Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1770 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1770/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κωνσταντίνο Τριποδάκη, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Κιαουλιά.
Της αναιρεσιβλήτου: "Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων" (ΑΑΔΕ), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδειάς. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 388/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2023 αίτησή της και τους από 7-10-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών εκδοθείσα, με αριθμό 4/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022, είναι και οι από 7.10.2023 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (σχετ. προσκ. με αριθμό ....2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας, Π. Ν. Τ.). Πρέπει, συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (αρθ. 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 30 ΚΕΔΕ "H κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ. 2 εδ. α).... Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ. 3 εδ. α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου (και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ , σύμφωνα με τα άρθρα 85 παρ. 1 ΚΕΔΕ και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989 και από την κωδικοποίηση του με το ν.4978/22, από τον κατασχόντα Διοικητή της ΑΑΔΕ), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα, και ήδη μαχητό, μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 και την κωδικοποίηση με το ν. 4978/2022, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, ήδη άρθρο 35 ως αναδιατυπώθηκε μετά την κωδικοποίηση με το ν. 4978/2022), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ, ήδη άρθρο 34 μετά την κωδικοποίηση με το ν. 4978/2022 (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα. Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση.
Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν, να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε, οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του (ΑΠ 1853/2023).
Επιπλέον, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ, "η γενομένη επί τη κατασχέσει του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ` όσον ούτοι είχαν προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου βεβαίωσιν", ενώ, κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατ' αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ. 3), κατά τον οποίο, η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ [ήδη άρθρο 80 της του κωδικοποιημένου ΚΕΔΕ (ΑΠ 132/2022, ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 239/2020 ΑΠ 918/2020, ΣτΕ 1904/2010)].
Εξ άλλου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα (που δεν έχει γεννηθεί ακόμη) ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται όμως, κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης να υπάρχει η βασική έννομη σχέση (μίσθωση πράγματος, εταιρεία, εντολή) από την οποία ως παραγωγός αιτία απορρέει η μελλοντική απαίτηση και μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως κατά ποσό.
Σε περίπτωση δε, κατάσχεσης της απαίτησης που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου προς πληρωμή ληξιπροθέσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, με την ανακοπή του Δημοσίου μπορεί να ζητηθεί σωρευτικά η αναγνώριση της απαίτησης αυτών και η καταδίκη του τρίτου, αντιστοίχως στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατάσχεσης οφειλομένων μισθωμάτων και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του διά του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού (ΑΠ 1384/2022, ΑΠ 144/1990).
Περαιτέρω, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέρα από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ (ΑΠ 96/2016), μη αποκλεισμένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ. β ΚΠολΔ-ΑΠ 185/1990). Η ανακοπή κατά της αρνητικής ή ανακριβούς δηλώσεως του τρίτου αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου, δηλαδή την ύπαρξη και την έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 161/2011, ΑΠ 1182/2009) και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφ'όσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 1384/2022, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011).
Περαιτέρω δε, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου. Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση του. Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια, ότι ο τρίτος οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 του ΑΚ), επί κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης μόλις γεννηθεί η απαίτηση ή όταν πρόκειται για κατάσχεση υφισταμένης (γεγενημένης) απαίτησης αλλά όχι ληξιπρόθεσμης, όταν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη.
Σε κάθε δε περίπτωση, από την επίδοση της ανακοπής, κατά τα άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ.1 περ. γ' ΚΠολΔ (ΑΠ 1384/2022, ΑΠ 414/2022, ΑΠ 868/2022, ΑΠ 762/2021, ΑΠ 972/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 1413/2010) ο δε λόγος αυτός δεν ιδρύεται από την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) και βέβαια ούτε σε περίπτωση παράθεσης πραγματικών επιχειρημάτων των διαδίκων ,έστω και αν διατυπώνονται υπό την μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 384/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 894/2011).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1274/2018, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη παραδεκτή ,κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 20.11.2017 ανακοπή της η ήδη αναιρεσίβλητη (ΑΑΔΕ) προσέβαλε ως ανακριβή την αρνητική δήλωση στην οποία προέβη η ήδη αναιρεσείουσα, ως τρίτη, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση, για απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης ΑΑΔΕ από φόρους, πρόστιμα και ΕΝΦΙΑ κατά της καθ'ής η αναγκαστική εκτέλεση-οφειλέτιδός της (μη διαδίκου) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" και ζήτησε σωρευτικά την αναγνώριση της ανακρίβειας της δήλωσης, την αναγνώριση της απαίτησής της και την καταδίκη της αναιρεσείουσας -τρίτης στην καταβολή των μισθωμάτων που αυτή κατέβαλε ως μισθώτρια και θα κατέβαλε στο μέλλον, στην εκμισθώτρια "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ", δυνάμει δύο μισθωτικών συμβάσεων ακινήτων, που η τελευταία είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα, με συνολικό μίσθωμα ύψους 4.000 ευρώ μηνιαίως, από την ημερομηνία κοινοποίησης του κατασχετηρίου εγγράφου μέχρι τη λήξη των μισθώσεων, νομιμοτόκως αφ'ής το κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό, άλλως, από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 388/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία έκρινε την ανακοπή ορισμένη, πλην της σωρευόμενης αγωγής αποζημίωσης, την οποία απέρριψε ως αόριστη, καθώς και νόμιμη, πλην του παρεπομένου αιτήματος της επιδίκασης τόκων, και κατά το μέρος που έκρινε την ανακοπή ορισμένη και νόμιμη, έκανε αυτή δεκτή και κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την ανακρίβεια της δήλωσης στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα, και την απαίτηση της αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε δε, την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό που αναλογούσε στα κατασχεθέντα μισθώματα του χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών, δηλαδή, από την ημερομηνία επιβολής της κατάσχεσης στις ....2017, έως την λύση των μισθώσεων, που δέχθηκε ότι επήλθε με καταγγελία των σχετικών συμβάσεων στις 17.1.2018, και τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ. Μετά την άσκηση των από 2.9.2019 και 18.2.2019 αντιθέτων εφέσεων, αφ'ενός της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας και αφ'ετέρου της αναιρεσίβλητης ΑΑΔΕ, αντιστοίχως, κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η με αριθμό 4/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης ΑΑΔΕ και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο μισθωμάτων και τόκων, διακράτησε την υπόθεση και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρεία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως, από τη κοινοποίηση σε αυτή του με αριθμό .../2017 κατασχετηρίου εγγράφου, μέχρι το χρόνο συμβατικής λήξης της μίσθωσης, δηλαδή μέχρι της 1.8.2026, εντόκως από τη γένεση της κάθε υποχρέωσης. Ειδικότερα, με τη προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Μεταξύ της καθής η ανακοπή και της οφειλέτριας του Ελληνικού Δημοσίου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" καταρτίστηκε το από 2.8.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο η τελευταία εκμίσθωσε στην πρώτη μία βιομηχανική έκταση, συνολικής επιφάνειας 91.125,50 τετ.μέτρων...αντί μηνιαίου μισθώματος 3.500 ευρώ για χρονικό διάστημα εννέα ετών ήτοι έως 1.8.2026.... Την αυτή ημερομηνία (2.8.2017) καταρτίστηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων και άλλη σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η οφειλέτιδα εταιρεία εκμίσθωσε στην καθής η ανακοπή, ένα κτίριο εμβαδού 80 τετ.μέτρων, εντός της άνω βιομηχανικής έκτασης, με το υφιστάμενο σε αυτή ηλεκτρονικό ζυγιστήριο και γεφυροπλάστιγγα, με τα γραφεία τους, αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ και για χρονικό διάστημα εννέα ετών....Στις 4.8.2017 αναγγέλθηκε στην καθής η ανακοπή από τον Κ. - G. του Θ., το από ....2017 συμφωνητικό εκχώρησης μελλοντικών μισθωμάτων, με τη με αριθμό ....2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Κ., δυνάμει του οποίου η εκμισθώτρια εταιρεία "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" εκχωρούσε στον τελευταίο τα μισθώματα των επιδίκων μισθώσεων, μέχρι την αποπληρωμή του ποσού των 925.311,60 ευρώ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στις ....2017 επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή το με αριθμό πρωτοκόλλου ....2017 και με αριθμό ειδικού βιβλίου .../2017 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Λειβαδιάς, με το οποίο δυνάμει του από ....2017 και με α/α .../2017 πίνακα χρεών επιβλήθηκε εις χείρας της καθής η ανακοπή, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση, όσων όφειλε ή έμελλε να οφείλει η καθής στην εκμισθώτρια οφειλέτιδα του Δημοσίου εταιρεία, μέχρι του ποσού των 1.447.323,83 ευρώ. Η οφειλή της εταιρείας "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" προερχόταν από φόρο εισοδήματος, πρόστιμα ΦΠΑ, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, πρόστιμα ΚΒΣ και ΕΝΦΙΑ. Επί της επιβληθείσας κατάσχεσης η καθής η ανακοπή επέδωσε στον Προϊστάμενο της άνω ΔΟΥ την από 23.10.2017 δήλωση τρίτου, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας. Στη δήλωσή της αυτή ανέφερε, ότι το αναφερόμενο στο ως άνω κατασχετήριο ποσό δεν υφίσταται εις χείρας της, ότι η καθής η εκτέλεση έχει ήδη εκχωρήσει το δικαίωμα είσπραξης των κατασχεθέντων μισθωμάτων, ενεστώτων και μελλοντικών στον Θ. G.-Κ. του Γ. από τις ....2017 και έως του ποσού των 925.311,60 ευρώ. Τέλος, ότι έχουν ήδη καταβληθεί τα μισθώματα σε αυτόν του πρώτου μισθωτικού έτους και ότι στην καθής η εκτέλεση εταιρεία δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό για την αναφερόμενη στο κατασχετήριο αιτία, αλλά και για οποιαδήποτε άλλη αιτία. Ωστόσο, η ως άνω δήλωση, με αυτό το περιεχόμενο, τυγχάνει ανακριβής, καθόσον κατά το χρόνο της επίδικης δήλωσης υφίσταντο ενεργείς συμβάσεις μίσθωσης, μεταξύ της καθής η ανακοπή και της οφειλέτιδος του Δημοσίου εταιρείας, με συμφωνηθείσα συμβατική διάρκεια για αμφότερες τις συμβάσεις έως τις 1.8.2026. Το γεγονός δε, της επελθούσας εκχώρησης καθώς και η αναγγελία αυτής στην καθής στις 4.8.2017, γεγονότα με τα οποία συνδέει η καθής την έλλειψη σχετικής υποχρέωσης έναντι της οφειλέτιδος εταιρείας, δεν ασκούν καμία επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν ισχύουν έναντι του Δημοσίου, δεδομένου ότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της καθής σχετική δήλωση περί αυτών, ενώπιον της αρμοδίας ΔΟΥ (άρθρο 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ) σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου επιβολής της επίδικης κατάσχεσης, υποχρέωση που δεν τήρησε η καθής, ούτε κατά την υποβολή των δηλώσεων πληροφοριακών στοιχείων των επιδίκων μισθώσεων, οι οποίες έπονταν του χρόνου επέλευσης της γνωστοποίησης στην καθής της ως άνω εκχώρησης και προηγούνταν του χρόνου επιβολής της επίδικης κατάσχεσης, η οποία επιβλήθηκε στις ....2017....Η εκκαλουμένη κατά το μέρος που έκρινε την επίδικη ανακοπή νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, αφού αναγνώρισε την ανακρίβεια της ανακοπτόμενης δήλωσης, υποχρέωσε την καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη να καταβάλει στην ανακόπτουσα-εκκαλούσα το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των κατασχεθέντων μισθωμάτων, από την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης (....2017) μέχρι τη λύση των επιδίκων μισθώσεων, που επήλθε στις 17.1.2018 μετά την καταγγελία της καθής, με την από 27.12.2017 εξώδικη δήλωση προς την εκμισθώτρια εταιρεία και όχι μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειας των επίδικων μισθώσεων την 1.8.2026, απορρίπτοντας το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων, με την αιτιολογία ότι από την επίδοση του κατασχετηρίου, ο τρίτος καθίσταται απλά μεσεγγυούχος της κατασχεθείσας απαίτησης. Στη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ορίζεται ότι : "Εάν ο τρίτος δεν προβή εις δήλωσιν ή προβή μεν εις τοιαύτην αλλά εκπροθέσμως και ουχί κατά το υπό του άρθρου 32 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος διαγραφόμενον τύπον, λογίζεται ως οφειλέτης της όλης ποσότητος, δι' ην εγένετο η παρ' αυτώ κατάσχεσις". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 455 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι η επιβολή κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου εκ μέρους του Δημοσίου, συνεπάγεται την άμεση αναγκαστική από το νόμο εκχώρηση στον κατασχόντα της απαίτησης που κατασχέθηκε, καθώς και την υποχρέωση του τρίτου να καταβάλει το σχετικό ποσό στον κατασχόντα μέσα σε οκταήμερη προθεσμία (ΑΠ 259/2020).
Εξάλλου, στο κοινό δικονομικό δίκαιο από τις διατάξεις των άρθρων 983,984,985,988,990 και 974 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου, δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση. Τέτοια όμως εκχώρηση επέρχεται επί αναγκαστικής κατάσχεσης απαίτησης μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ήτοι οκταημέρου από την κοινοποίηση της κατάσχεσης προς τον καθού η εκτέλεση ή σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης υπό την έννοια του άρθρου 985, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο, 986 ανακοπή. Με τα δεδομένα αυτά, η από το ως άνω χρονικό σημείο, κατά το οποίο επέρχεται η εκ του νόμου αναγκαστική εκχώρηση (άρθ. 455 επ. ΑΚ) της κατασχεμένης στα χέρια τρίτου απαίτησης προς εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση, η απαίτηση αυτή παύει να ανήκει στον καθού η εκτέλεση και αποκτάται αντίστοιχα από το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Ο επισπεύδων δανειστής μπορεί πλέον, αυτός μόνον, να απαιτήσει άμεσα την καταβολή του ποσού της κατασχεμένης απαίτησης από τον τρίτο, ενώ παράλληλα διατηρεί έναντι του καθού η εκτέλεση οφειλέτη την αρχική του απαίτηση, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Η τελευταία αποσβήνεται στην έκταση που καλύπτεται από την καταβολή που θα κάνει ο τρίτος για να εξοφλήσει την κατασχεμένη απαίτηση. Αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (πχ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη) από την οποία ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της ( ΑΠ 1081/2015).
Τέλος, με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί και η καταδίκη του τρίτου σε πληρωμή τόκων επί της απαίτησης, η δε σχετική αξίωση αρχίζει όχι με την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά με την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 του ιδίου κώδικα, από τότε δηλαδή, που ο τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον ανακόπτοντα (ΕΑ 9000/2005 ΧρΙΔ 2006.724, Π.Γεσίου-Γαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, Β' έκδοση, 2018). Επισημαίνεται σχετικά, ότι η απόρριψη του σχετικού αιτήματος από μερίδα της νομολογίας ως μη νομίμου, με το σκεπτικό ότι σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 984 ΚΠολΔ ο τρίτος είναι μεσεγγυούχος των κατασχεθέντων, εκκινεί από την παραδοχή ότι η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, κάτι όμως που δεν είναι ακριβές, αφού ο τρίτος καθίσταται μεσεγγυούχος, όταν πρόκειται για κατάσχεση κινητού πράγματος, όχι δε και χρηματικής απαίτησης (βλ. Φαλτσή, ο.π., σημ. 1014). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε σε διαφορετική κρίση, από τα ανωτέρω εκτεθέντα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει αφενός, να απορριφθεί στο σύνολό της η από 2.9.2019 έφεση (της καθής η ανακοπή Ε.Ε.), αφετέρου, να γίνει δεκτή η από 18.2.2019 έφεση (της ανακόπτουσας ΑΑΔΕ) ως και κατ'ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το πληττόμενο κεφάλαιο. Ακολούθως πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση ( αρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αφού ερευνηθεί στην ουσία της να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ανακοπή, κατά το περί καταβολής ποσού και τόκων αίτημα, ήτοι να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ανακόπτουσα, τα μισθώματα που όφειλε προς την ανωτέρω εκμισθώτρια, ύψους τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ μηνιαίως, μέχρι τη συμβατική λήξη αμφοτέρων των μισθώσεων, οπότε και λήγει η σχετική υποχρέωση της, ήτοι από την επίδοση του κατασχετηρίου στις ....2017 μέχρι τις 1.8.2026, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ, για το λόγο ότι η από 23.10.2017 δήλωσή της, ως τρίτης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας, υπήρξε, αντίθετα με όσα δέχθηκε η προσβαλλομένη, ακριβής, λαμβανομένου υπόψη του ότι με την πλήρη απόδειξη της συντέλεσης, της, εκ μέρους της οφειλέτιδος του Δημοσίου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ", εκχώρησης των ενδίκων μισθωμάτων στον Θ. G.- Κ., μέσω εγγράφων (εκχωρητήριο και αναγγελτήριο της εκχώρησης) που φέρουν βεβαία χρονολογία των υπογραφών των συμβαλλομένων, εξασφαλίζεται η πλήρωση του σκοπού του νομοθέτη, που είναι η αποφυγή συμπαιγνίας εις βάρος του Δημοσίου, των εμπλεκομένων στην κατάσχεση, με την αυθαίρετη θέση προγενέστερων της κατάσχεσης ημερομηνιών στα εν λόγω έγγραφα. Με όσα όμως, ως ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προδιαληφθείσα διάταξη. Τούτο, διότι στη προκειμένη περίπτωση, ο νόμος απαιτεί ρητώς, προκειμένου να ισχύσει έναντι του κατασχόντος Ελληνικού Δημοσίου (ΑΑΔΕ) η εκχώρηση των επιδίκων μισθωμάτων, να έχει δηλωθεί το γεγονός της εκχώρησης στην εφορία, πριν από την κατάσχεση και να αποδεικνύεται αυτό, με την προσκομιδή της σχετικής βεβαίωσης από την αρμόδια ΔΟΥ, προϋπόθεση, που, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν τηρήθηκε. Η επικαλούμενη ως "ισοσθενής και ισοδύναμη" προς την άνω διάταξη, ύπαρξη βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των συμβαλλομένων επί των εγγράφων εκχώρησης και αναγγελίας αυτής, δεν αντικαθιστά τις τυπικές προϋποθέσεις εφαρμογής που τάσσει η ανωτέρω διάταξη, δεδομένου ότι συνιστά νομική επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, μη δυνάμενη, συνεπώς, να ιδρύσει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο οποίος ιδρύεται μόνον σε περίπτωση παραβίασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου, υπό την έννοια του σφάλματος στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή σφάλματος στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, δηλαδή, στις πραγματικές παραδοχές, ο οποίος όμως εν προκειμένω δεν παραβιάστηκε. Τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού, το γνήσιο της υπογραφής επί των εν λόγω εγγράφων δεν καταλαμβάνει το βουλητικό στοιχείο των εκεί συμβαλλομένων, το ελάττωμα του οποίου δεν αποκλείει.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση, αβάσιμος. Αβάσιμος επίσης, ελέγχεται ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ευθεία παράβαση της ιδίας ως άνω διάταξης (αρθ. 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ) και για τον επί πλέον λόγο ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής (αρ.1 αρθ. 559 ΚΠολΔ) το Εφετείο απέδωσε στην αναιρεσείουσα ως τρίτη, εις χείρας της οποίας έλαβε χώρα η κατάσχεση, την υποχρέωση να προβεί σε δήλωση προς την εφορία της εκχώρησης μισθωμάτων πριν την επιβολή της κατάσχεσης και της προσκομιδής της σχετικής βεβαίωσης, ενώ τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει από την εν λόγω διάταξη. Τούτο διότι ρητώς η διάταξη αυτή, όπως το περιεχόμενο αυτής διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προβλέπει, η υποχρέωση για δήλωση περί προκαταβολικής εξόφλησης ή εκχώρησης μισθωμάτων, να βαρύνει τους μισθωτές ή υπομισθωτές, εν προκειμένω δε, όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό, η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της μισθώτριας των δύο ακινήτων που της εκμίσθωσε η οφειλέτιδα του Δημοσίου "ΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" και συνεπώς αυτή (αναιρεσείουσα) βαρυνόταν με τη σχετική υποχρέωση, όπως δέχθηκε και η προσβαλλομένη. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" και συγκεκριμένα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που είχε προηγουμένως επαναδιατυπωθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα, την "ένσταση νόμω και ουσία αβασίμου της υπό κρίση ανακοπής" ως προς τα μελλοντικά μισθώματα που δεν ήσαν απαιτητά και δεν κατέστησαν τέτοια στη συνέχεια λόγω καταγγελίας των επίμαχων μισθωτικών συμβάσεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η άρνηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας λόγου ανακοπής δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προδιατυπωθείσα έννοια του σχετικού λόγου αναίρεσης. Η αγωγή ή η ένσταση (άρθρο 216 παρ. 1 και 262 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ) πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 558/2008) ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1383/2008). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της ενστάσεως (όπως και της αγωγής), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της ενστάσεως συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη νομική επάρκεια αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της ενστάσεως υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ενστάσεως και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπ' όψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της ενστάσεως, αν και δεν προτάθηκε ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπ' όψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 922/2019). Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται κατ' ορθή εκτίμηση των ισχυρισμών της, την αυτή πλημμέλεια (αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης, για το λόγο ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει επί της παραδεκτώς προβληθείσας ενστάσεως αοριστίας του καταψηφιστικού αιτήματος της ανακοπής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε αυτόν υπόψη του πλην τον απέρριψε σιγή, τα προβαλλόμενα δε, στο λόγο αυτό από την αναιρεσείουσα, πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στη γνώση της αναιρεσίβλητης ότι τα μίσθια έχουν ήδη εκπλειστηριασθεί, ότι δεν ευρίσκονται στην κατοχή της αναιρεσείουσας, και ότι αυτά ανήκουν κατά κυριότητα σε τρίτο πρόσωπο, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού αναφέρονται σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων, και ως εκ τούτου κείνται εκτός του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το σωρευόμενο αίτημα της ανακοπής για επιδίκαση του ποσού της απαίτησης νομιμοτόκως, έκανε δεκτό το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων "από τη γένεση της κάθε σχετικής υποχρέωσης".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 984,986, 988 και 990 του ΚΠολΔ , ούτε αυτές των άρθρων 30 παρ.3 και 34 του ΚΕΔΕ οι οποίες είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 972/2019), δεδομένου ότι οι διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με τις οποίες ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα είναι ουσιαστικής φύσης (ΑΠ 1893/2008), διότι, όπως από το διατακτικό της προσβαλλομένης προκύπτει, έκανε δεκτό το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων "από τη γένεση της κάθε σχετικής υποχρέωσης". Πρέπει, συνεπώς, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 30/1998). 'Ομως, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (ΟλΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011, ΑΠ 918/2020, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 549/2019, ΑΠ 837/2015). Με τους δεύτερο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης, κατά προσήκουσα νοηματική εκτίμηση αυτών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) , για το λόγο ότι το Εφετείο ουδόλως διέλαβε παραδοχές ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής ή μη της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (ν. 356/1974), σε περίπτωση δε, που ήθελε κριθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόστηκε, προέβη σε εφαρμογή της καταργημένης νομοτυπικής μορφής της (αρ.1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ), όπως δηλαδή αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή του δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 (κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη) και τούτο παρότι προέβη σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης, όπως αυτές επακριβώς προπαρατέθηκαν στη παρούσα, προκύπτει ότι το Εφετείο παρέθεσε μείζονα σκέψη συναφώς προς την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (και δη ατελώς) εν συνεχεία όμως ουδόλως αιτιολόγησε με συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές το διατακτικό της προσβαλλομένης, σύμφωνα με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα μισθώματα έως τη συμβατική λήξη των επίμαχων μισθώσεων, δηλαδή έως τις 1.8.2026, χωρίς εξ αιτίας αυτής της έλλειψης να καθίσταται σαφές αν έγινε χρήση και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 33 ΚΕΔΕ υπό τη νέα τροποποιημένη της μορφή, ως έδει, ή αυτής προ της τροποποίησής της, κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί ελέγχονται ως βάσιμοι. Σημειώνεται ότι τα διαλαμβανόμενα στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης συναφώς προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη το πρώτον με λόγο έφεσής της, αντένσταση εικονικότητος της καταγγελίας των μισθωτικών συμβάσεων που είχε συνάψει η αναιρεσείουσα, απαραδέκτως προβάλλονται, ελλείψει εννόμου συμφέροντος προς προβολή τους, διότι η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια δεν αφορά την αναιρεσείουσα, αλλά την αντίδικό της αναιρεσίβλητη. Με βάση τα προεκτεθέντα, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το προεκτεθέν μέρος (αιτιάσεις από τους δεύτερο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν αυτής μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να επιστραφεί το παράβολο που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (αρθ.495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ελληνικού Δημοσίου Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α` 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α` 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 4/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας κατά τα στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, συγκροτούμενου από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ΑΑΔΕ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ