Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1752 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1752/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4785/2013 μη οριστική, 2462/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 721/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 22.11.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 721/01.12.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την από 20.09.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2462/29.05.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 25.08.2010 αγωγή από το άρθρο 6 παρ. 1, 2 του ν. 2664/1998 του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος (Γ. Κ. του Σ.) ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 25.08.2010 αγωγή του από το άρθρο 6 παρ. 1, 2 του ν. 2664/1998 την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Η άνω αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνθηκε εκδόθηκε δε η μη οριστική υπ' αριθμ. 4785/13.09.2013 απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου προς τον σκοπό προσκομιδής του αναφερομένου στο διατακτικό της εγγράφου και της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Διενεργηθείσης της πραγματογνωμοσύνης και προσκομισθέντος του προσδιορισθέντος εγγράφου, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 2462/29.05.2018 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά των ως άνω αποφάσεων το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 20.09.2018 έφεσή του την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσίβλητου. Η έφεση συζητήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 721/01.12.2020 τελεσίδικη απόφαση με την οποία αυτή (έφεση) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το αναιρεσείον ζητεί την αναίρεση με την από 22.11.2022 αίτησή του που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά του αναιρεσίβλητου. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί των οποίων αυτό στήριξε την εκφερθείσα κρίση του έχουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους και κατ' αντιγραφής, ως ακολούθως: " ...Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας αφού ο ενάγων δεν συμπλήρωσε την ιστορική βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στις διατάξεις έκτακτης χρησικτησίας μολονότι αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπάροχων αυτού (άμεσων και απώτερων) και ειδικότερα δεν ανέφερε συγκεκριμένες πράξεις νομής από τον απώτερο δικαιοπάροχο αυτού επί τριακονταετία προ της 11-9-1915 που απαιτούνταν κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 21 του ΝΔ/τος 29-4/16-3-1926 για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή ότι από το 1850 ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτού, Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό ως τμήμα ευρύτερης έκτασης με καλή πίστη, καθώς καλλιεργούσε στο επίδικο ακίνητο αμπελια και έβοσκε σ' αυτό τα ζώα του (βλ. σελίδες 2 και 9 της αγωγής) πράξεις τις οποίες συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτού, Π. Σ. του Α. ή του Α. και Ι. Σ. του Α. ή του Α., μετά δε τον θάνατο του τελευταίου τις πράξεις αυτές συνέχισαν με καλή πίστη οι κληρονόμοι αυτού, Α. Σ. και Ι. Σ. (βλ. σελίδα 15 της αγωγής), οι οποίοι πώλησαν και μεταβίβασαν το ακίνητο αυτό στον Π. Σ. , ο οποίος συνέχισε την άσκηση των αυτών πράξεων νομής σε ολόκληρο το ακίνητο με καλή πίστη, ενώ μετά τον θάνατο αυτού οι κληρονόμοι του συνέχισαν τις αυτές πράξεις νομής με καλή πίστη και το έτος 1961 πώλησαν στην Ε. Κ. άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος το επίδικο τμήμα (βλ. σελίδα 15 της αγωγής), η οποία συνέχισε πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό όπως η διαμόρφωση ιδιωτικών δρόμων και επιμέρους γεωτεμαχίων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις προσβαλλόμενες υπ' αριθμόν 4785/2013 μη οριστική απόφαση και υπ' αριθμόν 2462/2018 οριστική απόφαση δέχτηκε τα ίδια και έκρινε ως ορισμένη την επικουρική βάση της αγωγής η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. ... Στη θέση "Καμίνια" Αμπελακίων Σαλαμίνας βρίσκεται ακίνητο το οποίο έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με αριθμό ΚΑΕΚ 0513...17010/0/0 επιφανείας κατά τις μετρήσεις του Κτηματολογίου 562 τμ και κατά το υπ' αριθμόν ...-1967 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ. που έχει μεταγραφεί στις ...-1967 στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας στον τόμο 129 και με αριθμό 131 δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε το ακίνητο αυτό από την Ε. συζ. Ι. Κ. το γένος Γ. Μ. αιτία πωλήσεως στον ενάγοντα, (επιφανείας) 562 τμ. Το ακίνητο αυτό απαρτίζεται από δυο τεμάχια που φέρουν αριθμούς 13 και 15 στο με στοιχείο Ξ Οικοδομικό Τετράγωνο της ανωτέρω περιοχής και αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης στην οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. ή Α. Σ. από το 1850 ασκούσε πράξεις νομής με καλή πίστη, όπως η καλλιέργεια αμπελιού και η βόσκηση ζώων μέχρι το έτος 1899 που απεβίωσε έχοντας την πεποίθηση ότι ασκώντας τις πράξεις αυτές δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας τρίτου. Μετά τον θάνατό του υπεισήλθαν στην κληρονομία και συνέχισαν τις αυτές πράξεις τα παιδιά του α) Π. Σ. ο οποίος απεβίωσε στις ...- 1932 και β) Ι. Σ. ο οποίος απεβίωσε το έτος 1908. Μετά τον θάνατο του Ι. Σ. τα παιδιά του Γ. Σ. και Δ. Σ. υπεισήλθαν στην κληρονομία του πατέρα τους συνεχίζοντας τις αυτές πράξεις νομής και ακολούθως, μεταβίβασαν αιτία πωλήσεως στο θείο τους, Π. Σ. δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 41 και με αριθμό 59 το μερίδιο που είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους, Ι. Σ. Ο Π. Σ. συνέχισε την άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη ως αποκλειστικός νομέας του ακινήτου αυτού καλλιεργώντας αμπέλια και χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο τμήμα για την βόσκηση ζώων του. Μετά τον θάνατο του Π. Σ. το ακίνητο περιήλθε στους κληρονόμους του και συγκεκριμένα στην χήρα αυτού, Π. και στα τέκνα του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Σ., Λ., Α. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία συνεχίζοντας τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους. Η χήρα του Π. Σ. απεβίωσε το έτος 1937 και το μερίδιο της περιήλθε στα ανωτέρω δέκα τέκνα αυτής, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία συνέχισαν την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο. Μετά τον θάνατο του Α. που επισυνέβη το έτος 1952 το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγό του Λ. και στα τέκνα του Π., Π., Μ., Α., Κ. και Π., οι οποίοι συνέχισαν τις αυτές πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό. Μετά τον θάνατο του Π. (Σ. του Α.) που επισυνέβη το έτος 1954 το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγο του Λ. και στους αδελφούς του, Π., Π., Μ., Α. και Κ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία αυτή με τις υπ' αριθμούς .../1961 και .../1961 πράξεις αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών συνεχίζοντας τις αυτές πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό. Μετά τον θάνατο του Σ. Σ. του Π. το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγο του Ζωή και στα τέκνα του Π., Π., Φ., Α. και Ν. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την με αριθμό .../1961 Πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των ως άνω πράξεων νομής. Μετά τον θάνατο του Λ. Σ. το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγό του Ε. και στους αδελφούς του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π. Α., τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ., Π., Π., Φ., Α., Ν. και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., Π., Π., Μ., Α. και Κ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμόν .../1961 Πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Μ. που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των αυτών πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό. Μετά τον θάνατο της Α. συζύγου Ν. Γ. που επισυνέβη το έτος 1960 το μερίδιο αυτής περιήλθε στον σύζυγο της Ν. και στα τέκνα της, Ι., Μ. Π., Γ. και Μ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία με την υπ' αριθμόν .../1961 Πράξη αποδοχής κληρονομίας της αυτής συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των αυτών πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω μεταβίβασαν την ευρύτερη επιφάνεια στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο στην Ε. Κ. το γένος Γ. Μ., αιτία πωλήσεως δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1961 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στον τόμο 87 και με αριθμό 245, η οποία άσκησε πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό προβαίνοντας σε χάραξη ιδιωτικών δρόμων και σε κατατμηση της συνολικής επιφάνειας σε επιμέρους ακίνητα και ακολούθως, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο αιτία πωλήσεως στον ενάγοντα δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ. που μεταγράφηκε στις ...-1967 στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας στον τόμο 129 και με αριθμό 131, ο οποίος συνέχισε την άσκηση πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό προβαίνοντας σε επόπτευση των ορίων του και σε καταμέτρηση της επιφανείας του δίχως ποτέ να αποξενωθεί από το ακίνητο αυτό. Καθ' όλη την διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν από το 1850 και εντεύθεν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, άμεσοι και απώτεροι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη, όπως η καταμέτρηση, η επόπτευση αυτού, η καλλιέργεια αμπελιού και η βόσκηση ζώων, όπως προαναφέρθηκε, δίχως ποτέ να το εγκαταλείψουν, ενώ ο ενάγων ασκεί πράξεις νομής από το έτος 1967 και εντεύθεν δίχως να έχει αποβληθεί από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο το έτος 2003 διεκδίκησε το ακίνητο αυτό ζητώντας να καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ως Δημόσιο Κτήμα. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητα του δυνάμει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 σχετικών πρωτοκόλλων του Λονδίνου "δικαιώματι πολέμου" (JURE BELLICO), ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821 κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών τα οποία κατά την διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς , πρώην κύριους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" , όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως, κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κύριου έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί). Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Σαλαμίνα οθωμανικά κτήματα όπως και για τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου αφού η Σαλαμίνα όπως και η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος το 1832 με βάση το από 21-1/ 3-2-1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" , αλλά και το από 30-8-1832 Πρωτόκολλο της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου και κατόπιν συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του δυνάμει της ως άνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των ως άνω Πρωτοκόλλων ως ανήκουσα προ της επαναστάσεως του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους οι οποίοι κατά το χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειψει τις περιοχές των Αθηνών, Πειραιώς, Στερεάς και Πελοποννήσου που είχαν προσδιορισθεί ως περιοχές μέλλουσες ν' αποτελέσουν το Ελληνικό Κράτος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η έκταση αυτή προ της επαναστάσεως του 1821 ανήκε σε Οθωμανούς υπηκόους. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του βάσει των διατάξεων του βδ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" καθόσον από το έτος 1820 έως και το έτος 1998 αποτελούσε (δημόσια) δασική έκταση βάσει των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1998 κρίνεται αβάσιμος καθόσον με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες υπό την προϋπόθεση, της ιδιότητας του διεκδικούμενου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του διατάγματος αυτού, η οποία (προϋπόθεση) στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει αφού το εκκαλούν προς απόδειξη του ισχυρισμού του επικαλείται αεροφωτογραφίες του 1945, οι οποίες δεν επαρκούν ενόψει του χρόνου λήψης τους αφού αναφέρονται σε μεταγενέστερο κατά εκατό δέκα έτη χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του βάσει του βδ 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοιδιόκτητα λιβάδεια έγγειου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834" καθώς αποτελούσε βοσκότοπο ή λιβάδι κρίνεται ως αβάσιμος καθόσον με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλους τους βοσκότοπους και τα λιβάδια που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, υπό την προϋπόθεση της ιδιότητας του διεκδικούμενου ως βοσκότοπου ή λιβαδιού κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του διατάγματος αυτού, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία κρίνεται απορριπτέος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, αλλά αντιθέτως ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. ή Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής από το 1850 και εντεύθεν, τις οποίες συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτού, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο κρίνεται απορριπτέος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό ήταν αδέσποτο ή ότι είχε εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς , πρώην κύριους αυτού και δεν είχε καταληφθεί από τρίτους, αλλά αντιθέτως ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. ή Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής από το 1850 και εντεύθεν, τις οποίες συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτού, όπως προαναφέρθηκε.
Εξάλλου, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσιο κτήμα ή δάσος που κατά τεκμήριο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 τριακονταετής άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη στο πρόσωπο του Π. Σ. του Α. ή Α. με συνυπολογισμό στο χρόνο νομής αυτού του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του α) Γ. Σ. του Ι. και β) Δ. Σ. του Ι. (εκ των οποίων απέκτησε τη νομή κατά 1/2 εξ αδιαίρετου με ειδική διαδοχή δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος) γ) Ι. Σ. του Α. ή Α. και δ) Α. ή Α. Σ. (εκ του οποίου απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής με ανάμειξη στην κληρονομία). Ως εκ τούτου ο Π. Σ. ο οποίος απεβίωσε το 1932 είχε καταστεί στις 11-9-1915 κύριος της επίδικης εκτάσεως και αν ακόμη υποτεθεί ότι αποτελούσε δημόσιο κτήμα. Το γεγονός δε, ότι ο Π. Σ. του Α. ή Α. ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου μέχρι το 1908 και ακολούθως κατά 100% επιβεβαιώνεται και από το προαναφερόμενο υπ' αριθμόν .../1908 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π. που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, καθόσον πέραν του ότι αναφέρεται σ' αυτό ότι οι αδελφοί Γ. Σ. και Δ. Σ. στις 17-3-1908 πώλησαν στον Π. Σ. του Α. ή Α., το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου το οποίο περιήλθε σ' αυτούς από "πατρική κληρονομιά", ήτοι από κληρονομία του πατέρα τους, Ι. Σ., επισημαίνεται επίσης ότι το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Π. Σ. του Α. ή Α. Εκ των αναφορών αυτών συνάγεται αφενός μεν γενική αναγνώριση του Π. Σ. του Α. ή Α. ως συννομέα μέχρι το 1908 (και αποκλειστικού νομέα για το μετέπειτα διάστημα) του ακινήτου αυτού, αφετέρου δε αναγνώριση του πατέρα τους ως ετέρου συννομέα του ακινήτου αυτού κατά το υπόλοιπο ποσοστό μέχρι του θανάτου του που επισυνέβη το 1908. Η σύμμετρη δε, άσκηση πράξεων νομής των αδελφών Π. Σ. και Ι. Σ. στο ακίνητο αυτό επιβεβαιώνει την παραδοχή της περιέλευσης αυτού σ' αυτούς από κληρονομιά του πατέρα τους, Α. ή Α. Σ. (ο οποίος απεβίωσε το 1899) στην οποία αναμείχθηκαν με γεωργικές καλλιέργειες και βόσκηση ζώων, όπως προαναφέρθηκε. Η καλή πίστη δε, των ανωτέρω απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από το 1850 μέχρις καταχωρίσεώς του κατά το έτος 2003 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ως αποκλειστικού κυρίου του επίδικο ακινήτου που έγινε το έτος 2003, ήτοι για χρονικό διάστημα 153 ετών δεν απέβαλε τον εκάστοτε χρήστη του ακινήτου αυτού αναγνωρίζοντάς του το δικαίωμα να συμπεριφέρεται με διάνοια κυρίου. Επίσης, η πεποίθηση των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος ότι το ακίνητο αυτό δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η Κοινότητα Σεληνίων άσκησε την με ημερομηνία 5-8-1963 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά και κατά της Ε. Κ. (άμεσου δικαιοπαρόχου του ήδη εφεσιβλήτου ενάγοντος) για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 18-10-1963 καθώς και την με ημερομηνία 15-4-1965 αγωγή ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 25-2-1965 διεκδικώντας μεταξύ άλλων και την επίδικη έκταση από την Ε. Κ. , οι οποίες δεν εκδικάστηκαν καθώς επήλθε μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμός δυνάμει της υπ' αριθμόν .../1969 συμβολαιογραφικής πράξεως του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Γ. Π. αφού προηγουμένως η Ε. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Κοινότητα Σεληνίων το ποσό των 200.000 δραχμών. Στις ενέργειες δε, αυτές δεν θα προέβαινε η Κοινότητα Σεληνίων αν η επίδικη έκταση αποτελούσε Δημόσιο Κτήμα.
Εξάλλου και τα πρωτόκολλα αποζημιώσεως που είχαν εκδοθεί για την θέση Βάρβαρι της Κυνοσούρας ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Ειρηνοδίκη Ελευσίνος (βλ. με ημερομηνία 15-10-1970 έγγραφο της Διεύθυνσης Φορολογίας Δημοσίων Κτημάτων). Κατόπιν όλων αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Παρά ταύτα έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί Δημόσιο Κτήμα που φέρει τον αριθμό 60 και ανήκει εξ ολοκλήρου στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, πρέπει να διορθωθεί η ανακριβής αυτής πρώτη εγγραφή ώστε να καταχωριστεί αποκλειστικός κύριος του ακινήτου αυτού ο ενάγων με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν 2664/1998 προθεσμίας από της ημερομηνίας ισχύος του Κτηματολογίου στην επίδικη περιοχή. ...".
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 του Α.Κ., προκύπτει ότι με τον θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από τον νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στον δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπάροχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπάροχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει, αποκλείει τον συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του Α.Κ. βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειτο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χανόταν με τον θάνατο του κληρονόμου.
Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισελεύσεως στην κληρονομία απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή (Α.Π. 369/2022, Α.Π. 69/2018, Α.Π. 289/2016).
Περαιτέρω, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού [ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5-8), ν.27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (Α.Π. 369/2022, Α.Π. 1018/2018, Α.Π. 1182/2012).
Περαιτέρω, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στα από 21 Ιανουαρίου/ 3 Φεβρουάριου, 4/ 16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/ 1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου και μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου αυτών, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κτλ). Ειδικά, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική Οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος, στις 31.03.1833, με βάση την, από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και των Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλ. από τις 25.05.1827 έως τις 31.03.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ` αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 1563/1995).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17/29.11.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες τις εκτάσεις, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωριστεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, προς το οποίο οι ιδιοκτήτες έπρεπε, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω β.δ, να υποβάλουν τους νόμιμους τίτλους της ιδιοκτησίας τους. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω β.δ. θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν από την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νόμιμα ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου διατάγματος.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), 9 παρ.1, Πανδ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο (23.02.1946), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσιάσεως του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακίνητου πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, ενώ εκείνος που χρησιδέσποζε μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3, πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον, όμως, είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (Α.Π. 8/2019, Α.Π. 7/2019).
Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.06/03.07.1837, συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από τις 12.09.1915 μέχρι και τις 16.05.1926, αφετέρου δε του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. αυτού (Ολ.Α.Π. 75/1987, Α.Π. 1589/2021, Α.Π. 10/2020, Α.Π. 638/2016, Α.Π. 1995/2008, Α.Π. 1281/2002).
Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημόσιου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή, στην περίπτωση του δάσους. η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17.11.1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών" (Α.Π. 1589/2021, Α.Π. 52/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 24/2019, Α.Π. 5/2019).
Τέλος, για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 24/2021), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 24/2021, Α.Π. 1040/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005). Η αοριστία τοο λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας κατά μεν το πρώτο σκέλος συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) Δικαστήριο αρκέστηκε σε λιγότερα από τα προβλεπόμενα στον νόμο στοιχεία για να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τους κανόνες του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου αναφορικά με τα της υπεισελεύσεως των δικαιοδόχων του αρχικού δικαιοπάροχου του αναιρεσίβλητου στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους κατά δε το δεύτερο σκέλος ης ότι το αυτό Δικαστήριο αρκέστηκε και πάλι σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στον νόμο στοιχεία αναφορικά με το γεγονός της κτήσεως του ένδικου ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους του Π. Σ. (εγγονού του αρχικού κυρίου του ένδικου ακίνητου), εφόσον δεν χώρησε προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης τριακονταετίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο ως εκ του πράγματος προκύπτει δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι οι γιοί του Π. Σ. (πατέρα) ήσαν ενήλικες και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του, εκφράζοντας τις βουλήσεις του να είναι νομείς αυτού, του με την άσκηση επί του ένδικου ακινήτου πράξεων νομής προσιδιαζουσών στη φύση αυτού.
Περαιτέρω, εφόσον το Δικαστήριο δέχτηκε τα ανωτέρω, ορθά συνυπολογίστηκε ο χρόνος νομής των ανωτέρω και των δικαιοδόχων τους στον χρόνο νομής που δέχτηκε αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) που αναγνωρίστηκε τελικά στον Π. Σ. (εγγονό).
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, επίσης, διαρθρώνεται σε δύο σκέλη προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δεν περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καθόλου αιτιολογίες, ελλιπείς και αντιφατικές τέτοιες αναφορικά με επιμέρους ζητήματα, όπως αυτά επισημαίνονται στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αόριστος και, ως τέτοιος, απορριπτέος. Τούτο δε διότι στο δικόγραφο του αναιρετήριου δεν παρατίθενται αυτουσίως, έστω και κατά τα ουσιώδη τμήματά τους, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρά μόνο η διηγηματική απόδοση αυτών κατά την αντίληψη του αναιρεσείοντος και δύο μικρά αποσπάσματα των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, από τα οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος προκύπτουν αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν είναι εφικτό να ελέγχουν αναιρετικά, ενόψει της μη παράθεσης και των άλλων ουσιωδών της. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και τούτο διότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους εκ μέρους του αναιρεσίβλητου (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.11.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 721/01.12.2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ