ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1756/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1756/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1756/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1756 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1756/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2.Λ. Α. του Π., κατοίκου ..., 3.Μ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 4.Ν. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 6.Λ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7.Λ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 8.Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 9.Χ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 10.Ι. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 11.Β. Ε. του Π., κατοίκου ..., 12.Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 13.Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 14.Ζ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 15.Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 16.Φ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 17.Μ. Κ. - Α. του Α., κατοίκου ..., 18.Ο. Π. του Α., κατοίκου ..., 19.Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 20.Μ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 21.Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 22.Π. Β. του Ε., κατοίκου ..., 23.Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 24.Κ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., 25.Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 26.Α. Ι.-Ε. του Μ., κατοίκου ..., 27.Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 28.Π. Μ. - Δ. του Ν., κατοίκου ..., 29.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 30.Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 31.Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 32.Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 33.Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 34.Μ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 35.Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 36.Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., 37.Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 38.Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., και 39.Τ. Ι. του Ι., κατοίκου ... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 7η, 11η, 12η, 13η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19η, 21η, 23η, 27η, 28η, 29η, 32η και 39η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Δούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (5ος, 6ος, 8ος, 9ος, 10ος, 14η, 20η, 22ος, 24η, 25η, 26η, 30η, 31ος, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η και 38η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", που καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν.4109/2013. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Κούζιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 841/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 13543/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αναιρεσείοντες με την από 13-5-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα έγκυρα, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 536/2020).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ1691/2022, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1622/2013 ΑΠ 1374/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επίσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπάγγελτα, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή. Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του ( ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ίδιου ως άνω Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας απ' αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί ( ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 13.5.2021 με αριθμ. κατάθ. 32360/60/2021 αίτηση αναίρεσης, συνολικά 39 αναιρεσειόντων, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία (συζήτηση) προσδιορισθείσα για τη δικάσιμο 17.10.2023, ματαιώθηκε, λόγω διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023. Μετά την κατά τα άνω ματαίωση, ο Πρόεδρος του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει και το υπ' αριθμ. πρωτ. 46339 οικ./22.9.2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των πιο πάνω εκλογών, όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης την 30η.1.2024 και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... , προς ενημέρωση των διαδίκων. Κατά την ανωτέρω, επαναπροσδιορισθείσα δικάσιμο (30.1.2024), η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με αίτημα του δικηγόρου Κων/νου Προίσκου, ως συνεργάτη της δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δέσποινας Δούμα, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, για τη δικάσιμο 8.10.2024, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε εκ νέου, με αίτημα του δικηγόρου Δημήτριου Προβατάρη, ως συνεργάτη της ίδιας ως άνω δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δέσποινας Δούμα, ο οποίος παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, λόγω μη επίδοσης αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο 27.5.2025. Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι πέμπτος (5ος), έκτος (6ος), όγδοος (8ος), ένατος (9ος), δέκατος (10ος), δέκατη τέταρτη (14η), εικοστή (20η), εικοστός δεύτερος (22ος), εικοστή τέταρτη (24η), εικοστή πέμπτη (25η), εικοστή έκτη (26η), τριακοστή (30η), τριακοστός πρώτος (31ος), τριακοστή τρίτη (33η), τριακοστή τέταρτη (34η), τριακοστή πέμπτη (35η), τριακοστή έκτη (36η), τριακοστή έβδομη (37η) και τριακοστή όγδοη (38η) αναιρεσείοντες (συνολικά19), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση(άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση, ενώ οι υπόλοιποι είκοσι (20) αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο τους Δέσποινα Δούμα, στην οποία είχαν χορηγήσει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και κατέθεσαν προτάσεις. Από την υπ` αριθμ. ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Η. Γ., την οποία επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες (συνολικά είκοσι), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του ανωτέρω Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου στις 17 Οκτωβρίου 2023, της από 15.1.2025 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέα του Αρείου Πάγου (Τμήμα Πολιτικό και Αρχείου) Α. Α., με την οποία βεβαιώνεται ότι, όπως προκύπτει από το πινάκιο του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, που είχε οριστεί, μετά από αναβολή για τις 8.10.2024, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 27 Μαΐου 2025, καθώς και της κλήσης αυτών (αναιρεσειόντων) προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να λάβει γνώση και να παραστεί κατά τη συζήτηση, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο(27.5.2025) επιδόθηκε με επιμέλεια τους και κατόπιν έγγραφης εντολής της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Δέσποινας Δούμα στο τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο).

Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος Δέσποινα Δούμα, η οποία έδωσε την εντολή για την, κατά τα παραπάνω, επίδοση της αίτησης αναίρεσης, της από 15.1.2025 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέα του Αρείου Πάγου(Τμήμα Πολιτικό και Αρχείου) και της κλήσης προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο , προκειμένου αυτό να παραστεί κατά την, μετά από αναβολή ορισθείσα δικάσιμο (27.5.2025), είχε πληρεξουσιότητα και από τους απολιπόμενους δέκα εννέα (19) αναιρεσείοντες, για την επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, άκυρα φέρεται να επισπεύδεται και από αυτούς η συζήτηση. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους κάποιου από τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες ή από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κλήτευση των ως άνω απόντων αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την αρχική δικάσιμο (17.10.2023) ώστε να ισχύσει η με πρωτοβουλία της γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, τόσο κατά την αυτεπάγγελτα επαναπροσδιορισθείσα δικάσιμο στις 30.1.2024, όσο και στη, με αίτημά τους, αναβολή της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο 8.10.2024, ως κλήτευσή τους. Επομένως, εφόσον οι ως άνω μη παριστάμενοι δέκα εννέα (19) αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε παραστάθηκαν κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27.5.2025), ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση στην τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (ΑΠ 456/2024, ΑΠ 447/2024), ενώ για τους παρισταμένους νόμιμα λοιπούς αναιρεσείοντες (20), πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Επίσης, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Η ως άνω αναστολή εφαρμόζεται επομένως και στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων, περιλαμβανομένης και της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 456/2024, 632/2023, ΑΠ139/2023, ΑΠ 1130/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 13.5.2021 και με αριθμό κατάθ. 32360/60/13.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 13543/5.12.2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29.6.2015 και με αριθμό κατάθ. 72320/1869/2015 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 841/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την ιδιότητα του διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 13.5.2021 στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 13543/2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (5.12.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 6.12.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α' του Ν.4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 13.5.2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικά ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη, για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 1807/2024, 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή με βάση την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και την αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση αυτής αρχή της ίσης αμοιβής των εργαζόμενων για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν (αγωγή): α) η παροχή την οποία χορήγησε ο νομοθέτης σε άλλους μισθωτούς, β) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν γ) τα προσόντα αυτών και δ) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες, υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν η χορήγηση μισθολογικών ή άλλων υπηρεσιακών παροχών προς ορισμένους μισθωτούς, με εξαίρεση από αυτές του ενάγοντος, παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία και ε) εφόσον αφορά μισθολογική παροχή, το σύνολο των αποδοχών των δύο κατηγοριών, διότι κριτήριο, εκτός των άλλων, για την παραβίαση της ως άνω αρχής δεν αποτελεί μόνο η συγκεκριμένη παροχή αλλά και ο συσχετισμός της, με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών( πρβλ ΑΠ 59/2015).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επί αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 1807/2024, ΑΠ 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Επομένως, νομική είναι η αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α'190/13.10.2021) και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 13.5.2021, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου στις 13.10.2021, (κατά το άρθρο 120 αυτού), "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης, που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, (4, 5), 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απόλυτα (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ1807/2024, ΑΠ 811/2024, ΑΠ 225/2024). Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερόμενων στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί έφεσης κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ1807/2024, ΑΠ 811/2024, ΑΠ 304/2021). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του KΠολΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 1807/2024, ΑΠ 1351/2023). Δηλαδή, οι προαναφερόμενες αποφάσεις του άρθρου 560 αριθμ.1 του ΚΠολΔ δεν πλήττονται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αν δε το δικαστήριο απορρίψει την αγωγή ως αόριστη παρά την επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία και δεν προβεί στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, κηρύσσοντας ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 ή τον αντίστοιχο του άρθρου 560 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ( πρβλ ΑΠ 458/2017, ΑΠ 552/2016). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 342/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 630/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της ένδικης από 30.7.2010 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (49 συνολικά) ισχυρίζονται με αυτήν, ότι προσλήφθηκαν και απασχολούνται ή απασχολήθηκαν κατά τα έτη 2008-2009 από το αρχικά εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και με τις αναφερόμενες σε αυτήν ειδικότητες, υπαγόμενοι στο διοικητικό προσωπικό του. Ότι με το άρθρο 15 του ν. 3016/2002 χορηγήθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους καθώς και στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.)" ειδικό μηνιαίο επίδομα, λόγω των ειδικών συνθηκών που επέβαλε η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, ενώ στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 3270/2004 το επίδομα αυτό χορηγήθηκε και στο μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και τέλος με το άρθρο 43 του ν. 3498/2006 χορηγήθηκε και στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του αρχικά εναγόμενου ΝΠΔΔ. Ότι το επίδομα αυτό, το οποίο καταβάλλεται από τα έσοδα που εισπράττει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο επί των μεικτών κερδών των καζίνων της Κέρκυρας και Πάρνηθας, δικαιούνται και οι ίδιοι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, κατ` εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας , καθώς και της ρήτρας 4 παρ. 1 και 8 παρ. 3 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αφού απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη και παρέχουν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες, την ίδια ή παρόμοια εργασία σε σχέση με την εργασία που παρέχει το μόνιμο και το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου , η παρεχόμενη δε εργασία τους είναι της ίδιας ποιότητας και έχει την ίδια αξία, ενώ το επίδικο επίδομα αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 141 της Συνθήκης της ΕΟΚ και έτσι δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος μη χορήγησής του και σε αυτούς, αφού η μόνη διαφοροποίησή τους από τους ανωτέρω υπαλλήλους του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου είναι η μορφή των συμβάσεών τους, δηλαδή η απασχόλησή τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό και τους περιεχόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούν, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, με βάση την αρχή της ισότητας και την αποτελούσα ειδική εκδήλωση αυτής αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, να επιδικαστεί, για την παραπάνω αιτία, στον καθένα απ'αυτούς και για το αναφερόμενο για τον καθένα χρονικό διάστημα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 841/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 29.6.2015 με αριθμ. κατάθ. 1341/2015 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13543/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, δέχθηκε τα εξής: "...όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής, [...] και ειδικότερα αναφέρεται ότι οι ενάγοντες παρέχουν ίσης αξίας εργασία με το μόνιμο και με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό του ΟΤΕΚ, όμως δεν εξειδικεύουν τις εργασιακές συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχαν την εργασία τους οι ίδιοι και οι αντίστοιχοι μόνιμοι και με σχέση εργασίας αορίστου υπάλληλοι του ως άνω ν.π.δ.δ και δεν αναφέρουν το σύνολο των εκατέρωθεν αποδοχών των υπό σύγκριση υπαλλήλων, προκειμένου να κριθεί εάν συντρέχουν όμοιες εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην αγωγή τους τις αντίστοιχες αποδοχές, που λαμβάνουν οι συγκρινόμενοι με αυτούς υπάλληλοι, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου και του δεύτερου λόγου της έφεσης[...]". Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο της ένδικης αίτησης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή δεν γίνεται σ` αυτήν εξειδίκευση των συνθηκών υπό τις οποίες απασχολούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και δεν αναφέρεται το σύνολο των αποδοχών των δύο αυτών κατηγοριών εργαζομένων, προκειμένου να κριθεί , εάν συντρέχουν όμοιες εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες. Η ανωτέρω αιτίαση αφορά ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειας και όχι της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Πλην όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και, επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με το δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι έσφαλε με το να δεχθεί, ότι με τη μη χορήγηση και σε αυτούς του ένδικου επιδόματος, παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και δεν την ερεύνησε κατ'ουσίαν, ώστε να δεχθεί ότι παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (βλ. ΑΠ 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου και την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους πέμπτο (5ο), έκτο (6ο), όγδοο (8ο), ένατο (9ο), δέκατο (10ο), δέκατη τέταρτη (14η), εικοστή (20η), εικοστό δεύτερο (22ο), εικοστή τέταρτη (24η), εικοστή πέμπτη (25η), εικοστή έκτη (26η), τριακοστή (30η), τριακοστό πρώτο (31ο), τριακοστή τρίτη (33η), τριακοστή τέταρτη (34η), τριακοστή πέμπτη (35η), τριακοστή έκτη (36η), τριακοστή έβδομη (37η) και τριακοστή όγδοη (38η) αναιρεσείοντες (συνολικά 19).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13.5.2021 με αριθμ. κατάθ. 32360/60/2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13543/2018 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (συνολικά 20).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή