Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1769 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1769/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλίκη Μπόκια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Θ., 2) Μ. Λ. του Κ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών" και ήδη "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Κωτσοβό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 13-5-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-3-2018 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2218/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4394/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 9-5-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2023), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4394/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 30-8-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4394/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 26-11-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2017) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των αναιρεσιβλήτων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στον αναφερόμενο στο δικόγραφο τόπο και χρόνο και υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες και το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ο οποίος οδηγούσε δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες, ζήτησε, μετά από νόμιμη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία του, συνολικό ποσόν 121.871,24 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσόν 40.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής του. Επίσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών", άσκησε, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά των συνεναγομένων της, την από 5-3-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή της. Επί των αγωγών αυτών, κύριας και παρεμπίπτουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2218/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ η παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε ελλείψει εννόμου συμφέροντος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας στην άσκησή της. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 18-10-2012 έφεση του αναιρεσείοντος και η από 10-11-2021 έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ως άνω, ασφαλιστικής εταιρείας. Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4394/2022, απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις εφέσεις ως αβάσιμες.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1426/2024).
Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραλειφθεί κανένα (Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 311/2025). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025).
Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψιν του την προσαχθείσα μετ' επικλήσεως από αυτόν, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, από 5-7-2021 Ιατρική και Νευροχειρουργική Γνωμοδότηση των ιατρών Ι. Τ., ιατροδικαστή και Π. Β., νευροχειρουργού. Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπ' όψιν εκ μέρους του Εφετείου του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Το τελευταίο δε τούτο, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, εκτίμησε τα προσαχθέντα ενώπιόν του έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αναφέροντας "Από ... τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν...", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση αυτού. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, στην ελάσσονα πρότασή του, συνεκτιμά και αξιολογεί σαφώς και το περιεχόμενο της εν λόγω ιατρικής γνωμοδότησης με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την πορεία του πρώτου εναγόμενου, οδηγού της μοτοσικλέτας, και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και εν τέλει την αποκλειστική υπαιτιότηα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντος στη πρόκλησή του. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4394/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ