη του πατέρα του προς αυτό, στ) του ότι λόγω της τρυφερής ηλικίας του ανηλίκου, του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνει με την μητέρα του μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του, που βρίσκεται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο της μόνιμης εγκατάστασης του αναιρεσείοντα, που δεν συνδέονται μάλιστα οδικώς μεταξύ τους και των τεταμένων σχέσεων εξαιτίας της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι δεν μπορούν να επιλύσουν συναινετικά μεταξύ τους τα ζητήματα της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας του τέκνου τους, αλλά προσέφυγαν αμφότεροι στο δικαστήριο για την επίλυση των προβλημάτων και διαφωνιών που έχουν ανακύψει, με αποτέλεσμα να αποκλείεται κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, καθίσταται δυσλειτουργική και πραγματικά αδύνατη η από κοινού ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου και στους δύο γονείς, καθώς η αποχώρηση του ανηλίκου από τη μητέρα του επί έξι (6) μήνες το χρόνο ενέχει σοβαρό κίνδυνο κλονισμού του αισθήματος ασφάλειας που αυτό απολαμβάνει κοντά της, εμφάνισης άγχους στη διαχείριση της εναλλασσόμενης κατοικίας και συνακόλουθα διατάραξης της ψυχικής του ισορροπίας και ζ) του ότι τέλος το αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, δεδομένης της νηπιακής ηλικίας στην οποία βρίσκεται ακόμη και του στενού δεσμού με τη μητέρα του, επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, δεν παραβιάζονται τα οριζόμενα για το συμφέρον του ανηλίκου κριτήρια του νόμου, πληρούται δε το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της ύπαρξης πραγματικού συμφέροντος στο πρόσωπο του ανηλίκου, το οποίο επιβάλλει να ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1510-1514, 1518 και 1519 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 9 του 559 ΚΠολΔ), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ και εσφαλμένα δέχθηκε ότι προς το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων είναι α) να οριστεί ως δοτέο κύριο όνομα αυτού το όνομα "Μ.", το οποίο δεν είχε προταθεί από κανέναν από τους διαδίκους και β) να οριστεί ως τόπος τέλεσης της βάπτισης του ανηλίκου τέκνου τους ο Ιερός Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Καπνικαρέα) στην Αθήνα, που, επίσης, δεν είχε προταθεί από κανέναν από τους διαδίκους, μολονότι το δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ορίσει κύριο όνομα και τόπο βάπτισης του ανηλίκου μη προταθέντα από κανέναν από τους γονείς του. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ένα άλλο σημείο που αποτελεί σημείο τριβής μεταξύ των διαδίκων, είναι αναφορικά με το κύριο όνομα που θα λάβει η ανήλικη θυγατέρα τους, η οποία γι' αυτόν ακριβώς το λόγο παραμένει ακόμη αβάπτιστη. Η διαφωνία εντοπίζεται στο γεγονός ότι έκαστος των συζύγων ισχυρίζεται ότι υπήρχε προηγούμενη συμφωνία περί του ότι η θυγατέρα τους θα λάβει το όνομα της μητέρας του καθενός (συγκεκριμένα ο εκκαλών το όνομα "Ε." και η εφεσίβλητη το όνομα "Σ."), επιπρόσθετα δε ο εκκαλών διατείνεται ότι με την εφεσίβλητη είχαν κάνει τάμα στην Ιερά Μονή Πανορμίτη Σύμης, ώστε το δεύτερο όνομα του τέκνου να είναι "Μ." (Ι.Μ. Αρχαγγέλου Μιχαήλ). Από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν και κατόπιν των απολύτως αντικρουομένων μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποδείχθηκε η προηγούμενη ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά στο όνομα του τέκνου τους, καθώς (όπως είθισται σε παρόμοιες περιπτώσεις) οι μάρτυρες καθενός από αυτούς υποστήριξαν απολύτως τον αγωγικό ισχυρισμό του διαδίκου υπέρ του οποίου κατέθεσαν. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι διάδικοι είχαν κάνει "τάμα" αναφορικά με το όνομα του παιδιού ή με τον τόπο βάπτισής του, ο δε σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους: 1) Όπως είναι γνωστό, τάμα αποτελεί η συνειδητή υπόσχεση κάποιας αγαθής πράξης ή προσφοράς προς το Θεό, την Παναγία ή τους Αγίους, η οποία οδηγεί σε συνειδησιακή δέσμευση, κάτι που το διακρίνει από την απλή πρόθεση ή και απόφαση. Δεν μπορεί να γίνει τάμα που αφορά άλλα πρόσωπα, ούτε μπορεί αυτό να αναφέρεται σε άλλους, χωρίς τη συγκατάθεσή τους.. 2) Με βάση την παραπάνω παραδοχή, για να νοηθεί τάμα που να δεσμεύει τους γονείς αναφορικά με το όνομα του τέκνου τους (του οποίου ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, οπότε και κατ' εξαίρεση είναι δυνατό το τάμα να αφορά άλλον), πρέπει να έχει γίνει από αμφότερους, κατόπιν δηλαδή κοινής συμφωνίας, ή να γίνει μεν από τον ένα εξ αυτών, αλλά με τη ρητή συγκατάθεση του άλλου. 3) Εν προκειμένω, οι μάρτυρες του εκκαλούντος κατέθεσαν ότι ο ίδιος είχε κάνει το σχετικό τάμα, επειδή είχε βαπτισθεί στην εν λόγω Ιερά Μονή, η οποία κατέχει εξέχουσα θέση στην περιοχή της Δωδεκανήσου (βλ. τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια αυτού), όχι όμως ότι το τάμα αυτό είχε γίνει και από τους δύο γονείς, ή έστω ότι η εφεσίβλητη είχε συναινέσει σε αυτό. Ακόμη και η μάρτυρας (και μητέρα) του εκκαλούντος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν κατέθεσε κατηγορηματικά ότι αμφότεροι οι γονείς είχαν συμφωνήσει ως προς το συγκεκριμένο "τάμα".. Κατόπιν δε των ισχυρισμών της εφεσίβλητης, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι σαφές ότι η ανωτέρω διαζευκτική αναφορά δεν αφορά την ίδια, καθώς ρητώς αρνείται ότι συναίνεσε σε κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια, δεν νοείται εν προκειμένω η ύπαρξη του επικαλούμενου από τον εκκαλούντα τάματος κατά τρόπο δεσμευτικό για την εφεσίβλητη. 4) Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας γονέας ο οποίος έχει κάνει τάμα που αφορά στο τέκνο του (και εν προκειμένω η εφεσίβλητη μητέρα του), είναι δυνατό να υπαναχωρήσει στη συνέχεια από αυτό, δοθέντος ότι όπως αποδείχθηκε, αμφότεροι οι διάδικοι εμφορούνται από τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Περαιτέρω, είναι επίσης γνωστό το -ισχύον με διάφορες παραλλαγές ανά την επικράτεια - έθιμο, σύμφωνα με το οποίο τα ονόματα των τέκνων προέρχονται από τα ονόματα των παππούδων και γιαγιάδων, τόσο της μητρικής όσο και της πατρικής γραμμής. Σε ορισμένα μέρη, το ποια από τις δύο γραμμές θα προτιμηθεί εξαρτάται από το φύλο του παιδιού (επομένως εάν αυτό είναι αγόρι, θα πάρει το όνομα του παππού από την πατρική γραμμή, ενώ εάν είναι κορίτσι, αυτό της γιαγιάς από τη μητρική γραμμή), ενώ σε άλλα, μεταξύ των οποίων σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος του εκκαλούντος περιλαμβάνεται και η Ρόδος, υπάρχει προτεραιότητα της πατρικής γραμμής σε κάθε περίπτωση. Δυστυχώς όμως, παρότι το έθιμο αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, αλλά ούτε και πρέπει να είναι δεσμευτικό για τους γονείς, εντούτοις δεν είναι λίγες οι φορές που οι τελευταίοι εμμένουν στην τήρησή του παρά την αντίθετη γνώμη του ετέρου μέλους του ζευγαριού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται εξ αυτού του λόγου κρίση στη σχέση, ενίοτε μάλιστα καταλυτική. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου οι γονείς, πολλές φορές υποκινούμενοι ή επηρεαζόμενοι από τους δικούς τους γονείς, λησμονούν ότι η γονεϊκότητα είναι κατεξοχήν κατάσταση υποχρέωσης προς τα παιδιά και όχι ικανοποίησης ατομικών δικαιωμάτων των γονέων, ούτε και πεδίο ανταγωνισμού για την επικράτηση της άποψης του ενός ή του άλλου, σε ένα ζήτημα που -υπό φυσιολογικές συνθήκες- δεν θα έπρεπε να είναι αντικείμενο έριδας αλλά συμφωνίας, επ' ευκαιρία του ευτυχούς γεγονότος του τοκετού. [Η επιτυχής και άνευ πάσης φύσεως εμποδίων ή προβλημάτων έναρξη και κατάληξη του οποίου, όπως καταδεικνύει η κοινή σε όλους εμπειρία της ζωής, δεν είναι πάντοτε δεδομένη - όμως και αυτό ενίοτε λησμονείται].
Έτσι, οι γονείς αυτοί ανάγουν την ονοματοδοσία του παιδιού τους σε παράγοντα τέτοιας σπουδαιότητας, ώστε εάν διαφωνούν να προτιμούν να δώσουν σε κάποιον τρίτο και εντελώς ξένο με αυτούς την επιλογή να αποφασίσει και να καθορίσει το όνομα του δικού τους τέκνου, παρά να παραμερίσουν τον εγωισμό και τα τυχόν υπάρχοντα αρνητικά τους συναισθήματα, ώστε να είναι εκείνοι αυτοί που τελικά θα αποφασίσουν, έστω και καταλήγοντας από κοινού σε ένα ουδέτερο όνομα. Εν κατακλείδι, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρινόμενης υπόθεσης, κρίνεται ότι το συμφέρον του τέκνου, το οποίο είναι και αποκλειστικός γνώμονας για την εξαγωγή της κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου (με την πρόσθετη επιδίωξη να τηρηθούν ίσες αποστάσεις μεταξύ των διαδίκων), δεν εξυπηρετείται με τη χρήση διπλού (κατά μείζονα λόγου και τριπλού, όπως επικουρικά προτείνει ο εκκαλών) ονόματος. Αυτή η εκδοχή, με βάση τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, όπως αυτές σκιαγραφούνται από τα αναγραφόμενα στα κρινόμενα δικόγραφα, θα δημιουργήσει πιθανότατα μία νέα εστία αντιπαράθεσης (εάν δηλαδή ήθελε υιοθετηθεί η σύνθεση των ονομάτων των δύο γιαγιάδων, θα ανέκυπτε εν συνεχεία το ζήτημα εάν πρόκειται για το όνομα "Σ.-Ε." ή για το "Ε.-Σ."), επομένως η λύση αυτή δεν εγγυάται την ομαλότητα στις σχέσεις των διαδίκων, κυρίως όμως δεν διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού. Αντίθετα μάλιστα, ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς παρίσταται βέβαιο από τις έως τώρα θέσεις των αντιδίκων ότι οι τελευταίοι δεν θα αποδεχτούν την διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του θα συνεχίσει να αποκαλεί το τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σε αυτό σύγχυση και αναστάτωση.
Συνεπώς, κρίνεται ότι το συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται από τον καθορισμό ενός τρίτου, ουδέτερου ονόματος, ανεξάρτητου από τα ονόματα που προτείνουν οι διάδικοι. Ως τέτοιο, επιλέγεται το όνομα "Μ.", (ήτοι ένα από τα ονόματα που τιμά η ελληνική εκκλησία την ημέρα γέννησης της ανήλικης [16 Σεπτεμβρίου]), η χρήση του οποίου εκτιμάται ότι θα θέσει τέρμα στην επιβλαβή για το παιδί υφιστάμενη κατάσταση, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αντίστοιχων λόγων της έφεσης και της αντέφεσης ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι το αίτημα του εκκαλούντος να προσκομιστεί το βιβλιάριο υγείας του τέκνου ώστε να αποδειχθεί η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να ονομαστεί το τέκνο τους "Ε." είναι αβάσιμο και απορριπτέο, πρωτίστως διότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι πρόσφορο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό, από τη στιγμή που ο ίδιος ο εκκαλών πιθανολογεί ότι το αναγραφέν στο εν λόγω βιβλιάριο όνομα έχει διαγραφεί. Τέλος, όσον αφορά στον τόπο βάπτισης της ανήλικης, περί του οποίου επίσης υφίσταται διαφωνία, κρίνεται ότι το μυστήριο πρέπει να τελεστεί σε Ιερό Ναό της Αττικής, διότι η προτεινόμενη από τον εκκαλούντα Ιερά Μονή Αγίου Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Πανορμίτη της Σύμης, συνεπάγεται δυσανάλογα έξοδα και κόπο για τη μετάβαση εκεί της εφεσίβλητης, της οικογένειάς της και των καλεσμένων της, δεδομένου ότι α) η ίδια και η γονείς της κατοικούν στην Αθήνα και β) η Σύμη δεν διαθέτει αεροδρόμιο, επομένως είτε θα πρέπει να γίνει ένα ταξίδι αεροπορικώς προς Ρόδο και εν συνεχεία δεύτερο ταξίδι ακτοπλοϊκός για Σύμη, είτε θα πρέπει να γίνει πολύωρο ακτοπλοϊκό ταξίδι από τον Πειραιά απευθείας για τη Σύμη. Αντίθετα, η επιλογή ναού της Αθήνας δεν θα υποβάλει τον εκκαλούντα και τους γονείς του σε όμοια δαπάνη, δεδομένου ότι εκείνοι διαθέτουν ιδιόκτητο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας (περιοχή ξενοδοχείου "Χίλτον"), η μετάβασή τους μπορεί να γίνει απευθείας αεροπορικώς ενώ επίσης οι ίδιοι, όπως κατέθεσε η μάρτυρας του εκκαλούντος, μεταβαίνουν στην Αθήνα ανά τακτά διαστήματα για διάφορες δουλειές. Άλλωστε όπως εκτέθηκε παραπάνω, ο μεταξύ των διαδίκων γάμος είχε τελεστεί στη Ρόδο, επομένως η συγκεκριμένη επιλογή λειτουργεί και εξισορροπητικά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να οριστεί ως τόπος τέλεσης της βάπτισης του τέκνου των διαδίκων ο Ιερός Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Καπνικαρέα) επί της οδού Ερμού, ο οποίος βρίσκεται σε κεντρικότατο σημείο στην πόλη των Αθηνών και, τηρούμενων των αναλογιών, εξυπηρετεί εξίσου αμφότερες τις οικογένειες.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο α) απέρριψε τις συνεκδικαζόμενες έφεση και αντέφεση των διαδίκων σχετικά με το ζήτημα της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και β) έκανε εν μέρει δεκτή την αντέφεση της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ζήτημα της ρύθμισης του τόπου βάπτισης του ανήλικου και αφού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου τις αγωγές, κατά το μέρος αυτό, όρισε ως τόπο τέλεσης της βάπτισης αυτού τον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Καπνικαρέα) στην Αθήνα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι που έκρινε ως προς την ονοματοδοσία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και τον τόπο τέλεσης της βάπτισης αυτού, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021 και ορίζουν ότι οι γονείς ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους από κοινού και εξίσου, αποβλέποντας με κάθε απόφασή τους στο βέλτιστο συμφέρον αυτού, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους, λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κοινών αποδεκτών λύσεων, αποφασίζει το δικαστήριο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα α) υπάρχει έντονη διαφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το ζήτημα της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου τους, η οποία συνίσταται στο ότι ο καθένας απ' αυτούς διατείνεται ότι υπήρχε προηγούμενη συμφωνία ότι το τέκνο τους θα λάβει το όνομα της μητέρας του καθενός και δη ο αναιρεσείων επιθυμεί το όνομα "Ε." και η αναιρεσίβλητη επιθυμεί το όνομα "Σ.", β) αμφότεροι οι διάδικοι δεν είχαν κάνει από κοινού "τάμα" αναφορικά με το όνομα του τέκνου τους ή με τον τόπο βάπτισής του, ώστε συγκεκριμένα το δεύτερο όνομα αυτού να είναι "Μ." και να βαπτιστεί στην Ιερά Μονή Πανορμίτη Σύμης, γ) η πρόκριση της λύσης της διπλής ονοματοδοσίας, ήτοι να δοθούν τα ονόματα και των δύο γιαγιάδων, δεν κρίνεται ενδεδειγμένη, ενόψει του κινδύνου που εγκυμονεί για την ομαλή διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ανηλίκου, καθόσον πιθανότατα θα δημιουργήσει μία νέα εστία αντιπαράθεσης, σχετικά με το αν πρόκειται για το όνομα "Ε. - Σ." ή "Σ. - Ε.", καθένας δε εκ των διαδίκων, ενόψει μάλιστα και των ιδιαίτερα κακών μεταξύ τους σχέσεων, θα επιμένει να αποκαλεί το τέκνο με το όνομα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σ' αυτό σύγχυση και αναστάτωση, δ) πολύ δε περισσότερο η πρόκριση της τριπλής ονοματοδοσίας, ήτοι αν προστεθεί σ' αυτά και το όνομα "Μ.", δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθόσον θα του δημιουργήσει σοβαρή σύγχυση στη ταυτότητα του, ε) αντιθέτως το συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται από τον καθορισμό ενός τρίτου, ουδέτερου ονόματος, ανεξάρτητου από τα ονόματα που προτείνουν οι διάδικοι, ως τέτοιο δε επιλέγεται το όνομα "Μ.", με κριτήριο ότι τιμάται από την Ελληνική Εκκλησία την ημέρα γέννησης του τέκνου (16 Σεπτεμβρίου) και ότι η χρήση του θα θέσει τέρμα στην επιβλαβή για το ανήλικο υφιστάμενη κατάσταση, στ) η επιλογή για την βάπτιση του ανηλίκου της Ιεράς Μονής Αγίου Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Πανορμίτη της Σύμης, όπου για τη μετάβαση εκεί από την Αθήνα απαιτείται ένα ταξίδι αεροπορικώς προς Ρόδο και δεύτερο ταξίδι ακτοπλοϊκώς για Σύμη ή ένα πολύωρο ακτοπλοϊκό ταξίδι από τον Πειραιά απευθείας για τη Σύμη, συνεπάγεται δυσανάλογα έξοδα και κόπο για τη μετάβαση εκεί της αναιρεσίβλητης, της οικογένειάς της και των καλεσμένων της, ενώ αντίθετα η επιλογή ναού της Αθήνας δεν θα υποβάλει τον αναιρεσείοντα και τους γονείς του σε όμοια δαπάνη, δεδομένου ότι αυτοί διαθέτουν ιδιόκτητο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας (περιοχή ξενοδοχείου "Χίλτον"), η μετάβασή τους μπορεί να γίνει απευθείας αεροπορικώς ενώ, επίσης, οι τελευταίοι μεταβαίνουν στην Αθήνα ανά τακτά διαστήματα και ζ) ο Ιερός Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Καπνικαρέα) επί της οδού Ερμού, βρίσκεται σε κεντρικότατο σημείο στην πόλη των Αθηνών και, τηρούμενων των αναλογιών, εξυπηρετεί εξίσου αμφότερες τις οικογένειες..". Τα εν λόγω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του, ως προς τη ρύθμιση του ζητήματος της ονοματοδοσίας του ανηλίκου και του τόπου βάπτισής του, ορίζοντας διαφορετικά από αυτά που πρότειναν οι διάδικοι, έχοντας εξουσία προς τούτο, εξαιτίας της διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τα ζητήματα αυτά και ανεξάρτητα από την υποβολή τέτοιου αιτήματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα οικεία μείζονα σκέψη, σωστά υπήχθησαν στις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, το πραγματικό της οποίας πληρούν, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1484, 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους δεν επαρκούν για τη διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι των δύο γονέων τους, οι οποίοι υποχρεούνται να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Το μέτρο της διατροφής, που πρέπει να τους καταβληθεί, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του. (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 1926/2023, ΑΠ 36/2021). Δεν απαιτείται δε ο προσδιορισμός με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικού ποσού, αλλά αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της δαπάνης που αποτελεί την ανάλογη διατροφή του (ΑΠ 416/2007). Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες απαιτήσεις ή απλώς υπερβολικές αξιώσεις. Για να καθορισθεί το ποσό της διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και αν δεν αρκούν τότε υπολογίζεται και η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1384/2008, ΑΠ 823/2003). Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωσή του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου. Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κ.λπ., καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 248/2025, ΑΠ 542/2023, ΑΠ 1612/2017). Στην αγωγή δεν είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά στις οικονομικές δυνάμεις του άλλου γονέα (δηλαδή του μη εναγομένου που συνήθως είναι ο έχων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου), ούτε το δικαστήριο υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει αυτές, προκειμένου να προβεί σε επιμερισμό της υποχρέωσης διατροφής του ανηλίκου μεταξύ των δύο γονέων του (ΑΠ 542/2023, ΑΠ 621/2021, ΑΠ 1500/2021, ΑΠ 1020/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 εδ. α', 1390 εδ. α', 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η συνεισφορά του αναιρεσείοντα στις διατροφικές ανάγκες του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, με βάση το ύψος των εισοδημάτων του και τις διατροφικές ανάγκες του ανηλίκου, ανέρχεται σε 450 ευρώ μηνιαίως. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, δεν έχει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και στερείται περιουσίας, λόγω δε της μικρής της ηλικίας δεν μπορεί να εργαστεί και να εξασφαλίσει μόνη της τη διατροφή της. Επομένως, δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό της και δικαιούται να λαμβάνει διατροφή σε χρήμα, προκαταβαλλόμενη κατά μήνα από τους υπόχρεους γονείς της, οι οποίοι ενέχονται ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Ο εκκαλών είναι όπως προαναφέρθηκε δικηγόρος Ρόδου, διορισμένος μέχρι και τη συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο Δήμο Σύμης με έμμισθη εντολή, ενώ το μηνιαίο εισόδημά του από τη συγκεκριμένη εργασία ανερχόταν στο ποσό των 1.525,12 ευρώ (ήδη από 31-5-2022 λύθηκε η ανωτέρω σχέση έμμισθης εντολής δυνάμει της 42/2022 διαπιστωτικής πράξης του Δημάρχου Σύμης, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 31-5-2022). Ο εκκαλών προσκόμισε το εκκαθαριστικό της Δ.Ο.Υ. για το έτος 2020, από το οποίο προκύπτει συνολικά δηλωθέν εισόδημα 20.998,55 ευρώ, ισχυρίζεται δε ότι μετά τη λύση της κατά τα ως άνω εργασιακής του σχέσης με το Δήμο Σύμης, τα έσοδά του ανέρχονται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως (επισημαίνεται ότι, πέραν των όσων θα εκτεθούν παρακάτω, ο εκκαλών δεν προσκόμισε το αντίστοιχο εκκαθαριστικό του 2021), ισχυρισμός ο οποίος είναι αυτονοήτως αβάσιμος, καθώς το συγκεκριμένο ποσό δεν αρκεί για να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα του δικηγορικού γραφείου που διατηρεί επί της οδού ... στην πόλη της Ρόδου (λογαριασμοί ΔΕΗ, και τηλεφώνου), οι δαπάνες μετακίνησης, σε συνδυασμό με την ελάχιστη απαιτούμενη συνήθη δαπάνη (καφές, διασκέδαση) στην οποία υποβάλλεται ο μέσος ενήλικας. Εξυπακούεται ότι η κατάσταση των γραμματίων προείσπραξης του Δ.Σ.Ρ. για το έτος 2022, με συνολικό ποσό αναφοράς 3.282 ευρώ, ουδόλως αντανακλά τα πραγματικά εισοδήματα του εκκαλούντος από την άσκηση της δικηγορίας, καθώς είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η πραγματική αμοιβή του δικηγόρου είναι συνήθως πολλαπλάσια από την αναγραφόμενη στο γραμμάτιο προείσπραξης, το οποίο κατοχυρώνει μόνον τα ελάχιστα όρια της δικηγορικής αμοιβής. Με βάση το γεγονός ότι ο εκκαλών δικηγορεί σε ένα από τα πλέον εύπορα μέρη της Ελλάδας (όπου λόγω της διαχρονικά υψηλότατης θέσης του ως τουριστικού προορισμού, οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης ήταν σημαντικά κατώτερες σε σχέση με τις περισσότερες περιοχές της χώρας), διαθέτοντας ο ίδιος αξιοπρόσεκτα τυπικά προσόντα (μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση, γνώση 2 ξένων γλωσσών, εξειδικευμένη γνώση Η/Υ), κρίνεται ότι με μετριοπαθείς υπολογισμούς αποκερδαίνει μηνιαίως τουλάχιστον το ποσό των 2.500 ευρώ από την παροχή των υπηρεσιών του ως ελεύθερου επαγγελματία.
Περαιτέρω, έχει την ψιλή κυριότητα της τριώροφης οικίας στην Ιαλυσό Ρόδου όπου διαμένει με τους γονείς του, ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος επιφάνειας 108,10 τ.μ. στην οδό ... στο Δήμο Αθηναίων, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (γραφείο 2ου ορόφου επιφάνειας 87,81 τ.μ. στην πόλη της Ρόδου) αντικειμενικής αξίας 278.725,40 ευρώ. Είναι κάτοχος ενός πολυτελούς αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mercedes-Benz, τύπου C180 με αριθμό κυκλοφορίας ... (έχοντας προσδοκία κυριότητας με την εξόφληση του τιμήματος, καθώς στην άδεια κυκλοφορίας έχει σημειωθεί παρακράτηση κυριότητας υπέρ του πωλητή), ενώ πέραν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή. Εξάλλου, δεν επιβαρύνεται με καταβολή ενοικίου καθώς διαμένει στην ιδιόκτητη κατοικία των γονέων του, επιβαρυνόμενος με τη συμμετοχή του στα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας του αλλά και του δικηγορικού του γραφείου, ενώ καταβάλει μηνιαίως δόση στεγαστικού δανείου ύψους 168,31 ευρώ, δαπάνη η οποία δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα του, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του και των συνθηκών διαβίωσης του. Από την άλλη πλευρά η εφεσίβλητη, μητέρα της ανήλικης, είναι Ειρηνοδίκης ήδη Γ' τάξης, με μηνιαίες αποδοχές περίπου 2.200 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι κατέχει ακίνητη περιουσία, ενώ όπως η ίδια εκθέτει πρόκειται να αποκτήσει λόγω γονικής παροχής την οικία (διαμέρισμα) των γονέων της επί της οδού ... στα Κάτω Πετράλωνα Αττικής, όπου ήδη διαμένει με την ανήλικη θυγατέρα της. Πέραν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ενώ συνυπολογίζεται στις οικονομικές της δυνάμεις και η αξία των εξακολουθητικά παρεχόμενων από την ίδια υπηρεσιών προς το ανήλικο τέκνο της. Δεν επιβαρύνεται με ενοίκιο σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ενώ συμμετέχει στην κάλυψη των λοιπών λειτουργικών αναγκών της κατοικίας. Τέλος, αμφότεροι οι διάδικοι δεν αντιμετωπίζουν κάποια ιδιαίτερη δαπάνη πλέον των συνηθισμένων δαπανών για τη διατροφή και συντήρησή τους, ενώ ουδείς εξ αυτών επιβαρύνεται με τη διατροφή άλλου προσώπου.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής 14 μηνών (ήδη 26 μηνών κατά τη συζήτηση της έφεσης), διαμένει με την μητέρα του στην οικία των γονέων της, δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας που να προκαλεί πρόσθετες δαπάνες, οι δε λοιπές δαπάνες για τη διαβίωση της ανήλικης, ήτοι οι απαιτούμενες για την τροφή, ένδυση, υπόδηση, αγορά των αναγκαίων ψυχαγωγικών και προσωπικών της ειδών, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχαγωγία, είναι οι συνήθεις δαπάνες που απαιτούνται για τα ανήλικα κορίτσια της ίδιας ηλικίας, τα οποία διαβιώνουν στον ίδιο τόπο, κάτω από τις ίδιες βιοτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως. Εξάλλου, με δεδομένο ότι η μητέρα της ανήλικης για ορισμένες ημέρες κάθε μήνα θα πρέπει να απουσιάζει από την οικία της για να εκτελεί τις υπηρεσίες της, ενώ επιπλέον χρειάζεται και χρόνο για τη μελέτη και επεξεργασία των δικογραφιών που αναλαμβάνει, απαιτείται πρόσθετη δαπάνη για τη φύλαξη της ανήλικης, η οποία σύμφωνα τόσο με την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσίβλητης όσο και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι κατώτερη των εξακοσίων (600) ευρώ μηνιαίως. Με βάση τα παραπάνω, οι διατροφικές ανάγκες της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής της και ανταποκρίνονται στις ανάγκες της για ένδυση, διατροφή, ιατρική παρακολούθηση, ψυχαγωγία και εν γένει συντήρησή της, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως. Με το ανωτέρω ποσό, μπορούν να καλυφθούν όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ανατροφή της, ώστε να εξασφαλιστεί επίπεδο διαβίωσής του, το οποίο θα ανταποκρίνεται προς το επίπεδο που αρμόζει στην ηλικία της και στο επίπεδο ζωής των γονέων του, συμπεριλαμβάνεται δε σε αυτά η παροχή στέγης και η προκύπτουσα, ως εκ της διαβίωσής της, επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας, όπου διαμένει με τη μητέρα της, τα οποία φέρει η τελευταία, ενώ συνυπολογίζονται και οι, αποτιμώμενες σε χρήμα, συναφείς με την περιποίηση και φροντίδα του προσώπου της, υπηρεσίες, των οποίων έχει ανάγκη για την ανατροφή της και της προσφέρονται από την ίδια. Από το ποσό αυτό, ο πατέρας της ανήλικης είναι σε θέση να καταβάλει, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, το ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως. Το υπόλοιπο χρηματικό ποσό που απαιτείται για τη διατροφή της ανήλικης βαρύνει τη μητέρα της, η οποία, έχουσα κατά νόμο συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων της υποχρέωση διατροφής του τέκνου της, μπορεί να το καλύψει και με την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών στην ανατροφή του και των λοιπών, συνδεόμενων με τη συνοίκησή της, παροχών.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονούνταν για το ύψος της επιδικασθείσας διατροφής, έκανε εν μέρει δεκτή την αντέφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε την αγωγή της τελευταίας κατά το μέρος αυτό, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει μηνιαία διατροφή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ύψους 450 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 εδ. α', 1390 εδ. α', 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και δη του ότι α) τα εισοδήματα του αναιρεσείοντα ανέρχονται σε 2.500 ευρώ, και όχι στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, όπως ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, με τις σαφείς και πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ως άνω ποσό των 300 ευρώ δεν αρκεί για να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα του δικηγορικού γραφείου που διατηρεί ο ίδιος στην πόλη της Ρόδου, οι δαπάνες μετακίνησης του και οι συνήθεις δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο μέσος ενήλικας, β) τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης ανέρχονται σε 2.200 ευρώ και γ) οι διατροφικές ανάγκες της ανήλικης θυγατέρας τους ανέρχονται σε 900 ευρώ μηνιαίως, δεν έσφαλε ως προς τον υπολογισμό της συνεισφοράς του αναιρεσείοντα στις διατροφικές ανάγκες του ανήλικου τέκνου του, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 450 ευρώ, ορθά καθόρισε την συμμετοχή του αναιρεσείοντα στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του (κατ' αναλογία των δικών του οικονομικών δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο γονέων επί το συνολικό ποσό της μηνιαίας διατροφής του ανήλικου).
Περαιτέρω, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, δικαιολογούν μόνο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι: 1)ο αναιρεσείων είναι δικηγόρος Ρόδου, που είναι ένα από τα πιο εύπορα μέρη της Ελλάδας, διαθέτει ο ίδιος αξιοπρόσεκτα τυπικά προσόντα (μεταπτυχιακό στη δημόσια διοίκηση, γνώση 2 ξένων γλωσσών, εξειδικευμένη γνώση Η/Υ), με βάση δε μόνο τα γραμμάτια προείσπραξης του Δ.Σ.Ρ. για το έτος 2022, συνολικού ποσού 3.282 ευρώ, τα οποία κατοχυρώνουν μόνο τα ελάχιστα όρια της δικηγορικής αμοιβής του, ενώ η πραγματική αμοιβή του είναι συνήθως πολλαπλάσια από την αναγραφόμενη στα γραμμάτια προείσπραξης, ο τελευταίος αποκερδαίνει μηνιαίως τουλάχιστον το ποσό των 2.500 ευρώ από την παροχή των υπηρεσιών του ως ελεύθερου επαγγελματία, 2) έχει την ψιλή κυριότητα τριώροφης οικίας στην Ιαλυσό Ρόδου, όπου διαμένει με τους γονείς του, ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος επιφανείας 108,10 τ.μ. στην οδό ... στο Δήμο Αθηναίων, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (γραφείο 2ου ορόφου επιφανείας 87,81 τ.μ. στην πόλη της Ρόδου) αντικειμενικής αξίας 278.725,40 ευρώ, 3) είναι κάτοχος ενός πολυτελούς αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mercedes-Benz, τύπου C180 με αριθμό κυκλοφορίας ..., 4) δεν επιβαρύνεται με καταβολή ενοικίου καθώς διαμένει στην ιδιόκτητη κατοικία των γονέων του, επιβαρυνόμενος με τη συμμετοχή του στα λειτουργικά έξοδα της εν λόγω κατοικίας, αλλά και του δικηγορικού του γραφείου, ενώ καταβάλει μηνιαίως δόση στεγαστικού δανείου ύψους 168,31 ευρώ, 5) η αναιρεσίβλητη είναι Ειρηνοδίκης ήδη Γ' τάξης, με μηνιαίες αποδοχές περίπου 2.200 ευρώ, 6) δεν κατέχει ακίνητη περιουσία, 7) δεν βαρύνεται με την καταβολή ενοικίου, καθόσον διαμένει με την ανήλικη θυγατέρα της στην οικία (διαμέρισμα) των γονέων της επί της οδού ... στα Κάτω Πετράλωνα Αττικής, 8) δεν έχει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ενώ συνυπολογίζεται στις οικονομικές της δυνάμεις και η αξία των εξακολουθητικά παρεχόμενων από την ίδια υπηρεσιών προς το ανήλικο τέκνο της, συμμετέχει δε και στην κάλυψη των λοιπών λειτουργικών αναγκών της κατοικίας της, 9) το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής 14 μηνών και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 26 μηνών, διαμένει με την μητέρα του στην οικία των γονέων της και οι απαιτούμενες δαπάνες για την τροφή, ένδυση, υπόδηση, αγορά των αναγκαίων ψυχαγωγικών και προσωπικών της ειδών, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχαγωγία, ανέρχονται στις συνήθεις δαπάνες που απαιτούνται για τα ανήλικα κορίτσια της ίδιας ηλικίας, τα οποία διαβιώνουν στον ίδιο τόπο, κάτω από τις ίδιες βιοτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ύψους 300 ευρώ μηνιαίως, 10) απαιτείται πρόσθετη δαπάνη για τη φύλαξη της ανήλικης, κατά τον χρόνο απουσίας της μητέρας της στην εργασία της και κατά τον χρόνο που η τελευταία απασχολείται με την διεκπεραίωση των υποθέσεων που αναλαμβάνει, η οποία δεν είναι κατώτερη των εξακοσίων (600) ευρώ μηνιαίως και, ως εκ τούτου, οι διατροφικές ανάγκες της ανήλικης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 900 ευρώ. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την σχετική κρίση του δικαστηρίου, ήτοι όσα αφορούν τόσο τις συνθήκες ζωής του ανήλικου, όσο και την περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσείοντος, τα οποία δικαιολογούν την παραδοχή για το ύψος της επιδικασθείσας διατροφής, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες που είναι επαρκείς και πλήρεις, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν, υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
V. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζήτησης, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1024/2013, ΑΠ 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη δαπανά 600 ευρώ μηνιαίως για τη φύλαξη της ανήλικης θυγατέρας της κατά τον χρόνο απουσίας της στην εργασία της και επεξεργασίας των υποθέσεων που αναλαμβάνει. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από την κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραληφθεί κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...-2021, ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ρόδου με επιμέλεια του αναιρεσείοντα κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, τις υπ' αριθμ. ..., ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος και τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε. Επί πλέον το Εφετείο, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι για τους ως άνω λόγους απαιτείται η φύλαξη της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων κατά το χρόνο απουσίας της μητέρας της - αναιρεσίβλητης, προσδιόρισε την δαπάνη προς τούτο ως μη δυνάμενη να "...είναι κατώτερη των εξακοσίων (600) ευρώ μηνιαίως λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως σαφώς αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του τα οποία δεν αποτελούν μεν αποδεικτικά μέσα, αλλά μπορούν να ληφθούν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη, για τη διαπίστωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών.
VI. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 2218/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και χωρίς απόδειξη. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση δε των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη, κατά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή κατά την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας προς διακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 867/2023, ΑΠ 412/2022, ΑΠ 1300/ 2022, ΑΠ 120/2013).
Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α` ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η δαπάνη της αναιρεσίβλητης για τη φύλαξη του ανήλικου τέκνου της κατά τον χρόνο απουσίας της στην εργασία της και επεξεργασίας των υποθέσεων που αναλαμβάνει δεν είναι κατώτερη των εξακοσίων (600) ευρώ, αφού έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά και τα όσα εκτέθηκαν στον αμέσως προηγούμενο λόγο (τέταρτο) αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
VII. Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα (ΑΠ 848/06).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ, η ομολογία του διαδίκου προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αντικείμενο δε της ομολογίας μπορεί να είναι όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη απόδειξης (ΑΠ 956/04). Εφόσον δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει τέτοια ομολογία, την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, ο από το άρθρο 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Εξάλλου, σε περίπτωση που το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς σε ομολογία που δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ μόνο η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 894/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά τη ρητή άρνηση του αναιρεσείοντα με την αγωγή του και τις έγγραφες προτάσεις του, παρά το νόμο συνήγαγε ομολογία αυτού περί της καταλληλότητας της αναιρεσίβλητης να ασκεί αποκλειστικά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της καταλληλότητας της αναιρεσίβλητης να ασκεί αποκλειστικά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αφού συνεκτίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από την κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραληφθεί κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...-2021, ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ρόδου με επιμέλεια του αναιρεσείοντα κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, τις υπ' αριθμ. ..., ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, η αναφορά του δε στην ομολογία του αναιρεσείοντα με τις παραδοχές ότι: "Επιπλέον είναι σαφές ότι το αίτημα του εκκαλούντος, όπως αυτό διατυπώθηκε και στην αγωγή την οποία άσκησε ο ίδιος, να ανατεθεί επικουρικά η επιμέλεια και στους δύο γονείς εξίσου, ενέχει δικαστική ομολογία περί της καταλληλότητας της εφεσίβλητης να ασκεί την επιμέλεια αυτή", είναι επάλληλη-επικουρική. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της ίδιας διάταξης, ο αναιρεσείων, λόγω της φύσης της υπόθεσης (άρθρο 592 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης