ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1771/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1771/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1771/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1771 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1771/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. Δ., κατοίκου ..., ως εκκαθαρίστριας της κληρονομίας του Σ. Ξ. του Α., 2) Β. συζύγου Δ. Δ., το γένος Σ. Ξ., κατοίκου ... και 3) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 1-1-2017 από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ", εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διοικητή της. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μάνθα Βαρελά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., το τρίτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Σταματία Φιλοθεΐδου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ως εκκαθαριστής της κληρονομίας του Σ. Ξ. διορίστηκε ο Θ. Π., σε αντικατάσταση της παραιτηθείσας πρώτης αναιρεσίβλητης Π. Δ., και εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-12-2011 αγωγή των ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσιβλήτων και την από 10-5-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3105/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2210/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίσιν, από 10.10.2021 (και με αριθμό καταθέσεως 7960/988/14.10.2021) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 2210/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την από 10.10.2016 έφεση των κυρίως εναγουσών, ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, και την από 19.06.2018 έφεση της εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας τράπεζας, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμόν 3105/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την κυρία αγωγή και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση δέχθηκε κατ' ουσίαν και δη στο σύνολό της ως προς την πρώτη ενάγουσα, ως νομίμως ορισθείσης εκκαθαρίστριας της κληρονομίας του θανόντος Σ. Ξ. και για λογαριασμό του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας ως εκ διαθήκης κληρονόμου του και εν μέρει ως προς την δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του θανόντος την κυρία αγωγή με την οποία οι κυρίως ενάγουσες ζητούσαν την απόδοση από την εναγομένη, κατά τα αναλογούντα ποσοστά, της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος και δη την απόδοση μερισμάτων εκ μετοχών της εναγομένης τράπεζας των χρήσεων 2000-2010, που τηρούνταν σε χαρτοφυλάκιο με δικαιούχο τον θανόντα, μέρος των οποίων η εναγομένη είχε ήδη αποδώσει κατά τις διατάξεις του νδ/τος 1195/1942 στο παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα δέχθηκε στο σύνολό της την κυρία αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα ως εκκαθαρίστρια της κληρονομίας του θανόντος επιδικάζοντας σε αυτήν και για λογαριασμό του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας το αιτούμενο ποσό των 28.894,92 ευρώ, αντί του ποσού των 13.528,98 ευρώ που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, απορρίπτοντας συγχρόνως την ένσταση της εναγομένης περί πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας δεχόμενο ότι η παραγραφή ως προς αυτό είναι εικοσαετής και εν μέρει ως προς την δεύτερη ενάγουσα κάνοντας συγχρόνως εν μέρει δεκτή την κατ' αυτής ένσταση της εναγομένης περί πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον εκ των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 18.04.2019 και η αίτηση αναιρέσεως, της οποίας η διετής καταχρηστική προθεσμία από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την άσκησή της κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ συμπληρωνόταν κανονικά στις 19.04.2021, ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε το δικόγραφό της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 14.10.2021, ήτοι εμπροθέσμως, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, ήτοι από τις 13.03.2020 έως τις 31.05.2020 και από τις 07.11.2020 έως τις 05.04.2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για την διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του ν. 4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ... παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε η αίτηση αυτή. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

3.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή την ποιοτική αοριστία αυτής, η οποία υφίσταται όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του αιτήματός της, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023).

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 1710 του ΑΚ προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, ήτοι το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) αυτού, οι οποίες υπάρχουν κατά τον χρόνο του θανάτου του, εφόσον από την φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από ιδιωτική βούληση δεν αποκλείονται της κληρονομικής διαδοχής, είναι δε δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικώς με το πρόσωπό του. Επομένως, η απαίτηση των κληρονόμων προς απόδοση των αποκτηθέντων κινητών πραγμάτων ή/και χρημάτων του κληρονομουμένου περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας καθενός. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

4.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι με την από 09.12.2011 (κυρία) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγουσες, ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η πρώτη ως νομίμως διορισθείσα εκκαθαρίστρια της κληρονομίας του Σ. Ξ., ο οποίος με την από 30.12.1996 ιδιόγραφη διαθήκη του κατέστησε μοναδικό του κληρονόμο το νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" αποκληρώνοντας ρητώς την δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του, ζήτησαν ως ιδίω δικαίω κληρονόμοι, βάσει του καταρτισθέντος μεταξύ τους συμβιβασμού κατά τον οποίο αναγνωρίζουν το μεν "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" κληρονόμο του αποβιώσαντος κατά ποσοστό 60,20% την δε δεύτερη ενάγουσα κληρονόμο αυτού κατά ποσοστό 39,80%: α) να αναγνωρισθούν δικαιούχοι, κατά τα άνω ποσοστά, των μέχρι σήμερα και των μελλοντικών μερισμάτων των μετοχών, των τόκων των λογαριασμών και κάθε άλλου τραπεζικού προϊόντος που διατηρούσε ο αποβιώσας στην δικαιοπάροχο της εναγομένης τράπεζας και ήδη αναιρεσείουσας και β) να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει, κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά, το συνολικό ποσό των 47.998,21 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 22.660,65 ευρώ ως μερίσματα των χρήσεων 2000-2004 και το ποσό των 25.337,56 ευρώ ως μερίσματα των χρήσεων 2005-2010, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Παραλλήλως, η εναγομένη τράπεζα της άνω αγωγής, δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας, με την από 10.05.2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την σωρευόμενη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι εναντίον της ασκήθηκε η πιο πάνω κυρία αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτολεξεί στην δική της αγωγή, βάσει της οποίας οι κυρίως ενάγουσες -φερόμενες ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Ξ.- ζητούν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 22.660,65 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μερίσματα των χρήσεων 2000-2004 και ότι το ποσό αυτό η ίδια το έχει ήδη αποδώσει στο παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του νδ/τος 1195/1942 λόγω παραγραφής της αξιώσεως για καταβολή μερίσματος του κληρονομουμένου, ζήτησε, με βάση την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 88 του ΚΠολΔ, να παρέμβει το προσεπικαλούμενο στην εκκρεμή δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ αυτής και των κυρίως εναγουσών και σε περίπτωση ήττας της στην κυρία αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί το παρεμπιπτόντως εναγόμενο να της καταβάλει, κατά τις οικείες διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, οποιοδήποτε ποσό τυχόν θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει με την απόφαση που θα εκδοθεί στις ενάγουσες της κυρίας αγωγής, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, διότι έχει γίνει πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της. Επί των αγωγών αυτών (κύριας και παρεμπίπτουσας), οι οποίες συζητήθηκαν και συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμόν 3105/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού το δικαστήριο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο για την εκδίκαση της σωρευόμενης στην κυρία αγωγή αιτήσεως για αναγνώριση των εναγουσών ως δικαιούχων των μέχρι σήμερα και των μελλοντικών μερισμάτων των μετοχών, των τόκων των λογαριασμών και κάθε άλλου τραπεζικού προϊόντος που διατηρούσε ο θανών κληρονομούμενος στην εναγομένη, την οποία παρέπεμψε προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι δύο πιο πάνω αγωγές κρίθηκαν, κατά τα λοιπά, παραδεκτές, ορισμένες και νόμιμες: α) έγινε εν μέρει δεκτή η κυρία αγωγή και ταυτοχρόνως εν μέρει δεκτή η ένσταση 5ετούς παραγραφής της εναγομένης και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 13.528,98 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 8.944,42 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή, διότι, κατά τα εκτιθέμενα, ως προς το αιτούμενο με αυτήν ποσό κρίθηκε αβάσιμη κατ' ουσίαν η κυρία αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν τις από 10.10.2016 και 19.06.2018 εφέσεις τους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη -υπ' αριθμ. 2210/2019- τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση: α) απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την επικουρικώς σωρευόμενη βάση της κυρίας αγωγής περί αδικοπραξίας της εναγομένης, β) έκανε δεκτή στο σύνολό της την κυρία αγωγή κατά την κυρία βάση της περί αποδόσεως στις κυρίως ενάγουσες του ποσού που αντιστοιχεί στα μερίσματα των χρήσεων 2000-2010 και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 28.894,92 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 8.944,42 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση και γ) απέρριψε ως μη νόμιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η αναιρεσείουσα (δικαιοπάροχος της κυρίως εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας) με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως και ειδικότερα τόσο κατά του κεφαλαίου της κύριας αγωγής όσο και κατά του κεφαλαίου της παρεμπίπτουσας αγωγής της δικαιοπαρόχου της, αφού οι αναιρετικές αιτιάσεις αναφέρονται και στην απόρριψη ως μη νόμιμης της παρεμπίπτουσας αγωγής. 5.- Με τον πρώτο -αναφερόμενο στο κεφάλαιο της κυρίας αγωγής- λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας την (κυρία) αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της δικαιοπαρόχου της περί καταβολής σε αυτές των επίδικων μερισμάτων από το έτος 2000 και εφεξής, που αντιστοιχούν στις μετοχές που ανήκουν στο κληρονομιαίο χαρτοφυλάκιο του θανόντος Σ. Ξ., λόγω μη αναφοράς σε αυτήν των εγκριτικών αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της δικαιοπαρόχου της για διανομή εκάστου αξιούμενου μερίσματος και των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως που ενέκριναν τους ισολογισμούς των εκάστοτε εταιρικών χρήσεων και προέβλεπαν τη διανομή κερδών, αρκούμενο έτσι σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της, ενόψει και του ότι, όπως ισχυρίζεται, οι ενάγουσες, κατά τα εκτιθέμενα, κατέστησαν κυρίες των μετοχών με την εγκατάστασή τους ως κληρονόμων και ως μέτοχοι ανώνυμης εταιρείας αιτούνται τα καθαρά κέρδη που δικαιούνται με τη μορφή του διανεμητέου και αποδοτέου μερίσματος, όπως αυτά προκύπτουν από τους ισολογισμούς της εναγομένης. Ωστόσο, υπό το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη (κυρία) αγωγή, κατά την κύρια βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις περί αποδόσεως της κληρονομίας του θανόντος Σ. Ξ. (η οποία πλήττεται εν προκειμένω) είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το εξ ιδίου δικαίου δικαίωμα των κυρίως εναγουσών περί αποδόσεως των αιτούμενων ποσών εκ της κληρονομίας του θανόντος, τα οποία αντιστοιχούν στα αξιούμενα από αυτές μερίσματα των χρήσεων 2000-2005, με την επίκληση κληρονομικού δικαιώματος που θεμελιώνει το εν λόγω δικαίωμά τους, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1710, 1884, 1885 του ΑΚ και εκείνων των άρθρων 8 παρ. 3, 11, 15, 29 παρ. 1 και 35 του ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" στις οποίες, ως ειδικές, υπόκειται εν προκειμένω, η κληρονομία υπό εκκαθάριση, τις οποίες (ορθώς) εφάρμοσε τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Τούτο, ειδικότερα, διότι αναφέρεται στο δικόγραφό της ως προς την άνω κυρία βάση της, που στηρίζεται στην απόδοση της κληρονομίας του θανόντος Σ. Ξ., στην οποία περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των 47.998,21 ευρώ, που αφορά στα μερίσματα των χρήσεων 2000 έως 2010 εκ των κληρονομιαίων μετοχών του: α) ο θάνατος του ως άνω κληρονομουμένου Σ. Ξ., η εγκατάσταση του νπδδ "Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας" ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος και η σχέση των εναγουσών με αυτόν, ήτοι β) η ιδιότητα της πρώτης ενάγουσας ως νομίμως ορισθείσης εκκαθαρίστριας της κληρονομίας του θανόντος, λόγω της ειρημένης διατάξεως της διαθήκης του τελευταίου υπέρ κοινωφελών σκοπών καθότι η υπέρ του μοναδικού τιμηθέντος νπδδ Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας καταλειπόμενη περιουσία εμπίπτει στις διατάξεις του αν 2039/1939, η οποία αποδέχθηκε το λειτούργημά της για διενέργεια της εκκαθαρίσεως όλης της κληρονομίας (άρθρα 8 παρ. 3 και 29 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 35 παρ.1 του ως άνω νόμου) γ) το δικαίωμα των εναγουσών επί της επίδικης κληρονομιαίας περιουσίας και δη ότι μοναδικοί δικαιούχοι των μερισμάτων εκ των κληρονομιαίων μετοχών μετά τον θάνατο του δικαιούχου αυτών είναι οι ενάγουσες, οι οποίες αναγνωρίζουν, βάσει του καταρτισθέντος μεταξύ τους και επικυρωθέντως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών συμβιβασμού, το μεν Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας κληρονόμο του θανόντος κατά ποσοστό 60,20% την δε δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του κληρονόμο αυτού κατά ποσοστό 39,80%, δ) η ύπαρξη χαρτοφυλακίου μετοχών του θανόντος στην εναγομένη τράπεζα, οι οποίες ανέρχονται σήμερα σε 11.689 μετοχές και ότι ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος των μετοχών αυτών, με συνέπεια να αποτελούν μέρος της κληρονομίας και οι ενάγουσες να θεμελιώνουν επ' αυτών δικαίωμα για την απόδοση των μερισμάτων και ε) η αδικαιολόγητη κατοχή της κληρονομιαίας αυτής περιουσίας εκ μέρους της εναγομένης με την μη απόδοσή της στις ενάγουσες. Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα του δικογράφου της, η αναφορά και άλλων στοιχείων και δη των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων της δικαιοπαρόχου της εναγομένης περί εγκρίσεως των ετήσιων ισολογισμών και περί διαθέσεως, περαιτέρω, προς τους εταίρους των καθαρών κερδών, αφού η ένδικη δεν είναι εταιρική αγωγή περί διαθέσεως/αποδόσεως στους εταίρους των δικαιούμενων καθαρών κερδών συμμετοχής τους, όπως αυτά προκύπτουν από τους ετήσιους ισολογισμούς της εναγομένης ενόψει του ότι η ιστορική της βάση δεν αφορά στην μετοχική σχέση του θανόντος με την εναγομένη, ούτε όμως η απαίτηση των εναγουσών αποτελεί αξίωσή τους ως μετόχων ανώνυμης εταιρείας για την διανομή/καταβολή μερίσματος αναλόγως του ποσοστού της εταιρικής συμμετοχής στο κεφάλαιο της εναγομένης εφόσον προκύψουν κέρδη και εγκριθεί η διανομή τους στους μετόχους από την γενική συνέλευση αυτής (κν 2190/1920), αλλά, αντιθέτως, η αξίωσή τους έχει ως βάση την απόδοση σε αυτές της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος με βάση το επικαλούμενο δικαίωμά τους στο πλαίσιο της κληρονομίας υπό εκκαθάριση με βάση τις ως άνω ειδικές διατάξεις των άρθρων 8, 11, 15 και 35 του αν. 2039/1939.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την αγωγή των εναγουσών ως προς την κύρια βάση της περί αποδόσεως σε αυτές της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος, στηριζόμενη στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό, τον οποίον η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε προβάλει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη ως εκκαλούσα με τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεώς της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, ως και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και δεν αρκέστηκε για την κρίση του σε λιγότερα ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως συνδικαιούχων της κληρονομίας, για καταβολή σε αυτές των αξιούμενων μερισμάτων εκ των κληρονομιαίων μετοχών που ο θανών κληρονομούμενος διέθετε κατά το χρόνο του θανάτου του στο χαρτοφυλάκιό του ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, την αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 (αλλά και 14, όπως εκτιμάται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6.- Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, μεταξύ των οποίων ρητώς και ο νόμος ΓΛΥΓ' του έτους 2009 "περί βραχυπρόθεσμων παραγραφών" και διατηρήθηκαν μόνον οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε νπδδ η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, οι οποίες αφορούσαν στο Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά στα νπδδ, εφαρμοζόταν για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούσαν στο Δημόσιο, εφόσον επρόκειτο για νομικό πρόσωπο στο οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΟλΑΠ 132/1962, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 307/1962, ΑΠ 404/1962, ΑΠ 26/1960). Επακολούθησε το νδ/γμα 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ειδικότερα ότι "Δια βδ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το βδ/γμα 776/1972 με το οποίο επεκτάθηκαν στα νπδδ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω νδ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα νπδδ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά σε παραγραφή αξιώσεων.

Κατά το άρθρο 101 του νδ/τος 321/1969, καθόσον αφορά στην παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ νπδδ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς, χωρίς τούτο να μεταβληθεί με τις διατάξεις του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" και δη με το άρθρο 86 αυτού. Στη συνέχεια, όμως, εκδόθηκε το νδ/γμα 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", το οποίο ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "1. Η διοίκησις των εσόδων, εξόδων και κεφαλαίων ως και το Λογιστικόν των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος", ενώ με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ νπδδ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1ης Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν στην παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του άνω νδ/τος 496/1974, περί Λογιστικού των νπδδ, ορίζει ότι "παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α' )... "χρέη προς το ν.π. α)..., β)..., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2), ενώ το άρθρο 52 ορίζει ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων". Η επόμενη διάταξη του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου νδ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ.1) ν.π.δ.δ. Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους ταύτα εξεδόθησαν". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαιρέσεως νπδδ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του νδ/τος 496/1974 δεν υφίσταται δυνατότητα εφαρμογής αυτού και, συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι". Από τις άνω, διαχρονικού δικαίου διατάξεις, προκύπτει ότι για τις αξιώσεις, οι οποίες γεννήθηκαν μετά την 1η.01.1977, ως προς το χρόνο παραγραφής εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή είτε οι γενικές διατάξεις του ΑΚ είτε τυχόν ειδικές διατάξεις (ΑΠ 1137/2024, ΑΠ 202/2023, ΑΠ 1321/2022, ΑΠ 1203/2019), οι δε ρυθμίσεις σχετικά με την έναρξη του χρόνου παραγραφής στο Δημόσιο και τα νπδδ υπερισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΠ 1137/2024, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 1564/2005). Κατ' εφαρμογή της, παρεχόμενης από την παράγραφο 2 του άρθρου 56 του νδ/τος 496/1974, εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε το πδ/γμα 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι: "εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και, εκ τούτου, καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής, ως άνω, διατάξεις του νδ/τος 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του πδ/τος 305/1985 (ΑΠ 202/2003, ΑΠ 1321/2022, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983).

Επομένως, για τα νπδδ, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο καταστατικό τους ή σε άλλη διάταξη νόμου ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών τους, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ μόνο αν αυτά έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του νδ/τος 496/1974, όπως είναι οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, οι οποίοι εξαιρέθηκαν ρητώς, άλλως εφαρμογή έχουν οι διατάξεις αυτού του νδ/τος (496/1974 ΑΠ 202/2003). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του νδ/τος 3960/1959 (ΦΕΚ Α' 153/05.08.1959) "Περί ιδρύσεως Ταμείου Αεροπορικής Αμύνης (Τ.Α.Α.)" "1. Ιδρύεται νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλον "Ταμείον Αεροπορικής Αμύνης" (Τ.Α.Α.)", αναφερόμενον εν ταις επομέναις διατάξεσι δια της λέξεως Ταμείον. 2. Το Ταμείον τελεί υπό την ανωτάτην εποπτείαν και έλεγχον του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, ασκούμενον δια του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του ιδίου νδ/τος "1. Τα της διοικήσεως και οργανώσεως του Ταμείου, τα της συνθέσεως του προσωπικού αυτού, τα του τρόπου της συγκεντρώσεως της περιουσίας και των πόρων αυτού, τα της εκμεταλλεύσεως, διαχειρίσεως, διαθέσεως και επενδύσεως της περιουσίας, τα της εισπράξεως των πόρων και των πάσης φύσεως δαπανών, το οικονομικόν και λογιστικόν σύστημα και πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δια την εκτέλεσιν του παρόντος νόμου, καθορισθήσονται δια Βασιλικών Διαταγμάτων προκαλουμένων τη προτάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης". Κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 5 του ως άνω νδ/τος εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε το βδ/γμα 258/1960 (ΦΕΚ Α' 56/30.04.1960) "Περί διοικήσεως και οργανώσεως του Ταμείου Αεροπορικής Αμύνης", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το πδ/γμα 92/2014, το άρθρο 1 του οποίου ορίζει: "1. Το δυνάμει του Ν.Δ. 3960/1959 "Ταμείον Αεροπορικής Αμύνης", αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις. 2. Η Ανωτάτη εποπτεία και ο έλεγχος επί του Ταμείου ασκείται υπό του Υπουργού Εθνικής Αμύνης δια του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας. Δια την άσκησιν της προκειμένης εποπτείας και του ελέγχου, ο Αρχηγός του Γ.Ε.Α. ενεργεί δια των αρμοδίων Οικονομικών Υπηρεσιών του Γ.Ε.Α. 3.....". Με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4250/2014 με τον τίτλο "Ίδρυση Ενιαίου Ταμείου Εθνικής Άμυνας" "1.Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), η αυτοτελής δημόσια υπηρεσία Ταμείο Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ) και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας (ΤΑΑ), που συνεστήθησαν με τους νόμους [Ν] 4407/1929 (ΦΕΚ 316/Α/1929), το νόμο [Ν] 2774/1900 (ΦΕΚ 288/Α/1900) όπως τροποποιήθηκε με το νόμο [Ν] 4944/1931 (ΦΕΚ 107/Α/1931) και το νομοθετικό διάταγμα [Ν] 3960/1959 (ΦΕΚ 153/Α/1959) αντίστοιχα και εποπτεύονται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, καταργούνται ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα και αυτοτελής δημόσια υπηρεσία και συγχωνεύονται σε ένα νέο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο συνιστάται με τον παρόντα νόμο, με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΕΤΕΑ), εφεξής αναφερόμενο ως Ταμείο", ενώ με την παρ. 10 του ιδίου άρθρου "Από τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού Λειτουργίας του Ενιαίου Ταμείου Εθνικής Άμυνας καταργούνται: α. Ο νόμος [Ν] 4407/1929 Περί συστάσεως του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 316/Α/1929). β. Ο νόμος [Ν] 4944/1931 Περί Ταμείου Εθνικού Στόλου (ΦΕΚ 337/Α/1931). γ. το νομοθετικό διάταγμα [Ν] 3960/1959 Περί Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας (ΦΕΚ 153/Α/159)". Ήδη με το άρθρο 48 περ. γ' του ν. 4407/2016 (ΦΕΚ Α'134/27.07.2016) "Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και άλλες διατάξεις" καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 18 του ν. 4250/2014, το οποίο προέβλεπε την ίδρυση του Ενιαίου Ταμείου Εθνικής Άμυνας. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του νδ/τος 1195/1942 "Περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων" ορίζεται ότι οι απαιτήσεις εκ τόκων, τοκομεριδίων, μερισματαποδείξεων και μερισμάτων διαπραγματεύσιμων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και κινητών εν γένει αξιών, εκδιδομένων υπό ημεδαπών αστικών ή εμπορικών εταιριών πάσης φύσεως, Συνεταιρισμών, Σωματείων, Συλλόγων και παντός εν γένει Νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, παραγραφόμεναι μετά 5ετίαν αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΑΣΜΔ' της 26/30 Ιουλίου 1885 "περί των πληρωτέρων τω κομιστή ανωνύμων χρεογράφων" και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών" ή εντός βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας περιέχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον". Με το άρθρο 8 του ίδιου ως άνω νδ/τος ορίζεται ότι για τις πιο πάνω απαιτήσεις που παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου υπάρχει υποχρέωση εντός του μηνός Απριλίου εκάστου οικονομικού έτους για απόδοση στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας του υπόοχρέου, των δηλούμενων ως περιερχόμενα στο Δημόσιο ποσών και παράδοση των τίτλων. Με δεδομένο, όμως, ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΑΣΜΔ' της 26/30 Ιουλίου 1885 "περί των πληρωτέρων τω κομιστή ανωνύμων χρεογράφων" (κατά την οποία "[ο]ι τόκοι και τα μερίσματα ανωνύμων χρεωγράφων, κατ' έτος ή κατά βραχυτέρας περιόδους πληρωτέων, παραγράφονται μετά πενταετίαν αφ' ης κατέστησαν πληρωτέα") και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών" (κατά την οποία "[ε]ις πενταετή παραγραφήν υπόκεινται αι αξιώσεις εξ οφειλομένων τόκων, συμπεριλαμβανομένων και των κατά προσθήκην εις τους τόκους πληρωτέων ποσοστών προς βαθμιαίαν εξόφλησιν του κεφαλαίου (χρεολυσίου), αι αξιώσεις [...] και πάσης άλλης περιοδικώς επαναλαμβανόμενης παροχής") καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρα 1 και 17 του α.ν. 2783/1941 "Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα), για την παραγραφή αξιώσεων εκ τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων, που απορρέουν από τις συνήθεις σχέσεις της καθημερινής συναλλακτικής ζωής που αφορούν ιδιώτες και μόνον, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις περί της βραχείας παραγραφής της περ. 15 του άρθρου 250 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 253 και 260 του ΑΚ, η δε παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει από το τέλος του έτους, κατά το οποίο εγκρίθηκε ο ισολογισμός της χρήσεως και λήφθηκε η απόφαση περί διανομής των μερισμάτων (ήτοι, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής). Τούτο, όμως, δεν ισχύει για τα νπδδ για τα οποία, αντιθέτως, ενόψει του ότι το ως άνω νδ/γμα 1195/1942 δεν όριζε το χρονικό διάστημα μετά την πάροδο του οποίου παραγράφονται οι απαιτήσεις εκ μερισμάτων διαπραγματεύσιμων μετοχών, αλλά ρύθμισε μόνο την περιέλευση αυτών μετά την παραγραφή τους οριστικώς στο Ελληνικό Δημόσιο και παρέπεμπε ως προς το ζήτημα της παραγραφής στις ρυθμίσεις του άρθρου 3 του Νόμου ΑΣΜΔ' της 26/30 Ιουλίου 1885 "περί των πληρωτέρων τω κομιστή ανωνύμων χρεογράφων" και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών", οι οποίες καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΑΚ κατά τα προεκτεθέντα, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του νδ/τος 496/1974. Εξάλλου, κατά την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 101 του ΕισΝΑΚ, για τις κληρονομίες υπέρ νπδδ εφαρμόζεται αποκλειστικώς, και μετά την θέση σε ισχύ νεότερων διατάξεων και ακόμη μετά την εισαγωγή του ΑΚ, ο αν 2039 της 19/24 Οκτωβρίου 1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" (και ήδη ο ν. 4182/2013). Οι διατάξεις των ανωτέρω νόμων εφαρμόζονται ρητώς, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 2039/1939, "και επί κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών καταλειπομένων προς το Ταμείον του Εθνικού Στόλου και το Ταμείον Εθν. Αμύνης, το εκάστοτε δε προϊόν της εκκαθαρίσεως αποδίδεται εις τα Ταμεία ταύτα". Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικότερες σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 250 παρ. 15 του ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής από αξιώσεις τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων, δοθέντος ότι το "Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης", που είναι νπδδ εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας δια του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου μόνου του πδ/τος 437/1977, δεν εξαιρέθηκε της εφαρμογής των διατάξεων του νδ/τος 496/1974 και, επομένως ούτε εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων κατά και υπέρ νπδδ.

Ενόψει δε του ότι στον καταστατικό οργανισμό του εν λόγω Ταμείου ή σε άλλη διάταξη νόμου δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχει ως προς αυτό η ειδική και εξαιρετική διάταξη περί εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 44 παρ. 2 περ. γ' του ως άνω νδ/τος 496/1974, η οποία αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκαν οι αξιώσεις αυτές και όχι οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Κατά τις άνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και εντεύθεν σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

7.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται και αυτός στο κεφάλαιο της κυρίας αγωγής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 του νδ/τος 1195/1942 και 250 περ. 15 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, καθώς και την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 γ' του νδ/τος 496/1974, την οποία ψευδώς ερμήνευσε και κακώς εφάρμοσε για να καταλήξει στο πόρισμά της ότι δεν έχει παραγραφεί η ένδικη αξίωση προς απόδοση των αξιουμένων μερισμάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης για λογαριασμό του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις ως άνω διατάξεις θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω αξίωση έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή κατά τις διατάξεις του νδ/τος 1152/1942, άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 15, 251 και 253 του ΑΚ και έτσι θα απέρριπτε την κυρία αγωγή. 8.- Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε ως προς την (μη) παραγραφή των αξιώσεων του "Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας", οι οποίες ασκήθηκαν από την πρώτη ενάγουσα ως εκκαθαρίστρια της κληρονομίας του αποβιώσαντος Σ. Ξ., τα ακόλουθα: "Στις ...-2000 απεβίωσε στο Γηροκομείο Αθηνών ο Σ. Ξ. του Α. και της Ν., ο οποίος κατέλειπε την από 30-12-1996 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του στις 27-10-2000, με αριθμό πρακτικού 4914, κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 966/2002 απόφαση του και καταχωρίστηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών (τόμος 2340, α.α. 52) και με την οποία ο θανών κατέστησε μοναδικό του κληρονόμο το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας", αποκληρώνοντας ρητώς την θυγατέρα του και 2η ενάγουσα της κύριας αγωγής, Β. Ξ., σύζυγο Δ. Δ. Το Υπουργείο Οικονομικών, ασκώντας την εποπτεία και τον έλεγχο της εκκαθάρισης και διαχείρισης των υπέρ κοινωφελών εν γένει σκοπών καταλειπομένων περιουσιών διόρισε την 1η ενάγουσα της κύριας αγωγής, Π. Δ., δικηγόρο Αθηνών, εκκαθαρίστρια της κληρονομιάς του αποβιώσαντος (άρθρο 8§3 του Ν.2039/1939, όπως ίσχυε τότε και ήδη 27 του Ν. 4182/2013, προσκομίζεται παραδεκτώς κατ' άρθρον 529 του ΚΠολΔ το από 15/2/2019 έγγραφο του ΥΠΟΙΚ με ΑΠ 11490ΕΞ2019 που επιβεβαιώνει την ανωτέρω ιδιότητά της και την εκπροσώπηση από αυτήν στο Δικαστήριο της κληρονομιάς υπό το καθεστώς του ανωτέρω νόμου), η οποία στις 17-7-2001, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της, υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη της κύριας αγωγής τράπεζα προκειμένου να λάβει πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία που υπήρχαν σε αυτή στο όνομα του θανόντος, προσκομίζοντας ταυτόχρονα: α) την ληξιαρχική πράξη θανάτου του Σ. Ξ., β) αντίγραφο της ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου και γ) την απόφαση περί διορισμού της ως εκκαθαρίστριας της κληρονομιάς αυτού. Στην ανωτέρω αίτηση η εναγόμενη δεν απάντησε γραπτώς μέχρι που έλαβαν χώρα τα κατωτέρω αναγραφόμενα γεγονότα. Ακολούθως η 2η ενάγουσα της κύριας αγωγής, υπό την ιδιότητά της ως πλησιέστερης εν ζωή συγγενούς και νόμιμης μεριδούχου του αποβιώσαντος (σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2002 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-11-2002 (υπ' αριθ. καταθ. 162449/10177/2002) αγωγή, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 4880/2004 απόφασης του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, κατά της οποίας άσκησαν έφεση: α) η εκκαθαρίστρια της κληρονομιάς (σχετ. η από 28-1-2005 με αριθμό κατάθεσης 1452/2005 έφεση), β) ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών (σχετ. η από 31-1-2005 με αριθμό κατάθεσης 1450/2005 έφεση) και γ) το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" (σχετ. η από 31-1-2005 με αριθμό κατάθεσης 1447/2005 έφεση). Ταυτοχρόνως, η πρώτη ενάγουσα της κύριας αγωγής και το "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-11-2004 (153440/9274/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-4-1994 ιδιόγραφης διαθήκης της Α., συζύγου Σ. Ξ., το γένος Σ. και κατά συνέπεια του Σ. Ξ. ως νόμιμου μεριδούχου της ανωτέρω προαποβιώσασας συζύγου του. Η άσκηση των προαναφερόμενων αγωγών και εφέσεων είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αμφισβήτηση σχετικά: α) με το μέγεθος της κληρονομιάς του Σ. Ξ., β) με το κληρονομικό δικαίωμα της 2ης ενάγουσας της κύριας αγωγής επί της κληρονομιάς του πατρός της, Σ. Ξ. και γ) με το ύψος της κληρονομικής μερίδας αυτής και του "Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας" επί της εν λόγω κληρονομιάς, η οποία τελικά έληξε με τον συμβιβασμό μεταξύ των δύο μερών, ο οποίος επικυρώθηκε από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών (σχετ. η υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2013 απόφαση, που ανακάλεσε την προγενέστερη με αριθμ. πρωτ. ...-2008). Σε εφαρμογή της προαναφερόμενης απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, του από 20-11-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήψαν οι δύο ενάγουσες της κύριας αγωγής, το "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" και ο Υπουργός των Οικονομικών και της υπ' αριθμ. 354/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας καταργήθηκε η μεταξύ των διαδίκων δίκη, που είχε ανοιχθεί με την από 21- 11-2002 αγωγή της θυγατέρας του αποβιώσαντος, συνήφθη η από 3-11-2015 εκτελεστική συμφωνία μεταξύ της εκκαθαρίστριας της κληρονομιάς (1ης ενάγουσας της κύριας αγωγής) και της θυγατέρας του θανόντος (2ης ενάγουσας της ίδιας αγωγής), βάσει της οποίας καθορίσθηκε ότι το "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" είναι κληρονόμος του Σ. Ξ. σε ποσοστό 60,20% επί της κληρονομιαίας περιουσίας και 2η ενάγουσα της κύριας αγωγής είναι κληρονόμος αυτού σε ποσοστό 39,80%. Η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε νομίμως ήδη πριν την ολοκλήρωση των παραπάνω διαδικασιών συμβιβασμού κατ' άρθρον 69 παρ. ε' και στ' του ΚΠολΔ. Ήδη δε σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης των προαναφερόμενων εφέσεων και της από 1-11-2004 αγωγής, η 1η ενάγουσα της κύριας αγωγής αιτήθηκε και πέτυχε την απογραφή του περιεχομένου της υπ' αριθμ. ... θυρίδας θησαυροφυλακίου, που διατηρούσε ο θανών στο κατάστημα Αγ. Βαρβάρας - Άνω Πατησίων της εναγόμενης τράπεζας, την τοποθέτηση αυτού σε νέα θυρίδα, την σφράγιση αυτής και την παράδοση των κλειδιών στη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Χ. Ν. (υπ' αριθμ. 628/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και υπ' αριθμ. ...-2004 έκθεση απογραφής θυρίδας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Σ. Δ.), ενώ -κατόπιν του από 29-9-2009 αιτήματος της- η ως άνω εναγόμενη την ενημέρωσε, στις 16-11-2009, πως ο θανών διατηρούσε σε αυτήν: 1) τον με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου σε ευρώ με υπόλοιπο ύψους 47,11 ευρώ, 2) τον με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου σε ευρώ με υπόλοιπο ύψους 190,22 ευρώ, 3) τον με αριθμό ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης σε δολάρια Η.Π.Α με υπόλοιπο ύψους 37.212,04 δολαρίων Η.Π.Α και 4) χαρτοφυλάκιο αποτελούμενο από 11.689 μετοχές της και πως εκκρεμούσαν ανείσπρακτα μερίσματα και κλασματικά δικαιώματα επ' ονόματι του (με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2009 έγγραφο της εναγόμενης τράπεζας). Ακολούθως, με αφορμή το από 31-1-2011 έγγραφο της 1ης ενάγουσας προς την εναγόμενη της κύριας αγωγής, η τελευταία της γνωστοποίησε στις 11-3-2011 πως είχε ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 1195/1942, τα προμερίσματα και τα μερίσματα των χρήσεων 2000 - 2004, συνολικού ποσού 22.660,65 ευρώ και πως εκκρεμούσαν ανείσπρακτα μερίσματα και κλασματικά δικαιώματα στο όνομα του κληρονομούμενου, ύψους 25.337,56 ευρώ (μερίσματα χρήσεων 2005 και εντεύθεν) και 22,39 ευρώ, αντίστοιχα (σχετ. το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2011 έγγραφο της εναγόμενης), ενώ, ως απάντηση στην από 26-4-2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση πρόσκληση της 1ης ενάγουσας, η τράπεζα στις 19-9-2011 κατέστησε σαφές πως ήταν αναγκαία η συμμόρφωση της στο Ν.Δ. 1195/1942 και πως μέχρι να της γνωστοποιούνταν το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας συμβιβασμού μεταξύ του "Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας" και της 2ης ενάγουσας της κύριας αγωγής δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οριστικό καθορισμό των κληρονομιαίων ποσοστών επί των ανείσπρακτων μερισμάτων και κλασματικών δικαιωμάτων (σχετ. η από 19-9-2011 εξώδικη απάντηση - δήλωση της εναγόμενης τράπεζας). Τελικώς, μετά την κατά τα προαναφερόμενα ολοκλήρωση του συμβιβασμού μεταξύ των κληρονόμων του Σ. Ξ., η εναγόμενη τράπεζα, τον Νοέμβριο του 2015, ενημέρωσε τις αντιδίκους της πως το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου αποτελούνταν στις 3-2-2015 (ημερομηνία δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 354/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών) από 11.689 μετοχές της και πως η ίδια είχε ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1195/1942, εκτός των προμερισμάτων και των μερισμάτων των χρήσεων 2000-2004, και τα προμερίσματα και τα μερίσματα των χρήσεων 2005-2007, συνολικού ποσού 25.337,56 ευρώ. Το Ν.Δ. 1195/1942, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο τα ως άνω προμερίσματα και μερίσματα δεν όριζε το χρονικό διάστημα μετά την πάροδο του οποίου παραγράφονται οι απαιτήσεις εκ μερισμάτων διαπραγματεύσιμων μετοχών, αλλά ρύθμιζε μόνον την περιέλευση αυτών μετά την παραγραφή τους οριστικώς στο Ελληνικό Δημόσιο και παρέπεμπε ως προς το ζήτημα της παραγραφής στις ρυθμίσεις του άρθρου 3 του νόμου ΑΣΜΔ' της 26/30 Ιουλίου 1925 "περί των πληρωτέων τω κομιστή ανωνύμων χρεογράφων" και του άρθρου 2 του νόμου ΓΎΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών". Ο δεύτερος εκ των προαναφερόμενων νόμων, όμως, καταργήθηκε ρητώς με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, όπως και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αστικού δικαίου σχετικά με την παραγραφή (άρθρο 17 ΕισΝΑΚ), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της ανωτέρω σχετικής μείζονος σκέψης της παρούσας.

Περαιτέρω, ως προς την ένδικη κληρονομιά εφαρμόζεται, ακόμα και μετά την θέση σε ισχύ του Α.Κ., ο Νόμος 2039 της 19/24 Οκτωβρίου 1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών,, κληροδοσιών και δωρεών" (άρθρο 101 ΕισΝΑΚ) και ήδη ο Ν. 4182/2013, κατά τα ανωτέρω. Οι διατάξεις των ανωτέρω νόμων εφαρμόζονται ρητά και για τις κληρονομιές, κληροδοσίες και δωρεές που καταλείπονται στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας (άρθρο 35§1 του Ν.2039/1939). Οι ανωτέρω νόμοι δεν περιέχουν ειδική πρόβλεψη περί παραγραφής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 44§2 του Ν.Δ.496/1974 τα χρέη προς τα ν.π.δ.δ. εκ διατάξεων τελευταίας βουλήσεως υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκαν. Οι ανωτέρω διατάξεις, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη είναι ειδικότερες σε σχέση και με τις διατάξεις του άρθρου 250 περ.15 Α.Κ., το οποίο ορίζει πως οι αξιώσεις των τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφού το "Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας" δεν εξαιρείται από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974 με διάταξη του καταστατικού του ανωτέρω νόμου ή άλλη διάταξη νόμου. Με την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του νόμου ΓΎΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών", ο νομοθέτης ναι μεν δεν είχε σκοπό να καταστήσει νεκρό γράμμα το Ν.Δ. 1195/1942, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση θα καταργούσε και το ίδιο το Ν.Δ., κάτι που δεν έπραξε, αλλά να παραπέμψει ως προς την εφαρμογή του και ειδικά ως προς τις απαιτήσεις εκ μερισμάτων διαπραγματεύσιμων μετοχών στις διατάξεις του άρθρου 250 περ.15 Α.Κ., που προβλέπουν πενταετή παραγραφή για τις εν λόγω αξιώσεις, αυτό όμως δεν ισχύει για τα ΝΠΔΔ για τα οποία εφαρμόζεται το ανωτέρω Ν.Δ., το οποίο αντιθέτως δεν εφαρμόζεται για ιδιώτες όπως η δεύτερη ενάγουσα της κύριας αγωγής. Επομένως, ορθώς μεν δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη δεύτερη ενάγουσα ότι σχετικά με την ένσταση παραγραφής που προτάθηκε από την εναγομένη της κύριας αγωγής εφαρμογή έχει η ανωτέρω διάταξη του Α.Κ., λανθασμένα όμως έκρινε το ίδιο και για το ανωτέρω Ν.Δ. ως προς το οποίο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 44§2 του Ν.Δ.496/1974, περί εικοσαετούς παραγραφής των χρεών προς ν.π.δ.δ., τα οποία (χρέη) απορρέουν από διατάξεις τελευταίας βουλήσεως. Η διάταξη αυτή είναι και μεταγενέστερη και ειδικότερη σε σχέση με αυτή του άρθρου 250 Α.Κ., και το γεγονός ότι σε αυτή δεν γίνεται ειδική μνεία σε απαιτήσεις μερισμάτων, οφείλεται στο ότι ο νομοθέτης περιέλαβε σε αυτήν όλες τις απαιτήσεις από διατάξεις τελευταίας βουλήσεως, δεν θα μπορούσε δε να γίνεται κατάτμηση των στοιχείων της καταλειπομένης βάσει διατάξεως τελευταίας βουλήσεως σε ΝΠΔΔ περιουσίας και να εφαρμόζεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής για καθένα από αυτά, ήτοι άλλος για ακίνητα, άλλος για μετοχές, άλλος για τραπεζικούς λογαριασμούς ή για άλλες απαιτήσεις κλπ. Τέλος, το γεγονός ότι ο Νόμος 2039 της 19/24 Οκτωβρίου 1939 δεν απέκλεισε ρητά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, όπως έκανε με τον νόμο ΓΎΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 "περί βραχυπροθέσμων παραγραφών", οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι ο ΑΚ τέθηκε σε εφαρμογή σε μεταγενέστερο χρόνο από τον ανωτέρω Νόμο και θα ήταν αδύνατο να υπάρχει στον τελευταίο σχετική πρόβλεψη.

Συνεπώς, οι σχετικές αντίθετες παραδοχές της εκκαλουμένης είναι λανθασμένες και έτσι: I) Οι αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας της κύριας αγωγής επί των μερισμάτων ....... II) Αντιθέτως η παραγραφή των αξιώσεων του "Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας" είναι εικοσαετής κατά τα ανωτέρω και δεν είχε παρέλθει το παραπάνω χρονικό διάστημα από 1/1/2002 (που ξεκινά κατά τα ανωτέρω η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, χωρίς να είναι απαραίτητη η περαιτέρω αναλυτική αναγραφή των μεταγενεστέρων ημερομηνιών κατά τις οποίες ξεκινά η παραγραφή κάθε μέρους εκ των ανωτέρω αξιώσεων) μέχρι και την κατά τα ανωτέρω άσκηση της υπό κρίση κύριας αγωγής (29/12/2011) και συνεπώς ως προς το μέρος αυτό λανθασμένα έγινε εν μέρει δεκτή η παραπάνω ένσταση με την εκκαλουμένη απόφαση και γι αυτό βάσιμος τυγχάνει ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης της υπ' αριθ. I έφεσης. Περαιτέρω, αβάσιμη τυγχάνει η ένσταση αυτή, όπως ορθώς δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς αμφότερες τις ενάγουσες, ως προς το προμέρισμα της χρήσης 2005 (4.296,24 ευρώ), το προμέρισμα της χρήσης 2006 (3.436,92 ευρώ), το μέρισμα της χρήσης 2006 (5.346,32 ευρώ), το προμέρισμα της χρήσης 2007 (3.665,92 ευρώ) και το μέρισμα της χρήσης 2007 (5.728 ευρώ), αφού η παραγραφή των αξιώσεων αυτών άρχιζε στις 1-1-2007, την 1-1-2007, την 1-1-2008, την 1-1-2007 και την 1-1-2008, αντίστοιχα, καθώς οι σχετικές συνελεύσεις της εναγόμενης τράπεζας έλαβαν χώρα την 4-4-2006, την 30-11-2006, την 4-4-2007, την 30- 11-2006 και την 4-4-2007, αντίστοιχα (σχετ. το με αριθμό πρωτοκόλλου 15.11.33.189. 01017/20-11-2015 έγγραφο της εναγόμενης), δεδομένου ότι η παραγραφή των ως άνω αξιώσεων διεκόπη με την έγερση της υπό κρίση αγωγής την 29-12-2011 και συνεπώς τα ως άνω ποσά εσφαλμένα αποδόθηκαν από την εναγόμενη στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως και τα ποσά των προηγουμένων ως άνω χρήσεων όσον αφορά το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. Τέλος, οι εκκαλούσες δεν βάλλουν κατά της εκκαλουμένης απόφασης κατά το σκέλος αυτής με το οποίο έγινε δεκτό (ορθώς σε κάθε περίπτωση) ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε πως η εναγόμενη τράπεζα αποφάσισε τη διάθεση κερδών στους μετόχους της για τις χρήσεις 2008 - 2010, δεδομένου ότι και τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά αφορούν προμερίσματα και μερίσματα των χρήσεων 2000 - 2007. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κύρια αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν (ως προς την κύρια βάση της) στο σύνολό της ως προς την πρώτη ενάγουσα, απορριπτομένης της ένστασης παραγραφής που προέβαλε η εναγομένη ......, δεδομένου ότι η εναγομένη τράπεζα οφείλει να καταβάλει: α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικώς με την αγωγή αιτούμενο ποσό, ήτοι 47.998,21 ευρώ που είναι το σύνολο των μερισμάτων όλων των παραπάνω χρήσεων κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας που συμφωνήθηκε με τον παραπάνω συμβιβασμό (47.998,21X60,20%), ήτοι το συνολικό ποσό των 28.894,92/ευρώ .....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή και ως προς την πρώτη ενάγουσα, επιδικάζοντας σε αυτήν λιγότερο από το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, δεχόμενο ότι η αξίωση της τελευταίας έχει παραγραφεί εν μέρει κατ' εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 250 αρ. 15 του Α.Κ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και γι αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της υπ' αριθ. I έφεσης, κατά τα προεκτεθέντα. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση όχι μόνο ως προς τις ανωτέρω αυτής διατάξεις, που αφορούν την πρώτη ενάγουσα, αλλά στο σύνολό της....... να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, περαιτέρω δε .... να γίνει όμως δεκτή η κύρια αγωγή- ως προς την ανωτέρω κύρια βάση της- ως βάσιμη κατ' ουσίαν, στο σύνολό της ως προς την πρώτη ενάγουσα, απορριπτομένης της ένστασης παραγραφής που προέβαλε η εναγομένη ....., κατά τα προεκτεθέντα, και να υποχρεωθεί η εναγομένη τράπεζα να καταβάλει: α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 28.894,92 ευρώ....., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την σχετική ένσταση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας περί πενταετούς παραγραφής της ασκούμενης με την κύρια αγωγή αξιώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως εκκαθαρίστριας της κληρονομίας του Σ. Ξ. και για λογαριασμό του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας, εξαφάνισε κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (που είχε κρίνει αντιθέτως κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή δεχόμενο ταυτοχρόνως ως εν μέρει βάσιμη και την ένσταση πενταετούς παραγραφής της εναγομένης) και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε την κυρία αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα στο σύνολό της απορρίπτοντας ως προς αυτήν την ένσταση παραγραφής της εναγομένης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η αξίωση που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως εκκαθαρίστρια της κληρονομίας του θανόντος κληρονομουμένου Σ. Ξ. και για λογαριασμό του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας υπάγεται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 44 του νδ/τος 496/1974 (σε συνδ. με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 2039/1939) περί εικοσαετούς παραγραφής των χρεών προς νπδδ που απορρέουν από διάταξη τελευταίας βουλήσεως και το χρονικό αυτό διάστημα δεν είχε παρέλθει έως και τον χρόνο ασκήσεως της (κυρίας) αγωγής, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η οποία ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα και, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 250 παρ. 15 του ΑΚ και 1 του νδ/τος 1195/1942, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε διότι δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, δοθέντος ότι μετά την θέση σε ισχύ την 1η.01.1977 των διατάξεων του νδ/τος 496/1974, οι τελευταίες, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 6- νομικές σκέψεις, τυγχάνουν εφαρμογής ως προς το Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας, που είναι νπδδ εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, το οποίο δεν εξαιρέθηκε ρητώς από την εφαρμογή τους, ώστε κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ο χρόνος παραγραφής για λογαριασμό του ως άνω Ταμείου κατά της αναιρεσείουσας, εφόσον με τον ιδρυτικό οργανισμό του ή το καταστατικό του ή από άλλη διάταξη νόμου δεν θεσπίζονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, να μην εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ και να είναι εικοσαετής κατά το ως άνω άρθρο 44 παρ 2 του νδ/τος 496/1974, της παραγραφής αρχομένης από την 01η.01.2002 για το μέρισμα της χρήσεως 2000 κοκ και να μην έχει παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα έως την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής στις 29.12.2011. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

9.- Από τις διατάξεις των άρθρων 86, 87 και 88 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσεπίκληση, η διαδικαστική δηλαδή πράξη με την οποία εξαιρετικώς επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης επιτρέπεται σε τρεις μόνο περιπτώσεις και ειδικότερα (α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 86 ΚΠολΔ), (β) του αληθινού κυρίου ή νομέως σε περίπτωση εμπράγματης αγωγής (άρθρο 87 του ΚΠολΔ) και (γ) του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή (άρθρο 88 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, κατά την τελευταία διάταξη (του άρθρου 88 ΚΠολΔ) "ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας".

Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία να ζητείται από τον προσεπικαλούμενο η καταβολή προς τον προσεπικαλούντα (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κατά του εναγομένου κυρίας αγωγής, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημιώσεως για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα. Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω, ότι κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 88 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προσεπικλήσεως του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2077/2013).

Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση της προσεπικλήσεως του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη υπό την έννοια ότι μόνον αν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (την πρώτη, την κύρια δίκη), αποκτά τότε δικαίωμα αποζημιώσεως, βάσει της δεύτερης -ειδικής- εννόμου σχέσεως, κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 1202/1994).

Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 του ΚΠολΔ ασκούμενης από τον εναγόμενο προσεπικλήσεως και της ενωμένης παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση εκ της οποίας απορρέει υποχρέωση του προσεπικαλουμένου να καταβάλει στον προσεπικαλούντα την αποζημίωση που αξιώνει από το τελευταίο ο κυρίως ενάγων (ΑΠ 693/2020). Ως εκ τούτου στοιχείο απαραίτητο της νομικής βασιμότητας της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σε αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η ύπαρξη της ως άνω ειδικής σχέσεως μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου, ενώ, στην περίπτωση κατά την οποία η ιστορική βάση της προσεπικλήσεως περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι γενικότερα υπόχρεος έναντι του κυρίως ενάγοντος από την επίδικη έννομη σχέση είναι ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτοχρόνως και το νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 του ΚΠολΔ προσεπικλήσεως και της ενωμένης σε αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, ΑΠ 2077/2013, ΑΠ 415/2010, ΑΠ 960/1999).

Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 89 εδ. α' του ΚΠολΔ η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο διάδικος που θέλει να προσεπικαλέσει στη δίκη κάποιον τρίτο, οσάκις επιτρέπεται τούτο από το νόμο (άρθρα 86, 87 και 88 ΚΠολΔ), μπορεί να ασκήσει την προσεπίκληση (μόνο) στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και τον χρόνο που ορίζεται από την άνω διάταξη του άρθρου 89 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...", προκύπτει ότι ο με αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντιθέτως η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 54/2017).

10.- Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσεπικλήσεως-παρεμπίπτουσας αγωγής, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1, 8, 9 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: (α) με το να απορρίψει την προσεπίκληση της δικαιοπαρόχου της λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως και δη λόγω ανυπαρξίας υποκείμενης σχέσεως αποζημιώσεως: 1) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, προσέτι δε, 2) παραβίασε ευθέως, σε κάθε περίπτωση, τις διατάξεις των άρθρων 88 και 89 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 1195/1942 και 904 επ. του ΑΚ, 3) άλλως και όλως επικουρικώς, ανεξαρτήτως του παραδεκτού και του νομίμου της ένδικης προσεπικλήσεως-παρεμπίπτουσας αγωγής, όφειλε να την διακρατήσει και να την εκδικάσει κατ' ουσίαν, κατά μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 182 του ΑΚ, ως αυτοτελή αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού από το άρθρο 904 του ΑΚ στρεφόμενη κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, (β) με το να απέχει από την επί της ουσίας κρίση επί της παρεμπίπτουσας αγωγής της δεν έλαβε υπόψη πράγμα και συγκεκριμένα το αίτημα περί αποκαταστάσεως της ζημίας της δικαιοπαρόχου της κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού έναντι του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και, ταυτοχρόνως, (γ) άφησε αδίκαστη την αίτησή της, που περιέχονταν στην παρεμπίπτουσα αγωγή.

11.- Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως της εναγομένης τράπεζας, δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, με την οποία η τράπεζα, επικαλούμενη, κατά τα προεκτεθέντα, ότι από το ποσό που ζητούν οι ενάγουσες της κυρίας αγωγής εκείνο των 22.660,65 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μερίσματα των χρήσεων 2000 έως 2004, η ίδια το έχει ήδη αποδώσει στο παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του νδ/τος 1195/1942 λόγω παραγραφής της αξιώσεως για καταβολή μερίσματος του κληρονομουμένου, ζήτησε, με βάση το γεγονός αυτό (ήτοι, της αποδόσεως του άνω ποσού στο προσεπικαλούμενο) και την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 88 του ΚΠολΔ, να παρέμβει το προσεπικαλούμενο ως δικονομικός εγγυητής της στην εκκρεμή δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ αυτής και των κυρίως εναγουσών και σε περίπτωση ήττας της στην κυρία αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί το παρεμπιπτόντως εναγόμενο να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, οποιοδήποτε ποσό τυχόν θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει με την απόφαση που θα εκδοθεί στις ενάγουσες της κυρίας αγωγής, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, διότι αυτό έχει γίνει πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της. Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέρος της, τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "Περαιτέρω όμως, η ως άνω προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και η ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά το μέρος που δεν έλαβε χώρα απαράδεκτη μεταβολή της βάσης αυτής, αυτή- ούτως ή άλλως- μη νομίμως ασκήθηκε, διότι - σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη, η ενάγουσα αυτής επικαλείται ότι το προσεπικαλούμενο- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση έναντι αυτής με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904επ. του Α.Κ.). Ήτοι, ακόμα και αν υποτεθούν αληθή τα παραπάνω αναγραφόμενα στην προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή περιστατικά, η υποχρέωση από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν συνιστά υποχρέωση προς αποζημίωση και συνεπώς δεν μπορεί να ασκηθεί η ανωτέρω αξίωση με προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, με βάση την επικαλούμενη από την προσεπικαλούσα διάταξη του άρθρου 88 του ΚΠολΔ, αφού εν προκειμένω το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή και δεν υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης αυτής σε περίπτωση ήττας της στην κύρια δίκη. Αν γίνει δεκτό ότι η τελευταία πράγματι κατέβαλε χωρίς αιτία χωρίς δηλαδή να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω αναφερομένου Ν.Δ. 1195/1942 οποιοδήποτε ποσό στο Ελληνικό Δημόσιο, τότε η αξίωση για την επιστροφή του ποσού αυτού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ υπήρχε από το χρόνο καταβολής του ποσού αυτού, ανεξάρτητα από τη διάγνωση της ένδικης αξίωσης της κύριας δίκης και μπορεί το ποσό αυτό να αναζητηθεί με αυτοτελή αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην δικαστηρίου". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, αλλά ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 1195/1942 και 904 επ. του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, ενόψει του ότι ήταν πράγματι μη νόμιμη η ένδικη προσεπίκληση, αλλά και η ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως ακριβώς επειδή και η τελευταία εδράζεται νόμω στην ύπαρξη δικονομικής εγγυήσεως μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς η ανυπαρξία της έννομης σχέσεως της δικονομικής εγγυήσεως κατά νόμον, όπως εν προκειμένω, δημιουργεί, αντιστοίχως και αναγκαίως νομική αβασιμότητα της ειρημένης αγωγής, αφού η ευθύνη του προσεπικαλουμένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δεν εξαρτάται από την έννομη σχέση που ασκείται με την κυρία αγωγή ούτε από την διάγνωση της ένδικης αξιώσεως της κύριας δίκης, αλλά υφίσταται κατά νόμον ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της κύριας δίκης στηριζόμενη σε αυτοτελή αιτία, δηλαδή σε εκείνη του άρθρου 1 του νδ/τος 1195/1942 εφόσον γίνει δεκτό ότι η προσεπικαλούσα πράγματι κατέβαλε στο προσεπικαλούμενο χωρίς νόμιμη αιτία, χωρίς δηλαδή να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω νδ/τος. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί, με βάση τις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις, νόμιμο λόγο προσεπικλήσεως. Η δε αξίωση από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία απορρέει απευθείας από το νόμο και ως αντικείμενο έχει την απόδοση της ωφέλειας από τον λήπτη της, ο οποίος την αποκόμισε χωρίς νόμιμη αιτία, σε εκείνον που υπέστη την ζημία (τον δότη), δεν συνιστά, σε κάθε περίπτωση, υποχρέωση προς αποζημίωση. Παρέπεται ότι η αξίωση αυτή προς ανατροπή του αδικαιολογήτου πλουτισμού του άλλου και αποδόσεως της ωφέλειας (εκ του άρθρου 904 ΑΚ), η οποία δεν εξομοιώνεται με την αξίωση αποζημιώσεως κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να ασκηθεί με προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή στο πλαίσιο της κύριας δίκης με βάση την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διάταξη του άρθρου 88 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το προσεπικαλούμενο και παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει εν προκειμένω την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή της προσεπικαλούσας παρεμπιπτόντως ενάγουσας και δεν υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως έναντι εκείνης σε περίπτωση ήττας της στην εναντίον της κυρία αγωγή. Η ήττα αυτή στην κύρια δίκη δεν αποτελεί το νόμιμο λόγο εκ του οποίου γεννάται η υποχρέωση του προσεπικαλουμένου, παρά μόνον αποδεικτική αξία έχει (υπό την έννοια ότι η καταδικαστική απόφαση θα αποτελεί πλήρη απόδειξη περί του ότι συνέβη δημιουργικό της ευθύνης του τελευταίου γεγονός) και άρα, αφού το δικαίωμα της προσεπικαλούσας έναντι του προσεπικαλουμένου ως δικονομικού εγγυητή της δεν συνιστά δικαίωμα αποζημιώσεως και υφίσταται ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της δίκης αν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, δεν στοιχειοθετείται η έννομη σχέση της δικονομικής εγγυήσεως.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς την (α) αιτίαση κατά το δεύτερο σκέλος της εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το μέρος που αφορά στην επικαλούμενη παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 του νδ/τος 1195/1942 και 904 επ. του ΑΚ, είναι αβάσιμος, ενώ, κατά τα λοιπά, η ίδια (α) αιτίαση κατά το σκέλος της -ομοίως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ- καθ' ο μέρος αφορά στην επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 88 και 89 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 88 και 89 του ΚΠολΔ, οι οποίες ρυθμίζουν την άσκηση της προσεπικλήσεως του δικονομικού εγγυητή και όχι κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ο ίδιος λόγος, ως προς την αυτή (α) αιτίαση κατά το επικουρικό σκέλος της, αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση, είναι αβάσιμος αφού, εν προκειμένω, δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθώς δεν εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 182 του ΑΚ, η οποία αναφέρεται σε μετατροπή άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη (όπου για να λάβει χώρα η μετατροπή απαιτείται βούληση προκειμένου να παραχθούν οι συνέπειες που ο δικαιοπρακτών ήθελε) και όχι σε "ελαττωματικές" διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες, όταν δεν επιφέρουν τις έννομες συνέπειες, μπορεί να ισχύσουν προς άλλη κατεύθυνση αν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ένδικη προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη και όχι όπως αυτή υπολαμβάνει λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως. Ο αυτός τρίτος λόγος ως προς την ίδια (α) αιτίαση κατά το πρώτος σκέλος της εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια σχετική με παραβίαση από το Εφετείο κάποιας δικονομικής διατάξεως.

Τέλος, ο ίδιος λόγος ως τις (β) και (γ) αιτιάσεις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως τούτο ρητώς διαλαμβάνεται στις άνω νομικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (αλλά και στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως), έλαβε υπόψη το αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής και, στη συνέχεια, αφού το δίκασε, το απέρριψε ρητώς ως μη νόμιμο. Συνακόλουθα δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

12.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν κεχωρισμένως έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 22 του ν. 3963/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά αυτού (το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 19 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και του άρθρου 2 της υπ' αριθμόν 134423 οικ/08.12.1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.01.1993), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη εις βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων δεν θα περιληφθεί στην προκειμένη απόφαση, αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη αν και παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2021 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2210/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για την πρώτη αναιρεσίβλητη στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και για το τρίτο αναιρεσίβλητο στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή