Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1762 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1762/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Ζαρκάδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3337/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 29-10-2022 (με αριθ. κατ. 21952/2115/2-11-2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3337/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 22-1-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2748/6-2-2013) αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε την ρύθμισή των χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η (δυνητική) κύρια κατοικία του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 217/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη, μετ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από την πιστώτρια- καθής η αίτηση τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία, "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ένστασης περί δόλιας περιέλευσής του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 25-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 15642/13046/2022 ) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3337/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε αυτήν τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας από 22-1-2013 αίτηση, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, εξαίρεσε από την εκποίηση την ψιλή κυριότητα της (δυνητικής) κύριας κατοικίας του και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωσή της. Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 22-1- 2013 αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 6-2-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Περαιτέρω, ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020).
Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.
Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1174/2019).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Α.Π.407/2024,A.Π. 599/2020).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π.407/2024, Α.Π.1219/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π 407/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 335/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 407/2024, ΑΠ. 1219/2024, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 473/2023).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 757/2015). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 4-7/2024, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 335/2020, Α.Π. 208/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Α.Π. 518/2020, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 638/2019).
Επίσης, για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 31/2020, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 267/20, Α.Π. 595/20, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1449/2019, Α.Π. 701/2011).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος - αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την καθής πιστώτρια του, απορρίπτοντας την παραδεκτά από αυτήν προβληθείσα, με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σχετική ένσταση δόλου λόγω του υπέρμετρου δανεισμού του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 ΠΚ, διότι αυτός (αναιρεσίβλητος), προέβη στην κατάρτιση των επίμαχων δανειακών συμβάσεων, αν και γνώριζε ότι το μηνιαίο εισόδημά του που δεν υπερέβαινε το ποσό των 1000 ευρώ, δεν του επέτρεπε να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες προς τους πιστωτές του. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, δηλαδή αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στον αναιρεσίβλητο - αιτούντα, δέχτηκε τα ακόλουθα: " ...Ο αιτών και ήδη εκκαλών ( αναιρεσίβλητος), γεννηθείς το έτος 1975 είναι έγγαμος από τις ...-2013 με τη Μ. Κ., γεννηθείσα το έτος 1970, με την οποία έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, τον Δ.-Μ., γεννηθέντα στις ...-2016. Ο εκκαλών απασχολείται, εργασιακά στον ιδιωτικό τομέα και, σύμφωνα με τα προσαγόμενα έγραφα, από την 1η-6-2009 μέχρι και την 31η-7-2014 εργαζόταν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.", από την οποία αποχώρησε κατά την ανωτέρω ημερομηνία (31-7-2014), λόγω συμμετοχής του σε πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης, λαμβάνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 28.802,24 ευρώ. Ακολούθως, απασχολήθηκε στην ίδια εταιρία για το χρονικό διάστημα από 1-8-2014 έως 31-10-2014, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.106,00 ευρώ, και εν συνεχεία περιήλθε σε καθεστώς ανεργίας. Σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις του ΟΑΕΔ, ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο ανέργων του Οργανισμού ως επιδοτούμενος άνεργος από 24-11-2014 έως και 19-11-2015, ενώ παρέμεινε εγγεγραμμένος σε αυτό έως 3-1-2016 και εν συνεχεία από 23-8-2018 έως 18-9-2018 και από 19-10-2018 έως 15-4-2019. Στα ενδιάμεσα διαστήματα και δη κατά τα έτη 2017 και 2018 εργάστηκε ως οδηγός ΤΑΞΙ. Εντός του έτους 2018 απασχολήθηκε επιπλέον και στην εταιρία ΕΝΕΡΓΟΝ ΤΜ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΗ και το έτος 2019 εργάστηκε στις εταιρίες ESA Security Solutions S.A., Γ. Α.- Χ. Σ. Ο.Ε. και ATLAS HR ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. Την 1-1-2021 προσλήφθηκε εκ νέου από την εταιρία ESA Security Solutions S.A. με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, λήγουσα στις 31-5-2021, με την ειδικότητα του φύλακα, έναντι βασικού μηνιαίου μισθού ύψους 650,00 ευρώ, ο οποίος προσαυξάνεται λόγω εργασίας κατά τη νύχτα και σε ημέρα Κυριακή ή αργία, όπως προκύπτει από την απόδειξη πληρωμής αποδοχών μηνός Μαρτίου 2021, με αναφερόμενο ως πληρωτέο το ποσό των 738,62 ευρώ. Με βάση τα προσαγόμενα φορολογικού χαρακτήρα έγγραφα (φορολογικές δηλώσεις, εκκαθαριστικά σημειώματα και πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου), κατά τα έτη (χρήσεις) 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, ο εκκαλών δήλωσε, αντιστοίχως, ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα ύψους 6.587,13 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 10.684,84 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 10.987,24 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 6.785,14 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 8.412,51 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 8.906,88 ευρώ (εκ του οποίου 308,75 ευρώ από ακίνητα και 8.598,13 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες), 12.270,63 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.417,44 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.397,18 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.626,97 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.844,31 ευρώ (εκ του οποίου 11.827,77 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 16,54 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσό), 41.305,80 ευρώ (εκ του οποίου 26,84 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 12.476,72 ευρώ από μισθωτή εργασία και 28.802,24 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά- αποζημίωση αποχώρησης), 4.802,41 ευρώ (εκ του οποίου 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 4.802,40 ευρώ από επίδομα ανεργίας), 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα), 5.341,28 ευρώ (εκ του οποίου 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 5.021,23 ευρώ από μισθωτή εργασία και 320,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), 5.427,88 ευρώ (εκ του οποίου 0,11 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 4.204,62 ευρώ από μισθωτή εργασία, 336,00 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και 887,04 ευρώ από επίδομα ανεργίας) και, τέλος, 5.498,59 ευρώ (εκ του οποίου 0,05 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 4.291,88 ευρώ από μισθωτή εργασία, 336,00 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και 870,66 ευρώ από επίδομα ανεργίας). Όσον αφορά τη σύζυγό του, αυτή απασχολείται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΜΑΤ Α. Ε." έναντι μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.300,00 ευρώ κατά μέσο όρο, για δε τις χρήσεις 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 δήλωσε, αντιστοίχως, συνολικό ετήσιο ατομικό εισόδημα ύψους 11.338,44 ευρώ (εκ του οποίου 65,48 ευρώ από ακίνητα και 11.272,96 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες), 13.264,57 ευρώ (εκ του οποίου 65,48 ευρώ από ακίνητη περιουσία, 429,72 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 12.769,37 ευρώ από μισθωτή εργασία), 13.316, 91 ευρώ (εκ του οποίου 68,93 ευρώ από ακίνητη περιουσία, 407,80 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 12.840,18 ευρώ από μισθωτή εργασία), 10.152,55 ευρώ (εκ του οποίου 0,44 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 10.152,11 ευρώ από μισθωτή εργασία), 15.368,34 ευρώ (εκ του οποίου 0,71 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 15.367,63 ευρώ από μισθωτή εργασία), 15.402,28 ευρώ (εκ του οποίου 1,33 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 15.400,95 ευρώ από μισθωτή εργασία) και, τέλος, 15.652,05 ευρώ (εκ του οποίου 20,94 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 10.631,11 ευρώ από μισθωτή εργασία). Η τριμελής οικογένεια του εκκαλούντος κατοικεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του και, συγκεκριμένα, σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, εμβαδού κύριων χώρων 46,10 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 5,90 τ.μ.
Πέραν του εν λόγω διαμερίσματος, η ανωτέρω διαθέτει κατά το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας: α) σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου από μία οικοδομή κείμενη επί της οδού ... στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, εμβαδού 100,00 τ.μ., β) σε ποσοστό 31,87% εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο έκτασης 862,00 τ.μ., κείμενο στην Περίχωρα Σιταγρών Ν. Δράμας, μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 63,00 τ.μ. και γ) σε ποσοστό 20,62% εξ αδιαιρέτου, τέσσερις αγρούς ευρισκόμενους στην Περίχωρα Σιταγρών Δράμας, έκτασης 2.500,00 τ.μ., 9.324,00 τ.μ., 11.500,00 τ.μ. και 1.250,00 τ.μ., ενώ διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα και το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κυβισμού 1240cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005. Τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν αποδεικνύεται ότι σήμερα της αποφέρουν κάποιο εισόδημα, το δε εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του διαμερίσματος στη Σταυρούπολη φέρεται ως δωρεάν παραχωρημένο στη μητέρα της. Ο ίδιος ο εκκαλών διαθέτει: α) κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, μία κατοικία και, συγκεκριμένα, την υπ' αρ. 2 κατοικία- μεζονέτα από ένα συγκρότημα κατοικιών κτισμένο στο υπ' αρ. 3 διαιρετό τμήμα, έκτασης 400,06 τ.μ., από το με αριθμό 3 οικόπεδο του Γ130 Ο.Τ. Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης και επί της οδού ... (άνευ αριθμού), αποτελούμενης (της κατοικίας) από ημιϋπόγειο χώρο- αποθήκη εμβαδού 49,50 τ.μ., ισόγειο όροφο εμβαδού 39,50 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 40,50 τ.μ., με δικαίωμα χρήσης σε τμήμα έκτασης 40,00 τ.μ. μπροστά από την κατοικία και 37,76 τ.μ. στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη 300/1000, την οποία απέκτησε κατά το ως άνω εμπράγματο δικαίωμα δυνάμει του υπ' αρ. ...-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.-Κ. (νόμιμα μεταγεγραμμένου), και β) ένα διαιρετό και αυτοτελές τμήμα αγρού, έκτασης 282,00 τ.μ., με αριθμό 4 του υπ' αρ. 17 Ο.Τ. (ιδιωτικής ρυμοτομίας) της κτηματικής περιοχής του Ν. Ρυσίου του Δήμου Θέρμης, το οποίο στον τίτλο κτήσης, ήτοι το υπ' αρ. ...-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Κουφαλίων Α. Β.- Π. (νόμιμα καταχωρισμένο στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών), περιγράφεται ως ευρισκόμενο εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης του Δήμου Θέρμης, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Όσον αφορά την προπεριγραφείσα κατοικία- μεζονέτα, η επ' αυτής επικαρπία ανήκει στη μητέρα του εκκαλούντος, Β. Π., η οποία επί του παρόντος διαμένει σε αυτήν φιλοξενώντας τη χήρα θυγατέρα της και τα τέσσερα τέκνα αυτής, των οποίων ασκεί η ίδια την επιμέλεια λόγω προβλήματος ψυχική υγείας της μητέρας τους (βλ. τις παραδοχές της υπ' αρ. 7327/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας). Το ως άνω ακίνητο, το οποίο αγοράστηκε με τα κατωτέρω αναφερόμενα στεγαστικά δάνεια, έχει τα χαρακτηριστικά της δυνητικής κύριας κατοικίας του εκκαλούντος, αφού μπορεί να χρησιμεύσει ως τέτοια στο μέλλον, η δε αντικειμενική αξία του εμπράγματου δικαιώματος της ψιλής κυριότητας επ' αυτού ανέρχεται σε 35.398,13 ευρώ (βλ. δήλωση ΕΝΦΙΑ του εκκαλούντος για το έτος 2020). Πέραν των παραπάνω ακινήτων, ο εκκαλών διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα και το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής CITROEN, μοντέλο C4, κυβισμού 1360cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2008, η εμπορική αξία του οποίου αποτιμάται, βάσει της παλαιότητάς του, σε 3.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, ο αιτών ανέλαβε τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη, τα οποία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τις εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, ο εκτοκισμός των οποίων συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο εκκαλών οφείλει στην εφεσίβλητη και μοναδική του, πλέον, πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (που είχε διαδεχθεί το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ"), στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει πλέον ως καθολική της διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank" (ΑΦΜ ...), λόγω διάσπασης της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής της δραστηριότητας και σύσταση της τελευταίας: α) από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (νέος αριθμός ...), το συνολικό ποσό των 72.406,66 (με βάση την πιο πρόσφατη από 10-12-2015 βεβαίωση), β) από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (νέος αριθμός ...), το συνολικό ποσό των 109.107,30 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε μέχρι τις 10-12-2015 (με βάση την πιο πρόσφατη από 10-12-2015 βεβαίωση) και γ) από την υπ' αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ποσό των 3.178,44 ευρώ, με ημερομηνία υπολογισμού την 29η-3-2012 (ελλείψει στοιχείων εγγύτερων προς τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης). Οι υπό στοιχεία - α - και - β - απαιτήσεις, τις οποίες ανέλαβε ο εκκαλών από κοινού με τη συνοφειλέτιδα μητέρα του, είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημειώσεις υποθήκης συνολικού ποσού 180.000,00 ευρώ, εγγραφείσες επί της προπεριγραφείσας δυνητικής κύριας κατοικίας του. Υπό τα προεκτεθέντα, η συνολική οφειλή του εκκαλούντος προς την πιστώτριά του ανέρχεται σε 184.692,40 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών, ήδη από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης του για ρύθμιση των χρεών του, είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, κατάσταση η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα, αφού συνεχίζει να υφίσταται αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του. Ειδικότερα, με το εισόδημα που αποκέρδαινε από την εργασία του, το οποίο κατά το έτος κατάθεσης της αίτησης (2013) ανήλθε στο συνολικό ποσό των 11.844,31 ευρώ, αδυνατούσε να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν υπολείπονταν του ποσού των 700,00 ευρώ μηνιαίως (καθόσον κατ' εκείνον τον χρόνο υποβαλλόταν, πέραν των άλλων, και σε δαπάνη καταβολής ενοικίου), και να εξυπηρετεί παράλληλα τις δανειακές δόσεις, οι οποίες ανέρχονταν επίσης, ως προς τα στεγαστικά δάνεια, σε περίπου 700,00 ευρώ μηνιαίως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι στο πρόσωπο του εκκαλούντος συνέτρεχε ενδεχόμενος δόλος, τόσο αρχικός, όσο και επιγενόμενος, ως προς την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής, πρωτίστως διότι, κατά το σκεπτικό του, τα εισοδήματα αυτού δεν του επέτρεπαν να καλύπτει αυτοδύναμα τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, παρά την παρατηρούμενη σταδιακή αύξηση των απολαβών του από το έτος 2006 (κατά το οποίο καταρτίστηκαν οι συμβάσεις στεγαστικών δανείων) μέχρι την περιέλευσή του σε καθεστώς ανεργίας, και δευτερευόντως διότι αυτός δεν διέθεσε οποιοδήποτε ποσό από την αποζημίωση αποχώρησης εκ ποσού 28.802,24 ευρώ, την οποία έλαβε το έτος 2014, για τη μερική έστω ικανοποίηση της πιστώτριάς του. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι ο εκκαλών, ηλικίας 31 ετών κατά τον χρόνο λήψης των δανείων και χωρίς προβλήματα υγείας, προσέβλεπε στη μελλοντική βελτίωση της εισοδηματικής του κατάστασης δια της εργασίας του, όπως και πράγματι συνέβη, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα οικονομικά στοιχεία. Κατά δε το έτος 2009, κατά το οποίο το εισόδημά του παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση, ανερχόμενο συνολικά σε 12.270,63 ευρώ (1.022,55 ευρώ/μήνα με αναγωγή στο δωδεκάμηνο), ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των 3.678,99 για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων (βλ. τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2010). Από το έτος 2011, όμως, άρχισε η σταδιακή μείωση των εισοδημάτων της συνοφειλέτιδας μητέρας του, η οποία λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας και είχε επωμιστεί την εξόφληση των στεγαστικών δανείων, ενώ το έτος 2012, λόγω καθυστερήσεων, οι ετήσιες αποδοχές της ανήλθαν το ποσό των μόλις 2.459,54 ευρώ. Ομοίως, το έτος 2015, αυτή εσόδευσε το ποσό των 2.373,43 ευρώ ετησίως, ενόσω είχε προηγηθεί, τον μήνα Ιούλιο του προηγούμενου έτους (2014), η αποχώρηση του εκκαλούντος από την εργασία του, η οποία σύμφωνα με την κατάθεση της ανωτέρω (μητέρας του), που εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπήρξε στην πραγματικότητα υποχρεωτική για τον ίδιο και τους συναδέλφους του. Έκτοτε, τα εισοδήματα του εκκαλούντος δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.500,00 ευρώ σε ετήσια βάση, δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατό να ανεύρει μόνιμη και σταθερή εργασία, ενόσω μάλιστα έχουν αυξηθεί οι υποχρεώσεις του με την τέλεση του γάμου του στα τέλη του έτους 2013 και την έλευση του τέκνου του εντός του έτους 2016. Συγκεκριμένα, οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του, η οποία δεν υποβάλλεται σε δαπάνη καταβολής ενοικίου, προσδιορίζονται σε 900,00 ευρώ μηνιαίως, αφορώσες σίτιση, ένδυση/υπόδηση, τηλεπικοινωνίες, μετακινήσεις και κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της οικίας όπου διαμένουν, υπό την επισήμανση ότι ο οφειλέτης που ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 οφείλει να μειώσει τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το χρονικό διάστημα της ρύθμισης του άρθρου 8 του ιδίου νόμου. Όσον αφορά, άλλωστε, το ποσό της αποζημίωσης αποχώρησης που έλαβε, αυτό δαπανήθηκε για την κάλυψη βιοτικών αναγκών κατά τα χρονικά διαστήματα της ανεργίας του και για την κατάλληλη διαμόρφωση της παραπάνω οικίας που στεγάζει την οικογένειά του, ενώ μεγάλο μέρος αυτού διατέθηκε για ιατρικές δαπάνες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στο πλαίσιο επανειλημμένων προσπαθειών τεκνοποίησης που κατέβαλαν με τη σύζυγο του. Σε κάθε περίπτωση, η ανάλωση του ως άνω ποσού δεν μπορεί να αξιολογηθεί αυτοτελώς και μεμονωμένα ως περίσταση ενδεικτική δολιότητας, λαμβανομένου υπόψη του ότι η λήψη του έπεται του χρονικού σημείου περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, χωρίς να συντρέχει περίπτωση επιλεκτικής ικανοποίησης πιστωτών σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης της αίτησής του (...). Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η εν γένει συμπεριφορά του εκκαλούντος είναι ενδεικτική της από πλευράς του έλλειψης της απαιτούμενης σύνεσης και επιμέλειας στις συναλλαγές του, η οποία συνάδει με τη συνδρομή βαριάς συνειδητής αμέλειας στο πρόσωπο του, όχι όμως και δόλου, έστω και ενδεχόμενου, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην οικεία θέση της παρούσας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την πιστώτρια του εκκαλούντος ένσταση περί δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και απέρριψε την αίτησή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις...".
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, ότι η ως άνω προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έτσι να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου - αιτούντος, οι νόμιμες προϋποθέσεις υπαγωγής του στο ν. 3869/2010 και ακολούθως να μην καταγνώσει σε βάρος του (ενδεχόμενο) δόλο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 περ. α' του ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, ως προς τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου, και έτσι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί, παραβιάζοντας ευθέως τον ανωτέρω κανόνα δικαίου με τη μη εφαρμογή του.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου : 1) ότι αυτός γεννηθείς το έτος 1975, είναι έγγαμος από ...-2013 και έχει αποκτήσει ένα τέκνο που γεννήθηκε το έτος 2016, και διαμένει με την τριμελή οικογένεια του σε ακίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του. 2) Ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 1-6-2009 μέχρι και την 31-7-2014, εργαζόταν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.", έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.106,00 ευρώ, οπότε και σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην ανωτέρω εταιρεία, λόγω της συμμετοχής του στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης της εταιρείας αυτής, λαμβάνοντας ως αποζημίωση αποχώρησης, το ποσό των 28.802,24 ευρώ. 3) Ότι ακολούθως, περιήλθε σε καθεστώς ανεργίας και σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις του ΟΑΔΕΔ, ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο ανέργων του Οργανισμού ως επιδοτούμενος άνεργος, για το χρονικό διάστημα από 24-11-2014 έως και 19-11-2015, ενώ παρέμεινε εγγεγραμμένος σε αυτό έως 3-1-2016 και εν συνεχεία από 23-8-2018 έως 18-9-2018 και από 19-10-2018 έως 15-4-2019. Στα ενδιάμεσα διαστήματα και δη κατά τα έτη 2017 και 2018 εργάστηκε ως οδηγός ΤΑΞΙ, και εντός του έτους 2018 απασχολήθηκε επιπλέον και στην εταιρεία "ΕΝΕΡΓΟΝ ΤΜ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΗ". Επίσης το έτος 2019 και το χρονικό διάστημα από 1-1-2021 έως 31-5-2021, εργάστηκε ως φύλακας έναντι βασικού μηνιαίου μισθού 650 ευρώ, 4) Ότι τα ετήσια εισοδήματά του, ανέρχονταν κατά τα κατωτέρω οικονομικά έτη, (χρήσεις) 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, στα εξής ποσά αντιστοίχως : ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα ύψους 6.587,13 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 10.684,84 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 10.987,24 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 6.785,14 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 8.412,51 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 8.906,88 ευρώ (εκ του οποίου 308,75 ευρώ από ακίνητα και 8.598,13 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες), 12.270,63 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.417,44 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.397,18 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.626,97 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 11.844,31 ευρώ (εκ του οποίου 11.827,77 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 16,54 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσό), 41.305,80 ευρώ (εκ του οποίου 26,84 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 12.476,72 ευρώ από μισθωτή εργασία και 28.802,24 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά- αποζημίωση αποχώρησης), 4.802,41 ευρώ (εκ του οποίου 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα και 4.802,40 ευρώ από επίδομα ανεργίας), 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα), 5.341,28 ευρώ (εκ του οποίου 0,01 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 5.021,23 ευρώ από μισθωτή εργασία και 320,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), 5.427,88 ευρώ (εκ του οποίου 0,11 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 4.204,62 ευρώ από μισθωτή εργασία, 336,00 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και 887,04 ευρώ από επίδομα ανεργίας) και, τέλος, 5.498,59 ευρώ (εκ του οποίου 0,05 ευρώ από μερίσματα- τόκους- δικαιώματα, 4.291,88 ευρώ από μισθωτή εργασία, 336,00 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και 870,66 ευρώ από επίδομα ανεργίας). 5) Ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης του χρονικό διάστημα, είχε αναλάβει δύο σημαντικού ύψους δανειακές υποχρεώσεις, από κοινού με την συνοφειλέτιδα μητέρα του, και οφείλει στην αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", μοναδική του πλέον πιστώτρια, ατομικά αλλά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", από δυο συμβάσεις στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 181.574,96 ευρώ (72.406,66 + 109.107,30), όπως το ποσό αυτό διαμορφώθηκε μέχρι την 10-12-2015, 6) ότι αυτός επίσης όφειλε στις 29-3-2012, στην αναιρεσείουσα το ποσό των 3.178,44 ευρώ, από σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Επομένως, οι συνολικά ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου, ανέρχονταν κατά την συζήτηση της αίτησής του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο ποσό των 184.692,40 ευρώ. 6) Ότι ο αναιρεσίβλητος τελεί σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξυπηρετήσει τα χρέη του, ενόψει του εισοδήματος και των οικογενειακών του υποχρεώσεων. Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε ότι : α) ότι η ανάλωση του ποσού των 28.802,24 ευρώ, που έλαβε ο αναιρεσίβλητος ως αποζημίωση κατά την αποχώρησή του από την εταιρεία όπου εργαζόταν, παρότι δεν διατέθηκε για την ικανοποίηση των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά αναλώθηκε για την κάλυψη βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως περίσταση ενδεικτική δολιότητας, και β) ότι ο υπερδανεισμός του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου δεν οφείλεται σε δόλο (ενδεχόμενο), αλλά σε βαριά ενσυνείδητη αμέλεια αυτού, χωρίς να αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος παρότι αντιλήφθηκε την σημασία των υποχρεώσεων που ανέλαβε, κατά την κατάρτιση των επίδικων δανειακών συμβάσεων και προέβλεψε τις αρνητικές συνέπειες από την ενδεχόμενη μη τήρησή τους, από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής, πίστεψε ότι αυτές οι συνέπειες (αδυναμία πληρωμής των επίμαχων δανείων), δεν θα επέλθουν. Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α` του ν. 3869/2010, ως προς την περιέλευση του αναιρεσίβλητου από (ενδεχόμενο) δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών του, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής ως άνω διάταξης αναφορικά τουλάχιστον με τον ενδεχόμενο δόλο. Και τούτο διότι η έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να προβλέψει κατά την ανάληψη των υψηλών δανειακών του υποχρεώσεων, ότι τα μηνιαία εισοδήματά του και η μικρής αξίας, κατ` αντικειμενικό προσδιορισμό ακίνητη περιουσία του, σύμφωνα με τις παραδοχές (δηλαδή 35.398,13 ευρώ η αξία της ψιλής κυριότητας της κύριας δυνητικής κατοικίας του ), βρίσκονταν σε πρόδηλη αναντιστοιχία προς τα χρέη, που ανέλαβε και ότι είναι ενδεχόμενο, κατ` αντικειμενική κρίση μέσου συνετού δανειολήπτη, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, καταρτίζοντας σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τρία τραπεζικά προϊόντα (δυο στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες),συνολικού ύψους 184.692,40 ευρώ, με ιδία αυτού πρωτοβουλία, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις επιζήμιες συνέπειες προς τους πιστωτές του. Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για να θεμελιωθεί η νομική έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου (ΑΠ 1219/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1779/2017).
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, που δέχτηκε τα αντίθετα, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α'του ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου.
Συνεπώς, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και ο πρώτος σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος . Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι "[...] 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο [...]". Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013, που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2) ΦΕΚ Α`, 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι "2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας". Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο. Η ρύθμιση μάλιστα αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου καταλάμβανε και τις εκκρεμείς αιτήσεις, δηλ. αυτές που είχαν κατατεθεί έως 13-6-2013. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015, που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν. 4161/2013. Στη συνέχεια, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν. 4346/2015, που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α' 152/1-1-2016). Ο τελευταίος αυτός νόμος με το άρθρο 14 παρ. 10 αυτού ορίζει, ότι "... στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 οι λέξεις "και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία" διαγράφονται, ενώ η φράση "θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία" αντικαθίσταται με τη φράση "θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία". Η ισχύς της τροποποιηθείσης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Σύμφωνα με τα παραπάνω για τις αιτήσεις μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4346/2015, δηλαδή για τις αιτήσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας που κατατέθηκαν μέχρι 31-12-2015, δεν εξαιρείται από την εκποίηση ακίνητο του οφειλέτη, αν ο σύζυγός του διαθέτει άλλο ακίνητο, το οποίο επίσης, μπορεί να χρησιμεύσει ως κύρια κατοικία. Για όσες αιτήσεις έχουν κατατεθεί από 1-1-2016 ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει εξαίρεση της κύριας κατοικίας του, ακόμα και αν ο σύζυγός του διαθέτει κύρια κατοικία που μπορεί να χρησιμεύσει ως κατοικία της οικογένειας του οφειλέτη (ΑΠ 470/2024,ΑΠ 689/2024, ΑΠ 486/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την δυνητική κύρια κατοικία του αιτούντα την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, και ήδη αναιρεσίβλητου, εφόσον η σύζυγος αυτού διέθετε ακίνητο, το οποίο το χρησιμοποιούσε ως κατοικία για την οικογενειακή στέγη, παραβιάζοντας ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1-3 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης (6-2-2013), αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή της από όσα ο νόμος απαιτεί. Επίσης, με τον ίδιο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κρίνοντας ότι πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η δυνητική κύρια κατοικία του αναιρεσίβλητου οφειλέτη, χωρίς να παραθέτει τους λόγους ένεκα των οποίων το ακίνητο της της συζύγου του δεν μπορούσε να χρησιμεύσει, ως οικογενειακή στέγη, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό της διάταξης του άρ. 9 παρ.2 Ν.3869/2010 όπως τότε ίσχυε, την οποία παραβίασε και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη υπαγωγή και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου δεύτερου λόγου αναίρεσης (για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ.1-3 Ν.3869/2010,όπως ίσχυε υπό την 2η έκδοση, υπό την ισχύ του Ν.4161/2013), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα της εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας του αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: " ...Η τριμελής οικογένεια του εκκαλούντος κατοικεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του και, συγκεκριμένα, σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, εμβαδού κύριων χώρων 46,10 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 5,90 τ.μ.. [...]. Ο ίδιος ο εκκαλών ( ήδη αναιρεσίβλητος) διαθέτει: α) κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, μία κατοικία και, συγκεκριμένα, την υπ' αρ. 2 κατοικία- μεζονέτα από ένα συγκρότημα κατοικιών κτισμένο στο υπ' αρ. 3 διαιρετό τμήμα, έκτασης 400,06 τ.μ., από το με αριθμό 3 οικόπεδο του Γ130 Ο.Τ. Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης και επί της οδού ... (άνευ αριθμού), αποτελούμενης (της κατοικίας) από ημιϋπόγειο χώρο- αποθήκη εμβαδού 49,50 τ.μ., ισόγειο όροφο εμβαδού 39,50 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 40,50 τ.μ., με δικαίωμα χρήσης σε τμήμα έκτασης 40,00 τ.μ. μπροστά από την κατοικία και 37,76 τ.μ. στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη 300/1000, την οποία απέκτησε κατά το ως άνω εμπράγματο δικαίωμα δυνάμει του υπ' αρ. ...-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.-Κ. (νόμιμα μεταγεγραμμένου), και [..].Όσον αφορά την προπεριγραφείσα κατοικία- μεζονέτα, η επ' αυτής επικαρπία ανήκει στη μητέρα του εκκαλούντος, Β. Π., η οποία επί του παρόντος διαμένει σε αυτήν φιλοξενώντας τη χήρα θυγατέρα της και τα τέσσερα τέκνα αυτής, των οποίων ασκεί η ίδια την επιμέλεια λόγω προβλήματος ψυχική υγείας της μητέρας τους [...].Το ως άνω ακίνητο, το οποίο αγοράστηκε με τα κατωτέρω αναφερόμενα στεγαστικά δάνεια, έχει τα χαρακτηριστικά της δυνητικής κύριας κατοικία του εκκαλούντος, αφού μπορεί να χρησιμεύσει ως τέτοια στο μέλλον, η δε αντικειμενική αξία του εμπράγματου δικαιώματος της ψιλής κυριότητας επ' αυτού ανέρχεται σε 35.398,13 ευρώ (βλ. δήλωση ΕΝΦΙΑ του εκκαλούντος για το έτος 2020).[...].
ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του αιτούντος επί της κύριας κατοικίας του, ήτοι της περιγραφόμενης στο σκεπτικό της παρούσας κατοικίας- μεζονέτας επί της οδού ... (άνευ αριθμού) στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, που απέκτησε δυνάμει του υπ' αρ ...-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.- Κ....". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι το αίτημα περί εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας του αναιρεσίβλητου ήταν ουσιαστικά βάσιμο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.1-3 του ν. 3869/2010, (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ.10 και 11 του Ν.4346/2015),καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η σύζυγος του αναιρεσίβλητου, είχε την κυριότητα ενός διαμερίσματος κείμενου στην επί της οδού Αγίου Ελευθερίου αρ.19-21,πολυκατοικία στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, το οποίο χρησιμοποιούσε ως στέγη του ιδίου και της οικογενείας του.
Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, καθόσον χωρίς αιτιολογίες έκρινε ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ανωτέρω ακίνητο του αναιρεσίβλητου, χωρίς να αναφέρει εάν το ακίνητο της συζύγου του αναιρεσίβλητου, μπορούσε να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας του, λαμβανομένου υπόψιν ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης κατοικούσε ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) και η οικογένεια του στο εν λόγω ακίνητο. Συνακόλουθα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 3337/2022 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ