ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1766/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1766/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1766/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1766 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1766/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: I. D. του G., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κεφαλά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. D. του S., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG EUROPE SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της M. D. του S., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 2-11-2018 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 407/2020 εν μέρει οριστική και 226/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 44/2024, Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 12/2020).

Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 89/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους, A.(ον) D.(επων), ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο παριστάμενος αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο A.(ον) D.(επων) της ένδικης από 3-4-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 25/5-4-2023) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 57/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 7-2-2025, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24-7-2023 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος. Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο A.(ον) D.(επων) και λαμβανομένου υπ' όψη ότι τους αναιρεσίβλητους-εφεσίβλητους και εναγομένους, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέει απλή ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον απολειπόμενο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πρώτο αναιρεσίβλητο A.(ον) D.(επων), να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και να χωρήσει νόμιμα η συζήτηση ως προς τους λοιπούς εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκους. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1 β με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (Α.Π. 184/2021, Α.Π. 688/2019, Α.Π. 965/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ'αρ. 57/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρα 591, 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), ερήμην του τότε πρώτου εφεσίβλητου- πρώτου κυρίως εναγομένου - προσεπικαλούμενου και παρεμπιπτόντως εναγομένου A.(ον) D.(επων), ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατ' αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων. Λαμβανομένου υπ' όψη ότι όλους τους εφεσίβλητους και εναγομένους, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέει απλή ομοδικία, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 57/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι της εναγομένης ομοδίκου, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατ' αντιμωλία δικασθείσας στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση ως προς αυτήν, ως προς την οποία έχει γίνει τελεσίδικη, ανεξαρτήτως αν έγινε ή όχι τελεσίδικη ως προς τον ερήμην δικασθέντα απλό ομόδικό της A.(ον) D.(επων) [Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 688/2019, Α.Π. 965/2017], γεγονός που δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 8-2-2023 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 5-4-2023 (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και η μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη M. D., με την από 18-5-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2018) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στο Άργος στις 18-9-2016, κατά το οποίο συγκρούσθηκε η δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε, με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος A. D., της ιδιοκτησίας του, την αστική ευθύνη του οποίου έναντι τρίτων είχε ασφαλίσει η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και συνεπεία του οποίου (ατυχήματος) υπέστη σωματικές βλάβες ο ίδιος (ενάγων), είναι ο εναγόμενος A. D. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 305,463,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του. Επί της αγωγής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 2-11-2018 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του συνεναγομένου της στην κύρια αγωγή A. D., εκδόθηκε, η υπ'αριθμ. 407/2020 μη οριστική απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο εναγόμενος οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, κατά το μέρος που αφορά στην αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του ενάγοντος το αναφερόμενο στο διατακτικό της έγγραφο και να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη από ιατρό ορθοπεδικό για να διαπιστωθεί η κατάσταση υγείας του ενάγοντος μετά τον τραυματισμό του. Μετά την επανάληψη της συζήτησης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 226/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 70.843,16 ευρώ, ενώ δέχθηκε εν μέρει και την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος σ' αυτήν, A. D., οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ανωτέρω επιδικασθέν στον κυρίως ενάγοντα χρηματικό ποσό. Επί ασκηθεισών εκ μέρους του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 57/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 226/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κράτησε την υπόθεση και ακολούθως, δικάζοντας επί των αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας), δέχθηκε εν μέρει αυτές, αναγνώρισε ότι οι εφεσίβλητοι- εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 71.157,60 ευρώ και αναγνώρισε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό των 72.657,60 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 1572/2017).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, Α.Π. 1324/2024, Α.Π 1620/2022, Α.Π. 79/2018, ΑΠ 1333/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1260/2022, Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018).

Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (Α.Π. 1324/2024). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 955/2021, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 1530/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1324/2024, Α.Π. 465/2023, Α.Π. 23/2020, Α.Π.1455/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ότι λόγω του τραυματισμού του ταλαιπωρήθηκε επί δύο έτη σχεδόν, καθόσον υποβλήθηκε σε έξι (6) συνολικά χειρουργικές επεμβάσεις σε διαφορετικά νοσοκομεία και άλλες έξι (6) μετεγχειρητικές καταστάσεις, εν τούτοις εσφαλμένα του επιδίκασε ως αποζημίωση για πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμου, οικιακής βοηθού), έναντι αμοιβής, για έξι μήνες και 42 ημέρες, το ποσό των 3.714 ευρώ, ήτοι 500 ευρώ μηνιαίως, παραβιάζοντας έτσι κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 εδ. α'του 559 Κ.Πολ.Δ., είναι, πρωτίστως, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφενός διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, αφετέρου δε διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβίασε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 Α.Κ. και 932 Α.Κ., αντιστοίχως, και ειδικότερα ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, καθόσον, παρότι δέχθηκε ότι εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του πόδι και μέχρι σήμερα που έχουν περάσει ήδη επτά (7) χρόνια και έχει υποστεί τα πάνδεινα, αλλάζοντας πέντε νοσοκομεία και έχοντας υποβληθεί σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις, δεν δύναται να βαδίσει κανονικά και για αρκετή ώρα, η αναπηρία του δε αυτή έχει δυσμενή επίδραση στις αγροτικές καθημερινές του δραστηριότητες, αλλά και στις κοινωνικές επαφές του, ενώ του δημιουργεί αίσθημα μειονεξίας, ήτοι ψυχολογικές αποποιήσεις και αναστολές, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., του επιδίκασε ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 25.000 ευρώ και 2) εσφαλμένα αποτίμησε το μέγεθος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατ' άρθρο 932 Α.Κ. σε 35.000 ευρώ, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα κυκλοφορεί τις περισσότερες ώρες της ημέρας με βακτηρία και είναι ανίκανος για γεωργικές εργασίες, έχει δε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην υγεία του τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική, καθόσον λόγω του ψυχικού σοκ που υπέστη δεν μπορεί μέχρι σήμερα να κυκλοφορήσει στους δρόμους, χωρίς φόβο μήπως πέσει λόγω της αστάθειάς του. Επίσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε κατά την επιμέτρηση του ποσού της ηθικής βλάβης την εγκληματική αμέλεια που επέδειξε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήτοι εγκατάλειψη, μεγάλο ποσοστό μέθης και οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας και το γεγονός ότι ο ίδιος διάγει ήδη το 36ο έτος της ηλικίας του, είναι έγγαμος, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων και η αναπηρία του στο μέλλον θα τον επηρεάσει τόσο κατά την άσκηση της εργασίας του, όσο και στην κοινωνική του ζωή και ότι με βάση τα ανωτέρω το ποσό που του επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπολείπεται σημαντικά του ποσού που θα αντιστοιχούσε στην πραγματική αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, πρωτίστως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 Α.Κ. και 932 Α.Κ. εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο σκέλος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων", ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιοι είναι οι ισχυρισμοί, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής του, οι οποίοι προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 Α.Κ. και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 Α.Κ.. Σε κάθε περίπτωση, με την προβολή των ως άνω λόγων, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο A. (ον) D. (επων).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-4-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 25/5-4-2023) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο A. (ον) D. (επων).

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή