ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1759/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1759/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1759/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1759 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1759/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ε. του Ε. και της Κ., χήρας Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Κωνσταντάκη, και κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8819/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17-11-2023 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 429/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 14-06-2019 αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς εναντίον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Επ' αυτής εκδόθηκε η 8819/2020 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κηρύχθηκε ανατραπείσα η δωρεά που έγινε με το υπ' αριθμ. .../2014 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ., κατά ποσοστό 29,12% και υποχρεώθηκε η εναγομένη να μεταβιβάσει στον ενάγοντα κατά κυριότητα ποσοστό 29,12% επί του δωρηθέντος ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 18-06-2021 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 429/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Με την εν λόγω απόφαση, αφού έγινε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν, η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κηρύχθηκε ανατραπείσα η ένδικη δωρεά κατά ποσοστό 26,2723% και υποχρεώθηκε η εναγομένη να μεταβιβάσει στον ενάγοντα κατά κυριότητα το ίδιο ποσοστό επί του δωρηθέντος ακινήτου. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 20-10-2023 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 17-11-2023, στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν παρήλθε η 30ηνθήμερη προθεσμία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 1. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔικ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην έννοια της επιδίκασης περιλαμβάνεται και η χωρίς αίτηση αναγνώριση ή διάπλαση, δηλαδή η διάγνωση έννομης σχέσης που δεν ζητήθηκε. 'Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προσβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) επικαλείται τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα προέβη σε διάπλαση έννομης σχέσης, κηρύσσοντας ανατραπείσα τη δωρεά, που έγινε με το .../2014 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ. κατά το μέρος που απαιτείται για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, μολονότι ο τελευταίος με την αγωγή του δεν υπέβαλε διαπλαστικό αίτημα ανατροπής της δωρεάς αλλά αιτήθηκε επί λέξει: "Να αναγνωρισθεί .....ότι η γενομένη υπό του ως άνω αποβιώσαντος δωρεά εν ζωή προς την εναγομένη .....έχει ανατραπεί κατά το ως άνω ποσοστό των 3/8 της νομίμου μοίρας μου....". Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μέρος προκύπτει ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι: ".... το δε αίτημα της κρινόμενης αγωγής προκύπτει αναμφίβολα από την ιστορική βάση της (σελ. 4 παρ.4 του αγωγικού δικογράφου), ότι δηλ. είναι η ανατροπή με την δικαστική απόφαση της ως άνω άστοργης δωρεάς, όπως ορθά διατυπώνεται (και μάλιστα με τονισμένη γραμματοσειρά) και όχι η αναγνώριση της ανατροπής, όπως πλημμελώς διατυπώνεται στο αιτητικό αυτής...".

Συνεπώς η αιτίαση του λόγου αυτού, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού κατά τα ανωτέρω δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή όταν το δικαστήριο, όπως εδώ, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου (και συνακόλουθα του αιτήματος) της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 46/2022). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 Α.Κ υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1836 ΑΚ την αγωγή (μέμψης άστοργης δωρεάς) ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα (Α.Π. 582/2023, Α.Π 700/2022). Αίτημα της αγωγής είναι να ανατραπεί η δωρεά, κατά το μέρος που απαιτείται για να ικανοποιηθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και να υποχρεωθεί ο δωρεοδόχος να αποκαταστήσει, δηλαδή να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στο μεριδούχο, τόσο μέρος από τα στοιχεία που δωρήθηκαν, όσο απαιτείται για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Μόνο δε το καταψηφιστικό αίτημα περί απόδοσης του δωρηθέντος αρκεί, αφού εμπεριέχει και το διαπλαστικό αίτημα της ανατροπής της δωρεάς.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 14-06-2019 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ισχυρίστηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, τα εξής:

Ότι ο σύζυγος της εναγόμενης, Κ. Μ., απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την ...-2019 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διάδοχη από αυτόν (ενάγοντα - γιό του) κατά ποσοστό 3/4 και την εναγομένη- σύζυγό του κατά ποσοστό 1/4. Ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ουδέν περιουσιακό στοιχείο είχε, πλην όμως, όσο ζούσε με το ...-2014 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην εναγόμενη το με ΚΑΕΚ 19 117 04 16 007/0/6 διαμέρισμα, αξίας 54.096 ευρώ. Ότι το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του ιδίου (ενάγοντος) επί της κληρονομιάς του πατέρα του ανέρχεται σε 3/8 3/4Χ1/2). Ότι ο αποβιώσας δεν κατέλιπε κληρονομιαία περιουσία κατά το χρόνο του θανάτου του με αποτέλεσμα να μην υφίσταται τίποτα για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του, λόγος για τον οποίο πρέπει να ανατραπεί ως άστοργη η προπεριγραφόμενη δωρεά. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε επί λέξει "να αναγνωρισθεί...ότι η γενόμενη υπό του ως άνω αποβιώσαντος δωρεά εν ζωή προς την εναγομένη εντός της τελευταίας δεκαετίας προ του θανάτου του, του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, έχει ανατραπεί κατά το ως άνω ποσοστό των 3/8 της νόμιμης μοίρας μου, ποσοστό κατά το οποίο η αντίδικος είναι υπόχρεη να μου μεταβιβάσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του ως άνω ακινήτου...και σε περίπτωση άρνησής της να θεωρηθεί, κατ' άρθρο 949 του ΚΠολΔ, ότι, η προς μεταβίβαση δήλωση βούλησης της έγινε με την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί επί της παρούσης, άλλως να υποχρεωθεί η εναγόμενη να μου καταβάλλει, το ποσό των 20.286 ευρώ που αντιστοιχεί στο ως άνω ποσοστό της νομίμου μοίρας μου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης μέχρι εξοφλήσεως". Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία διώκεται η ανατροπή της αναφερομένης σε αυτήν δωρεάς (1835 ΑΚ), είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από το νόμο και δη από τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας άρθρα 1831, 1835 και 1836 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία (δηλαδή ότι ο ενάγων είναι το μοναδικό τέκνο του κληρονομουμένου και συντρέχει με την εναγομένη, σύζυγο αυτού, στην κληρονομία, την ανυπαρξία πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας, τη δωρεά προς την εναγομένη του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου και την αξία αυτής), ενώ το αίτημα της αγωγής προκύπτει σαφώς από την ιστορική βάση αυτής και είναι η ανατροπή με δικαστική απόφαση της ως άνω άστοργης δωρεάς και όχι η αναγνώριση της ανατροπής, όπως εσφαλμένα διατυπώνεται στο αιτητικό.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή, εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα σ' αυτήν ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος, ούτε έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, γεγονότα που δεν εκτίθενται στην αγωγή, ούτε και παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
3. Επειδή, πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν πρότεινε ενώπιον του τόσο η αναιρεσείουσα όσο και ο αναιρεσίβλητος και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα δέχθηκε τούτο ότι η αξία της προς την αναιρεσείουσα δωρεάς ανερχόταν στο ποσό των 86.832,90 ευρώ, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος στο αγωγικό δικόγραφο προσδιόριζε την αξία αυτή στο ποσό των 54.096 ευρώ, χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από την ίδια. Δηλαδή, το Εφετείο δέχθηκε περιστατικά διαφοροποιημένα σε σχέση με εκείνα της αγωγής χωρίς τα περιστατικά αυτά να προταθούν. Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα του Δικαστηρίου της ουσίας, που συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

4. Κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 853/2007, 968/2007, 1595/2007).
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 410/αρ. φακ Ζ - 392/19-06-2014 δήλωση φόρου δωρεάς, που δεν προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης απόφασής του προκύπτει, συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την αξία του δωρηθέντος ακινήτου, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και δη από το .../2014 συμβόλαιο δωρεάς και όχι μόνον από την παραπάνω δήλωση, της οποίας η μνεία από την προσβαλλομένη γίνεται επάλληλα. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 429/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή