ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1767/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1767/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1767/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1767 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1767/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ AE", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2017 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 30-8-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 19-11-2018 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8678/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 799/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-8-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά της στο πινάκιο. Από το επιδοθέν στην παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το οποίο η ίδια προσκομίζει και στο οποίο υπάρχει η από .../2023 παραγγελία προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, Σ. Π., καθώς και η σχετική από .../2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Σ., προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τις αναιρεσείουσες. Οι τελευταίες, όμως, δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης, από την οποία να προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι έγινε τέτοια κλήτευσή του από την παριστάμενη αναιρεσίβλητη. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και, εφόσον συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις λοιπές, νομίμως παριστάμενες διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ). Με την από 29/8/2023 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 201/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 799/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 30/8/2023, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (12/4/2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 799/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν: 1) Η με αριθμό κατάθεσης ....2017 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες (μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη) εξέθεσαν ότι στις 6/9/2016, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου (Κ. Κ.), οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η Α. Χ. (πρώτη αναιρεσείουσα) και στο οποίο επέβαινε η συγγενής τους, Α. Δ., με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό της τελευταίας, και ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε, στον πρώτο από αυτούς, τα έξοδα κηδείας στα οποία υποβλήθηκε, 2) η με αριθμό κατάθεσης ....2018 προσεπίκληση με την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία οι εναγόμενοι της ως άνω κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενοι ότι, συνυπαίτια της ένδικης σύγκρουσης κατά ποσοστό 90% είναι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, Α. Χ., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτ/του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προσεπικάλεσαν αυτές να παρέμβουν στη δίκη και ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, ποσοστό 90% του ποσού που αυτοί θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής και 3) η με αριθμό κατάθεσης ....2018 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και των Ι. Χ. και Ε. Χ. (μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη), με την οποία οι ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτ/του, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί των ανωτέρω αγωγών (κυρίων και παρεμπίπτουσας) που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8678/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: 1) Η με αριθμό κατάθεσης 2009/214/2020 έφεση των εναγόντων της με αριθμό κατάθεσης ....2017 αγωγής κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, 2) η με αριθμό κατάθεσης 2004/213/2020 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών (και των λοιπών εναγόντων της με αριθμό ....2018 αγωγής) κατά των ήδη αναιρεσίβλητων και 3) η με αριθμό κατάθεσης 1989/222/2021 έφεση των παρεμπιπτόντως εναγόντων, στρεφόμενη (μεταξύ άλλων, που δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη) και κατά των ήδη αναιρεσειουσών. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 799/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την με αριθμό κατάθεσης 2004/213/2020 έφεση ως προς την τέταρτη εκκαλούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, δέχθηκε κατά τα λοιπά τις εφέσεις κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσα), απέρριψε την με αριθμό κατάθεσης ....2018 αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων (Ι. Χ. και Ε. Χ.), δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει τις αγωγές και επιδίκασε στους ενάγοντες εκάστης αγωγής τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ1706/2023, ΑΠ1542/2023, ΑΠ163/2022, ΑΠ1492/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ68/2020, ΑΠ87/2019, ΑΠ66/2019), ενώ, μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ1046/2021, ΑΠ425/2019, ΑΠ199/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 12 § 1, 19 §§ 1, 2,3 και 26 § 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 115 εδ. β' ν. 5209/2025, "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών" (12 § 1)..."1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κά8ε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (19 §§ 1, 2, 3)..."Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα" (26 § 1).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ2/2019, ΑΠ1492/2022, ΑΠ1034/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ8/2018, ΟλΑΠ7/2006, ΑΠ1492/2022, ΑΠ3/2020, ΑΠ192/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ1492/2022, ΑΠ85/2020, ΑΠ38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ1492/2022, ΑΠ354/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ53/2021, ΑΠ414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ1492/2022, ΑΠ354/2022, ΑΠ182/2021, ΑΠ1112/2020, ΑΠ797/2020, ΑΠ882/2019, ΑΠ565/2018, ΑΠ813/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1492/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα των συνθηκών της ένδικης σύγκρουσης και της συνυπαιτιότητας των εμπλεκόμενων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στην πρόκλησή της, τα εξής πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 6-9-2016 και περί ώρα 10.45, η διάδικος Α. Χ. του Ι. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Volvo, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε." και με συνεπιβάτες στη θέση του συνοδηγού την Α. Κ. και στη θέση πίσω από τον οδηγό την Α. Δ. ταυ Ι., έβαινε επί της συνδετήριας οδού του Κάθετου Άξονα και της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Σερρών, με κατεύθυνση από Λαγκαδά προς Άσσηρο προσεγγίζοντας το 30 χλμ. αυτής πλησίον του σημείου όπου στα δεξιά της υπάρχει κόμβος, που οδηγεί προς τον κάθετο άξονα. Η οδός είναι ευθεία, οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης (προς Λαγκαδά και προς Άσσηρο) με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,5 μέτρα, με έρεισμα πλάτους 1 μέτρου δεξιά ως προς την πορεία του παραπάνω αυτοκινήτου, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας προς Λαγκαδά πλάτους 3 μέτρων η αριστερή (αριστερά της οποίας υφίσταται στο οδόστρωμα διαγράμμιση τύπου ζέβρας εύρους ενός μέτρου) και 3,5 μέτρων οι λοιπές και μια λωρίδα κυκλοφορίας, όπως προαναφέρθηκε, στο ρεύμα πορείας προς Άσσηρο, πλάτους 3,5 μέτρων, δεξιά της οποίας και προ του κόμβου υφίσταται τριγωνική νησίδα με ασφάλτινο έρεισμα ενός μέτρου στην οποία ήταν τοποθετημένες πινακίδες Π-79 και Ρ52. Στη συνέχεια μετά τον κόμβο στο ρεύμα προς Άσσηρο υφίσταται τσιμεντένια νησίδα με έμπροσθεν ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1 μέτρου και μετά τον κόμβο διαγράμμιση τύπου ζέβρας πλάτους 3 μέτρων, ενώ αριστερά ως προς την πορεία του παραπάνω αυτοκινήτου προ του κόμβου υπάρχει διαγράμμιση τύπου ζέβρας πλάτους 3,5 μέτρων που διακόπτεται στον κόμβο. Το όριο ταχύτητας επί της οδού ανέρχεται σε 90 χλμ/ώρα και κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε φυσικός φωτισμός ημέρας, το οδόστρωμα ήταν υγρό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική (βλ. περί όλων αυτών την έκθεση αυτοψίας του επιδίκου και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο διάδικος Κ. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Opel ιδιοκτησίας του, τα οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρία" διάδοχος της οποίας είναι η διάδικος ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ") με συνεπιβάτη την αδελφή του Δ. Κ. έβαινε στην ίδια οδό με κατεύθυνση προς Λαγκαδά προτιθέμενος να εισέλθει με αριστερή στροφή προς τον κάθετο άξονα. Όταν ο τελευταίος έφθασε στο ύψος του κόμβου ευρισκόμενος στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας μειώσει την ταχύτητά του και έχοντας θέσει σε λειτουργία του αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, ξεκίνησε να εισέρχεται στα αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Άσσηρο) λαμβάνοντας ελαφρά κλίση προς τα αριστερά με σκοπό να διασχίσει κάθετα αυτό για να εισέλθει με αριστερή στροφή στην κάθετη οδό, χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει αν το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Άσσηρο) ήταν ελεύθερο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν σε αυτά. Καθ' ο χρόνο ο παραπάνω οδηγός είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Άσσηρο και είχε καταλάβει 2,1 μέτρα από το ανωτέρω προς Άσσηρο ρεύμα κυκλοφορίας αντιλήφθηκε ότι σε αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν εκ δεξιών του το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε η διάδικος Α. Χ. και άμεσα ακινητοποίησε το όχημά του εντός του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής ενέργειάς του ήτοι της εισόδου του στο ρεύμα πορείας προς Άσσηρο και της μη παραχώρησης προτεραιότητας στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του. Η οδηγός του τελευταίου (Α. Χ.), στερούμενη κατά τον παραπάνω χρόνο της απαιτουμένης κατά το νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης (καθώς η άδειά της είχε λήξει την 19/1/2015 και δεν ανανεώθηκε μέχρι την 6/9/2016) βαίνοντας με ταχύτητα μεγαλύτερή της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις των 70 χλμ/ώρα (ισόπεδος κόμβος με ιδιαιτερότητες διαγράμμισης, υγρό οδόστρωμα, παρουσία άλλου οχήματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με ενεργοποιημένο το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης) και τουλάχιστον 85 χλμ/ώρα κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου ενόψει των αποτελεσμάτων της σύγκρουσης και της συμπεριφοράς των οχημάτων μετά από αυτή, για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω και επιπροσθέτως επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, δεν τροχοπέδησε το όχημά της ούτε πραγματοποίησε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό και προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερά μέρος του οχήματός της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η ανωτέρω οδηγός μπορούσε να πραγματοποιήσει επιτυχή δεξιά ελιγμό αποφυγής του ατυχήματος στηρίζεται στο ότι υπήρχε επαρκής δεξιά χώρος. Συγκεκριμένα, όπως ήδη εκτέθηκε, ο διάδικος Κ. Κ. είχε εισέλθει στο ρεύμα της κατά 2,1 μέτρα, αφήνοντας συνεπώς ελεύθερο οδόστρωμα 1,4 μέτρων. Επιπλέον στο σημείο της νησίδας δεξιά ως προς την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου υπήρχε ασφάλτινο έρεισμα πλάτους ενός μέτρου μπροστά από τη νησίδα, όπως σημειώνει η τροχαία στο σχεδιάγραμμα, και το οποίο προκύπτει, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της νησίδας ότι είναι αισθητά ευρύτερο του ενός μέτρου καθώς δεν βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το ασφάλτινο έρεισμα της τριγωνικής νησίδος δεξιά του ρεύματος προς Άσσηρο επίσης πλάτους ενός μέτρου, αλλά πιο πίσω από αυτό, ώστε να διευρύνεται το πλάτος οδοστρώματος, που ήταν πάντως προσβάσιμο στα κινούμενα σχήματα, περί τα δύο μέτρα επιπλέον.
Συνεπώς, η οδηγός Α. Χ. είχε ελεύθερο οδόστρωμα εκ δεξιών της στα σημείο του κόμβου τουλάχιστον 3,4 μέτρα (1,4 + 2 μέτρα) να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν διενήργησε τέτοιον ελιγμό. Συνεπεία της σύγκρουσης το όχημα της Α. Χ. μετατοπίστηκε πλαγίως και προς τα δεξιά ως προς την πορεία του και επέπεσε με την οπίσθια πλευρά του στις μεταλλικές μπάρες τις διαγράμμισης ζέβρας που υπήρχαν δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου μετά τον κόμβο, το δε όχημα του Κ. Κ. περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του και ακινητοποιήθηκε στο μέσο των δύο ρευμάτων πορείας, σε απόσταση 2,4 μέτρων από τη διαγράμμιση ζέβρας που είχε αριστερά ως προς την αρχική του πορεία και με μέτωπο προς Άσσηρο. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματιστούν όλοι οι επιβαίνοντες του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, ενώ συνεπεία του τραυματισμού επήλθε εν συνεχεία ως κατωτέρω εκτίθεται ο θάνατος της Α. Δ. Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων της τροχαίας, όπως αποτυπώνονται στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας σχεδιάγραμμα, το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδηγού Α. Χ. ήτοι προς Άσσηρο, σε απόσταση 2,1 μέτρων από την επέκταση της νοητής γραμμής του άκρου διαγράμμισης ζέβρας, που υπήρχε αριστερά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, ενώ αποτυπώνεται χαραγή διαγώνια από το σημείο σύγκρουσης και προς τη διαγράμμιση ζέβρα που υπάρχει δεξιά ως προς την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου μετά τον κόμβο. Επίσης σημειώνεται η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης ως την επέκταση της νοητής γραμμής του άκρου διαγράμμισης ζέβρας δεξιά ως προς την πορεία ταυ αυτοκινήτου της Α. Χ. σε 1,1 μέτρα. Για την εξέλιξη του ατυχήματος η Α. Κ. στην από 30-9-2016 ένορκη προανακριτική κατάθεσή της εκθέτει ότι καθ' ό χρόνο η ίδια ήταν αφοσιωμένη στη συζήτηση, που είχαν στο αυτοκίνητο, άκουσε την οδηγό να λέει "αχ αυτός θα μας σκοτώσει" και αμέσως συγκρούστηκαν στην αριστερή πλευρά του οχήματος. Η διάδικος Α. Χ. στην από 1-11-2016 ένορκη προανακριτική της κατάθεση αναφέρει ότι είχε ταχύτητα περί τα 70 - 80 χλμ/ώρα και τη στιγμή που διέσχιζε τη διασταύρωση είδε ένα αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας να στρίβει αριστερά και να έρχεται στο δικό της ρεύμα κυκλοφορίας και δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα απολύτως για να αποφύγει τη σύγκρουση. Επίσης η διάδικος Α. Δ. στην από 5-10-2016 (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται 2015) προανακριτική ένορκη κατάθεσή της, αναφέρει ότι δεν θυμάται τίποτα, ενώ ο διάδικος Κ. Κ. στην από 5-10-2016 εξέταση κατηγορουμένου ανέφερε ότι μόλις πέρασε κάτω από τη γέφυρα, ελάττωσε ταχύτητα, έβγαλε αριστερό φλας και μπήκε στην αριστερή λωρίδα για να κινηθεί στον κάθετο άξονα προς Σέρρες βλέποντας ένα αυτοκίνητο από την απέναντι μεριά του δρόμου και αφού δεν μπόρεσε να στρίψει αριστερά ακινητοποίησε το όχημα στην αριστερή λωρίδα έως ότου περάσει το ανωτέρω όχημα, και στη συνέχεια το μόνο που θυμάται είναι ένα δυνατό χτύπημα και το αυτοκίνητο του γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο ίδιος κατέθεσε ότι για το ένδικο ατύχημα πιστεύει ότι φέρει ευθύνη η άλλη οδηγός καθώς εκείνος σταμάτησε στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, και πιθανότατα η άλλη οδηγός εισήλθε στα δικό του ρεύμα. Από τις καταθέσεις αυτές η Α. Δ. και Α. Κ. δεν εισφέρουν πληροφορίες για το ατύχημα ενώ οι εμπλεκόμενοι οδηγοί διαφοροποιούνται ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και ιδίως αναφορικά με την είσοδο και ακινητοποίηση του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου προ της σύγκρουσης στο ρεύμα πορείας προς Άσσηρο. Ωστόσο τα αντικειμενικά ευρήματα της τροχαίας, για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω δεν καταλείπουν καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Άσσηρο λόγω της παρεμβολής του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στην κίνηση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το δε σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο σημείο που σημειώνει η τροχαία σε απόσταση 2,1 μέτρων από την νοητή επέκταση της διαγράμμισης ζέβρας που υπήρχε αριστερά ως προς την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου. Η απόσταση από την οποία η διάδικος οδηγός Α. Χ. αντιλήφθηκε την αντικανονική κίνηση του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν προκύπτει από μαρτυρικές καταθέσεις ή αντικειμενικά ευρήματα λαμβανομένου μάλιστα ιδιαιτέρως υπόψη ότι δεν έγινε εκ μέρους της χρήση πέδης ως αντίδραση αποφυγής του ατυχήματος, ωστόσο η απόσταση αυτή δεν ήταν μικρότερη των 56 μέτρων λαμβανομένων υπόψη των όσων εισφέρει στην από 24-10-2016 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του ο Κ. Κ., που υποστηρίζει ότι σε χρόνο 1,5 δευτερόλεπτο πριν τη σύγκρουση τα οχήματα είχαν απόσταση μεταξύ τους 55,82 μέτρα, και δη ότι όταν ξεκίνησε το Opel τη διαγώνια κίνησή του το Volvo είχε απόσταση από το Opel 55,82 μέτρα. Για την εξέλιξη του ατυχήματος, η διάδικος ασφαλιστική εταιρία "ALLIANZ" και η διάδικος ασφαλιστική εταιρία "Ergo" προσκομίζουν ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, που επιμελήθηκαν ο Κ. Κ. και η "ΣΤ. ΑΛΑΤΑΣ-ΑΛ. ΓΑΛΑΝΟΣ ΟΕ" αντίστοιχα, που εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ). Ειδικότερα σύμφωνα με την από 24-10-2016 πραγματογνωμοσύνη του Κ. Κ. α) το Volvo εισήλθε στη σύγκρουση με ταχύτητα 84 χλμ/ώρα ή 23,33 μέτρα ανά δευτερόλεπτο και με βάση το ότι οι χαραγές καταλείπονται στην άσφαλτο σε χρόνο 0,1 sec από την αρχή της εμπλοκής το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται σε απόσταση 2,33 μέτρων πριν τη χαραγή που σημείωσε η τροχαία αλλά πάντως στην προέκταση της διεύθυνσης αποτύπωσης αυτών δηλαδή σε απόσταση 2,1 μέτρων από την άκρη της διαγράμμισης ζέβρας, β) το Opel κατά την εμπλοκή είχε ταχύτητα 50,18χλμ/ώρα, και η ταχύτητα σύγκρουσης του Volvo με το Opel ήταν 83,77 χλμ/ώρα, και σε χρόνο 1,5 δευτερόλεπτο πριν τη σύγκρουση είχαν απόσταση μεταξύ τους 55,82 μέτρα, και δη ότι όταν ξεκίνησε το Opel τη διαγώνια κίνησή του το Volvo είχε απόσταση από το Opel 55,82 μέτρα, γ) βάσει του χρόνου αντίδρασης 1,5 δευτερολέπτου για το μέσο συνετό οδηγό, μέχρι να ενεργοποιηθεί το φρένα το Volvo θα είχε διασχίσει 35 μέτρα και για να ακινητοποιηθεί το Volvo θα χρειαζόταν 46,05 μέτρα πέδησης χρόνο 3,95 δευτερόλεπτα συνολικά δε η απόσταση ακινητοποίησης του Volvo θα ήταν 80,96 μέτρα και συνεπώς η οδηγός του Volvo δεν είχε τον χρόνο ή την απόσταση να ακινητοποιηθεί από το όχημα Opel καταλήγοντας ότι για να ακινητοποιηθεί ένα όχημα σε απόσταση μικρότερη των 56 μέτρων θα έπρεπε να κινείται με 60 χλμ/ώρα. Στην υπ' αριθμ. .../2018 έκθεση του Σ. Α. μετά από την από 17-9-2018 εντολή της ασφαλιστικής εταιρίας "Ergo" σημειώνεται ότι α) αν το Opel ήταν εν κινήσει τότε αυτό θα περιστρεφόταν από δεξιά προς τα αριστερά αλλά θα κατέληγε δεξιά από το σημείο σύγκρουσης και όχι αριστερά όπως αποτυπώνει η τροχαία και το Volvo θα κατέληγε και αυτό μετά από αριστερόστροφη κίνηση προς τις μπάρες αλλά σε θέση πιο δεξιά από αυτή που αποτυπώνει η τροχαία, β) αν το Opel δεν ήταν εν κινήσει τότε αυτό θα κατέληγε να περιστραφεί από δεξιά προς τα αριστερά αλλά ωθούμενο προς τα πίσω και θα κατέληγε στην τελική θέση που απεικονίζει η τροχαία, όπως αντίστοιχα και το Volvo, επιβεβαιώνοντας έτσι τους ισχυρισμούς του οδηγού του Opel, γ) το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται σε μικρή απόσταση και πριν από τη χαραγή που σημείωσε η τροχαία σε απόσταση όχι 2,1 μέτρων από το αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας προς Άσσηρο αλλά σε απόσταση 1 μέτρου δ) η ταχύτητα του Volvo τη στιγμή της σύγκρουσης είναι 92 χλμ/ώρα και το όχημα Opel είχε μηδενική ταχύτητα ως ακινητοποιημένο, ε) η οδηγός του Volvo είχε δυνατότητα ελιγμού προς τα δεξιά δεδομένου ότι το πλάτος του ρεύματος πορείας της ήταν 3,5 μέτρα - το 1 μέτρο που είχε καταλάβει το Opel + 1 μέτρο από το ασφάλτινο έρεισμα στο ύψος της νησίδας της κάθετης οδού, άρα 3,5 μέτρα δεξιά της και με δεδομένο το πλάτος του οχήματος της σε 2 περίπου μέτρα. Από το περιεχόμενο αμφοτέρων των ως άνω ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων ανεξαρτήτως των διαφοροποιήσεών τους ουδόλως αναιρείται η κρίση για την είσοδο του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στο προς Άσσηρο ρεύμα πορείας, την σφοδρότητα της σύγκρουσης και την συμπεριφορά των οχημάτων μετά από αυτή. Πειστική κρίνεται και η κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του προαναφερόμενου πραγματογνώμονα Σ. Α., ο οποίος εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν μπορεί να ξέρει σε τι απόσταση είδε η οδηγός του Volvo το Opel ενόψει του ότι δεν υπήρχε αντίδραση και σε ερώτηση αν αντιλήφθηκε τον άλλο οδηγό από απόσταση 56 μέτρων απάντησε ότι θα μπορούσε σε αυτήν την απόσταση με ένα μικρό ελιγμό να αποφύγει τη σύγκρουση. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτήν οδηγών, του ποσοστού αμελείας προσδιοριζομένου σε 70% για τον οδηγό του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Κ. και σε 30% για την οδηγό του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Χ. διότι, κατά την οδήγηση των οχημάτων τους, δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλαν, ως μέσοι συνετοί οδηγοί. Ειδικότερα, ο πρώτος, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά κινούμενος επί της συνδετήριας οδού του Κάθετου Άξονα και της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Σερρών με κατεύθυνση προς Λαγκαδά έχοντας την πρόθεση με αριστερή στροφή να εισέλθει στον κάθετο άξονα στο ύψος του 3ου χλμ και ενώ έπρεπε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού που οδηγεί προς την Άσσηρο, έθεσε μεν σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και ξεκίνησε να εισέρχεται με μικρή ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και να καταλαμβάνει τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής προς Άσσηρο χωρίς προηγουμένως να ελέγξει με άκρα επιμέλεια αν αυτό ήταν ελεύθερο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν σε αυτό και επιπλέον χωρίς προηγουμένως, όπως όφειλε, να βεβαιωθεί, ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακίνδυνα για τους λοιπούς χρήστες της οδού, και δη για την οδηγό, του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ανωτέρω οχήματος κατά την ακινητοποίηση του δικού του οχήματος και να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 23 παρ. 1, 2, 26 παρ. 1, 5 ν. 2696/1999). Από την άλλη πλευρά η διάδικος οδηγός του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, είναι συνυπαίτια του ατυχήματος καθώς δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της με συνέπεια να στερείται της δυνατότητας έγκαιρης αντίληψης της κίνησης του οδηγού του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και αν και πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο δεν μείωσε την ταχύτητά της, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στα ορατό από αυτήν μπροστινό τμήμα της οδού, αντιθέτως έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις των 70 χλμ/ώρα (ισόπεδος κόμβος με ιδιαιτερότητες διαγράμμισης, υγρό οδόστρωμα, παρουσία άλλου οχήματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με ενεργοποιημένο το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης) και τουλάχιστον 85 χλμ/ώρα με αποτέλεσμα αν και αντιλήφθηκε σε απόσταση τουλάχιστον 56 μέτρων το αντιθέτως κινούμενο όχημα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας της με αριστερή στροφή δεν προέβη σε τροχοπέδηση ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ή σε κάθε περίπτωση να μετριάσει τις συνέπειές της ούτε σε ελιγμό δεξιό αποφυγής, παρά το ότι υπήρχε επαρκής χώρος εκ δεξιών της, αντιθέτως επέπεσε με το όχημά της χωρίς αντίδραση στο αντιθέτως κινούμενο όχημα που είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας της (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 ν. 2696/1999). Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) έκρινε συνυπαίτιους του ένδικου ατυχήματος τους παραπάνω οδηγούς κατανέμοντας τα ίδια ως άνω ποσοστά συνυπαιτιότητας σε καθένα από αυτούς, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του πρώτου λόγου της με αρ ΓΑΚ 330/ΕΑΚ 29612020 έφεσης και του πρώτου λόγου της με αρ ΓΑΚ 448/ΕΑΚ 411/2021 έφεσης, που πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραπάνω ουσιαστικές κρίσεις απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος της με αρ ΓΑΚ 330/ΕΑΚ 296/2020 έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες της έφεσης αυτής υποστηρίζουν ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων δέχθηκε εν μέρει την με αριθμό κατάθεσης 20009/15525/17-09-2018 ανακοίνωση - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των εφεσίβλητων και αναγνώρισε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι (η α' και η δ' των εκκαλούντων) υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες το 30% από όποιο ποσό θα υποχρεωθούν αυτοί καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας υπ' αριθμ. κατάθεσης 102317/8647/30-5-2017 αγωγής, πλέον τόκων, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή και έως την εξόφληση...". Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ και 26 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 §§ 1, 2, 3 Κ.Ο.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός της, αντιθέτως, έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 85 χλμ/ώρα, που ήταν μεγαλύτερη της επιβαλλόμενης από τις ειδικές περιστάσεις των 70χλμ/ώρα (ισόπεδος κόμβος με ιδιαιτερότητες διαγράμμισης, υγρό οδόστρωμα, άλλο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με ενεργοποιημένο το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης), με αποτέλεσμα, αν και αντιλήφθηκε σε απόσταση τουλάχιστον 56 μέτρων το αντιθέτως κινούμενο όχημα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας της με αριστερή στροφή, να μην προβεί σε τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ενώ υπήρχε επαρκής χώρος προς τούτο, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ή να μετριάσει τις συνέπειές της, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, μη αποκλειομένης εκ του ότι, κατά τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, η ταχύτητα του οχήματός της ήταν (τουλάχιστον) 85 χλμ/ώρα, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο τα 90χλμ/ώρα, καθόσον, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες, η ταχύτητα αυτή δεν ήταν σύννομη στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της κατά το άρθρο 19 §§ 2 και 3 του ν. 2696/1999 υποχρέωσης της πρώτης αναιρεσείουσας να ρυθμίσει αυτήν, μειώνοντάς την έως την επιβαλλόμενη από τις περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικές περιστάσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 914 ΑΚ και 26 ν. 2696/1999, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης των οχημάτων, της συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και της συγκλίνουσας αμέλειας αυτών στην πρόκληση της σύγκρουσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και δη των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις περιεχόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης μερικότερες αιτιάσεις περί αντιφατικής αιτιολογίας, επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι "Καθ' ο χρόνο ο παραπάνω οδηγός (πρώτος αναιρεσίβλητος) είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Άσσηρο και είχε καταλάβει 2,1 μέτρα από το ανωτέρω προς Άσσηρο ρεύμα κυκλοφορίας αντιλήφθηκε ότι σε αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν εκ δεξιών του το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε η διάδικος Α. Χ. και άμεσα ακινητοποίησε το όχημά του εντός του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας" και των περαιτέρω παραδοχών: α) "με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ανωτέρω οχήματος κατά την ακινητοποίηση του δικού του οχήματος και να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση" και β) "αν και (η πρώτη αναιρεσείουσα) αντιλήφθηκε σε απόσταση τουλάχιστον 56 μέτρων το αντιθέτως κινούμενο όχημα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας της δεν προέβη σε τροχοπέδηση...αντιθέτως επέπεσε με το όχημά της χωρίς αντίδραση στο αντιθέτως κινούμενο όχημα που είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας της", αφού, από τις ως άνω παραδοχές, σε συνδυασμό και με τις λοιπές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι, κατά το χρόνο που ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έχοντας εισέλθει κατά 2,1 μέτρα στο (αντίθετο, ως προς την πορεία του) ρεύμα κυκλοφορίας προς Άσσηρο, αντιλήφθηκε την εκ δεξιών του κίνηση του οχήματος της πρώτης αναιρεσείουσας, άμεσα ακινητοποίησε το όχημά του και η παραδοχή αυτή δεν διαφοροποιείται: α) με τη φράση "κατά την ακινητοποίησή του", η οποία δεν έχει νόημα αντίθετο προς την "άμεση ακινητοποίηση" και ιδίως δεν σημαίνει ότι το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου βρισκόταν σε κίνηση κατά το χρόνο της σύγκρουσης, και β) με τη φράση "αντιθέτως κινούμενο όχημα", η οποία καταδεικνύει την αρχικά αντίθετη, ως προς την πορεία της πρώτης αναιρεσείουσας, κατεύθυνση του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου και όχι τη συνεχόμενη κίνησή του κατά το χρόνο της σύγκρουσης, όπως διατείνονται οι αναιρεσείουσες. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με τις λοιπές, μερικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα για το ότι: 1) Δεν γίνεται ανάλυση της ταχύτητας του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου πριν από τη σύγκρουση και έτσι δεν προκύπτει και δεν αιτιολογείται αν ήταν αντικειμενικά δυνατή η άμεση ακινητοποίησή του με βάση τους νόμους της φυσικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας. 2) Ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "καθ' ό χρόνο ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Άσσηρο και είχε καταλάβει 2,1 μέτρα από το ανωτέρω προς Άσσηρο ρεύμα κυκλοφορίας αντιλήφθηκε ότι σε αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν εκ δεξιών του το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε η διάδικος Α. Χ. και άμεσα ακινητοποίησε το όχημά του εντός του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας" και ενώ το δικαστήριο δέχεται ότι η ταχύτητα του οχήματος της πρώτης αναιρεσείουσας πριν από τη σύγκρουση ήταν περί τα 85χλμ/ώρα και αντιλήφθηκε τον πρώτο αναιρεσίβλητο σε απόσταση 56 μέτρων, δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί ποια ήταν η απόσταση και η ταχύτητα του πρώτου αναιρεσίβλητου προτού αντιληφθεί το όχημα της πρώτης αναιρεσείουσας, αλλά δέχεται ότι αυτός την αντιλήφθηκε ευρισκόμενος ήδη εντός του ρεύματος πορείας της. 3) Ότι εφόσον είχε συμβεί αυτό, το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου θα έπρεπε να έχει καταλάβει ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος πορείας της πρώτης αναιρεσείουσας προτού ακινητοποιηθεί, δεδομένου ότι, για τον μέσο οδηγό, από τη στιγμή αντίληψης του κινδύνου μέχρι τη στιγμή της ενέργειας, μεσολαβεί χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός δευτερολέπτου και, κατά συνέπεια, ακόμη και αν το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου κινείτο με 10χλμ/ώρα (10.000 μέτρα/3.600 δευτερόλεπτα = 2,77 μ. ανά δευτερόλεπτο), όταν αυτός αντιλήφθηκε την πρώτη αναιρεσείουσα εντός του ρεύματος πορείας της και μέχρι να ενεργήσει, θα είχε διανύσει τα ανωτέρω 2,7 μέτρα απόστασης και κατόπιν θα είχε διανύσει επιπλέον απόσταση, μέχρι να ακινητοποιήσει το όχημά του. 4) Ότι με βάση όσα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκύπτει ότι το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου κινείτο όταν επήλθε η σύγκρουση και δεν ήταν ακινητοποιημένο, ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί αν καταλάμβανε 2,1 μέτρα του ρεύματος πορείας της πρώτης αναιρεσείουσας ή περισσότερα και πόσα, ώστε να κριθεί η τυχόν συνυπαιτιότητά της στο ένδικο ατύχημα. Οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειουσών προς επιστήριξη των προβληθέντων από αυτές ισχυρισμών περί των συνθηκών της ένδικης σύγκρουσης, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως ορθό. Με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η συνυπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29/8/2023 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 201/2023) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 799/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ. Κ. του Τ.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον προαναφερόμενο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 29/8/2023 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 201/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 799/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή