Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1761 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1761/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Φ. του Ι. και της Κ., 2) Χ. Φ. του Ι. και της Κ., 3) Α. Φ. του Ι. και της Κ., 4) Ι. Φ. του Α. και της Α., 5) Ε. Φ. του Α. και της Α., κατοίκων ..., 6) Α. Φ. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., 7) Γ. Φ. του Δ. και της Κ. και 8) Ι. Φ. του Δ. και της Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2ος αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν, ο 4ος αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας (ΑΜ ΔΣΘ 8844), και δεν κατέθεσε προτάσεις, οι δε λοιποί αναιρεσείοντες παραστάθηκαν δια του 4ου αναιρεσείοντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΥΛΑΙΑΣ - ΧΟΡΤΙΑΤΗ", που εδρεύει στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχό του Ιγνάτιο Καϊτεζίδη, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Παπαρρηγόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 23298) και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο 4ος αναιρεσείων με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσείων απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αρ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ι. Φ. του Α. και της Ε., κάτοικος ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Επίσης δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσείων απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αρ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) Ι. Φ. του Χ. και της Σ., 2) Κ. Φ. του Χ. και της Σ. και 3)Μ. Φ. του Χ. και της Σ., κάτοικοι ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 38845/21-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των νυν αναιρεσειόντων και της Α. Φ. του Ι. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7713/2014 μη οριστική, 4495/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με ΓΑΚ1676/ΕΑΚ192/8-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` , 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 §1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Αντίθετα , ο θάνατος του αναγκαίου ομοδίκου, κατ' άρθρο 288 του ΚΠολΔ έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με το ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, η οποία δήλωση περί επανάληψης μπορεί να γίνει και σιωπηρά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 5/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο 4ος αναιρεσείων, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθολικών διαδόχων των 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων, με δήλωσή του στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησε ότι α) ο 1ος εναγόμενος και ήδη 1ος αναιρεσείων (Α. Φ. του Ι. και της Κ.) απεβίωσε στις ...-2022, κατέθεσε δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη, καθώς και το ...-2023 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης της από 6-3-2019 ιδιόγραφης διαθήκης του και δήλωσε ότι συνεχίζει την ως άνω δίκη ως μοναδικός καθολικός του διάδοχος ο υιός του Ι. Φ. του Α., ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε και β) ο 2ος εναγόμενος και ήδη 2ος αναιρεσείων (Χ. Φ. του Ι. και της Κ.) απεβίωσε στις ...-2022, κατέθεσε δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Πυλαίας -Χορτιάτη, καθώς και τα ...-2023 και ...-2024 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης των από 21-5-2022 και 22-5-2022 ιδιόγραφων διαθηκών του και δήλωσε ότι συνεχίζουν την ως άνω δίκη ως καθολικοί του διάδοχοι τα τέκνα του Ι., Κ. και Μ. Φ. του Χ. και της Σ., ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε. Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - των ανωτέρω διαδίκων είναι νόμιμη, όπως και οι δηλώσεις επανάληψης της δίκης, οπότε διακόπτεται βιαίως η δίκη ως προς τους 1ο και 2ο αναιρεσείοντες - απλούς ομοδίκους και επαναλαμβάνεται άμεσα από τους καθολικούς τους διαδόχους κατά τα ανωτέρω.
ΙΙ. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με ΓΑΚ 1676/ΕΑΚ 192/9-6-2022 αίτηση αναίρεσης των ηττηθέντων εναγομένων - εκκαλούντων κατά της 53/10-1-2022, εκδοθείσας αντιμωλία, τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε. Με την ανωτέρω απόφαση απορρίφθηκε η με ΓΑΚ 16682/ΕΑΚ 1811/4-9-2019 έφεση των εναγομένων (πλην της 3ης εναγομένης Α. Φ. του Ι., που δεν άσκησε έφεση) κατά της 4495/9-4-2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (και της συμπροσβαλλόμενης 7713/25-4-2014 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου) που δέχθηκε εν μέρει την με αρ. κατ.38845/21-9-2010 αγωγή του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο νυν αναιρεσίβλητος ΟΤΑ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, που εκπροσωπείται από το Δήμαρχο Πυλαίας - Χορτιάτη, ο οποίος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ 23298) με βάση το ...-2024 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. - Ι. Β., που συντάχθηκε δυνάμει της ...-2024 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής σε συνδυασμό με την ...-2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου Δήμου, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 72 §1 περ. ιδ του ν. 3852/2010 (ΑΠ 480/2024, ΑΠ 323/2023,ΑΠ 322/2019).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟΛΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 2/2019).
ΙVα. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,2,3,6,7,8, 9 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (και μετέπειτα άρθρα 37, 38, 39, 43, 44, 45, 46 και 48 του Π.Δ. της 14/27.7.1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" - ΚΒΠΝ και πριν την κατάργηση των άρθρων 2,3,5,6 και 7 του ν.1337/1983 με το ν.4269/2014), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπήρχαν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενεστέρων του 1923, καταρτιζόταν και εγκρινόταν με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντασσόταν και εγκρινόταν με Π.Δ/γμα, που εκδιδόταν με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτιζόταν πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, η οποία κυρωνόταν με απόφαση του Νομάρχη ( μετέπειτα του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας) και μεταγραφόταν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, ή αντίστοιχα υπό καθεστώς Εθνικού Κτηματολογίου καταχωριζόταν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των επηρεαζόμενων γεωτεμαχίων. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης είχε τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται σε αρμονία με το άρθρο 24§3 του Συντάγματος, υποχρέωση εισφοράς σε γη (άρθρο 8 του ν.1338/1983). Η υποχρέωση αυτή πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης. Η πράξη εφαρμογής προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους και μπορεί, για να γίνει δυνατή η διάθεση της εισφοράς γης για τους σκοπούς του νόμου, να επιφέρει σημαντικές διαρρυθμίσεις στα τμήματα που προέρχονται από εισφορά γης, καθώς και σε κάθε ιδιοκτησία γενικά, όπως μετακινήσεις, τακτοποιήσεις, προσκυρώσεις, ανταλλαγές, καθώς και αλλαγές της μορφής των ιδιοκτησιών. Μετά την κύρωσή της με απόφαση του Νομάρχη (και μετέπειτα του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας), η πράξη εφαρμογής γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 §7 περ. α' του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκε με το ν.2242/1994 (άρθρο 48 §7 περ. α' του από 14/27.7.1999 Π.Δ/τος - ΚΒΠΝ), με τη μεταγραφή (ή την καταχώριση στο Εθν.Κτημ.) της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17.7/16.8.1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ). Οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται, δηλαδή σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές που συνίστανται σε εισφορά σε γη, με την αφαίρεσή τους και τη διάθεσή τους για τους προβλεπόμενους στο νόμο σκοπούς, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία κοινοχρήστων χώρων (άρθρο 8 §8 του ν. 1337/1983 - άρθρο 45 §8 Κ.Β.Π.Ν.). Με τη μεταγραφή ή καταχώριση στο Εθν. Κτημ. της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι μεταβολές της κατηγορίας αυτής στις ιδιοκτησίες. Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτησιών για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές, εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή ή καταχώριση στο Εθν.Κτημ. της πράξης εφαρμογής, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων της κατηγορίας αυτής. Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή της πρώτης κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται και την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα (άρθρο 12 §7 περ. γ του ν. 1337/1983 - άρθρο 48 §7 περ. γ' ΚΒΠΝ), αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή ή καταχώριση στο Εθν.Κτημ. της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, ο ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 12 §7 περ. β' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 §7 περ. 3 ΚΒΠΝ), να καταλάβουν τα νέα ακίνητα, που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς, ενώ κατά την §7 εδ. α' του άρθρου 12 ν. 1337/83 ορίζεται ότι έκτοτε για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις περί χρησικτησίας. Αν όμως πρόκειται για μεταβολή της δεύτερης κατηγορίας, για ακίνητα δηλαδή επί πλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη εισφορά σε γη, για τα οποία οφείλεται αποζημίωση, μόνο αφού προηγηθεί η συντέλεση της απαλλοτρίωσής τους, με τον καθορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση της παρακατάθεσής της είναι επιτρεπτή η αποβολή του νομέα ή κατόχου από αυτά. Περαιτέρω, δικαιώματα της περίπτωσης δ' της ίδιας παραγράφου (του άρθρου 12 §7 του ν. 1337/1983 - άρθρου 48 §7 του ΚΒΠΝ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Επίσης, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 49 §3 ν. 947/1979, που εφαρμόζεται εδώ αναλογικά, "εάν το εισφερόμενον ακίνητον διεκδικείται υπό τρίτου, από της μεταγραφής του παραχωρητηρίου αντικείμενον της δίκης καθίσταται το νέον ακίνητον. Επί διεκδικήσεως τμήματος ή ιδανικού μεριδίου επί του εισφερομένου ακινήτου αντικείμενον αυτής καθίσταται από της ως άνω μεταγραφής η αξία του, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των άρθρων 1097 και 1099 του αστικού κώδικος...". Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι αυτός ο οποίος διεκδικούσε δικαίωμα κυριότητας σε μεταβαλλόμενο, κατ' εφαρμογή του ν. 1337/1983, ακίνητο, μετά τη μεταγραφή ή καταχώριση στο Εθν.Κτημ. της κυρωθείσας πράξης εφαρμογής και της συνακόλουθης απόσβεσης του δικαιώματος του επί του ακινήτου αυτού (μεταβαλλόμενου ή βασικού), δικαιούται να διεκδικήσει το νέο ακίνητο, το οποίο στα πλαίσια των ρυθμίσεων του ίδιου νόμου τυχόν περιήλθε στον φερόμενο στην πράξη εφαρμογής ως κύριο του μεταβληθέντος ακινήτου - καθ' ου η αρχική διεκδίκηση ή, όταν διεκδικείται τμήμα ή ιδανικό μερίδιο του εισφερομένου ακινήτου, την αξία του (τμήματος ή μεριδίου) και προφανώς όχι το ίδιο το μεταβληθέν ακίνητο το οποίο ανήκει πλέον στην κυριότητα τρίτου, κατά του οποίου δεν παρέχεται στον διεκδικούντα καμία αξίωση, ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις αλλά ούτε από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, εφόσον ο τρίτος αυτός αποκτά την κυριότητα πρωτοτύπως και δεν είναι διάδοχος του φερόμενου ως αρχικού κυρίου του μεταβληθέντος ακινήτου.
Σε κάθε περίπτωση, όταν η δίκη αφορά τμήμα ή ιδανικό μερίδιο επί του εισφερομένου ακινήτου, αντικείμενό της μπορεί να είναι μόνο η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του νέου ακινήτου. (ΟλΑΠ 1236/1982, ΟλΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 1577/2024, ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 1117/2023, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 2248/2014). Δηλαδή, καθιερώνεται από τις ανωτέρω διατάξεις μία ιδιότυπη διεκδικητική αγωγή, χωρίς να αποκλείεται και μόνο αναγνωριστική (ΑΠ 1703/2012), με την οποία ο πραγματικός δικαιούχος του βασικού (μεταβαλλόμενου) ακινήτου, επικαλούμενος την κτηθείσα με νόμιμο τρόπο κυριότητα επ' αυτού (βασικού ακινήτου) και στρεφόμενος κατά του "ανακριβώς" φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα της πράξης εφαρμογής ως δικαιούχου ή των διαδόχων του, αιτείται την απόδοση του νέου οικοπέδου, που προέκυψε από την πράξη εφαρμογής. Εάν, όμως, επικαλείται ότι είναι συγκύριος του βασικού ακινήτου, ή κύριος τμήματος του βασικού ακινήτου, η αξίωσή του (ενοχική πλέον) περιορίζεται στην αντίστοιχη αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του νέου ακινήτου.
Εξάλλου, ο ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος του εισφερομένου (βασικού) ακινήτου, το οποίο έχει περιέλθει με την πράξη εφαρμογής σε τρίτο και ως εκ τούτου υπάρχει αδυναμία παροχής, έχει κατά του φερόμενου ανακριβώς στην πράξη εφαρμογής ως κυρίου του μεταβληθέντος ακινήτου αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1117/2023). Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 12 του ν.1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σε αυτήν μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι' αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση όπως ειδικότερα ορίζεται με την κανονιστική απόφαση με τον τίτλο "Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης (79881/3445/6-12-1984 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ Β`862)" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της §10 του αυτού άρθρου 12. Δηλαδή η χρηματική αποζημίωση δεν αφορά στην κυριότητα του διαμορφούμενου ακινήτου, αλλά στο μέγεθος της εισφοράς σε γη και στο μέγεθος της ιδιοκτησίας.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 12 και ειδικότερα της διάταξης της περ. ε της παρ.7, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 και ίσχυε προ της εκ νέου αντικατάστασης της περίπτωσης αυτής με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.3212/2003 δεν είναι επιτρεπτή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου, η επάνοδος της Διοίκησης επί του περιεχομένου πράξης εφαρμογής, μετά την οριστικοποίησή της, ήτοι μετά το πέρας της ειδικής διοικητικής διαδικασίας έκδοσής της, μη υποκειμένης έκτοτε σε ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας. Δεν επιτρέπεται κατά τις αυτές διατάξεις, οι οποίες κατά τα ήδη κριθέντα είναι συνταγματικώς επιτρεπτές (ΟλΣτΕ 1732/2000) η ανάκληση ή ανασύνταξη κυρωθείσας πράξης εφαρμογής ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία, με απόφαση των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα δικαστηρίων βεβαιώνονται διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, γιατί όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος στην περίπτωση αυτή προβλέπει την μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 2248/2014, ΑΠ 1429/2010). Και ναι μεν με το ως άνω άρθρο 11 §1 του ν. 3212/2003 αντικαταστάθηκαν οι εν λόγω ρυθμίσεις και επιτράπηκε η κατ' εξαίρεση για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα, εν όλω ή εν μέρει ανάκληση κυρωθείσας πράξης εφαρμογής, η διάταξη όμως αυτή δεν έχει, όπως προκύπτει από το γράμμα της και την επ' αυτής εισηγητική έκθεση, ερμηνευτικό χαρακτήρα, ούτε αναδρομική ισχύ και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να προσδώσει κύρος σε προγενέστερες της θέσης της σε ισχύ (31-12-2003 - άρθρο 24 ν. 3212/2003) ατομικές πράξεις με τις οποίες είχε επιχειρηθεί, ανεπίτρεπτα κατά τα ανωτέρω, η ανάκληση ή τροποποίηση κυρωθεισών πράξεων εφαρμογής (ΑΠ 1117/2023, ΣτΕ 1098/2020, ΣτΕ 67/2020, ΣτΕ 4573/2009).
ΙVβ. Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο Δήμος Πυλαίας Θεσσαλονίκης, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, με την με αρ. κατ. 38845/21-9-2010 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στρεφόμενος κατά των νυν αναιρεσειόντων, καθώς και της Α. Φ. του Ι. (μη διαδίκου στην προκείμενη δίκη, διότι δεν άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη), ισχυρίσθηκε ότι στην κυριότητα του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ιδιωτικών Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Θεσσαλονίκης, με την επωνυμία "Η ΠΡΟΟΔΟΣ", περιήλθαν, κατά τα έτη 1960-1968, λόγω αγοράς και ανταλλαγής, με τα αναλυτικά αναφερόμενα δώδεκα(12) συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, τα περιγραφόμενα δώδεκα (12) όμορα αγροτεμάχια, που βρίσκονταν κατά τον χρόνο κτήσης τους στην εκτός σχεδίου περιοχή της τότε Κοινότητας Πυλαίας Θεσσαλονίκης (ήδη του αναιρεσίβλητου Δήμου) και τα οποία συνενώθηκαν εν τοις πράγμασι σε ένα ενιαίο ακίνητο συνολικής έκτασης 90.788,50 τμ, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή. Ότι στο ανωτέρω ευρύτερο ακίνητο περιλαμβάνεται και αγροτεμάχιο έκτασης 21.137 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "ΓΙΟΥΡΟΥΚ - ΓΙΟΛΟΥ" άλλως "ΜΑΝΔΡΙΑ", όπως λεπτομερώς περιγράφεται κατά θέση και όρια στο αγωγικό δικόγραφο, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του ως άνω Συνεταιρισμού με τα ...-1960 και ...-1960 συμβόλαια του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, εξ αγοράς από τους Α. χήρα Α. Κ. το γένος Θ. Α. κατά ποσοστό 50% (με το .../1960 συμβόλαιο) και από τους Β. Α. του Σ., Α. Α. του Σ., Α. σύζυγο Γ. Τ. το γένος Σ. Α., Δ. σύζυγο Α. Γ. το γένος Σ. Α., Α. Γ. του Χ. κατά το συνολικό υπόλοιπο ποσοστό 50% (με το 5761/1960 συμβόλαιο), οι οποίοι και ήταν οι πραγματικοί κύριοι του εν λόγω αγροτεμαχίου κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω Συνεταιρισμός κατέστη κύριος του αγροτεμαχίου των 21.137 τμ, με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν αυτό με την άσκηση των αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο διακατοχικών πράξεων, που προσιδίαζαν στην φύση και την θέση του, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο κατά το χρονικό διάστημα από 2.4.1955 έως 2.4.1965, συνυπολογιζομένης και της νομής των δικαιοπαρόχων του, άλλως με διάνοια κυρίου κατά το χρονικό διάστημα μίας εικοσαετίας από 2.4.1945 μέχρι 24.2.1966, συνυπολογιζομένης στην νομή αυτού και της νομής των δικαιοπαρόχων του, που ομοίως ασκούσαν επ' αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής. Ότι, ο Συνεταιρισμός προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες (εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων, υποβολή αιτήσεων και δικαιολογητικών κ.λπ.) για την ένταξη της άνω ευρύτερης έκτασης των 90.788,50 τμ, ιδιοκτησίας του, στο ρυμοτομικό σχέδιο της Κοινότητας Πυλαίας Θεσσαλονίκης, προκειμένου αυτή να διαιρεθεί σε άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα που θα παραχωρούνταν στα μέλη του, για την ικανοποίηση των στεγαστικών τους αναγκών. Ότι, κατόπιν ενεργειών του Συνεταιρισμού, εκδόθηκε το ΒΔ της 10-3-1965 (ΦΕΚ Δ 56/3-4-1965), με το οποίο εντάχθηκε η όλη ως άνω έκταση των 90.788,50 τμ κατά ένα τμήμα στο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Θεσσαλονίκης και κατά ένα άλλο τμήμα (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) στο ρυμοτομικό σχέδιο της τότε Κοινότητας Πυλαίας, της οποίας διάδοχος ήταν αρχικά ο Δήμος Πυλαίας Θεσσαλονίκης και ήδη ο αναιρεσίβλητος Δήμος, καθορίστηκαν τα οικοδομικά τετράγωνα και οι οικοδομήσιμοι χώροι, οι κοινωφελείς και κοινόχρηστοι χώροι. Ότι το ως άνω ΒΔ τροποποιήθηκε διαδοχικά: α) με το ΠΔ της 18-7-1984 (ΦΕΚ Δ 519/2-10-1984) "Τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου των Δήμων Θεσσαλονίκης και Πυλαίας στον συνοικισμό Κωνσταντινουπολιτών για τον χαρακτηρισμό κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων και την έγκριση της συνδετήριας οδού με τον κόμβο Κ10 της Ανατολικής Περιφερειακής Θεσσαλονίκης", β) με την 72658/3584/17-11-1984 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ 47/26-1-1988) "Έγκρισις Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης", γ) με την ...-1988 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ 811/14-11-1988) και δ) με το ΠΔ της 13-4-1989 (ΦΕΚ Δ 310 /22-5-1989) "Έγκριση Πολεοδομικής Μελέτης των πολεοδομικών ενοτήτων 1, 2, 3, 5 και 10 του διαδημοτικού κέντρου του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης και τροποποίηση του εγκεκριμένου σχεδίου στην πολεοδομική ενότητα 4 του ίδιου Δήμου". Ότι η ένταξη της ως άνω έκτασης στο ρυμοτομικό σχέδιο της Κοινότητας Πυλαίας έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του από 17-7-1923 ΝΔ/τος "περί σχεδίων πόλεων κ.λπ.", καθώς και του ΝΔ/τος 690/7-8.5.1948 (ΦΕΚ Α 133/8-5-1948) σε συνδυασμό με άρθρα 967 και 968 του ΑΚ. Ότι, με το 37458/4143/9-12-1964 έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ζητήθηκε από τον ως άνω οικοδομικό συνεταιρισμό "Η ΠΡΟΟΔΟΣ", να παραιτηθεί από την κυριότητα, νομή και κατοχή των χώρων, που από το ρυμοτομικό σχέδιο προβλέπονται να είναι κοινόχρηστοι. Ότι με το .../1964 συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Μ., ο Συνεταιρισμός παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα απόληψης οποιασδήποτε αποζημίωσης για τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, που δημιουργήθηκαν με την ένταξη της όλης έκτασης ιδιοκτησίας του στο ρυμοτομικό σχέδιο υπέρ του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Κοινότητας Πυλαίας Θεσσαλονίκης και έτσι οι τελευταίοι εκ του νόμου (ΝΔ 690/1948) απέκτησαν την κυριότητα των χαρακτηρισμένων με το ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινοχρήστων χώρων. Ότι το προρρηθέν αγροτεμάχιο των 21.137 τμ με το προρρηθέν ΒΔ της 10-3-1965 εν μέρει ρυμοτομήθηκε για την διάνοιξη των οδών ... - ανώνυμο πεζόδρομο και κοινωφελείς χώρους κατά το συννημένο στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς και την δημιουργία του Γ 647 Ο.Τ., του οποίου τμήμα είναι και το επίδικο έκτασης 1526,95 τμ, όπως αποτυπώνεται με στοιχεία 1-2-3-4-Β-Ν-1 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βορειοανατολικά (πλευρά Β-Ν-1) με την οδό ... και μετά από αυτήν με χώρο παιδικού σταθμού και χώρο νηπιαγωγείου, νότια (πλευρά 1-2-3) με την οδό ..., νοτιοδυτικά (πλευρά 3-4) με την οδό ... και βόρεια (πλευρά 4-Β) με ακίνητο που σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα της 30 και 30/8 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης 4 "Κωνσταντινουπολιτών" του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης φέρεται ότι ανήκει στους εναγομένους και στην Α. Φ. του Ι. Ότι στο επίδικο αυτό ακίνητο εντοπίζονται δύο τμήματα, ήτοι: α) ένα εμβαδού 1.259,90 τμ, με στοιχεία 2-3-4-Β-Ν-Μ-2 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και β) ένα με επιφάνεια 267,05 τμ, με στοιχεία 2-Μ-Ν-1-2 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα. Ότι, με την 265/1985 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί αντιδικίας του προρρηθέντος οικοδομικού συνεταιρισμού και των κληρονόμων Ι. Φ. (φερόμενου δικαιοπαρόχου των εναγομένων), αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα ο ως άνω οικοδομικός συνεταιρισμός ("Η ΠΡΟΟΔΟΣ") αποκλειστικός κύριος εδαφικής έκτασης 1644 τμ, για την οποία ο φερόμενος δικαιοπάροχος των εναγομένων, Ι. Φ., ισχυριζόταν ότι του ανήκε κατά κυριότητα, στην οποία εμπίπτει μέρος του επίδικου ακινήτου και δη το ως άνω τμήμα, έκτασης 267,05 τμ. Ότι, με το προαναφερθέν από 18-7-1984 ΠΔ (ΦΕΚ Δ 519/2-10-1984) τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής και το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε ως κοινωφελής χώρος για θρησκευτικό και κοινωνικό κέντρο και χώρο σχολείου και τμήμα κοινόχρηστου δρόμου, όπως ειδικότερα οι χώροι αυτοί περιγράφονται κατά έκταση και όρια στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα. Ότι, με την 72658/3584/17-11-1987 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ 47/26-1-1988), όπως τροποποιήθηκε με την ...-1988 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ 811/14-11-1988) εντάχθηκε η επίδικη έκταση σε περιοχή ανάπλασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1337/1983. Ότι με το από 13-4-1989 ΠΔ (ΦΕΚ Δ 310/22-5-1989) το επίδικο ακίνητο των 1.526,95 τ.μ. του Γ 647 ΟΤ χαρακτηρίσθηκε ως χώρος "πρασίνου και αναψυχής", όπως αυτό εμφαίνεται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα. Ότι σε εκτέλεση του ανωτέρω ΠΔ, συντάχθηκε αρχικά η 30 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας 4 "Κωνσταντινουπολιτών" του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΤΑ/42543/2936/25-4-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα και αργότερα η 30/8 διορθωτική πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας 4 "Κωνσταντινουπολιτών" του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την ...-2005 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι η Κοινότητα Πυλαίας Θεσσαλονίκης και ήδη ο Δήμος Χορτιάτη - Πυλαίας Θεσσαλονίκης είναι κύριος του επίδικου ακινήτου των 1.526,95 τμ "ex lege" δυνάμει του άρθρου 1 του ΝΔ/τος 690/1948, αφού αρχικά οι περιλαμβανόμενες σε αυτό εκτάσεις, με επίσπευση του (ιδιώτη) ιδιοκτήτη τους ως άνω Συνεταιρισμού, χαρακτηρίσθηκαν, με τις προρρηθείσες πράξεις που εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν νόμιμα, οι οποίες τις ενέταξαν στην σχετική επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας Πυλαίας Θεσσαλονίκης, ως κοινωφελείς και κοινόχρηστοι χώροι, στην συνέχεια δε αποκλειστικώς ως κοινόχρηστοι χώροι "πρασίνου και αναψυχής". Ότι, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων ΟΤΑ κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου και με βάση τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από 2-4-1945 έως 24-2-1966, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής του και εκείνου της νομής των δικαιοπαρόχων του, με την άσκηση των αναφερόμενων διακατοχικών πράξεων που αρμόζουν στον προορισμό και την θέση του. Ότι, παρ' όλα αυτά, με την 30 πράξη εφαρμογής, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΤΑ ...-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, νομίμως μεταγραφείσα, όπως διορθώθηκε με την 30/08 πράξη, νομίμως κυρωθείσα με την ...-2005 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε ακίνητο έκτασης 2.305,49 τμ με αριθμό κτηματογράφησης 010102 στο ΟΤ Γ 647, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο των 1.526,95 τμ, για την δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (δρόμων και χώρου πρασίνου και αναψυχής), με φερόμενο ως υπόχρεο αποζημίωσης τον Δήμο Πυλαίας και φερόμενους δικαιούχους τους Δ. Φ. του Ι. (του οποίου καθολικοί διάδοχοι είναι οι 6η,7ος και 8ος εναγόμενοι νυν αναιρεσείοντες) κατά ποσοστό 20%, την Α. σύζυγο Δ. Μ. το γένος Ι. Φ. κατά ποσοστό 20%, τον Α. Φ. του Ι. (3ο εναγόμενο νυν 3ο αναιρεσείοντα) με ποσοστό 20%, τον Α. Φ. του Ι. (1ο εναγόμενο νυν 1ο αναιρεσείοντα) με ποσοστό 20% και τον Χ. Φ. του Ι. (2ο εναγόμενο νυν 2ο αναιρεσείοντα) με ποσοστό 20%, με τίτλους κτήσης απάντων συμβόλαια του 1990 και του 1996 με κοινό απώτατο δικαιοπάροχο τον Ι. Φ. του Δ., που δήθεν είχε αποκτήσει τούτο με έκτακτη χρησικτησία. Ότι οι εναγόμενοι ουδέν δικαίωμα έχουν, διότι από 3-12-1968 δυνάμει του ΝΔ 31/3-12-1968 το επίδικο ως χαρακτηρισμένος κοινόχρηστος χώρος κατά τα ανωτέρω ήταν και είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Ότι το ακίνητο το οποίο εμφανίζεται ως ιδιοκτησία με αριθμό κτηματογράφησης 010102 στην 30 πράξη εφαρμογής, όπως αυτή διορθώθηκε με την 30/8 πράξη εφαρμογής, έκτασης 2.305,49 τμ, κτηματογραφήθηκε στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου και αποτυπώθηκε ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 19 104 05 11 002 εμβαδού 2347 τμ, του οποίου τμήμα είναι το επίδικο έκτασης 1.526,95 τμ. Ότι του τελευταίου η θέση ουδόλως έχει μεταβληθεί με την ανωτέρω πράξη εφαρμογής. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων Δήμος ζήτησε να αναγνωρισθεί: α) το ανωτέρω δικαίωμα κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, β) ότι ο ίδιος δεν έχει καμία υποχρέωση να καταβάλλει στους εναγομένους οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως αποζημίωση σε εφαρμογή των 30 και 30/08 πράξεων εφαρμογής, για το επίδικο ακίνητο, γ) άλλως, όλως επικουρικώς, και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι με την κύρωση και την μεταγραφή των ως άνω πράξεων εφαρμογής έχει απολεσθεί το δικαίωμα κυριότητας του ιδίου επί του επίδικου ακινήτου και μετατράπηκε σε δικαίωμα αποζημίωσης, ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν, ενόψει του ότι η αξία του επιδίκου ανέρχεται σε 1.100.000 ευρώ, καθένας εκ των τεσσάρων πρώτων εναγομένων το ποσό των 220.000 ευρώ και καθένας εκ των λοιπών εναγομένων το ποσό των 73.333,33 ευρώ, άλλως, αν διαπιστωθεί ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των 1.100.000 ευρώ, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν ανάλογο ποσοστό της αποδειχθησομένης αξίας του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 7713/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 12 του ν.1337/1983, 49§3 του ν.947/1979, 1000,1033,1192,1198,1041 επ.,1045,1051,1094 ,971,974, 976 και 994 του ΑΚ, διέταξε την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως εκδόθηκε η 4495/9-4-2019 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο τμήματος 1526,95 τμ του με ΚΑΕΚ 19 104 05 11 002 γεωτεμαχίου και επιπλέον ότι δεν υπέχει ο ενάγων ΟΤΑ υποχρέωση αποζημίωσης των εναγομένων από απαλλοτρίωση της έκτασης αυτής δυνάμει της εφαρμοσθείσας στην περιοχή 30 Πράξης Εφαρμογής και της διορθωτικής τοιαύτης 30/8. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη, επιλαμβανόμενο σχετικού λόγου έφεσης των ηττηθέντων εναγομένων περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 12 του ν.1337/1983 και 49§3 του ν.947/1979, έκρινε- χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη, αλλά αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες ως προς τις νομικές διατάξεις- ότι η αγωγή με το προπαρατεθέν περιεχόμενο είναι, κατά την κύρια βάση της, νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 §1 εδαφ. β, 3 §2, 7 §1 και 2, 29, 30 §1 και 37 §3 του Ν.Δ. της 17/07/1923 "περί σχεδίων πόλεων κ.λπ." και 1 §1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 §1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948 "Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων" σε συνδυασμό και με αυτές του άρθρου 1094 ΑΚ και του άρθρου 70 ΚΠολΔ με τις ειδικότερες παραδοχές: "εφόσον, όπως εκτίθεται στην αγωγή, στην προκείμενη περίπτωση, η έγκριση της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου, επισπεύσθηκε και επιδιώχθηκε από τον ιδιώτη - ιδιοκτήτη της υπό ένταξη στο σχέδιο εκτάσεως, ως άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό, και το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε με το σχέδιο αρχικώς εν μέρει κοινόχρηστος και εν μέρει κοινωφελής χώρος και ακολούθως αποκλειστικά κοινόχρηστος χώρος, η κυριότητά του περιήλθε με την έγκριση του σχεδίου στην Κοινότητα Πυλαίας (και στην συνέχεια στους διαδόχους αυτής Δήμο Πυλαίας και ήδη στον εφεσίβλητο Δήμο). Επιπλέον, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην αγωγή, πέραν του προκύπτοντος εκ των άνω νομικών διατάξεων τεκμηρίου παραίτησης από της κυριότητας και παντός δικαιώματος επί του επιδίκου, του κυρίου του ως άνω Συνεταιρισμού "Η ΠΡΟΟΔΟΣ", εφόσον ο τελευταίος επέσπευσε και επιδίωξε την έγκριση του σχεδίου, άνευ άλλης διατύπωσης (και μεταγραφής), και της κατ' αυτόν τον τρόπο περιέλευσης αυτού, χωρίς αποζημίωση εν προκειμένω στην άνω Κοινότητα, ο ως άνω κύριος της όλης έκτασης Συνεταιρισμός παραιτήθηκε σύννομα και μάλιστα ρητώς της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου υπέρ της άνω Κοινότητας. Τούτο, καθόσον με τις άνω διατάξεις, ...η έγκριση του σχεδίου στην περίπτωση αυτή συναρτάται με την επιβολή στον ιδιοκτήτη της υποχρέωσης της δωρεάν παραχώρησης εκτάσεων που καθορίζονται ως χώροι κοινόχρηστοι ή (και) προοριζόμενοι για κοινωφελείς σκοπούς, οπότε η κυριότητα επί των χώρων αυτών θεωρείται ότι περιήλθε έκτοτε αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός εν προκειμένω στην κυριότητα της Κοινότητας Πυλαίας, που επιμελήθηκε της εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου και στα χωρικά όρια της οποίας εμπίπτει η έκταση που εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο. Προσέτι, συννόμως ζητείται με την κύρια βάση της αγωγής η αναγνώριση της κυριότητας επί του επιδίκου του ενάγοντος Δήμου, δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το με αριθμό κτηματογράφησης 010102 ακίνητο, εμβαδού 2.305,49 τ.μ., κατά την σύνταξη της άνω 30 πράξης εφαρμογής και της 30/08 διορθωτικής αυτής, ουδόλως μεταβλήθηκε ως προς οποιοδήποτε στοιχείο του (όρια, έκταση, τοποθεσία κ.λπ.), ούτε παραχωρήθηκε στους εναγόμενους, αντ' αυτού, κάποιο νέο ακίνητο, αλλ' απλώς καθορίστηκε ως φερόμενος υπόχρεος σε αποζημίωση ο Δήμος Πυλαίας για το σύνολο της έκτασης του ακινήτου (2.305,49 τ.μ.) και ως φερόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης οι εναγόμενοι.
Συνεπώς, ο ενάγων, κατ' ορθή ερμηνεία των άνω διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 3 του Ν. 947/1979, δεν απώλεσε το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου, από μόνο του δε το γεγονός ότι με την αγωγή ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος μόνον επί της έκτασης των 1.526,95 τ.μ., που εμπίπτει στην άνω έκταση των 2.305,49 τ.μ., δεν συνάγεται το αντίθετο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι δεν δικαιούται ο ενάγων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 3 του Ν. 947/1979 (αναλογικά εφαρμοζομένων), να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του επί της επίδικης εκτάσεως των 1.526,95 τ.μ., γιατί αυτό αποτελεί τμήμα του άνω ακινήτου των 2.305,49 τ.μ., παρά μόνον την καταβολή αποζημίωσης ίσης με την αξία του, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος." Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.1337/1983 και 49 §3 του ν. 947/1979, διότι στην προκείμενη περίπτωση αντικείμενο της δίκης είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος ΟΤΑ, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, επί του επιδίκου τμήματος των 1.526,95 τμ κατά το χρόνο κύρωσης της προρρηθείσης πράξης εφαρμογής (στον οποίο ανατρέχει και η διορθωτική), δικαιολογώντας ο ενάγων ειδικό έννομο συμφέρον σε παρωχημένη έννομη σχέση προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απαλλοτρίωσης στους εναγόμενους για το ανωτέρω τμήμα. Ουδόλως πρόκειται για αγωγή απόδοσης νέου ακινήτου με βάση την κυριότητα επί μεταβαλλόμενου (ακινήτου) κατ' άρθρο 12 του ν.1337/1983, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ούτε για αγωγή καταβολής της αξίας τμήματος μεταβαλλόμενου ακινήτου κατ' άρθρο 49 §3 του ν. 947/1979 , διότι το επίδικο είχε χαρακτηρισθεί ήδη από το 1965 από την ένταξη του στο σχέδιο πόλης με το ΒΔ της 10-3-1965 κοινόχρηστος χώρος, που εκ της ιδιότητάς του αυτής ανήκε στον Δήμο δυνάμει του άρθρου 1 του ΝΔ 690/1948 και ως εκ τούτου ήταν εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Κατά συνέπεια κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του ν.1337/1983 και 49 §3 του ν. 947/1979 και ότι έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν προβλέπεται αναγνωριστική αγωγή, παρά μόνο διεκδικητική και ότι έπρεπε ο αναιρεσίβλητος ενάγων να ζητήσει μόνο χρηματική αποζημίωση ίση με την αξία των 1.526,95 τμ.
V. Επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 299/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου επανέφεραν ως λόγο έφεσης την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΚ 281), που προέβαλαν πρωτοδίκως, επικαλούμενοι προς θεμελίωσή της ότι ο δικαιοπάροχός τους, Ι. Φ. του Δ., ασκούσε επί του επιδίκου τις αναφερόμενες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον προορισμό του, από το έτος 1942 και εντεύθεν και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έως τον θάνατό του το έτος 1978, υπό τα όμματα, την πλήρη γνώση και αποδοχή όλων των κατοίκων και δημοτών του αντιδίκου τους, παρουσιαζόμενος πάντοτε ως κύριος αυτού, χωρίς καμία αντίρρηση ή διεκδίκηση από τρίτον, με συνέπεια να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Επιπλέον δε, ιστορούν ότι τα ανωτέρω προκύπτουν και από τις ...-1974 και ...-1975 πράξεις προσδιορισμού ορίων ιδιοκτησιών, που συντάχθηκαν μεταξύ του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους και του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Κωνσταντινουπολιτών "Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ", όπου ρητά αναφέρεται το ακίνητό τους, τα σύνορα και η έκτασή του, πράγμα που σημαίνει ότι η κυριότητά τους και σε κάθε περίπτωση η νομή και κατοχή τους επ' αυτού γινόταν αποδεκτή από τον πιο πάνω Συνεταιρισμό (διάφορο του προαναφερθέντος με τον διακριτικό τίτλο "Η ΠΡΟΟΔΟΣ", που ήταν αρχικά κύριος της ευρύτερης έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο και επέσπευσε την ένταξή της στο ρυμοτομικό σχέδιο Πυλαίας). Ότι η αντιδικία του δικαιοπαρόχου τους με τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "Η ΠΡΟΟΔΟΣ", αφορούσε άλλο ακίνητο, εμβαδού 1.614 τμ, διάφορο του επιδίκου, το οποίο μετά την έκδοση της 265/1985 απόφασης του Αρείου Πάγου αποδόθηκε κατά χρήση στον ενάγοντα. Ότι, μετά τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους συνέχισαν οι ίδιοι να ασκούν επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής, φροντίζοντάς το και οριοθετώντας το, ενώ η κυριότητά τους επ' αυτού αποδεικνύεται και από τις συνταχθείσες από τους ίδιους συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, οι οποίες ουδέποτε προσβλήθηκαν από οιονδήποτε και δεν αμφισβητήθηκε η εγκυρότητά τους, ενώ υπέβαλαν και δηλώσεις ιδιοκτησίας στον αντίδικό τους κατά την σύνταξη της πράξης εφαρμογής μαζί με τους τίτλους τους, όπως, επίσης, δήλωσαν την ιδιοκτησία τους στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, όπου εμφανίζονται νόμιμα ως συνιδιοκτήτες αυτής, με συνέπεια να περιληφθούν ως δικαιούχοι αποζημίωσης στον πίνακα της 30 πράξης εφαρμογής και της 30/8 διορθωτικής αυτής , καθόσον ποτέ δεν υπήρξε αμφισβήτηση για την κυριότητά τους επί του επιδίκου από τους συνεταιρισμούς που είχαν ιδιοκτησίες στην περιοχή, από οποιοδήποτε τρίτο, ούτε και από τον αντίδικό τους μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής. Ότι ο αντίδικός τους Δήμος με τα αναφερόμενα ενδεικτικά τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και στην έφεση, έγγραφα των υπηρεσιών του αποδεχόταν την ως άνω ιδιοκτησία τους επί του επιδίκου χωρίς αμφισβήτηση. Ότι με τον τρόπο αυτό ο αντίδικός τους αποδεχόταν ότι οι ίδιοι ήταν κύριοι του επίδικου ακινήτου, γεγονός που ενισχύεται και από το ίδιο το κείμενο της 289/2009 απόφασης του Δημοτικού του Συμβουλίου, που αναφέρει στο διατακτικό της ότι γνωμοδοτεί υπέρ της έγκρισης Τροποποίησης Ρυμοτομικού Σχεδίου στα ΟΤ Γ647 και Γ666α στην πολεοδομική ενότητα 4, περιοχή Κωνσταντινουπολίτικων στα διοικητικά όρια του Δήμου Πυλαίας, με: Α. Τον αποχαρακτηρισμό του ακινήτου κληρονόμων Ι. Φ. Ε= 2.347 τ.μ. στο Ο.Τ. 647 από χώρο πρασίνου σε οικοδομήσιμο και τον επαναχαρακτηρισμό του από οικοδομήσιμο σε χώρο "Δημοτικού Σχολείου", που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ... και ... Ότι, ομοίως αντιφατική εμφανίζεται η συμπεριφορά του αντιδίκου τους, που επί τόσα έτη τους αναγνώριζε ως μόνους κυρίους του επιδίκου και μάλιστα ζητούσε και λάμβανε τέλη και δικαιώματα από αυτούς. Ότι η αντιφατική αυτή του συμπεριφορά επιτείνεται και από τις από 1-11-2013 ατομικές ειδοποιήσεις οφειλών που ο αντίδικός τους εξέδωσε εις βάρος τους, οι οποίες αφορούσαν τέλη που πληρώνουν οι ιδιοκτήτες για την επίδικη ιδιοκτησία τους, κατά το οικονομικό έτος 2013, δηλαδή σε χρόνο μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής του. Ότι κατά το έτος 2007 εκδόθηκε μετά από προσφυγή τους η 516/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με καθ' ου τον δικαιοπάροχο του αντιδίκου τους, με την οποία ακυρώθηκε η άρνηση της διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε στο επίδικο οικόπεδό τους, δεχόμενη ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν μεταξύ άλλων και ότι οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου έκτασης 2.305,49 τμ, που βρίσκεται στην πόλη της Θεσσαλονίκης στον Δήμο Πυλαίας, στον οικισμό Κωνσταντινουπολιτών και στην διασταύρωση των οδών ... και Δ. ... Ότι σε άλλο σημείο της η ίδια απόφαση του ως άνω Διοικητικού Πρωτοδικείου αναφέρει, ότι με την από 27-5-2005 αίτησή τους προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας οι πιο πάνω προσφεύγοντες από κοινού με τους κληρονόμους του Δ. Φ., οι οποίοι φέρονται ως συγκύριοι των ίδιων ακινήτων, κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου, ζήτησαν την άρση των προαναφερόμενων δεσμεύσεων των ακινήτων αυτών. Ότι επί της σχετικής ως άνω διοικητικής δίκης ο αντίδικός τους αποδέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην αποκλειστική τους κυριότητα, όπως προκύπτει από τις από 10-1-2006 απόψεις του επί της από 12-7-2005 προσφυγής τους, εφόσον ανέφερε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την απαλλοτρίωση που επέβαλε, αλλά υπάρχει πρόθεση στο επερχόμενο διάστημα να αναζητηθούν λύσεις αποζημίωσης. Ότι, επομένως, στοιχειοθετείται η ένστασή τους, καθόσον, πέραν από την μακροχρόνια αδράνεια του αντιδίκου τους και των δικαιοπαρόχων του, που ξεπερνά τα 45 έτη, με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά αυτών δημιουργήθηκε στους ίδιους η εύλογη πεποίθηση και βεβαιότητα ότι ο αντίδικός τους δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά του, η όλη του δε συμπεριφορά είναι, ενόψει των ανωτέρω αναφερθέντων, αντιφατική, αφού αυτός, που μεταξύ άλλων που προαναφέρθηκαν, δεν αμφισβήτησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου την κυριότητά τους, πολλώ δε μάλλον το έτος 2009 με έγγραφά του αναφέρει ότι το επίδικο ανήκει στους κληρονόμους Φ. και όχι σε εκείνον, στην συνέχεια άσκησε (το έτος 2010) την ένδικη αγωγή του. Ότι με βάση τα ανωτέρω δημιουργήθηκε σε αυτούς εύλογα η πεποίθηση και η βεβαιότητα ότι η κυριότητά τους επί του επίδικου ακινήτου είναι δεδομένη και δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί, όντας πεπεισμένοι μέχρι και την άσκηση της εναντίον τους αγωγής ότι ο αντίδικός τους δεν έχει δικαιώματα και δεν πρόκειται να εγείρει δικαιώματα επί του επιδίκου, το οποίο νέμονται και κατέχουν ο δικαιοπάροχός τους και οι ίδιοι πέραν της εικοσαετίας χωρίς καμία αμφισβήτηση από κανέναν. Ότι για τους λόγους αυτούς η ανατροπή της παγιωθείσας κατάστασης, θα επιφέρει σε αυτούς ανυπολόγιστες συνέπειες, δηλαδή ανυπολόγιστη περιουσιακή και ηθική βλάβη και επομένως πρέπει γινομένης δεκτής της ένστασής τους ν' απορριφθεί η αγωγή για τον λόγο αυτό. Το Εφετείο με την πληττόμενη απόφαση έκρινε ότι η ως άνω ένσταση αφορούσε και τις δύο αγωγικές βάσεις, πλην όμως την απέρριψε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία "διότι στο μέτρο που με αυτή γίνεται επίκληση της κυριότητας επί του επιδίκου όχι του εφεσιβλήτου (νυν αναιρεσίβλητου), όπως θα έπρεπε για το νομικά βάσιμό της... αλλά των ιδίων των εκκαλούντων (νυν αναιρεσειόντων) που φέρονται να απόκτησαν αυτό με έκτακτη χρησικτησία του δικαιοπαρόχου τους και στην συνέχεια με την αποδοχή της κληρονομίας του τελευταίου ....δεν μπορεί να θεμελιώσει κατά νόμο την πιο πάνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα κατά την ανάπτυξη της εν λόγω ένστασης από τους εκκαλούντες, δεν προκύπτει ουδεμία επαχθής συνέπεια γι' αυτούς από την απόρριψη της ενστάσεώς τους (ούτε, αντίστοιχα, από την αντίθετη πλευρά, και κάποια επωφελής για τους ίδιους συνέπεια από την τυχόν αποδοχή της ενστάσεώς τους και την απόρριψη για τον λόγο αυτό της αγωγής). Τούτο διότι, σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο φέρει τον χαρακτήρα κοινοχρήστου, που δεν μπορεί ν αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κτήσεως και επομένως ουδόλως μπορούν να επωφεληθούν οι εκκαλούντες με οποιοδήποτε τρόπο (όπως με την εκμετάλλευσή του κ.λπ.), η δε χρήση του από αυτούς ως κοινοχρήστου μπορεί να γίνει μόνον στα πλαίσια του ιδιόρρυθμου δικαιώματος που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με το άρθρο 57 του ΑΚ μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από την χρήση του ως κοινοχρήστου πράγματος, προστασία η οποία διατηρείται σε κάθε περίπτωση. Άλλωστε, και οι ίδιοι οι εκκαλούντες ουδεμία συγκεκριμένη επαχθή συνέπεια και ζημία επικαλούνται σχετικώς πλην της αόριστης αναφοράς σε "ανυπολόγιστη περιουσιακή και ηθική βλάβη" την οποία ουδόλως προσδιορίζουν. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται η άνω ένσταση ούτε υπό την μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος. Σημειώνεται δε ότι η επίκληση της 516/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, δοθέντος ότι η δικαιοδοσία για την επίλυση διαφορών που αφορούν στην κυριότητα ακινήτων ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια." Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επειδή δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, βάλλοντας, όμως, μόνο ως προς το σκέλος της περί αποδυνάμωσης δικαιώματος και δη αναφορικά με την αιτιολογία περί μη επίκλησης εκ μέρους των εναγομένων συγκεκριμένης επαχθούς συνέπειας και ζημίας και ουδόλως προς την κύρια αιτιολογία ότι δηλ. το επίδικο ακίνητο φέρει τον χαρακτήρα κοινοχρήστου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης και κατ' ακολουθίαν δεν δύνανται να επωφεληθούν οι εναγόμενοι. Πλην όμως, το διατακτικό του Εφετείου περί απόρριψης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στηρίζεται σε επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία εκ των οποίων στηρίζει αυτοτελώς τούτο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού πλήττει την απόφαση μόνο ως προς την μία αιτιολογία της, ενώ ως προς την επάλληλη αυτής αιτιολογία η απόφαση δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.
V. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με ΓΑΚ 1676/ΕΑΚ 192/9-6-2022 αίτηση για αναίρεση της 53/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν για την άσκησή της παράβολο (άρθρο 495 §3β του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 281 §2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 481/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ 1676/ΕΑΚ 192/9-6-2022 αίτηση για αναίρεση της 53/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ