Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1757 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1757/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Π. Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Γ., 2) Π. Κ. του Γ. και 3) Π. Κ. του Γ., απάντων κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα Γ. Κ. του Π. Η πρώτη αναιρεσείουσα παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, ενώ οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, άπαντες δε οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Στατήρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βασιλακάκη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 4-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Και
Β. Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βασιλακάκη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 4-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Σοφία Κοσμίδου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2021, όπως προκύπτει από την από ...-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Καλαμαριάς του Νομού Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε από τους Σ. Κ., Π. Κ. και Π. Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και η μεν πρώτη παρίσταται αυτοπροσώπως για τον εαυτό της με την ιδιότητα του δικηγόρου, οι δε δεύτερη και τρίτος εκπροσωπούνται από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, ενώ άπαντες εκπροσωπούνται και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Στατήρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή του ήδη Α. αναιρεσιβλήτου και Β. αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4100/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 520/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. και Β. αναιρεσείοντες με τις από 21-10-2022 και 10-05-2021 αιτήσεις τους αντίστοιχα και τους από 27-02-2024 πρόσθετους λόγους του Β. αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι παραστάντες δικηγόροι, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 73, 313 παρ.1 περ. δ', 556, 558 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, ασκείται από τους καθολικούς διαδόχους [κληρονόμους του αποβιώσαντος] ή αντίστοιχα απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού [ΑΠ 518/2023, ΑΠ 765/2021, ΑΠ 170/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-4-2024) συζητήθηκαν: α] Η από 10-5-2021 [αρ. καταθ. 1227/10-5-2021] αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Σ. Π. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., β] Ο με ιδιαίτερο δικόγραφο από 27-2-2024 [αρ. καταθ. 39/28-2-2024] πρόσθετος λόγος αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος, κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος στις ...-2021 εναγομένου Γ. Κ. 1] Σ. Κ. του Γ., 2] Π. Κ. του Γ. και 3] Π. Κ. του Γ., που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους στις 6 -3-2024 και γ] Η από 21-10-2022 [αρ. καταθ. 3063/21-10-2022] αίτηση αναίρεσης των ιδίων ανωτέρω κληρονόμων του αποβιώσαντος εναγομένου Γ. Κ. κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στρεφόμενες κατά της υπ' αριθ. 520/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, προκύπτει πράγματι ότι ο αρχικός διάδικος [εναγόμενος] Γ. Κ., πατέρας των αναιρεσειόντων 1] Σ. Κ. του Γ., 2] Π. Κ. του Γ. και 3] Π. Κ. του Γ., απεβίωσε στις ...-2021, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 5-3-2020 και κληρονομήθηκε από αυτούς, δυνάμει της από 12-12-2021 ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ...-2023 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης [βλ. το υπ' αριθμ. .../2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Καλαμαριάς, το υπ' αριθ. ...-2023 πιστοποιητικό δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και το υπ' αριθ. ...-2022 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης]. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τους κληρονόμους του αρχικού διαδίκου Γ. Κ. και ο πρόσθετος λόγος της πρώτης αναίρεσης, που απευθύνεται κατά των ιδίων κληρονόμων είναι παραδεκτοί, και λόγω του ότι στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν και με την πρώτη αίτηση αναίρεσης, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης [ΑΠ 518/2023], αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 150/2022].
Περαιτέρω, τα ανωτέρω δικόγραφα ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ] και συνεπώς είναι παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους [άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ].
Α)Επί της από 21-10-2022 αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αρχικού εναγομένου Γ. Κ. του Π.
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις [πλευρές] του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του [ΑΠ 518/2023]. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως η υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων: α] Η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β] Η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ] Υπαιτιότητα [πταίσμα] του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας [ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 292/2020] και δ] Επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της [σωματική πνευματική, ηθική κ.λπ.]. Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτηρισμό της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου [ΑΠ 518/2023, ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 972/2020].
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη[ΑΠ 518/2023, ΑΠ 605/2021, ΑΠ 292/2020], όπως η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 - 363 ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν από το Ν. 5090/2024, που τροποποίησε το άρθρο 363 ΠΚ και κατάργησε του άρθρο 362 ΠΚ και εφαρμόζονται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ήδη, δυνάμει των άρθρων 34 και 138 παρ. 1 του Ν.5090/2024, από 1-5-2024, το άρθρο 363 ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: <<Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης>>. Με τη νέα αυτή διάταξη, ορίζεται πλέον για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει συνεπώς και για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Η ως άνω ρύθμιση, αποδεσμεύει την έκφραση των απόψεων και των ισχυρισμών των διαδίκων μερών, ενόψει δίκης ή κατά τη διάρκεια της δίκης, γραπτώς ή προφορικώς, από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης [ΑΠ-Ποιν. 959/2024].
Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, που επίσης καταργήθηκε με τον Ν. 5090/2024 αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη [άρθρο 367 ΠΚ], για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος [ένσταση], λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του για αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου [ΑΠ 1533/2022], περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ [ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021, ΑΠ 474/2020].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για [ευθεία] παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013, ΑΠ 1533/2022].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 1533/2022].
Ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης , με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται νομικώς ή όχι [ολΑΠ 13/1995, ΑΠ 1553/2022]. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος [ΑΠ 1533/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Κατά το έτος 2000, στα πλαίσια επιβεβλημένης ανάγκης περιφρούρησης των περιουσιακών στοιχείων του ΟΤΕ, ο ενάγων ως Προϊστάμενος του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος Πιερίας, ζήτησε από το συγκρότημα Δομικών και Ηλεκτρομηχανικών Έργων ΟΤΕ Θεσσαλονίκης την εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης για την <<κατασκευή συστήματος συναγερμού στην υπαίθρια αποθήκη ΟΤΕ Κατερίνης>>. Η ως άνω υπηρεσία ανέθεσε τη σχετική μελέτη στον εναγόμενο, επίσης υπάλληλο του ΟΤΕ με ειδικότητα τεχνολόγου, ηλεκτρολόγου υπομηχανικού, ο οποίος τελικά με τη συναίνεση της υπηρεσίας του εκπόνησε τη μελέτη που αφορούσε "Σύστημα Εποπτείας του χώρου με κάμερες και με καταγραφή", άλλως "Σύστημα οπτικής επιτήρησης-καταγραφής σε real time" και την παρέδωσε στον ΟΤΕ Κατερίνης την 20.7.2001. Η μελέτη αυτή εστάλη προς δημοπράτηση στο Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα Πιερίας, το οποίο στη συνέχεια με την ....2001 απόφαση του ενέκρινε τους όρους της δημοπράτησης και εκτέλεσης των εργασιών του έργου "Σύστημα ασφαλείας ηλεκτρονικής περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης" (αν και εκπονήθηκε μελέτη για σύστημα με κάμερες) Στις 22.8.2001 δημοπρατήθηκε το προαναφερόμενο έργο από το Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα (ΤΔ) Πιερίας με ανοικτό δημόσιο διαγωνισμό με κριτήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.6 του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων του ΟΤΕ την ανάδειξη αναδόχου ικανού για την έγκαιρη, άρτια και οικονομική κατασκευή του έργου, χωρίς να αποτελεί μοναδικό κριτήριο η μικρότερη προσφορά, ενώ ή από 27.07.2001 διακήρυξη δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες της Κατερίνης και Θεσσαλονίκης. Η έγκριση του αποτελέσματος της δημοπρασίας υπόκειται στην κρίση του αρμοδίου οργάνου του ΟΤΕ και γίνεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Αξιολόγησης η οποία είναι τριμελής και ετήσιας διάρκειας (αρθ. 21 παρ. 1 και 22 παρ. 1-5 των Ειδικών Διατάξεων του Κανονισμού Εκτέλεσης έργων ΟΤΕ) . Για τη διενέργεια και αξιολόγηση όλων των διαγωνισμών του έτους 2001 η τριμελής αυτή επιτροπή ΤΔ Πιερίας αποτελείτο από :α) τον Χ. Σ., τεχνολόγο ηλεκτρονικό υπομηχανικό, που διετέλεσε από 18.4.2001 μέχρι τη συνταξιοδότησή του το φθινόπωρο του 2006 προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος Πιερίας, έχοντας την ευθύνη ολόκληρου του τεχνικού αντικειμένου του ΟΤΕ στο ν. Πιερίας ως πρόεδρο, β) τον Α. Γ., τεχνολόγο ηλεκτρολόγο υπομηχανικό που διετέλεσε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, τον Ιούλιο του έτους 2009, υπεύθυνος προϊστάμενος της Υπηρεσίας ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του Τεχνικού Τμήματος Πιερία, ως μέλος και γ) την Μ. Κ. τεχνολόγο δομικό μηχανικό (πολιτική υπομηχανικός) προϊσταμένη της Υπηρεσίας Δομικών Εγκαταστάσεων μέχρι τη συνταξιοδότησή της, το Μάιο του 2009, ως μέλος. Μετά τη δημοσιοποίηση του έργου το οποίο προϋπολογίστηκε στο ποσό των 7.441.650 δραχμών, κατατέθηκαν οικονομοτεχνικές μελέτες από επτά (7) εργολήπτες, εκ των οποίων τα μέλη της άνω τριμελούς επιτροπής απέρριψαν από την αρχή μια συμμετοχή γιατί δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις και ακολούθως, επειδή υπήρχαν επουσιώδεις παραλείψεις στις υπόλοιπες έξι προσφορές, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες, με χωριστή πρόσκληση, απευθυνόμενη σε έκαστο τούτων, να προσκομίσουν μέχρι την 29.08.2001 συμπληρωματικά, διευκρινιστικά στοιχεία . Στην απαίτηση αυτή της επιτροπής ανταποκρίθηκαν μόνο δύο εργολήπτες, δηλαδή ο Γ. Κ. και ο Ν. Β. Αντιθέτως, ο συμμετέχων εργολήπτης Ν. Λ. δεν κατέστη δυνατό να ανταποκριθεί στην παραπάνω πρόσκληση προσκόμισης συμπληρωματικών διευκρινιστικών τεχνικών στοιχείων, που ζητήθηκαν, διότι όπως κατήγγειλε αρχικώς, προφορικά, στον άνω Πρόεδρο της Επιτροπής, αδυνατούσε να προσκομίσει αυτά, αφού η εταιρεία "Β. ΕΠΕ -FORCE", που θα του προμήθευε τα υλικά, αρνήθηκε να του χορηγήσει το σχετικό συμπληρωματικό "prospectus". Όπως δε αποκάλυψε, μεταγενεστέρως, αυτός προσέφερε θετική έκπτωση 30% επί του προϋπολογισμού του έργου . Ομοίως, την ίδια άρνηση από την εν λόγω, προμηθεύτρια εταιρεία εισέπραξε και η, επίσης, συμμετέχουσα στο διαγωνισμό, ηλεκτρολόγος μηχανικός ΕΔΕ Χ. Κ., η οποία όπως ανέφερε στην Επιτροπή, είχε προσφέρει θετική έκπτωση 15% . Αντιθέτως, η ανωτέρω εταιρεία χορήγησε τα ζητούμενα στοιχεία μόνο στον Γ. Κ. Έτσι, τελικώς, απέμειναν μόνο οι προαναφερθέντες δύο εργολήπτες, προς αξιολόγηση. Μετά τη διαπίστωση ότι οι τεχνικές προσφορές τους πληρούσαν τις προδιαγραφές της μελέτης, η Επιτροπή προέβη, στις 29.08.2001, στην αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών τους (άρθρο 20 §4 της Διακήρυξης), διαπιστώνοντας ότι προσέφεραν εκπτώσεις, ο μεν Κ. 8%, ο δε Β. -38% (αρνητική έκπτωση). Δηλαδή, ο Κ. προσέφερε τη μικρότερη έκπτωση από όλους όσους προσέφεραν υλικά από την παραπάνω προμηθεύτρια εταιρεία, ενώ οι υπόλοιποι τρεις, που δεν προσκόμισαν συμπληρωματικά στοιχεία, προσέφεραν μεν ποιοτικά υλικά άλλων εταιρειών με εκπτώσεις, όμως αρνητικές (Β. -38%, Τ. - 45%, Γ. -48%). Από αυτά γινόταν αντιληπτό, ότι αναδυόταν παρασκηνιακή μεθόδευση και ότι η, τυχόν, κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του Κ., θα απέβαινε σε βάρος του ΟΤΕ, με οικονομική ζημία του, ποσού 1.637.163 δραχμών, καθόσον, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, ο Λ. είχε προσφέρει θετική έκπτωση 30% [= (30%-8%) Χ προϋπολογισμός 7.441.650,-δρχ. Να σημειωθεί ότι ανωτέρω διαπιστώσεις (μεγάλος αριθμός απορριφθέντων εργολάβων (5 από τους 7), αρνητικές εκπτώσεις αλλά και θετικές εκπτώσεις, ήτοι, 8% (Κ.), 15% (Κ.) και 30% (Λ.), από τις οποίες αυτή του Κ. ήταν η ακριβότερη όλων, η έλλειψη πραγματικού συναγωνισμού) προβλημάτισαν την Επιτροπή, η οποία, μάλιστα, είχε ζητήσει από τον εργολάβο Λ. να υποβάλει και εγγράφως την καταγγελία του, πλην όμως αυτός δεν ανταποκρίθηκε εγκαίρως στο αίτημα και υπέβαλε αυτήν, μόλις, στις 08.07.2003, με σχετική επιστολή του προς το Τεχνικό Τμήμα Κατερίνης του ΟΤΕ, με αποτέλεσμα αυτή να μην συνεκτιμηθεί κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο της αξιολόγησης των προσφορών. Στις 30.08.2001, ο παραπάνω Πρόεδρος της Επιτροπής, ενημέρωσε, όπως είχε υποχρέωση, τον ενάγοντα ως προϊστάμενο του Διαμερίσματος ΟΤΕ Κατερίνης, εκθέτοντας τους προβληματισμούς και τις διαπιστώσεις της Επιτροπής αναφορικώς με όλα τα προαναφερθέντα, που έλαβαν χώρα κατά τη διαδικασία της δημοπρασίας, προσέτι δε και τις αμφιβολίες της ως προς το μηχάνημα που έπρεπε να επιλεγεί, δοθέντος ότι, το αντικείμενο ήταν, εντελώς, εξειδικευμένο, η δε λύση που έπρεπε να προτιμηθεί δεν ήταν, αποκλειστικώς, η οικονομικότερη αλλά έπρεπε να είναι, προεχόντως, από απόψεως τεχνικών στοιχείων των μηχανημάτων, βάσει του Κανονισμού, ποιοτική. Κατόπιν αυτού, ο ενάγων ζήτησε και του παραδόθηκε από την Επιτροπή ο φάκελος του διαγωνισμού, για να τον μελετήσει και να μορφώσει ιδία άποψη επί του θέματος .Από τον έλεγχο που διενήργησε ο ενάγων, διαπίστωσε τη διάσταση στη διαφορά των εκπτώσεων που προσφέρθηκαν, αλλά και το μεγάλο αριθμό των απορριφθέντων εργοληπτών, πλέον του γεγονότος ότι το σύστημα που πρότεινε, με τη μελέτη του, ο εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες της Υπηρεσίας και δεν ήταν προς το συμφέρον του ΟΤΕ, διότι δεν εξασφάλιζε αξιόπιστη ανίχνευση κίνησης. Ειδικότερα, το μελετημένο από τον εναγόμενο "Σύστημα Εποπτείας του χώρου με κάμερες και καταγραφή" άλλως "Σύστημα οπτικής επιτήρησης-καταγραφής σε Real time" ήταν σύστημα εποπτείας (παρακολούθησης) και καταγραφής μόνο, όχι, όμως και σύστημα συναγερμού, ούτε και είχε ενσωματωμένο κάποιο σύστημα συναγερμού, ούτε έκανε κάποιου είδους ηλεκτρονική περιμετρική φύλαξη, ώστε να αποκλείονται οι ψευδείς σηματοδοτήσεις, τα δε χαρακτηριστικά και οι δυνατότητές του δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες φύλαξης του υπαίθριου χώρου της Αποθήκης και συνεπώς, ούτε στις υπηρεσιακές ανάγκες, καθόσον δεν εξασφάλιζε αξιόπιστη ανίχνευση κίνησης, αποκλειστικώς και μόνο, ανθρώπου-κλέφτη, δεν είχε ηλεκτρική αυτοτέλεια και δεν μπορούσε να δουλέψει σε διακοπές του ρεύματος της ΔΕΗ, ούτε για ελάχιστο χρόνο λόγω μη πρόβλεψης ντιζελογεννήτριας, η προμήθεια της οποίας θα κόστιζε περισσότερο από 5.100.000 δρχ (15.000.-€), πλέον και της επιβάρυνσης για τη συντήρησή της, δεν είχε τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης λειτουργίας, αλλά απαιτούσε την καθιέρωση 24ωρης βάρδιας παρακολούθησης της οθόνης (monitor) από υπάλληλο, για φιλτράρισμα των διεγέρσεων, ώστε να μην κινητοποιείται, σε κάθε περίπτωση, η Αστυνομία, με την οποία το σύστημα θα ήταν, υποχρεωτικά, συνδεδεμένο (η εγκατάσταση αυτού του είδους συστήματος σε ανοικτό χώρο, χωρίς την παρακολούθηση της οθόνης από υπάλληλο, παρίσταται δυνατή, μόνον, εφόσον έχει προηγηθεί η εγκατάσταση που είναι "Συστήματος περιμετρικής ηλεκτρονικής φύλαξης", προαπαιτούμενο, προκειμένου να εξασφαλιστεί ενεργοποίηση του συναγερμού μόνο στην περίπτωση που κάποιος ανεπιθύμητος θα περάσει από το εξωτερικό σύστημα ηλεκτρονικής περίφραξης). Τις επισημάνσεις αυτές, καθώς και άλλα διαπιστωθέντα μειονεκτήματα, που καθιστούσαν το προτεινόμενο από τον εναγόμενο σύστημα ακατάλληλο για το συγκεκριμένο χώρο, ο ενάγων τις εξέθεσε στην Επιτροπή, η οποία, εν τέλει, μετά από συσκέψεις, στις 17.10.2001 (και όχι στις 29.08.2001, που αναγράφεται, από παραδρομή του μέλους της επιτροπής Μ. Κ., στο πρακτικό απόρριψης), εισηγήθηκε την ακύρωση του αποτελέσματος της δημοπρασίας, για λόγους υπηρεσιακού συμφέροντος (κατ' άρθρα 17 της Διακήρυξης και 24 §2 των Ειδικών διατάξεων του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων ΟΤΕ). Ειδικότερα, στο πρακτικό αναγράφεται, κατά λέξη, ότι: "Επανακαθορίστηκαν οι, εν τω μεταξύ, ανάγκες της Υπηρεσίας για αποτελεσματικότερη φύλαξη της Υπαίθριας Αποθήκης, με την υιοθέτηση "Συστήματος ασφαλείας περιμετρικής φύλαξης με ανίχνευση κίνησης", αντί του "Συστήματος οπτικής επιτήρησης και καταγραφής σε real time με κάμερες και οθόνη παρακολούθησης", δεδομένου ότι το τελευταίο δεν διαθέτει ανίχνευση κίνησης αλλά και δεν μπορεί να υπηρετηθεί με τα σημερινά ισχύοντα, η επιτροπή ακυρώνει τον διαγωνισμό για να γίνει εκ νέου μελέτη "Συστήματος ασφαλείας περιμετρικής φύλαξης με ανίχνευση κίνησης". Βάσει των παραπάνω στοιχείων, εισηγούμαστε την ακύρωση του διαγωνισμού και τη διενέργεια νέου διαγωνισμού". Ακολούθως, ο ενάγων, ως αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες διατάξεις, με γνώμονα το συμφέρον του ΟΤΕ, αποφάσισε, με την έκδοση της ....2001 απόφασής του, την ακύρωση του διενεργηθέντος διαγωνισμού, όπως είχε δικαίωμα. Ειδικότερα ο ενάγων ως Προϊστάμενος και Εποπτεύουσα Αρχή μπορούσε να ακυρώσει το Διαγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.2 περιπτ. β και γ και παρ.4 των Ειδικών Διατάξεων του Κανονισμού Εκτελέσεως Έργων του ΟΤΕ που ορίζει ότι : "....το αποτέλεσμα των δημοπρασιών ακυρώνεται :α)....β) αν το αποτέλεσμα της δημοπρασίας κρίνεται αιτιολογημένα όχι ικανοποιητικό για τον κύριο του έργου και γ) αν κατά την κρίση της Εποπτεύουσας Αρχής, ο συναγωνισμός υπήρξε ανεπαρκής, ή αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι έγινε συνεννόηση των συναγωνιζόμενων προς αποφυγή πραγματικού συναγωνισμού. Ακύρωση του αποτελέσματος της δημοπρασίας ή και ματαίωση της δημοπρασίας μπορεί επίσης να γίνει αν υπάρχουν σοβαρές αλλαγές των αναγκών του ΟΤΕ...παρ.4 Η εποπτεύουσα Αρχή μπορεί πάντοτε να μην εγκρίνει το αποτέλεσμα δημοπρασίας και να δημοπρατήσει πάλι το έργο με τους ίδιους ή τροποποιούμενους όρους ή να προχωρήσει στην κατασκευή του κατά οποιονδήποτε άλλο προβλεπόμενο από το άρθρο 4 του Κανονισμού τρόπο". Στη συνέχεια το ΤΔ Πιερίας αποφάσισε τη σύνταξη νέας μελέτης "Συστήματος Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περιμετρικής Φύλαξης" η οποία τελικά εκπονήθηκε από τον ενάγοντα, εντός ολίγων ημερών, περί τα τέλη Οκτωβρίου 2001, δεδομένου ότι το Συγκρότημα Δομικών και Η/Μ Έργων, του οποίου ζήτησε τη συνδρομή για να προβεί στη νέα μελέτη, δήλωσε ότι αδυνατούσε να τη συντάξει σύντομα, εξαιτίας φόρτου εργασίας των μελετητών του. Για την εκπόνηση της νέας μελέτης ο ανωτέρω προϊστάμενος έλαβε αντίγραφο της μελέτης ίδιου συστήματος που είχε εκπονηθεί και εγκατασταθεί στο ΤΔ Τρικάλων στην υπαίθρια Αποθήκη του, το έτος 1998, συνοδευόμενο, επιπλέον και από σύστημα εποπτείας του χώρου με κάμερες. Η νέα δημοπρασία έγινε στις 13.11.2001, με ανοικτό δημόσιο διαγωνισμό, με ενιαίο ποσοστό έκπτωσης επί του προϋπολογισμού, με ταυτόχρονη δημοσίευση της Διακήρυξης σε εφημερίδες της Κατερίνης και της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, κλήθηκαν και τηλεφωνικώς όλοι, ανεξαιρέτως, οι εργολήπτες που είχαν συμμετάσχει στον πρώτο διαγωνισμό, για λόγους διαφάνειας και ευρύτερης συμμετοχής ενδιαφερομένων (ο δε αρχικός μειοδότης Κ. προσκλήθηκε περισσότερες της μιας φορές, όπως βεβαιώνει ο ίδιος στην, από 13.03.2006, μαρτυρική κατάθεσή του στην Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης). Επιτροπή Διενέργειας και Αξιολόγησης του νέου διαγωνισμού ήταν η ίδια, αφού δεν είχε λήξει η ετήσια θητεία της. Ανταποκρινόμενοι στη διακήρυξη, κατέθεσαν οικονομοτεχνική προσφορά πέντε εργολήπτες, εκ των οποίων δύο ήταν εκτός προδιαγραφών και τρεις πληρούσαν τις προϋποθέσεις, με εκπτώσεις 32,2%, 13% και 14%, δηλαδή, όλες οι τιμές ήταν θετικές, με προσφερόμενες τιμές μικρότερες του προϋπολογισμού. Το σύστημα που τελικώς, μελετήθηκε, δημοπρατήθηκε και εγκαταστάθηκε κατακυρώθηκε με το ποσό των 5.312.875. δραχμών, έναντι αυτού των 6.846.318.-δραχμών της προσφοράς του μειοδότη του πρώτου διαγωνισμού και έτσι, το όφελος που προέκυψε για την ΟΤΕ ΑΕ ανήλθε στο ποσό των 1.533.443. δραχμών. Πρόκειται για πλέγμα δεκαέξι διασταυρούμενων ακτινών υπερύθρων, το οποίο παρέχει ανυπέρβλητη ικανότητα ανίχνευσης. Είναι φθηνότερο, εντελώς εξειδικευμένο και τεχνολογικά προηγμένο και αποτελεσματικότερο από το σύστημα που μελετήθηκε από τον εναγόμενο. Το εν λόγω σύστημα είναι αμερικανο - αγγλικής προέλευσης, άρτιας τεχνολογίας, που καλύπτει, πλήρως, τις ανάγκες του ΟΤΕ, καθώς εξασφαλίζει περιμετρική φύλαξη των πλευρών του φυλασσόμενου οικοπέδου, έναντι εισόδου κλεπτών, διαθέτει αποδεδειγμένη ηλεκτρική αυτοτέλεια λειτουργίας, τουλάχιστον, επί δεκάωρο, σε διακοπή της ΔΕΗ, δεν απαιτεί την εγκατάσταση εφεδρικής ντιζελογεννήτριας, ούτε 24ωρη εποπτεία από υπαλλήλους, δίνει αληθινούς συναγερμούς μόνο σε περίπτωση εισόδου ανθρώπου στο χώρο, λειτουργεί σε συνθήκες ομίχλης (εν αντιθέσει με τις κάμερες παρακολούθησης), είναι, πλήρως αυτοματοποιημένο ως προς την ειδοποίηση της Αστυνομίας σε περίπτωση αληθινού συναγερμού και δεν απαιτείται η αποστολή του τηλεοπτικού σήματος σε πολλαπλούς αποδέκτες (προϊσταμένους, υπαλλήλους κ.λπ.). Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος από την επομένη του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών, καλούσε επανειλημμένως τηλεφωνικά τον ενάγοντα, αλλά και τον πρόεδρο της Επιτροπής και τους πίεζε με φορτικό τρόπο να κατακυρώσουν το διαγωνισμό υπέρ του μειοδότη Κ., σύμφωνα με την σαφή κατάθεση του μάρτυρα Χ. Σ., (προέδρου της επιτροπής αξιολόγησης) αλλά και σύμφωνα με το με αριθμ. 463/2002 πόρισμα του Β. Ρ. που παρακάτω θα εκτεθεί. Ως δικαιολογία για τις πιέσεις που ασκούσε ο εναγόμενος, στην ....2001 αναφορά του προς το Διευθυντή Β. της Τ.Π.Κ.Μ., αναφέρει τα εξής: "Ένας άλλος λόγος που τηλεφωνούσα, ήταν διότι ανησυχούσα γιατί καθυστερούσαν αδικαιολόγητα και ότι έπρεπε να ανακοινώσουν το αποτέλεσμα του διαγωνισμού το γρηγορότερο και για τον επιπρόσθετο λόγο, επειδή τα προσφερόμενα μηχανήματα είναι εισαγωγής και με τη ρευστή διεθνή κατάσταση υπήρχε περίπτωση να αλλάξει το κοστολόγιο των προσφερόμενων μηχανημάτων και θα μπορούσε ο μειοδότης να αξίωνε απαιτήσεις από τον Οργανισμό". Όταν δε ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την ακύρωση του διαγωνισμού εξαγριώθηκε, απείλησε με αναφορές -τις οποίες και πραγματοποίησε, όπως θα εκτεθεί παρακάτω- και έτσι ξεκίνησε την πολυετή αντιδικία του με τον ενάγοντα, αλλά και με τους συναδέλφους του που είχαν εμπλοκή στον άνω διαγωνισμό, την οποία αδικαιολόγητα τροφοδοτεί μέχρι σήμερα Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος υπέβαλε την ....2001, αναφορά του προς το Ν. Β., προϊστάμενο-διευθυντή της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας της ΟΤΕ και, ακολούθως, σύμβουλο της Διοίκησης, στην οποία έκανε λόγο για έκνομες ενέργειες της Επιτροπής και του ενάγοντος με σκοπό να ευνοήσουν τοπικό εργολάβο. Δυνάμει του ....2002 εγγράφου του, ο Ν. Β. διαβίβασε την ανωτέρω αναφορά, που παρέλαβε υπηρεσιακώς, στις 18.12.2001, στον Β. Ρ., τότε Συντονιστή Έργου της Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας, με εντολή να ενεργήσει προανάκριση, με αντικείμενο έρευνας τα καταγγελλόμενα. Η παραγγελθείσα προανάκριση συνίσταται στην άτυπη συλλογή και καταγραφή πληροφοριών και στοιχείων γύρω από το εικαζόμενο αδίκημα και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε (βλ. άρθρο 31 §2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ), ενώ, η ανάκριση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 31 §4 του Γ.Κ.Π. ΟΤΕ, διεξάγεται εγγράφως, όταν το εικαζόμενο πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περισσότερη έρευνα και υπάρξουν ενδείξεις ενοχής, για την οποία κατά την παραγρ. 10 συντάσσεται έκθεση. Κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση κλήθηκε και κατέθεσε σε δύο πολύωρες εξετάσεις (βλ. ....2002 πόρισμα του Β. Ρ. προς το διευθυντή Τ.Π.Κ.Μ.), ο εναγόμενος (παρά τα αντιθέτως, πλην αναπόδεικτα, υποστηριζόμενα από τον ίδιο, ότι αποχώρησε χωρίς να εξεταστεί, διαμαρτυρόμενος γιατί, η εξέταση δεν ήταν έγγραφη), ενώ, εξετάστηκαν και οι Α. Σ.(τότε προϊσταμένη Συγκροτήματος Δομικών και Η/Μ Έργων Θεσσαλονίκης), ο Ι. Ν. ( τότε προϊστάμενος του Τμήματος Μελετών και Κατασκευών Δομικών και Η/Μ Έργων Θεσσαλονίκης ) και ο ενάγων (ο οποίος, ως εκ της έδρας του εκτός Θεσσαλονίκης, αρχικώς, απέστειλε ενημερωτικό σημείωμα και στη συνέχεια, κλήθηκε και κατέθεσε και προφορικώς). Με το προαναφερόμενο με αριθμ. ....2002 πόρισμά του, ο Β. Ρ. μεταξύ άλλων εξέθετε ότι : α) ο εναγόμενος δεν ήθελε να κατηγορηθεί πως είχε συντάξει μελέτη που περιλάμβανε μη άρτιο σύστημα και για το λόγο αυτό έλεγε ότι θα προβεί σε καταγγελία, αν δεν κατακυρωνόταν ο διαγωνισμός, ορμώμενος, εκτός από την καχυποψία του και από το γεγονός ότι φοβόταν το μελλοντικό αποκλεισμό του από την εκπόνηση μελετών, γι' αυτό και άρχισε να πιέζει τους προϊσταμένους του και κυρίως, τους ανθρώπους στο Τ.Δ. Πιερίας, ότι αν δεν εφαρμοστεί η μελέτη του και δεν κατακυρωθεί ο διαγωνισμός στον μειοδότη, ως έχει, θα προβεί σε καταγγελίες περί ύπαρξης σκοτεινού λόγου απόρριψής της, ο δε ενάγων του είπε ότι αν συκοφαντηθεί, θα υπερασπιστεί τον εαυτό του υπηρεσιακά και δικαστικά, β) για το προαναφερόμενο εκτελεσθέν έργο, δεν διαπιστώθηκε διόγκωση του προϋπολογισμού, αφού η μεν μελέτη Κ. είχε προϋπολογιστεί στο ποσό των 7.441.650 δρχ (με σύστημα κατασκευής Κορέας) και η προσφερθείσα έκπτωση ανήλθε σε 8%, με τελική προσφορά 6.846.318 δρχ., η δε μελέτη Π. (ενάγοντος) προέβλεπε καλύτερο, αποτελεσματικότερο οικονομικότερο σύστημα (Αμερικανικής και Αγγλικής προέλευσης) και είχε προϋπολογιστεί στο ποσό των 7.836.100 δρχ, ενώ, η προσφερθείσα έκπτωση του εργολάβου Β., ανήλθε σε 32,2% και η τελική προσφορά του σε 5.312.875 δραχμές, ήτοι, αυτό αποδείχθηκε κατά 1.533.443 δρχ. (=6.846.318 δρχ - 5.312.875 δρχ) οικονομικότερο, γ) δεν προέκυψε η ύπαρξη κλειστού κυκλώματος εργολάβων σε σχέση με τον προαναφερθέντα διαγωνισμό, η διαδικασία του οποίου ήταν διαφανής και δημόσια, προσέτι δε, ότι η ακύρωση του πρώτου διαγωνισμού, αν και όχι συνήθης πρακτική, δικαιολογείται διότι το άνω ΤΔ. έκρινε ότι η προτεινόμενη λύση δεν ήταν ικανοποιητική και αυτό είναι και το μόνο που μπορεί να καταλογιστεί σε όλους, ότι, δηλαδή, δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως - ότι η λύση της πρώτης μελέτης δεν ήταν η αποτελεσματικότερη, δ) η εταιρεία που κατασκεύασε το έργο έχει εγκαταστήσει συστήματα ασφαλείας κάθε είδους σε πλήθος από ιδιωτικά και δημόσια κτίρια και εγκαταστάσεις (των οποίων επισυνάφθηκε κατάσταση), όλοι δε αυτοί οι φορείς δεν δύναται να κατηγορηθούν πως ευνοούν έναν ανάξιο εγκαταστάτη-προμηθευτή, ε) το προβλεπόμενο σύστημα στη μελέτη Κ. πάσχει από τα αναφερόμενα παραπάνω μειονεκτήματα, σε αντίθεση με το επιλεγέν, που καλύπτει πλήρως, τις ανάγκες του ΟΤΕ, 6) εν κατακλείδι, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε ευθύνη τόσο από το Τ.Δ. Πιερίας όσο και από το Συγκρότημα Δομικών. Μετά ταύτα, παραθέτοντας ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με την, εν γένει, υπηρεσιακή συμπεριφορά του εναγομένου και την τάση του να υποβάλει αναφορές, θεωρώντας ότι υπάρχει συντονισμένη προσπάθεια από όλους να τον καταρρακώσουν και να τον συνθλίψουν, πρότεινε η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο. Με την 218/2625/25.02.2002 επιστολή του προϊσταμένου της Τηλεπ. Περιφ. Κεντρ. Μακεδονίας, Ν. Β., πληροφορήθηκε ο εναγόμενος ότι οι καταγγελίες του αποδείχθηκαν αβάσιμες. Στη συνέχεια, σχηματίστηκε πειθαρχικός φάκελος σε βάρος του και η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, για να αποφασίσει επί των υπ' αριθ. ....2002 και ....2002, πειθαρχικών αγωγών που ασκήθηκαν κατ' αυτού από τον τότε Γενικό Δ/ντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού. Το επιληφθέν Πειθαρχικό Συμβούλιο, με την 10/2003 απόφασή του, επέβαλε, ομόφωνα, στον εναγόμενο την ποινή του προστίμου, ίσου με τις αποδοχές του δέκα ημερών.
Κατά της άνω απόφασης αυτός άσκησε έφεση και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, με την 4/2003 απόφασή του, του επέβαλε, κατά πλειοψηφία, την πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης για τη διατύπωση ανάρμοστων, κατά συναδέλφων του, σχολίων, των οποίων η εντιμότητα δεν αμφισβητείται, δεχόμενο στην απόφασή του ότι ο ίδιος δεν είχε δόλια προαίρεση, κάνοντας όμως μνεία ότι "εμφανίζει ροπή στη σύνταξη αναφορών και διαμαρτυριών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων στην υπηρεσία του, πράγμα για το οποίο έχει τιμωρηθεί δι' ελαφρών ποινών και πάλιν". Ακολούθως, κατόπιν αγωγής του εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμ. 41945/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω ποινή του, η οποία εν τέλει επικυρώθηκε με την υπ. αριθμ. 873/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Στις 11.01.2006 ο εναγόμενος κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πιερίας την από 10.1.2006 έγκλησή του κατά του ενάγοντος, του Β. Ρ., Ν. Β., Χ. Σ., Α. Γ. Μ. Κ. και παντός άλλου συνυπεύθυνου, με την οποία αναφερόμενος στην κατά την άποψή του, παράτυπη ακύρωση του ως άνω διαγωνισμού και τη μεθοδευμένη πειθαρχική και ποινική του δίωξη, αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των ανωτέρω, για τα αδικήματα της απιστίας, της παράβασης καθήκοντος, της παρασιώπησης εγκλήματος, της απάτης, της υπόθαλψης εγκληματιών, της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Όσον αφορά ειδικότερα τον ενάγοντα Ο εναγόμενος διέλαβε στην άνω έγκλησή του, επί λέξει τα εξής: α) σελ.4 /προτελευταία παραγ. "διαπίστωσα ότι στην Κατερίνη συνάδελφοι μου, τα μέλη της αρμόδιας Επιτροπής για τη διαδικασία διεξαγωγής του μειοδοτικού διαγωνισμού στην ανάδειξη εργολήπτη προμήθειας και εγκατάστασης Συστήματος Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης, του οποίου ήμουν μελετητής, ακύρωσαν την 29-8-2001, μη σύννομα ένα κανονικότατο διαγωνισμό... και έπραξα τα δέοντα ώστε τα κατά νόμο αρμόδια τοπικά κλιμάκια της διοίκησης του ΟΤΕ να ενημερωθούν και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της έκνομης αυτής πράξης, η οποία όπως διαπίστωσα είχε άμεση σχέση με την ευνοϊκή αντιμετώπιση συγκεκριμένων εργολάβων" β) σελ.4/τελ στοίχ & σελ. 5 & σελ.6/δύο πρώτοι στίχοι: "...υπέβαλα... την με αρ. πρωτ. 2439/13-11-2001... Αναφορά μου για τους παρακάτω κυρίως λόγους: ... γ) σελ. . 7. Ότι, όλα τα παραπάνω λυπηρά και παρασιτικά φαινόμενα θεωρούσα πως έπρεπε να σταματήσουν, άμεσα, διότι ζημίωναν τον Οργανισμό και έφθειραν, ιδιαίτερα, εμένα που εναντιώθηκα σε τέτοιου είδους οικονομικά συμφέροντα που πολλές φορές είναι και αδίστακτα", 7/προτελευταία παρ.: "...στην Κατερίνη συνάδελφοι μου, υπάλληλοι του ΟΤΕ, υφιστάμενοι του κ. Π. Σ., την 29-8-2001 ακύρωσαν μη σύννομα και αναρμόδια, ένα κανονικότατο ανοικτό διαγωνισμό... προκειμένου να ευνοήσουν το δεύτερο μειοδότη και τοπικό Εργολήπτη ο οποίος "όλως παραδόξως", μετά την ακύρωση του 1ου διαγωνισμού αυτού όπου ήταν πλειοδότης, στην επανάληψή του "καθίσταται" πρώτος μειοδότης...", δ) σελ. 9/στοίχ.3: "Ομολογείται, από τον προϊστάμενο του ΟΤΕ Πιερίας κ. Π. Σ.... παρασκηνιακή παρέμβαση του στο έργο της Επιτροπής...", ε) σελ. 9/τελευταία παρ.: "Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό του γεγονότος της προειλημμένης παράνομης απόφασης ακύρωσης του διαγωνισμού, από τους δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων (όπου τρίτος εγκαλούμενος ήταν ο ενάγων ",στ) σελ. 11/μέσον: "...προσέφυγα με αναφορά μου στον τότε Πρωθυπουργό της χώρας και ο οποίος και παρέπεμψε την Αναφορά μου στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών-Επικοινωνιών (ΣΕΕΥΜ-Ε) απ' όπου στη συνέχεια κλήθηκα και τεκμηρίωσα ενώπιον τους ένα σύνολο 36 αντικειμένων καταγγελιών μεταξύ των οποίων τα 2 από αυτά αφορούσαν τη μη σύννομη ακύρωση του εν λόγω διαγωνισμού στην Κατερίνη...",ζ) σελ. 14/τέλος.: " Βέβαια τα παραπάνω δεν είναι τα μοναδικά γεγονότα από τα οποία αποδεικνύεται η λειτουργία ομάδας σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη μου με παράλληλο στόχο την "φίμωση" μου με κάθε τρόπο ώστε να πάψω να ενοχλώ. Ειδικότερα κυρίως οι τέσσερις πρώτοι των εγκαλουμένων παρείχαν επανειλημμένα στοιχεία της ομαδικής και συντονισμένης αυτής δραστηριότητας στην προσπάθεια τους να με εμποδίσουν στην αποκάλυψη της αλήθειας", η) σελ. 14/τέλος και σελ. 15/αρχή: "Συγκεκριμένα ο τρίτος των εγκαλουμένων (δηλ. ο ενάγων)... ανέλαβε το έργο του αντιπερισπασμού, αλλά και της περαιτέρω δυσφήμισης μου ....καταθέτοντας την από 16.2.2004 και με Α.Β.Μ. A04/418 Εισαγγελίας Κατερίνης έγκλησή του εναντίον μου...", θ)σελ. 15/στοίχοι 8,9,20,21,22,27,28: "... Η προδήλως λοιπόν αόριστη και αναληθής από 16.2.2004 μήνυση του αντιδίκου έλαβε χώρα για να εξυπηρετήσει δύο κυρίως στόχους 1ον... 2ον.... καθυστερήσει (ο ενάγων) την ουσιαστική διερεύνηση των σοβαρότατων ευθυνών του, οι οποίες βέβαια για προφανείς λόγους.... δεν αναδείχθηκαν στο πόρισμα Ρ.,... διότι μόνο έτσι θα απάλλασσε τον αντίδικο μου από τις αιτιάσεις για παράβαση καθήκοντος και απιστία που λοιπόν προέκυπταν εις βάρος του...",ι) σελ. 18/στοιχ.5-8 "Σε τι αποσκοπούσε η παράνομη και αυθαίρετη παρέμβαση του 3ου μηνυόμενου (ενάγοντα) για την ακύρωση του Διαγωνισμού εάν όχι σε ωφέλεια κάποιων ευνοούμενων από αυτόν εργοληπτών ή προμηθευτών με ανάλογη βλάβη των συμφερόντων του εργοδότη μας ΟΤΕ...", ια) σελ. 21/προτελευταία παρ.: "...η εξέλιξη των γεγονότων θα ήταν εντελώς διαφορετική εάν ο πρώτος εγκαλούμενος... δεν επιχειρούσε με το πόρισμα που προσκομίζει και επικαλείται..., να συγκαλύψει τις έκνομες δραστηριότητες και ποινικώς κολάσιμες πράξεις των υπολοίπων εγκαλουμένων...", ιβ) σελ. 22/μέσον: "...γύρω από την παράνομη ακύρωση του 2ου διαγωνισμού..." (ενν. από τον ενάγοντα που ήταν το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για την έκδοση απόφασης ακύρωσης) και ιγ) σελ. 26 πρώτη παρ. "Επειδή οι παραπάνω προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις, των εγκαλουμένων είναι παράνομες και ποινικά κολάσιμες, από τις οποίες υπέστην ζημία ο εργοδότης μου ΟΤΕ όπως και οι μέτοχοι του συνιστούν την νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων των άρθρων 256, 231, 232, 386, (απιστία, παρασιώπηση εγκλήματος, υπόθαλψη εγκληματιών, απάτη) και του 259 ΠΚ (παράβαση καθήκοντος), σε συνδυασμό ενδεχομένως με τις διατάξεις του άρθρου 46 ΠΚ (ιδίως της παρ. α περί ηθικής αυτουργίας όσο αφορά τον τρίτο εγκαλούμενο ως προς τους τρεις τελευταίους, που ήταν υφιστάμενοι του και αποδεδειγμένα δέχτηκαν παράνομα εντολές από αυτόν, μολονότι ήταν μέλη αυτόνομου Οργάνου Επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού και τον δεύτερο εγκαλούμενο ως προς τον πρώτο, αφού ο πρώτος μόνο κατ' εντολή του δεύτερου, προϊσταμένου του, θα μπορούσε να διαπράξει τα αδικήματα που διέπραξε δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπηρετούσε στο τηλεπικοινωνιακό διαμέρισμα Κατερίνης και δεν υπήρχε προς αυτόν καμία διοικητική επιρροή από τον εκεί προϊστάμενο και 3ο μηνυόμενο". Στα πλαίσια της ίδιας ως άνω έγκλησης ο εναγόμενος α) στις 7.3.2006 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης του ΙΓ' Τμήματος., κατέθεσε τα εξής: "... ο 4ος εγκαλούμενος... ο 5ος και η 6η,... εισηγήθηκαν ακύρωση μειοδοτικού διαγωνισμού του έργου... παράνομα... ενώ κατά την άποψη μου ήθελαν να ευνοήσουν τον τοπικό εργολήπτη.... Ζημιώθηκε ο ΟΤΕ... Για τον ίδιο λόγο παράνομα ο γ' εγκαλούμενος (ενάγων) επικύρωσε την εισήγηση των προαναφερομένων και ακύρωσε διαγωνισμό με την υπ' αρ. 54/314 απόφασή του", και β) κατέθεσε το από 8/03/2006 "σημείωμα μηνυτή" προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (δια της Πταισματοδίκου του ΙΓ' Τμήματος), όπου ανέφερε τα εξής: 1) σελ.1/ στοίχ. 15 από το τέλος: ".....στην Κατερίνη και επί δίμηνο απέκρυπταν με δόλο, από εμένα το μελετητή την ακύρωση του 1ου διαγωνισμού..... προκειμένου να μη τους "διευκολύνω", στα δήθεν ελαττώματα της μελέτης μου που πολύ όψιμα "βρήκαν",... και δεν καταφέρουν να ακυρώσουν τον 1° διαγωνισμό...", 2)σελ3/στοίχ. 15 επομ.. "...προσερχόμενος...ως μάρτυρας εναντίον μου στην ψευδή έγκλησή του 3ου εγκαλούμενου... προκειμένου να ευνοηθούν, ο (πρώην) υφιστάμενός του 3ος εγκαλούμενος, όπως και εμπλεκόμενοι...", 3) σελ. 4/στοίχ. 20 επόμ. από το τέλος: "Ο ανακριτής... δεν καταλόγισε ευθύνες στην Επιτροπή διενέργειας διαγωνισμού, για την αναρμόδια-μη σύννομη εισήγηση της..., όπως και στον τότε προϊστάμενο του ΟΤΕ Κατερίνης κ. Π. Σ. είτε για τις ομολογημένες από τον ίδιο αναρμόδιες παρεμβάσεις του προς την Επιτροπή είτε για τη μη σύννομη ακύρωση του κανονικού... διαγωνισμού αυτού",4)σελ. 6/στοίχ. 13: "Για να ενισχύσει (ενν. ο ανακριτής Ρ.)....και να ευνοήσει την προώθηση της ψευδούς αυτής έγκλησης σε βάρος μου...", 5) σελ. 6/στοίχ. 30: " κακόβουλα το επικαλείται στα πλαίσια της ένορκης εξέτασης του στην ψευδή μήνυση του 3ου μηνυομένου....", 6) σελ. 6/στοίχ. 38: "Είναι ο ίδιος ανακριτής που στα πλαίσια της προανάκρισης του αυτής συγκάλυψε τις ευθύνες του 3ου εγκαλούμενου κ. Π. Σ....",7) σελ. 6/τέλος & 7/αρχή: "Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι... εάν ο πρώτος εγκαλούμενος ως ανακριτής.... δεν επιχειρούσε με το πόρισμα που προσκομίζει και επικαλείται να συγκαλύψει τις έκνομες δραστηριότητες και ποινικώς κολάσιμες πράξεις των υπολοίπων εγκαλουμένων....", 8) σελ. 7/μέσον έως τέλος:(ο "Τον Π. Σ. εγκάλεσα, διότι: Ως αρμόδιος προϊστάμενος, δεν εξασφάλισε την αξιόπιστη διενέργεια του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού και όρισε μέλη της Επιτροπής........ με προφανή σκοπό κατόπιν να τους ελέγξει... με παρεμβάσεις στο υποτιθέμενο αδιάβλητο έργο τους... και ζημιώθηκε ο ΟΤΕ και οι μέτοχοι του με δαπάνες άσκοπες... Παρέκαμψε την υπηρεσιακή τάξη... και εκμαίευσε τελικά την ακυρότητα...", 9) σελ.8/στοιχ. 1 " ( ο Π.) Με το έργο του αυτό ζημίωσε ηθικά και υλικά τον ΟΤΕ και τους Μετόχους του..", 10) σελ. 8/στοίχ. 3 επόμ.: "Από δόλο αρνήθηκε ( ο Π.) να αποστείλει στο Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.-Ε.... για έλεγχο το φάκελο ακύρωσης του εν λόγω διαγωνισμού της Κατερίνης και προφανώς γνώριζε τι συγκάλυψε το πόρισμα του κ. Ρ....", 11) σελ. 8/3η παρ.: "Επομένως ήταν γνώστης των πραγματικών γεγονότων..., παρά ταύτα μετά από όλα τα ψευδή αυτά γεγονότα..., υπέβαλε εναντίον μου, προ δύο ετών, ψευδή έγκληση...", 12) σελ.8/4" παρ. " ΓΕΓΟΝΟΤΑ που ΚΑΤΑΔΕΚΝΥΟΥΝ τουλάχιστο το άδικο της ποινής μου αυτής και κατ’ επέκταση της ψευδούς, προσχηματικής και συκοφαντικής σε βάρος μου έγκλησης του", και 13) σελ. 8 τέλος και 9/αρχή " όλα τα παραπάνω συνιστούν σε βάρος του 3ου εγκαλούμενου κ. Π. Σ. τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσής, της ψευδορκίας, της παράβασης καθήκοντος, της Παρασιώπησης, της Υπόθαλψης, της Απάτης σε βάρος της Υπηρεσίας και ενώπιον Δικαστηρίου, της Απιστίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης.". Η άνω έγκληση του εναγομένου απορρίφθηκε με την υπ. αριθμ. 50/23.06.2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης κατ' άρθρο 47 παρ.2 ΚΠοινΔ, γιατί, κατά το σκεπτικό της, από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση προέκυψε μεταξύ άλλων, ότι όλες οι ενέργειες των εγκαλουμένων (και του ενάγοντος) σχετικά με τον πρώτο και το δεύτερο διαγωνισμό του έργου "Εγκατάσταση Συστήματος Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης" ήταν ορθές, νόμιμες και αποσκοπούσαν στη διασφάλιση των συμφερόντων του ΟΤΕ, η διενέργεια της προανάκρισης από τον Β. Ρ. ήταν νόμιμη και το εξαχθέν συμπέρασμα αυτού ορθό, ενώ δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις ενοχής που να δικαιολογούν την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλουμένων .Κατά της Διάταξης αυτής, ο εναγόμενος άσκησε τη με αριθμ. 8/24.7.2006 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία ανέφερε σε βάρος του ενάγοντος τα εξής : α) σελ.6/ τελευταία παρ.: "Πλην όμως, επειδή και αυτή η καταγγελία μου για τη μη σύννομη ακύρωση του διαγωνισμού της Αποθήκης του ΟΤΕ Κατερίνης συμπεριλαμβάνεται στο σύνολο των καταγγελλομένων....", β) σελ. 8/στοίχ. 9 επόμ.: ότι ο ενάγων) κατασκεύασε και νόθευσε τα αποθηκευμένα σε υπολογιστή του ΟΤΕ Κατερίνης στατιστικά στοιχεία του αρχείου: "Πρακτικό Επιτροπής Εισήγησης για την ακύρωση του έργου" με σκοπό την εξαπάτηση της εισαγγελικής αρχής και του Δικαστηρίου ο οποίος... δεν ήταν η ...αλλά... ο ίδιος ο καταγγελλόμενος Π., ο οποίος φαίνεται να μεθόδευσε την κατασκευή των δήθεν στοιχείων στον προσωπικό του υπολογιστή)...γ) σελ.9/στοιχ. 3 επόμ.: "Τελικά θεωρώ ότι η από κοινού και ομαδικά υλοποιημένη τακτική της εξαπάτησης του κ. Εισαγγελέα με τη μέθοδο της παραπλάνησης, της κατασκευής πλασματικών στοιχείων και της επιλεκτικής απόκρυψης των αληθινών, αφενός οδήγησε τους εγκαλούμενους στη διάπραξη νέων ποινικών αδικημάτων.. ο κ. Εισαγγελέας μην μπορώντας να αντιληφθεί το μέγεθος των αλληλοστηριζομένων "κυκλωμάτων" που μαστίζουν τον ΟΤΕ....", δ) σελ. 11/στοιχ.9 "...ο κ. Εισαγγελέας.... δεν κατόρθωσε ίσως με δίκη μου ευθύνη να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε η ομάδα ανθρώπων που καταγγέλλω, εξυπηρετώντας αμοιβαία συμφέροντα των μελών της, τόσο εναντίον μου όσο και σε βάρος του ΟΤΕ", ε) σελ.21/στοιχ.8 τελευτ. παραγρ. "Εάν δεν κατήγγειλα τις παραπάνω παράνομες και αυθαίρετες πράξεις του Προϊσταμένου Π. και της επιτροπής διενέργειας του διαγωνισμού άραγε ποιό νόημα θα είχαν τα άρθρα του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού.....: "Η ηθική αυτουργία η συνεργεία σε κάποια πειθαρχικά κολάσιμη πράξη ή παράλειψη...."", στ) σελ.24/τέλος & σελ. 25/αρχή: "..... είχα εξαναγκασθεί να προσφύγω με σχετική Αναφορά μου στον τότε Πρωθυπουργό της χώρας που παρέπεμψε την Αναφορά μου αυτή στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών Επικοινωνιών (ΣΕΕΥΜ-Ε) απ' όπου στη συνέχεια κλήθηκα και τεκμηρίωσα ενώπιον τους ένα σύνολο 36 αντικειμένων καταγγελιών, μεταξύ των οποίων τα 2 αφορούσαν τη μη σύννομη ακύρωση του εν λόγω διαγωνισμού στην Κατερίνη, ζ) σελ.25/3ηπαρ και σελ.26/1η παρ. "....ενώ το ΣΕΕΥΜ-Ε με το υπ' αριθ. πρωτ. ΕΝΤ 15/02/469/07 Απριλίου 2003 ΕΠΕΙΓΟΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ...., έγγραφο του, που απέστειλε προς τον ΟΤΕ και συγκεκριμένα στο Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα ΠΙΕΡΙΑΣ (Κατερίνη), όπου τότε ήταν προϊστάμενος ο κ. Π. Σ.., καθώς επίσης προς τη Διοίκηση του ΟΤΕ και συγκεκριμένα στο... όπως και στον.... ζητούσε να αποστείλουν προς αυτό σχετικά [... φωτοαντίγραφα όλων των στοιχείων και εγγράφων του φακέλου του έργου αυτού] και προκειμένου οι προαναφερόμενοι να αποφύγουν τον νόμιμο έλεγχο των καταγγελλομένων μου, από την εν λόγω αρμόδια Ελεγκτική Αρχή, δεν απέστειλε κανείς ποτέ τα ζητηθέντα στοιχεία.... Οι λόγοι που βασικά απέφυγαν και ειδικότερα ο χολωμένος, από την ενημέρωση που πρόσφερε το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο που με δίκασε, κ. Π. να ανταποκριθεί ήταν, αφενός να μη επιβεβαιωθούν για άλλη μια φορά οι σχετικές καταγγελίες μου και αφετέρου να μη αποκαλυφθεί ότι στην Κατερίνη ο ανακριτής Ρ. συγκάλυψε όλες τις καταγγελίες μου...", η) σελ.35/τελευταία παρ.: "Όλες οι παραπάνω ασυμβίβαστες με τη λογική μεθοδεύσεις λοιπόν αποσκοπούσαν στο να όταν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλος...και όχι ο τοπικός ευνοούμενος εργολάβος, αφού δεν ανέμεναν ότι θα βρεθεί εργολάβος εκτός κυκλώματός ο οποίος..." Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 196/ 10.8.2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων στο σκεπτικό της ότι "...σαφέστατα συνάγεται ότι ο Σ. Π. και τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης περαίωσαν τις σχετικές διαδικασίες, ενήργησαν με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα που άπτονταν κυρίως και πρωτίστως με τα προτεινόμενα συστήματα και την ανταπόκρισή τους στις υπάρχουσες συνθήκες και δεν είχαν σχέση με τα συμμετέχοντα στο διαγωνισμό πρόσωπα. ..... ότι όλες οι ενέργειες των προϊσταμένων αρχών του εγκαλούντος εξελίχθηκαν και περαιώθηκαν κατά τα διατασσόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις....και συνακόλουθα τα όσα κατήγγειλε ο εγκαλών σε βάρος του Σ. Π. μη αποδεικνυόμενα είναι αναληθή...". Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος στις 5.5.2006 κατά τη συζήτηση της με αριθμ. καταθ. 16093/2004 αγωγής του κατά του ΟΤΕ στο Μονομελές Πρωτοδικείο, ανέφερε τα εξής : α) σελ.8/2" παρ.: "Απηύθυνα την αριθ. πρωτ. 2439/13-11-2001, του τότε Συγκροτήματος Δομικών & Η/Μ Έργων Θεσσαλονίκης, Αναφορά μου, προς τον τότε διευθυντή, της τότε Τηλεπ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας κ. Β. Ν.,... όταν διαπίστωσα πως μη σύννομα ακυρώθηκε δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός έργου μελέτης μου και δη του έργου "Σύστημα Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης", με την οποία κατήγγειλα...", β) σελ/10/στοιχ.9 επομ. "...λόγοι για τους οποίους εγκάλεσα για μη σύννομες πράξεις και ενέργειες.... Ενώπιον του αρμόδιου κ. Εισαγγελέα, τον εν λόγω ανακριτή, τους εμπλεκόμενους προϊσταμένους, αλλά και την Επιτροπή διαγωνισμού, όπως:.... 3. Π. Σ....", γ) σελίδα 11 στοίχοι 5 επόμ. όπου ο εναγόμενος αναφορικά με τις καταγγελίες του προς το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών του Υπ. Μεταφ. & Επικοιν. (ΣΕΕΥΜ-Ε), λέει "...απ' όπου στη συνέχεια κλήθηκα και τεκμηρίωσα ενώπιον τους ένα σύνολο 36 αντικειμένων καταγγελιών, μεταξύ των οποίων τα 2 αφορούσαν τη μη σύννομη ακύρωση του εν λόγω διαγωνισμού στην Κατερίνη και με αίτηση μου...αιτήθηκα την πρόταξη ελέγχου των 2 καταγγελιών μου αυτών του έργου Κατερίνης" δ) σελ. 11/3η παράγρ. έως σελ. 12: "... ενώ το ΣΕΕΥΜ-Ε με το υπ' αριθ. πρωτ. ΕΝΤ 15/02/469/07 Απριλίου 2003 ΕΠΕΙΓΟΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ...., έγγραφο του, που απέστειλε προς τον ΟΤΕ και συγκεκριμένα στα Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα ΠΙΕΡΙΑΣ (Κατερίνη), όπου τότε ήταν προϊστάμενος ο κ. Π. Σ.., καθώς επίσης προς τη Διοίκηση του ΟΤΕ και συγκεκριμένα στο ..., ζητούσε να αποστείλουν προς αυτό σχετικά [... φωτοαντίγραφα όλων των στοιχείων και εγγράφων του φακέλου του έργου αυτού] και προκειμένου οι προαναφερόμενοι να αποφύγουν τον νόμιμο έλεγχο καταγγελλομένων μου, δεν απέστειλε κανείς τα ζητηθέντα στοιχεία...>>. Οι λόγοι που βασικά απέφυγαν να ανταποκριθούν ήταν, αφενός, το να μη επιβεβαιωθούν για άλλη μια φορά οι σχετικές καταγγελίες μου, και αφετέρου να μη αποκαλυφθεί ότι ο κ. Ρ. ως ανακριτής συγκάλυψε όλες τις καταγγελίες μου..." και ε) σελ. 13/στοιχ.4 επομ. "Έτσι παρέμεινε προς εκδίκαση, ως πλέον κύρια κατηγορία, μόνο το τμήμα που αφορούσε στο πόρισμα του ανακριτή κ .Ρ. ... αναφορικά με τη μη σύννομη ακύρωση του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού έργου μελέτης μου και δη του έργου "Σύστημα Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης". Στις 27.7.2006, ο εναγόμενος υπέβαλε την από 25.7.2006 δεύτερη έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του ενάγοντος και των λοιπών προσώπων που μήνυσε με την από 10.1.2006 έγκλησή του, ζητώντας να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της πλαστογραφίας και της απάτης, αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής :α) σελ. 2/4η, 5η παράγρ.: " τα ως άνω καταγγελλόμενα περιλάμβαναν και στοιχεία που αφορούσαν πράξεις και παραλείψεις των προσώπων που εκθέτω αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στην από 10.1.2006 Μήνυση-Έγκληση ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης..., με την οποία κατήγγειλα και τη μη σύννομη ακύρωση διαγωνισμού... την ανεπίτρεπτη και παράνομη παρέμβαση του τότε Προϊσταμένου του ΟΤΕ Κατερίνης και σου εγκαλούμενου (ενάγοντα), για την ακύρωση του διαγωνισμού και τελικά, με τις παραπάνω ενέργειες, τη στήριξη ιδιωτικού μονοπωλίου από το Κατάστημα του ΟΤΕ Κατερίνης. Η από 10-1-2006 μήνυση μου... απορρίφθηκε από τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, ...με την υπ' αριθ. ....2006 απορριπτική διάταξη του, η οποία μου κοινοποιήθηκε την 08-7-2006, β)σελ.3/δεύτερη παρ.: "Στα ως άνω υπομνήματα τους οι εγκαλούμενοι περιέλαβαν σειρά ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών σε βάρος μου, εν γνώσει του ψεύδους αυτών, επανειλημμένα με εξυβρίζουν και κάνουν σχόλια ιδιαίτερα δυσφημιστικά που θίγουν το προσωπικό και το επαγγελματικό μου κύρος, την τιμή και την υπόληψη μου, επίσης αποκρύπτουν ή παραποιούν την αλήθεια παραπλανώντας έτσι τον αξιότιμο κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, ενώ, για να συγκαλύψουν την ενοχή τους για τα καταγγελλόμενα και να οδηγήσουν τελικά τον κ. Εισαγγελέα Πλημ. Κατερίνης σε λανθασμένη κρίση, δε διστάζουν να επικαλεστούν και να προσκομίσουν παραποιημένα και κατασκευασμένα έγγραφα, διαπράττοντας έτσι τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 363 ΠΚ), της πλαστογραφίας (αρθρ. 216 ΠΚ) αλλά και της απάτης (άρθρ. 386 ΠΚ)", γ) σελ. 14/2η παρ. "είναι ακόμη χαρακτηριστικό της θρασύτητας των μηνυομένων, και αποδεικνύει την αλήθεια των καταγγελλομένων μου περί της διαπλοκής των συμφερόντων τους με όλο το φάσμα των καταγγελλομένων από εμένα στελεχών του ΟΤΕ, το γεγονός ότι αφενός, από το σύνολο των εγκαλουμένων, δεν παραλείπεται ούτε η απαξίωση του... πορίσματος του Ανακριτή Σ. αφετέρου δε ιδίως ο εγκαλούμενος Π....", δ) σελ. 15/2η παρ.:" Σχετικά με τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης εξέτασης (αρθρ. 225 ΠΚ), της πλαστογραφίας (αρθρ. 216 ΠΚ) αλλά και της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ)., όπως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο των υπομνημάτων των τεσσάρων τελευταίων εγκαλουμένων...", ε) σελ. 16/στοίχ. 3 επόμ. ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατασκεύασε και νόθευσε τα αποθηκευμένα σε υπολογιστή του ΟΤΕ Κατερίνης στατιστικά στοιχεία του αρχείου: "Πρακτικό Επιτροπής Εισήγησης για την ακύρωση του έργου" αναφέροντας κατά λέξη: "Τα έγγραφα αυτά που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους τέσσερις τελευταίους εγκαλούμενους με σκοπό την εξαπάτηση της Εισαγγελικής Αρχής και του Δικαστηρίου είτε είναι κατασκευασμένα εξαρχής [ενδεικτικά:... σχετ. υπ' αριθ. 20 από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα στο απολογητικό υπόμνημα Π.,..., δήθεν εκτύπωση των στατιστικών στοιχείων του ηλεκτρονικού αρχείου "Πρακτικό Επιτροπής Εισήγησης για την ακύρωση του έργου"...Ακόμη όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα στοιχεία της εκτύπωσης που προσκομίζει ο εγκαλούμενος Π. και οι τρεις τελευταίοι εγκαλούμενοι πριν από αυτόν, δεν ήταν η κ. Κ. ή κάποιος άλλος εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος της υπηρεσίας, αλλά ο "S.", δηλαδή ο ίδιος ο καταγγελλόμενος Π., ο οποίος φαίνεται να μεθόδευσε την κατασκευή των δήθεν στοιχείων στον ίδιο τον προσωπικό του υπολογιστή... Συγκεκριμένα, ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κατερίνης.. με βεβαιότητα παραπλανήθηκε από τις μεθοδεύσεις των εγκαλουμένων, δέχεται ότι το πρακτικό της επιτροπής διενέργειας του διαγωνισμού...έχει ημερομηνία σύνταξης την 17.10.2001 και όχι την 29.8.2001...", στ) σελ. 17/3η παραγρ., αναφέρει για την ημερομηνία του Πρακτικού ακύρωσης: "... ο ισχυρισμός αυτός των εγκαλουμένων είναι ψευδής και αποσκοπεί στην εξαπάτηση των Δικαστικών Λειτουργών...", ζ) σελ. 17/τέλος 3ης παραγράφου: "...αποδεικνύει και πάλι την οργανωμένη συμπαιγνία εκ μέρους των κατηγορουμένων προς παραπλάνηση των Δικαστικών Λειτουργών!!!!!", η) σελ. 18/3η παρ.: "Τέλος ο κ. Εισαγγελέας πλημμελειοδικών Κατερίνης εξαπατώμενος από τους σχετικούς ισχυρισμούς των τεσσάρων τελευταίων εγκαλουμένων δέχεται ως αληθή τον αναληθή ανήκουστο ισχυρισμό του τρίτου εγκαλούμενου Σ. Π.... που ξεκάθαρα τον χρησιμοποιεί για να εξαπατήσει τον κ. Εισαγγελέα, πράγμα το οποίο τελικά επέτυχε....", θ) σελ. 21/τελευταία παράγραφος: "Τελικά θεωρώ ότι η από κοινού και ομαδικά υλοποιημένη τακτική της εξαπάτησης του κ. Εισαγγελέα με τη μέθοδο της παραπλάνησης, της κατασκευής πλασματικών στοιχείων και της επιλεκτικής απόκρυψης των αληθινών, αφενός οδήγησε τους εγκαλούμενους στη διάπραξη νέων ποινικών αδικημάτων... " ι) σελ. 21/τελευτ. στοίχος και σελ. 22/ 1η παράγρ.: "... ο κ. Εισαγγελέας μην μπορώντας να αντιληφθεί το μέγεθος των αλληλοστηριζόμενων "κυκλωμάτων"... που μαστίζουν τον ΟΤΕ και έχουν προκαλέσει για πρώτη φορά στην ιστορία του Οργανισμού την εμφάνιση σοβαρών οικονομικών ελλειμμάτων, θεώρησε ως δήθεν αληθείς όλους τους παρωχημένους πλέον και συκοφαντικούς εναντίον μου ισχυρισμούς των εγκαλουμένων", ια) σελ. 22/2η παρ.: "Επειδή οι παραπάνω προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις, εγκαλουμένων είναι παράνομες και ποινικά κολάσιμες ... ενώ για τις υπόλοιπες πράξεις,..., της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, της απάτης της πλαστογραφίας έχετε την αρμοδιότητα να ασκήσετε αυτεπαγγέλτως δίωξη κατά των υπευθύνων". Στις 7.8.2006 ο εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης, την από 4-8-2006, έγκλησή του, κατά των Δικηγόρων του ΟΤΕ (Φ. και Σ. ) για απιστία, συκοφαντική δυσφήμιση και απάτη, όπου ανέφερε για τον ενάγοντα :α) σελ. 2/3η και 4η παρ.: "Μεταξύ άλλων τα ως άνω καταγγελλόμενα περιλάμβαναν και στοιχεία που αφορούσαν πράξεις και παραλείψεις των προσώπων που εκθέτω αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στην από 10.1.2006 Μήνυση- Έγκληση ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης..., με την οποία κατήγγειλα και τη μη σύννομη ακύρωση διαγωνισμού... την ανεπίτρεπτη και παράνομη παρέμβαση του τότε Προϊσταμένου του ΟΤΕ Κατερίνης και 6ου εγκαλούμενου (ενάγοντα), για την ακύρωση του διαγωνισμού και τελικά, με τις παραπάνω ενέργειες, τη στήριξη ιδιωτικού μονοπωλίου από το Κατάστημα του ΟΤΕ Κατερίνης. Η από 10-1-2006 μήνυση μου στην οποία εκτός των άλλων αναφέρονται και τα παραπάνω, απορρίφθηκε (θεωρώ κατόπιν παραπλάνησης του κ. Εισαγγελέα από τους σε αυτήν μηνυόμενους) ..", β) σελ. 3/1η παρ. <<... επίσης αποκρύπτουν ή παραποιούν την αλήθεια παραπλανώντας έτσι τον αξιότιμο κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, ενώ, για να συγκαλύψουν την ενοχή τους για τα καταγγελλόμενα και να οδηγήσουν - τελικά τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης σε λανθασμένη κρίση, δε διστάζουν να επικαλεστούν αναληθώς την έννοια Κανονιστικών κειμένων, άλλοι να προσκομίζουν παραποιημένα και κατασκευασμένα έγγραφα, διαπράττοντας έτσι τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 363 ΠΚ), της ψευδούς ανώμοτης εξέτασης (άρθρο 225 ΠΚ), της πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ) αλλά και της απάτης (άρθρο 386 και 386Α ΠΚ)", γ) σελ. 6/3η παραγρ.: "Βέβαια, στα υπομνήματα τους προσπαθούν, οι εμπλεκόμενοι, να προσδώσουν επίφαση νομιμότητας σε κάθε τους ενέργεια στην απόλυτα παράνομη ακύρωση του διαγωνισμού, προβάλλοντας άπαντες το γενικό επιχείρημα πως ενήργησαν "για το υπηρεσιακό συμφέρον" μη διστάζοντας ακόμη και να παραποιήσουν έγγραφα τα οποία τα προσκόμισαν Ενώπιον της Εισαγγελικής Αρχής και φυσικά να καταθέσουν σωρεία ψευδολογιών...", δ) σελ. 14/3η παρ.: "Επιχειρούν πολύ όψιμα και ομαδικά να παραπλανήσουν Λειτουργούς της Δικαιοσύνης και ως ένα βαθμό το πέτυχαν με την παραπλάνηση του κ. Εισαγγελέα Κατερίνης, με την δήθεν εκτύπωση PRINTSCREEN των στατιστικών στοιχείων του ηλεκτρονικού αρχείου "Πρακτικό Επιτροπής Εισήγησης για την ακύρωση του έργου", η οποία {.... όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα στοιχεία της εκτύπωσης που προσκομίζει ο εγκαλούμενος Π., δεν ήταν η κ. Κ. ή κάποιος άλλος εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος της υπηρεσίας, αλλά ο "S.", δηλαδή ο ίδιος ο καταγγελλόμενος Π., ο οποίος φαίνεται να μεθόδευσε την κατασκευή των δήθεν στοιχείων στον προσωπικό του υπολογιστή).....", ε)σελ. 12/2η παράγρ.: "Όσον αφορά την ακύρωση του διαγωνισμού... αν και το Σ.Ε.Ε.ΥΜ.-Ε ζήτησε επανειλημμένα να αποσταλεί ο φάκελος της ακύρωσης του διαγωνισμού της Αποθήκης Κατερίνης, (σχετ. υπ' αριθ. 29), ώστε να διαπιστώσει αν σύννομα ακυρώθηκε αυτός ο διαγωνισμός, ουδέποτε εστάλη και τούτο θα τους προφανέστατους λόγους ότι φοβήθηκαν πως αποκαλύπτονταν η σκευωρία αυτή και κατ' επέκταση η πλαστότητα του πορίσματος Ρ....". Την ίδια ως άνω ημερομηνία 7.8.2006, ο εναγόμενος υπέβαλε την από 4.8.2006 με αριθμ. πρωτ. 7486/2006 αίτησή του στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης διαμαρτυρόμενος ότι ο ΟΤΕ δεν του χορηγεί έγγραφα που ζητά για να τα συσχετίσει με την προαναφερόμενη από 24.7.2006 προσφυγή του, όπου ισχυρίζεται για τον ενάγοντα τα εξής : α) σελ. 11 στοιχ. 16 επομ. "...μετά το άνοιγμα των Οικονομικών Προσφορών, είδαν πως δεν ήταν μειοδότης ο τοπικός εργολάβος αλλά άλλος από τη Θεσσαλονίκης, πολύ καθυστερημένα εφεύραν δήθεν κάποια προσκόμματα στη μελέτη μου και μη σύννομα ακύρωσαν τον διαγωνισμό αυτό. Κατόπιν αυτού ο τότε προϊστάμενος του ΟΤΕ Κατερίνης κ. Π.... έκανε άλλη μελέτη και την οποία δημοπράτησε στη 2η δημοπρασία, από την οποία μειοδότης "προέκυψε" ο ίδιος τοπικός εργολάβος που στη δημοπρασία, του έργου που μελέτησα, ήταν πλειοδότης", β) σελ. 11 στοιχ.27 "Για τη μη σύννομη ακύρωση του 1ου διαγωνισμού μελέτης μου υπέβαλα αναφορά...", γ) σελ. 21/4" παρ." που μη σύννομα ακύρωσαν τον εγκυρότατο διαγωνισμό....". Ωστόσο, τα παραπάνω που ανέφερε πραγματικά περιστατικά εναγόμενος προαναφερόμενα έγγραφά του, είναι ψευδή ο ίδιος δε τελούσε σε γνώσει της αναλήθειάς των και προσβλητικά για την προσωπικότητα του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων παρενέβη παρασκηνιακά και αναρμόδια στο έργο της άνω Επιτροπής αξιολόγησης, ότι ήταν προειλημμένη η απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού, ότι εκμαίευσε την ακυρότητα του διαγωνισμού και ότι παράνομα επικύρωσε την εισήγηση της Επιτροπής για ακύρωση του διαγωνισμού, αλλά απεναντίας με βάση τα προαναφερόμενα προέκυψε ότι ο ενάγων ενήργησε σύννομα κατά τη διενέργεια και των δύο διαγωνισμών του έργου έχοντας ως γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων του ΟΤΕ, είχε δε κάθε δικαίωμα να ακυρώσει το διαγωνισμό ως Προϊστάμενος και Εποπτεύουσα Αρχή σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 περ. β και γ των Ειδικών Διατάξεων του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων του ΟΤΕ. Πολύ δε μάλλον που η απόφαση για την ακύρωση του πρώτου διαγωνισμού, που διενεργήθηκε με βάση τη μελέτη του εναγομένου, λήφθηκε γιατί διαπιστώθηκε, κατά το χρόνο της αξιολόγησης των τεχνικών προδιαγραφών που περιείχαν οι προσφορές πως το μελετηθέν από τον εναγόμενο σύστημα, είχε χαρακτηριστικά και δυνατότητες που δεν ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές του έργου . Ανεξαρτήτως δε του αν η ένταξη της αιτιολογίας ακύρωσης του πρώτου διαγωνισμού, υπήχθη στο άρθρου 17 της Διακήρυξης του ΟΤΕ, που αναφέρεται σε "σοβαρές αλλαγές των αναγκών του ΟΤΕ", ενώ το αμφισβητούμενο ήταν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήματος, εφόσον η όλη εγκατάσταση αφορούσε την εξυπηρέτηση των αναγκών του ΟΤΕ, υπήρχε η δυνατότητα και στο στάδιο τούτο των αποτελεσμάτων να ακυρωθεί σύννομα ο διαγωνισμός. Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ακολούθησε δημόσια επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού, κατά την οποία τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες και κλήθηκαν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ αυτών και ο αρχικός μειοδότης και κατ' αυτήν, αφού υπήρξε επιλογή του προτιμητέου συστήματος μετά την κατακύρωση με το ποσό των 5.312.875 δρχ., προέκυψε όφελος για τον ΟΤΕ ύψους 1.533.433 δρχ σε σχέση με την προσφορά του προηγούμενου μειοδότη που ήταν 6.846.318 δρχ, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί σκόπιμης διακριτικής μεταχείρισης ή εύνοιας κάποιων προσώπων ή εταιριών, εκ μέρους του ενάγοντος, που επέφεραν ζημιά στον ΟΤΕ, περί ύπαρξης αδίστακτων οικονομικών συμφερόντων που λειτουργούν σε βάρος του ΟΤΕ, περί συγκρότησης ομάδας μεταξύ ενάγοντος και των λοιπών εγκαλουμένων του, με πρόθεση να τον φιμώσουν και να αποκρύψουν την αλήθεια, είναι παντελώς αβάσιμοι. Ουδόλως προέκυψε επίσης ότι έγιναν υπερτιμολογήσεις που θίγει ο εναγόμενος, ούτε άλλη οικονομική ατασθαλία, ούτε εν τέλει ότι ο ενάγων και οι εμπλεκόμενοι στο διαγωνισμό, είχαν την πρόθεση να παραβούν τα καθήκοντά της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν τον ΟΤΕ. Ειδικά το ζήτημα των υπερτιμολογήσεων και διόγκωσης των προϋπολογισμών ερευνήθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΟΤΕ και δεν διαπιστώθηκε κάτι σχετικό, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο με αριθμ. 463/2002 πόρισμα, καθιστώντας αναληθή και αυτό τον ισχυρισμό του εναγομένου. Νόμιμη επίσης υπήρξε και η διενέργεια της προανάκρισης από τον Β. Ρ., αφού προβλέπεται η προφορική διερεύνηση του προς εξέταση θέματος κατά τα προεκτεθέντα, ο διενεργήσας δε αυτή σε καμιά περίπτωση δεν συγκάλυψε τις φερόμενες από τον εναγόμενο ευθύνες του ενάγοντος, αφού τέτοιες ευθύνες δεν υπήρξαν. Συνακόλουθα δεν είχε κανένα λόγο ο ενάγων να επιδιώξει να αποφύγει τον έλεγχο όσων κατήγγειλε ο εναγόμενος και να μην αποστείλει προς το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.), -παρότι του ζητήθηκε τα έγγραφα του φακέλου του έργου, ο περί του αντιθέτου δε ισχυρισμός του εναγομένου είναι αναληθής. Ενισχύεται η εν λόγω παραδοχή από το γεγονός ότι για να αποστείλει τα ζητούμενα έγγραφα ο ενάγων χρειαζόταν έγκριση της Διοίκησης του ΟΤΕ, ενώ από το με αριθμ. 409/ΕΜΠ 5/27.2.2003 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Περιφερειών του ΟΤΕ προς το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. επί λέξει αναφέρεται " από το έτος 1977 ο υπάλληλός μας Γ. Κ. απασχολεί άσκοπα την Υπηρεσία με αλλεπάλληλες προς την Τηλεπικοινωνιακή Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και τη Διοίκηση του Οργανισμού εν πολλοίς αόριστες, ατεκμηρίωτες και ανυπόστατες καταγγελίες κατά μη κατονομαζομένων συναδέλφων του ΟΤΕ γενικότερα για κατασπατάληση χρημάτων κατά τη μελέτη και εκτέλεση έργων του Οργανισμού και για συστηματικό παραγκωνισμό του. Επειδή οι ανωτέρω καταγγελίες αποτέλεσαν αντικείμενο ερευνών και αποδείχθηκαν αβάσιμες και αναληθείς.....Μετά από διαπίστωσή μας ότι στο διάστημα 27.01.2003 μέχρι 7.2.2003 "βομβάρδισε" την Υπηρεσία του με 13 αναφορές ή αιτήσεις επί διάφορων, κατά κανόνα, ασήμαντων θεμάτων, με επιστολή μας από 14.2.2003 του κάναμε γνωστό ότι δεν θα επιτρέψουμε από τούδε και στο εξής καμιά απάντηση της Υπηρεσίας στην πληθώρα των αιτημάτων του.". Να σημειωθεί παρά ταύτα, ότι στις 5.11.2004 παραδόθηκαν στον εναγόμενο μετά από εισαγγελικές παραγγελίες συνολικά 103 έγγραφα 1275 σελίδων με απόδειξη παραλαβής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο ενάγων κατασκεύασε στοιχεία και δη ότι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΟΤΕ, νόθευσε το Πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης που αποφαινόταν την ακύρωση του διαγωνισμού, ως προς την ημερομηνία και δη έθεσε ημερομηνία 17.10.2001, αντί της αναγραφόμενης 29.8.2001, για την οποία έγινε ήδη σχετικός λόγος παραπάνω, αποδείχθηκε ότι τέτοια δυνατότητα δεν είχε ο ενάγων, καθόσον οι δικτυωμένοι υπολογιστές του ΟΤΕ Κατερίνης, διαθέτουν δική τους IP Adress (δοσμένη από τον DHCP Server της Αθήνας) και ο καθένας το δικό του Όνομα Υπολογιστή και User Name (ομοίως δοσμένα από τον RADIO Server της Αθήνας) και είναι "κλειδωμένοι" σε κεντρικό επίπεδο από τη Διεύθυνση Πληροφοριακών Συστημάτων του ΟΤΕ (από τον Administrator του συστήματος) με αποτέλεσμα, σε ότι αφορά τα αρχεία του κειμενογραφικού πακέτου "Microsoft WORD" που βρίσκονται καταχωρισμένα στον "Windows Explorer" ("Εξερευνητή των Windows") του υπολογιστή ενός "απλού : Χρήστη" (User) της Κατερίνης, με παλαιά και συγκεκριμένη ημερομηνία, να μην μπορεί κανείς "απλός Χρήστης" (δηλ. υπάλληλος του ΟΤΕ Κατερίνης, όπως είναι και ο ενάγων) να αλλάξει, κατά το δοκούν, τα ημερολογιακά χαρακτηριστικά των ηλεκτρονικών αυτών αρχείων (ημερομηνία και ώρα δημιουργίας και ημερομηνία του Windows Explorer), μέσω αλλαγής της ημερομηνίας του ρολογιού του υπολογιστή (βλ. το, από 26.02.2007, έγγραφο της Microsoft Ελλάς Α.Β.Ε.Ε.). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την προσκομισθείσα από τον εναγόμενο περίληψη της με αριθμ. ... γνωμοδότησης υπ. αριθμ. ... έργου της επιτροπής ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εκδοθείσα κατόπιν ερωτημάτων του ίδιου, στην οποία ο συντάξας αυτήν Δ. Μ. Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ αποφαίνεται ότι είναι δυνατή στο δίκτυο ΙΝΤΡΑΝΕΤ του ΟΤΕ η αλλαγή των χρονολογικών στατιστικών στοιχείων των ηλεκτρονικών αρχείων- εγγράφων, καθόσον ο εν λόγω συντάκτης κατέληξε στο συμπέρασμα τούτο χωρίς να έχει αποκτήσει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό δίκτυο υπολογιστών ΙΝΤΡΑΝΕΤ του ΟΤΕ και χωρίς να έχει προβεί σε εξέταση του εν θέματι ηλεκτρονικού αρχείου- εγγράφου. Εξάλλου, πρέπει να γίνει μνεία, ότι ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, είναι πέραν της θεωρητικής δυνατότητας ή μη επέμβασης και τροποποίησης του άνω ηλεκτρονικού αρχείου, αν την επέμβαση αυτή την έκανε ο ενάγων, όπως αναπόδεικτα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ώστε να κριθεί στη συνέχεια αν ο ισχυρισμός του περί νόθευσης του πρακτικού εκ μέρους του ενάγοντος στηρίζεται σε αληθές ή ψευδές γεγονός. Κι επειδή ο εν λόγω ισχυρισμός, είναι ένας εκ των πλείστων επίδικων ισχυρισμών, με τους οποίους φέρεται ο εναγόμενος να τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, το αίτημα του εναγομένου που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να διαταχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη (αρθ.368 παρ.1 ΚΠολΔ), για το ζήτημα της δυνατότητας ή μη της τροποποίησης των ηλεκτρονικών αρχείων του άνω υπολογιστή του ΟΤΕ, κρίνεται απορριπτέο. Ο άνω υπολογιστής με το όνομα "spiros" χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από τον ενάγοντα και εκείνη τη χρονική περίοδο από την Μ. Κ., στην οποία και οφείλεται όπως προαναφέρθηκε η εσφαλμένη ημερομηνία, για την οποία κάνει λόγο και ο Χ. Σ. στην κατάθεσή του. Άλλωστε την παραδοχή ότι η άνω ημερομηνία αναγράφηκε από παραδρομή του μέλους της επιτροπής Μ. Κ. και όχι εσκεμμένα -, αφού κανένα κίνητρο προς τούτο δεν ανέκυψε οδηγήθηκε και η με αριθμ. 53/2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, καθώς και η με αριθμ. 96/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μνεία της οποίας θα γίνει παρακάτω. Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αναληθής, όπως αναληθείς τυγχάνουν και οι αιτιάσεις του εναγομένου περί του ότι ο ενάγων μαζί με τους λοιπούς εγκαλούμενους στις μηνύσεις του εναγομένου, επιδίωξαν να ματαιώσουν εν γνώσει τους τη δίωξη κάποιου πλημμελήματος ή κακουργήματος που τέλεσε τούτος (πλαστογραφίας, απάτης, απιστίας), ή παρέλειψαν να αναγγείλουν αξιόποινη πράξη στις αρχές ή εξαπάτησαν αρμόδιους εισαγγελείς, οι οποίοι ας σημειωθεί ως μη έχοντας ικανότητα περιουσιακής διάθεσης δεν μπορούν να εξαπατηθούν ... Επιπρόσθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέθεσε σε βάρος του εναγομένου ψευδή έγκληση για να προκαλέσει την ποινική του δίωξη τελώντας σε βάρος του, πέραν του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και αυτό της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, γιατί τα όσα ισχυρίστηκε ο ενάγων με την από 13.2.2004 έγκληση του (ΑΒΜ A04/418) σχετικά με την υπ' αριθμ. ....2001 αναφορά του εναγομένου προς τον Προϊστάμενο-Διευθυντή της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ΟΤΕ, Ν. Β., κρίθηκαν βάσιμα, αφού το προαναφερόμενο πόρισμα του Ρ. όχι μόνο δεν δικαίωσε τον εναγόμενο, αλλά τον κατέστησε πειθαρχικά διωκόμενο. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος με την υπ. αριθμ. 9955/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αθωώθηκε της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, δεν αναιρεί την άνω παραδοχή, γιατί σύμφωνα με το σκεπτικό αυτής, ο εναγόμενος απαλλάχθηκε ελλείψει δόλου, παρότι δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ότι " τα όσα διαλαμβάνει στην άνω αναφορά του ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή υπήρξε και αναφορικά με το επίμαχο έργο οργανωμένη ομάδα που είχε σκοπό τη βλάβη των συμφερόντων του ΟΤΕ και τον προσπορισμό οφέλους σε ευνοούμενα πρόσωπα, δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα" H άνω έγκλησή του ενάγοντος έλαβε χώρα μετά τις καταγγελίες του εναγομένου σε βάρος του, αποσκοπούσε δε ο ενάγων στο να αντικρούσει οποιαδήποτε υπόνοια στρεφόταν εναντίον του, περί ανάμιξής του σε υποτιθέμενες παρανομίες. . Στο σημείο τούτο, πρέπει να λεχθεί ότι την κρίση του Δικαστηρίου ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος είναι ψευδείς και ότι ο ενάγων σε ουδεμία παράνομη πράξη που είχε συνέπεια την πρόκληση ζημιάς στον ΟΤΕ προέβη με την άνω ιδιότητά του, ενισχύουν μεταξύ της σωρείας Διατάξεων Εισαγγελέων και Δικαστικών αποφάσεων και οι εξής: α) οι προαναφερόμενες με αριθμ. 50/1006 και 196/2006 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης και του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα που απέρριψαν την κατατεθείσα στις 11.01.2006 από 10.01.2006 έγκληση του εναγομένου αριθμ. 131/13.2.2008 και 144/16.5.2008 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης και του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα που απέρριψαν ως αβάσιμη την κατατεθείσα στις 27.7.2006 προαναφερόμενη έγκληση του εναγομένου, γ) οι με αριθμ. 53/2009 και 202/2009 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης και Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που απέρριψαν την τρίτη κατά σειρά προαναφερόμενη από 25.5.2009 επίδικη μήνυση του εναγομένου κατά του ενάγοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, σχετικά με όσα κατέθεσαν για το σύννομο της ακύρωσης του επίμαχου διαγωνισμού δ) Η με αριθμ. 984/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε ένοχο τον εναγόμενο για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος του ενάγοντα, στις 11.1.2006 με την άνω έγκλησή του και στις 24.7.2006 με όσα συκοφαντικά γεγονότα διέλαβε στην με αριθμ. 8/24.7.2006 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω με αριθμ. 984/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η εκ μέρους του εναγομένου αίτηση για αναίρεσή της απορρίφθηκε με την υπ. αριθμ. 691/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου (Στ Ποινικό Τμήμα), όπως απορρίφθηκε και η αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας , με την υπ. αριθμ. 1900/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ε) η με αριθμ. 96/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε έφεση του εναγομένου κατά της 7311/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμ. 28957/2011 αγωγή του (εναγομένου) κατά του ανακριτή του ΟΤΕ Β. Ρ. και των άνω μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης, για προσβολή προσωπικότητας με αντικείμενο πάλι τις ατεκμηρίωτες αιτιάσεις του εναγομένου περί παράνομης ακυρότητας του επίδικου διαγωνισμού και στ) με αριθμ. 2137/2018 απόφαση του Β Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (ήδη τελεσίδικη) με την οποία αθωώθηκαν ο ενάγων, ο Χ. Σ., η Μ. Κ. και Β. Ρ. για τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις της ψευδορκίας και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που φέρονται ότι έλαβαν χώρα στις 12.3.2013, με το σκεπτικό ότι όλα όσα κατέθεσαν για τον επίμαχο διαγωνισμό ανταποκρίνονταν πλήρως στην πραγματικότητα. Περαιτέρω ο εναγόμενος τελούσε σε γνώσει της αναλήθειας, όσων διέδιδε σε βάρος του ενάγοντος και περιλαμβάνονται στα παραπάνω επίδικα έγγραφά, καθόσον είχε άμεση αντίληψη αυτών λόγω της ιδιότητάς του και της εμπειρίας του και γιατί σε προγενέστερους χρόνους (από το 2002) είχαν διερευνηθεί όλες οι αιτιάσεις και καταγγελίες του σχετικά με τη μη σύννομη κατά τους ισχυρισμούς του ακύρωση του επίμαχου διαγωνισμού από τη διοίκηση του ΟΤΕ, από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές οι οποίες κρίθηκαν όλες αβάσιμες και ατεκμηρίωτες. Αξίζει να μνημονευτεί ότι ενώ από 25.2.2002 με το υπ. αριθμ. 218/2625/25.2.2002 έγγραφο του ΟΤΕ ΑΕ (Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού) με το οποίο του κοινοποιήθηκε ότι η παραπάνω από 13.11.2001 αναφορά του τυγχάνει τελείως αβάσιμη, του επισημάνθηκε παράλληλα ότι οι καταγγελίες του είναι μειωτικές του κύρους της προσωπικότητας των συναδέλφων του "γιατί δεν προέκυψε κάποια ζημιά για την επιχείρηση, ούτε και σχετικές ευθύνες προσώπων", τούτος συνέχισε έκτοτε να υποβάλλει εγκλήσεις κατά του ενάγοντος (αλλά και των λοιπών εμπλεκομένων στο διαγωνισμό) "για πολλοστή φορά και για συναφή περιστατικά, τη στιγμή που οι προηγούμενες εγκλήσεις του έχουν απορριφθεί", όπως επί λέξει αναφέρει ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης στην με αριθμ. 202/2009 Διάταξη του, ενώ στο σκεπτικό της με αριθμ. 984/2013 ήδη αμετάκλητης με αριθμ. 984/2013 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι η εμμονή του εναγομένου στην πρόκληση καταδίωξης εναντίον του ενάγοντος παρά την προηγηθείσα δικαστική και εισαγγελική κρίση ως προς την αναλήθεια των γεγονότων δείχνει "κακόβουλη συμπεριφορά και ελατήρια ταπεινά". Σε καμιά περίπτωση δε δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο εναγόμενος είχε την πεποίθηση πως όσα κατήγγειλε για τον ενάγοντα ήταν αληθινά, αφού ήταν σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά την αβασιμότητά των και αυτός ήταν ο λόγος που ποτέ δεν μπόρεσε να επικαλεστεί συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα ώστε να ευδοκιμήσουν οι επίδικες αιτιάσεις του από το 2002 έως σήμερα. Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, μπορούσαν αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, την οποία εν τέλει έβλαψαν, δεδομένου ότι έλαβαν γνώση αυτών τρίτα πρόσωπα -και μάλιστα εντός της κλειστής κοινωνίας της Κατερίνης- ενώπιον των οποίων, εμφάνισε τον ενάγοντα ως πρόσωπο και μάλιστα Προϊστάμενο του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος του ΟΤΕ Πιερίας που τελεί παράνομες πράξεις, που ακυρώνει μη σύννομα διαγωνισμό του ΟΤΕ με επακόλουθο τη ζημιά αυτού για να προσπορίσει σε άλλους (εργολάβους) παράνομο όφελος, που παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, τα συμφέροντα της οποίας και δεν εξυπηρετούσε που νοθεύει έγγραφα, εξαπατά Δικαστικές αρχές, που τον καταμηνύει ψευδώς και να τον συκοφαντεί και γενικά που στερείται ηθικών αρχών και μολονότι τελούσε αναμφίβολα σε γνώση ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εντούτοις τα κατέθεσε, με άμεσο σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ως ατόμου και ως καταξιωμένου στελέχους του ΟΤΕ . Στα τρίτα πρόσωπα που έλαβαν γνώση των παραπάνω εγγράφων συγκαταλέγονται οι προϊστάμενοι του ενάγοντα και γενικά πρόσωπα του εργασιακού τους περιβάλλοντος όσο και εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί, καθώς και δικαστικοί υπάλληλοι που ασχολήθηκαν με τη διερεύνηση των καταγγελιών του εναγομένου. Να λεχθεί στο σημείο τούτο, ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ συνάγεται ευθέως ότι "τρίτος" είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ' αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κ.λπ. ... Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν είχε πρόθεση να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, μετά τις άνω παραδοχές, είναι παντελώς αβάσιμος, αναιρείται δε πλήρως και από την αδικαιολόγητη στάση του να καταθέτει συνεχώς αναφορές και εγκλήσεις σε βάρος του αντιδίκου του, που αφενός υποδηλώνει την εμπάθεια και την εμμονή του εναγομένου να προσβάλλει παράνομα υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του παρέχει στον ενάγοντα την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη (αρθ. 59 και 932 AK), σύμφωνα με τη μείζονα της παρούσας σκέψη. Ο επιπρόσθετος ισχυρισμός του εναγομένου ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για διαφύλαξη νομίμου δικαιώματός και δη για να προασπίσει τα συμφέροντα του ΟΤΕ, αλλά και τα υπηρεσιακά και εργασιακά συμφέροντα του ιδίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, επί του οποίου επιχειρείται να στηριχθεί δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, πληρεί κατά τα προεκτεθέντα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ και όχι της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ, οπότε θα μπορούσε να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως έκρινε ότι ο εναγόμενος πρόσβαλλε την προσωπικότητα του ενάγοντος με συκοφαντική δυσφήμηση και απέρριψε την ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από τις παραπάνω συνεχείς παράνομες και υπαίτιες προσβολές της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγομένου , υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν δικαιούται ο ενάγων χρηματικής ικανοποίησης, γιατί δεν υπέστη ουδεμία ζημιά και γιατί τα καταγγελλόμενα από τον ίδιο δεν είχαν καμία αρνητική συνέπεια στην εργασία του, μιας και έλαβε προαγωγή και έγινε διαμερισματάρχης στο νομό Λάρισας και Μαγνησίας, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος , καθόσον η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αρθ.932ΑΚ), δεν αποτελεί κύρωση σε βάρος του ζημιώσαντος , ούτε προϋποθέτει ύπαρξη υλικής ζημιάς, αλλά αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση του παθόντος από τη λύπη, τη στεναχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή μη περιουσιακού του αγαθού... Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος της <<αρχής της αναλογικότητας>> που επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού και σταθμίζοντας τις συνθήκες της προκείμενης αδικοπραξίας [προσβολή της προσωπικότητας] κατά του ενάγοντος, με τις εκφάνσεις της προσωπικότητας του τελευταίου, κατά του οποίου στράφηκε η προσβολή, ήτοι τιμή και υπόληψη, το είδος, τη διάρκεια και την ένταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων [αναφορικά με τον εναγόμενο ο ίδιος ο ενάγων αποδέχεται με τις προτάσεις του ότι είναι <<αμφιβόλου οικονομικής επιφανείας>>], καθώς και τις συνθήκες της κατ' εξακολούθηση προσβολής, αλλά και όλες γενικά τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και το γεγονός, ότι ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εκδικάζονται κατά την αυτή δικάσιμο, κατ' έφεση άλλες δύο αγωγές του ενάγοντος κατά του εναγομένου [με αριθμό 36114/2012 και 2454/2012] με τις οποίες ζητείται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για όμοιους με τους επίδικους συκοφαντικούς ισχυρισμούς, που διαδόθηκαν σε επόμενα χρονικά διαστήματα, κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, κρίνεται εύλογο και δίκαιο, ενόψει του ότι με την άνω αρχή της αναλογικότητας, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης επιβάλλεται να μην υποβαθμίζεται μεν η απαξία της πράξεως, αλλά συγχρόνως να μην επέρχεται εξουθένωση του ενός μέρους με αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης ... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ έσφαλε και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο αιτιάται ότι το επιδικασθέν τούτο ποσό είναι εξωπραγματικό, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ...>>. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και αναιρεσείοντος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932, 57 και 59 ΑΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι τα γεγονότα που διέδωσε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα στα προαναφερόμενα έγγραφά του είναι ψευδή, ότι ο εναγόμενος γνώριζε το ψεύδος τους, ότι αυτά μπορούσαν αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, την οποία εν τέλει και έβλαψαν, τελεσθέντος του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι από την προσβολή αυτή στο δικαίωμα της προσωπικότητα του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να επιδικασθεί στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του αυτής βλάβης.
Εξάλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, και δικαιολογούν την εν μέρει παραδοχή της αγωγής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές: α] ότι ο ενάγων, ως Προϊστάμενος του Τηλεπικοινωνιακού διαμερίσματος του ΟΤΕ Πιερίας και ο εναγόμενος, ως υπάλληλος του ΟΤΕ, με ειδικότητα τεχνολόγου, ηλεκτρολόγου υπομηχανικού στο πλαίσιο εκτέλεσης έργων για λογαριασμό του ΟΤΕ Πιερίας, είχαν σφοδρή αντιδικία, που οδήγησε σε δικαστικές και άλλες διαμάχες, β] ότι ο εναγόμενος με τα περιστατικά και τους ισχυρισμούς που διέλαβε στις αναφερόμενες μηνύσεις που κατέθεσε σε βάρος του ενάγοντος στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον αρμόδιου πταισματοδίκη, στην προσφυγή του και στην αίτηση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, στις αναφερόμενες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσέβαλε πολλαπλώς την προσωπικότητά του, αφού διέδωσε με αυτά, ενώπιον τρίτων γεγονότα ψευδή, που πλήττουν την τιμή και υπόληψή του, εν γνώσει της αναλήθειάς των με σκοπό να τον συκοφαντήσει, γ] ότι, ειδικότερα, στα ως άνω έγγραφα, περιέλαβε και τα εξής περιστατικά και ισχυρισμούς, ότι <<έκανε λόγο για έκνομες ενέργειες της Επιτροπής και του ενάγοντος, με σκοπό να ευνοήσουν τοπικό εργολάβο>>, ότι <<ακύρωσαν μη σύννομα ένα κανονικότητο διαγωνισμό και έπραξα τα δέοντα ώστε τα κατά νόμο αρμόδια τοπικά κλιμάκια της διοίκησης του ΟΤΕ να ενημερωθούν και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της έκνομης αυτής πράξης, η οποία όπως διαπίστωσα είχε άμεση σχέση με την ευνοϊκή αντιμετώπιση ορισμένων εργολάβων>>, ότι <<προσέφυγα με αναφορά μου στον τότε πρωθυπουργό της χώρας και ο οποίος και παρέπεμψε την αναφορά μου στο Σώμα Επιθεωρητών ... όπου στη συνέχεια κλήθηκα και τεκμηρίωσα ...>>, <<αποδεικνύεται η λειτουργία ομάδας σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη μου με παράλληλο στόχο τη φίμωσή μου...>>, ότι <<ως αρμόδιος προϊστάμενος, δεν εξασφάλισε την αξιόπιστη διενέργεια του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού και όρισε κάποια μέλη της Επιτροπής .. με προφανή σκοπό κατόπιν να τους ελέγξει ... με παρεμβάσεις .. και ζημιώθηκε ο ΟΤΕ...>>, ότι <<υπήρξε και αναφορικά με το επίμαχο έργο οργανωμένη ομάδα που είχε σκοπό τη βλάβη των συμφερόντων του ΟΤΕ και τον προσπορισμό οφέλους σε ευνοούμενα πρόσωπα>>, ότι << δ] ότι τα περιστατικά και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των απόψεών του σχετικά με την νομιμότητα των πράξεων του ενάγοντος ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων για τα έργα του ΟΤΕ, στους οποίους και μόνο θα μπορούσε να περιοριστεί, χωρίς τους ψευδείς ως άνω ισχυρισμούς που προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθώς ακόμη και αν υπήρχαν σφάλματα στην εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ουδόλως οδηγούν στην ύπαρξη των παραπάνω παράνομων πράξεων του ενάγοντος, ε] ότι τα παραπάνω ψευδή γεγονότα που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, μπορούσαν αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, την οποία εν τέλει έβλαψαν, δεδομένου ότι έλαβαν γνώση αυτών τρίτα πρόσωπα - και μάλιστα εντός της κλειστής κοινωνίας της Κατερίνης - ενώπιον των οποίων, εμφάνισε τον ενάγοντα ως πρόσωπο και μάλιστα Προϊστάμενο του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος του ΟΤΕ Πιερίας που τελεί παράνομες πράξεις, που ακυρώνει μη σύννομο διαγωνισμό του ΟΤΕ με επακόλουθο ζημία αυτού, για να προσπορίσει σε άλλους [εργολάβους] παράνομο όφελος, που παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, τα συμφέροντα της οποίας και δεν εξυπηρετούσε, που νοθεύει έγγραφα, εξαπατά δικαστικές αρχές, που τον καταμηνύει ψευδώς και να τον συκοφαντεί και γενικά που στερείται ηθικών αρχών και μολονότι τελούσε αναμφίβολα σε γνώση ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν τούτοις τα κατέθεσε, με άμεσο σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ως ατόμου και ως καταξιωμένου στελέχους του ΟΤΕ, στ] ότι στα τρίτα πρόσωπα που έλαβαν γνώση των προαναφερόμενων εγγράφων συγκαταλέγονται οι προϊστάμενοι του ενάγοντος και γενικά πρόσωπα του εργασιακού του περιβάλλοντος, ζ] ότι η πρόθεση του εναγομένου να προσβάλλει παράνομα και υπαίτια, προκύπτει και από την αδικαιολόγητη στάση του να καταθέτει συνεχώς αναφορές και εγκλήσεις σε βάρος του αντιδίκου του, που αφενός υποδηλώνει την εμπάθεια και την εμμονή του εναγομένου να προσβάλλει παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του, αφετέρου παρέχει στον ενάγοντα την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, η]ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος και δη για να προστατεύσει τα συμφέροντα του ΟΤΕ, αλλά και τα υπηρεσιακά και εργασιακά συμφέροντα του ιδίου, δεν έχει νομικό έρεισμα, καθώς η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, πληρεί τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και θ] ότι ο ενάγων, από τις παραπάνω συνεχείς παράνομες και υπαίτιες προσβολές της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγομένου , υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος [κατά το πρώτο μέρος του] λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε το Εφετείο, εξεταζόμενα ως σύνολο είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναίρεσης που διαλαμβάνονται διάσπαρτες στο οικείο δικόγραφο και τους ως άνω λόγους είναι απαράδεκτες διότι, υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο [ολΑΠ 23/2008]. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης [ολΑΠ 8/2016, ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 518/2023].
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη [ΑΠ 518/2023, ΑΠ 92/2020] και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως [ολΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021]. Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει [ΑΠ 518/2023, ΑΠ49/2013].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο και το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη: α] το από 29-8-2001 <<ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: Σύστημα Ασφαλείας Ηλεκτρονικής Περίφραξης Υπαίθριας Αποθήκης Κατερίνης>>, την υπ' αριθ. ...-2001 Απόφαση του Προϊσταμένου Τηλ. Διαμ. Ημαθίας, με την οποία εγκρίθηκε η εισήγηση της Επιτροπής Διαγωνισμού και Αξιολόγησης και ακυρώθηκε ο επίδικος διαγωνισμός και το υπ' αριθ. ...-2004 έγγραφο του Προϊσταμένου Τεχν. Τμήματος Κατερίνης ΟΤΕ ΑΕ, με τη συνημμένη απόδειξη παραλαβή, τα οποία [έγγραφα] επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο εναγόμενος - εκκαλών και από τα οποία αποδεικνύεται ότι το ως άνω πρακτικό συντάχθηκε στις 29-8-2001 και όχι στις 17-10-2001, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, β] την από Ιούλιο 2001 ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του έργου: ΣΥΣΤΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΡΑΞΗΣ ΥΠΑΙΘΡΙΑΣ ΑΠΟΘΗΚΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, που εγκρίθηκε και υπογράφηκε από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος - εκκαλών για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι επίδικος διαγωνισμός ακυρώθηκε μη νόμιμα, γ] την από Ιούλιο 2001 ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του επίδικου έργου, την από Ιούνιο 2001Τεχνική Περιγραφή του επιδίκου έργου, τους από τον Ιούνιο 2001 Πίνακες Μηχανημάτων και Υλικών του επίδικου έργου και το πρωτότυπο φύλο προδιαγραφών του μηχανήματος Η-3000 της εγκεκριμένης μελέτης του επίδικου έργου, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο εναγόμενος - εκκαλών για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ακυρώθηκε μη νόμιμα ο επίδικος διαγωνισμός και δ] τις υπ' αριθ. 41945/200 και 873/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος - εκκαλών για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η προανάκριση σε βάρος του εναγομένου από τον Β. Ρ. ήταν μη σύννομη και ότι όλες οι ενέργειες του εναγομένου κατέτειναν στη απόδειξη του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του να προασπίσει τα συμφέροντα του εργοδότη του ΟΤΕ και όχι στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και << όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου [άρθρο 529 ΚΠολΔ], για μερικά των οποίων θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς να παραβλέπεται η αποδεικτική δύναμη κανενός>>, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο αυτής [απόφασης], δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει στα έγγραφα αυτά την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά του [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Β) Επί της από 10-5-2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος Σ. Π. του Ν. και του από 27-2-2024 προσθέτου λόγου αυτής.
Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος απευθύνεται και στον δικαστή όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα [μέσο] έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου [γενική νομική αρχή], η οποία προσδιορίζει την τελολογική ερμηνεία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του [ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κ.λπ.], η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η πρσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του <<ευλόγου>> εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, προσωπική και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη [στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης] και η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του και όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την ανωτέρω από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται [κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα], με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση [όσον αφορά τον παθόντα], τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη [όσον αφορά τον υπόχρεο], το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του <<ευλόγου>> και συνακόλουθα το <<εύλογο>> εμπεριέχεται στο <<ανάλογο>>.
Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοα ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος], υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας [ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1274/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω κρίση του ως προς το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από τον εναγόμενο, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το ποσό των 3.000 ευρώ, που επιδικάσθηκε, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζόμενου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου] εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά τους [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης από αυτές, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Απορρίπτει την από 21-10-2022 αίτηση αναίρεσης των Σ. Κ., Π. Κ. και Π. Κ., κατά της υπ' αρ. 520/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
Απορρίπτει την από 10-5-2021 αίτηση αναίρεσης και τον από 27-2-2024 πρόσθετο λόγο αυτής του Σ. Π., κατά της ιδίας απόφασης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ