Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1772 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1772/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ΟΦΙΣΙΣ ΣΕΡΒΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΦΙΣΙΣ ΣΕΡΒΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ψαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καινούργιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6204/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 08.03.2023 (και αριθ. καταθ. 2132/206/09. 03.2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 6204/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά την από 31.10.2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ 370/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και την δέχθηκε κατ' ουσίαν ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα ως προς την επικουρική βάση ευθύνης του τελευταίου εξ αδικοπραξίας λόγω μη αποδόσεως οφειλόμενου αγγελιοσήμου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 20.04.2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρίσει ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 578.355,76 ευρώ, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν στο αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον έκαστος, η μεν πρώτη αναιρεσείουσα ως εταιρεία που διαμεσολαβεί κατ' εντολήν του διαφημιζομένου για την πραγματοποίηση διαφημιστικών καταχωρίσεων και δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών σε ημερήσιες εφημερίδες και εκ τούτου βαρυνόμενη με την υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου και πρόσθετων τελών λόγω μη αποδόσεως, εκπρόθεσμης ή μερικής αποδόσεως, ο δε δεύτερος αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη διαχειριστής της πρώτης, ο οποίος στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων δεν απέδωσε στο αναιρεσίβλητο μέρος του οφειλόμενου ποσού αγγελιοσήμου κατά τον αναφερόμενο χρόνο της θητείας του τελώντας έτσι το ποινικό αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, το συνολικό ποσό των 34.411,91 ευρώ και επιπλέον η πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 543.943,85 ευρώ και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. 2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 06.12.2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 09.03.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμον και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022).
Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 536/2011), εφόσον προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ούτε αφορά την δημόσια τάξη. Αυτό, όπως, επίσης, και ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης, για να κριθεί αν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, η συμπλήρωση του οποίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή άλλα έγγραφα είναι ανεπίτρεπτη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
4.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίσιν αγωγής προκύπτει ότι το ενάγον νπιδ με την επωνυμία "Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως", ήδη αναιρεσίβλητο, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20.04.2016 αγωγή του κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, στην οποία ιστορούσε, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη ενάγουσα ως εταιρεία που μεσολαβεί κατ' εντολή του διαφημιζομένου, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ως πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αυτής είναι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 20.03.1997 έως και 24.02.1015 πραγματοποίησε διαφημιστικές καταχωρήσεις και δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιρειών στις αναφερόμενες ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, για τις οποίες εκδόθηκαν επ’ ονόματί της τα επίσης αναφερόμενα τιμολόγια, στα οποία αναγράφεται η αξία της κάθε διαφημίσεως ή δημοσιεύσεως, καθώς και το αναλογούν υπέρ του ενάγοντος αγγελιόσημο, το οποίο σύμφωνα με το νόμο ήταν πληρωτέο κατά το χρονικό διάστημα από 20.05.1997 έως 15.02.2016 και ανέρχεται μέχρι την άσκηση της αγωγής στο συνολικό ποσό των 365.642,05 ευρώ και δεν έχει αποδοθεί μέχρι σήμερα στο ενάγον παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Ότι, επιπλέον, το ποσό του αγγελιοσήμου που οφείλεται από την πρώτη εναγομένη έχει επιβαρυνθεί και με πρόσθετα τέλη λόγω μη αποδόσεως ή εκπρόθεσμης καταβολής (για 2.204 τιμολόγια) και μερικής καταβολής (για οκτώ τιμολόγια), τα οποία μέχρι τις 31.03.2016 ανερχόταν στο ποσό των 238.618,43 ευρώ και συνολικώς η οφειλή των εναγομένων από τις άνω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 604.260,48 ευρώ, το οποίο οι τελευταίοι αρνούνται να του καταβάλουν παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του και για την καταβολή του οποίου ο δεύτερος εναγόμενος ενέχεται έναντι αυτού εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη κατά το άρθρο 12 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει, άλλως και επικουρικώς εξ αδικοπραξίας κατά τα άρθρα 914 και 926 του ΑΚ και 12 παρ. 10 του ως άνω νόμου. Καθ' ο μέρος ειδικότερα στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος, το αναιρεσίβλητο ιστορούσε ακόμη ότι "....... περαιτέρω και επικουρικώς, ο δεύτερος των εναγομένων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος συμβούλου αυτής, δια των παραπάνω αναφερομένων κολασίμων πράξεών του μας ζημίωσε, υποχρεούται στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού και δη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ως ενεχόμενος εξ αδικοπραξίας (άρθρα 914, 926 Α.Κ. σε συνδυασμό με την παρ. 10 του άρθρου 12 του Ν. 2328/1995, όπως ισχύει σήμερα ...". Με βάση το ιστορικό αυτό, το ενάγον αιτήθηκε, μετά τον ολικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, ο δε δεύτερος υπό την υφιστάμενη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ιδιότητά του, το συνολικό ποσό των 604.260,48 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της και έως την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμόν 370/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και όσον αφορά ειδικότερα την ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος κατά την κυρία βάση της από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 33 του ν. 3340/2005 σε συνδυασμό με την τελευταία διάταξη και εκείνη του άρθρου 39 παρ. 8 του ν. 3508/2006, και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στο ενάγον, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 578.355,76 ευρώ, πλέον τόκων από της επιδόσεως της αγωγής, χωρίς να ερευνηθεί η επικουρική βάση της φερόμενης αδικοπραξίας εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος. Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 31.10.2019 έφεσή τους και επ' αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και την έκανε εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, εξαφάνισε κατόπιν τούτων -χάριν της ενότητας της εκτελέσεως- στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, αφού την απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της περί ευθύνης του δευτέρου αναιρεσείοντος και την ερεύνησε ως προς αυτόν κατά την επικουρική της βάση εξ αδικοπραξίας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν στο αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον έκαστος, η μεν πρώτη ως μεσολαβούσα διαφημίστρια εταιρεία στην πραγματοποίηση διαφημιστικών καταχωρίσεων και δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών στις ημερήσιες εφημερίδες για λογαριασμό των εντολέων της, ο δε δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη διαχειριστής της πρώτης που δεν απέδωσε στο αναιρεσίβλητο μέρος του οφειλόμενου αγγελιοσήμου κατά τον χρόνο της θητείας του κατά παράβαση του άρθρων 914 του ΑΚ και 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, το συνολικό ποσό των 34.411,91 ευρώ και επιπλέον τούτου η πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 543.943,85 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση.
5.- Ήδη, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση, ειδικώς, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ευθύνης του και την γένεση, αντιστοίχως, του δικαιώματος προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου λόγω αδικοπραξίας και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται περιστατικά περί της παράνομης και υπαίτιας και δη εκ δόλου συμπεριφοράς του δευτέρου αναιρεσείοντος ούτε γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αυτής και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Ωστόσο, με το ως άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, καθ' ο μέρος στηρίζεται ως προς την επικουρική βάση της στην αδικοπραξία του δευτέρου αναιρεσείοντος (η οποία και πλήττεται εν προκειμένω), είναι πλήρως ορισμένη, καθότι στο δικόγραφό της εκτίθενται με επάρκεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ, 297, 298, 914, 926 του ΑΚ, 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 και 17 παρ. 1 του αν. 248/1967 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι οποίες εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της: α) η παράνομη συμπεριφορά και δη η παράλειψη καταβολής ή εμπρόθεσμης ή μερικής αποδόσεως εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος του οφειλόμενου αγγελιοσήμου μετά των πρόσθετων τελών, η οποία συνιστά και ποινικό αδίκημα κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του νόμου 2429/1996, βάσει της οποίας καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας που είναι υπόχρεη προς καταβολή του αγγελιοσήμου για την ζημία που επήλθε στο αναιρεσίβλητο ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, β) η ιδιότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, γ) η μη απόδοση στο αναιρεσίβλητο του οφειλόμενου ποσού του αγγελιοσήμου και των πρόσθετων τελών λόγω παραλείψεως καταβολής ή εκπρόθεσμης ή μερικής καταβολής και δ) η κατ' αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος πρόκληση περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχου ποσού. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση ευθύνης εξ αδικοπραξίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό, τον οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση τη αγωγής και επανέφεραν στην κατ' έφεση δίκη ως εκκαλούντες με σχετικό λόγο εφέσεως, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και δεν αρκέστηκε για την κρίση του σε λιγότερα ή σε διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, ως (μόνου) κατά νόμον δικαιούχου και εισπρακτικού φορέως του αγγελιοσήμου, ούτε άντλησε στοιχεία εκτός του δικογράφου της για να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής ερειδόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη και δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Συνακόλουθα, ο τέταρτος, εκ του αριθμού 1, αλλά και 14, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6.- Με τα άρθρα 3 περ. δ' και 4 περ. γ' του νδ/τος 465/1941 θεσπίσθηκε το αγγελιόσημο ως (κοινωνικός) πόρος των Λογαριασμών Ανεργίας, τα οποία είχαν συσταθεί με το ν. 6447/1934 στα Ταμεία Συντάξεων Προσωπικού των Αθηναϊκών Εφημερίδων και των Εφημερίδων Θεσσαλονίκης. Το ύψος του αγγελιοσήμου ορίσθηκε ενιαίως σε ποσοστό 5% "επί του τιμήματος πάσης επί πληρωμή δημοσιεύσεως ή διαφημίσεως εμπορικής, ιδιωτικής, κοινοτικής, δημοτικής και κρατικής, καταχωρουμένης από 1ης Σεπτεμβρίου 1941 εις τας εκδιδομένας ημερησίας εφημερίδας", τούτο δε εισέπραττε το μεν Ταμείο Αθηνών από τις ημερήσιες εφημερίδες της Παλαιάς Ελλάδος, εξαιρέσει εκείνων της Ηπείρου και Θεσσαλίας, το δε Ταμείο Θεσσαλονίκης από τις ημερήσιες εφημερίδες Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου και Θεσσαλίας. Ακολούθως, με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 του αν 248/1967 συστήθηκε ο αναιρεσίβλητος Δημοσιογραφικός Οργανισμός, ο οποίος έχει τη μορφή νπιδ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του αν 248/1967 "Περί συστάσεως "Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως", ως και άλλων τινών διατάξεων" (ΦΕΚ Α' 243/30.12.1967): "Από 1ης Ιανουαρίου 1968 η επικουρική ασφάλισις των μελών των υφισταμένων Ενώσεων: α) Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών β) Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης γ) Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και δ) Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης, ως αύτη εν άρθρω 3 του παρόντος ορίζεται, ασκείται υφ' ενιαίου φορέως.
Προς τούτο και κατά τοις επομένοις ειδικώτερον οριζόμενα, συνιστάται Οργανισμός, υπό τον τίτλον "Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως" όστις, εδρεύων εν Αθήναις και διοικούμενος υπό Συμβουλίου αντιπροσωπευτικής συνθέσεως, θέλει ασκή εν τω μέλλοντι αποκλειστικώς την κατά τον παρόντα νόμον ασφάλισιν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου αυτού "ο δια του παρόντος συνιστώμενος "Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως", (εφ' εξής δε συντετμιμένως "Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.") τελών υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου, διεπόμενον υπό των διατάξεων του Καταστατικού αυτού, του παρόντος νόμου και των περί αλληλοβοηθητικών Σωματείων κειμένων τοιούτων". Κατά τις επόμενες διατάξεις των άρθρων 6, 11, 14 παρ. 2 και 15 παρ.1 του ιδίου νόμου και κατά το άρθρο 3 του νδ/τος 1344/1973, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 του ν. 452/1976, 3 παρ. 3 του ν. 1186/1981, 13 παρ. 5 του ν. 1405/1983, 19 παρ. 19 του ν. 1730/1987 και 15 παρ. 2 του ν. 1866/1989, πόροι του Οργανισμού αυτού είναι, πλην άλλων, και ένα μέρος από το αγγελιόσημο (ΑΠ 1254 και 1255/2005). Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου νόμου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι "Πόροι του διά του παρόντος συνιστωμένου Οργανισμού ορίζονται: α) Τα 17% εκ του, κατ' άρθρα 11 και 12 του παρόντος, αγγελιοσήμου (εξ' 20%) επί του τιμήματος των δημοσιευομένων εις τας ημερησίας εφημερίδας Αθηνών διαφημίσεων, ως και του τιμήματος παντός επί πληρωμή δημοσιεύματος εν αυταίς, β) τα 14% εκ του εν ταις αυταίς διατάξεσιν αγγελιοσήμου (16%) επί του τιμήματος ομοίων ως άνω διαφημίσεων και δημοσιευμάτων εις τας εν Θεσσαλονίκη εκδιδομένας ημερησίας εφημερίδας...". Στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι "από της εις την Εφημερίδαν της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως του παρόντος: 1ον. Το κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 εδ. δ' του ΝΔ 465/1941 ως αύται συνεπληρώθηκαν και αντικατεστάθηκαν ...., αγγελιόσημον εκ δέκα πέντε τοις εκατόν (15%) επί των δημοσιευμένων εις τας ημερησίας εφημερίδας Αθηνών διαφημίσεων προσαυξάνεται εις είκοσι τοις εκατόν (20%), επεκτεινόμενον και επί του τιμήματος παντός εν αυταίς επί πληρωμή δημοσιεύματος". Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2, 3, 7, 8, 9, 10 και 12 του ν. 2328/1995 "Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 159/03.08.1995), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 33 του νόμου 2429/1996 (ΦΕΚ Α' 155/10.07.1996), ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύεται η καταχώριση ή η μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων ή η ανάληψη χορηγίας εκπομπής ή η διάθεση χώρου σε έντυπο ή ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού χρόνου για τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων, χωρίς την έκδοση τιμολογίου, που εκδίδεται κατά των Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και επί του οποίου αναγράφεται και το ποσό του αγγελιοσήμου που αναλογεί. 2. Κάθε ραδιοφωνικός ή τηλεοπτικός σταθμός και κάθε εφημερίδα ή περιοδικό, που εδρεύει, εκπέμπει ή εκδίδεται σε οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επικράτειας, εφόσον κατά τις ισχύουσες ως σήμερα διατάξεις έχει την ειδική υποχρέωση καταβολής ειδικού φόρου και αγγελιοσήμου, οφείλει να υποβάλει στην οικεία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) τον τιμοκατάλογο διαφημίσεων και χορηγιών, που εφαρμόζει....". 3.... Εφόσον το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του διαφημιστή που μεσολαβεί, αντίγραφό του με τη σφραγίδα και την υπογραφή του εκδότη αποστέλλεται στο διαφημιζόμενο μέχρι το τέλος του επόμενου από την έκδοσή του μήνα... 7. Κάθε ημερολογιακό δίμηνο και μέχρι την 20ή ημέρα του μήνα που ακολουθεί το δίμηνο, κατατίθενται με τη συμπλήρωση ειδικών εντύπων από το διαφημιζόμενο ή, εφόσον μεσολαβεί διαφημιστής, από τον διαφημιστή κατ' εντολή του διαφημιζομένου, ο μεν ειδικός φόρος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου σε τράπεζες συμβεβλημένες με αυτό, το δε αγγελιόσημο στο όνομα του μέσου ενημέρωσης, στο οποίο έγινε η διαφημιστική προβολή, σε τράπεζες συμβεβλημένες με τα κατά νόμο αρμόδια για την είσπραξη του αγγελιοσήμου ασφαλιστικά ταμεία και σε σχετικούς λογαριασμούς τους. Τα δε σχετικά παραστατικά επισυνάπτονται στο τιμολόγιο, ο αριθμός του οποίου αναγράφεται σε αυτά. Τα ποσά του αγγελιοσήμου που κατατίθενται στους ανωτέρω λογαριασμούς των ασφαλιστικών ταμείων είναι ακατάσχετα και αναπαλλοτρίωτα για οποιαδήποτε αιτία. 8. Το αγγελιόσημο που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του αν 248/1967 για καταχωρίσεις στις ημερήσιες εφημερίδες κάθε επί πληρωμή δημοσιεύματος που δεν αποτελεί διαφήμιση, εισπράττεται και αποδίδεται από την επιχείρηση που εκδίδει την εφημερίδα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 12 του αν 248/1967, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 5 και 6 του νδ/τος 1344/1973, και κατατίθεται στους λογαριασμούς του Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π με τους τίτλους "Λογαριασμός Αγγελιοσήμου Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών" και "Λογαριασμός Ημερήσιων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης" αντίστοιχα, που τηρούνται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. 9. Εάν ο ειδικός φόρος και το αγγελιόσημο δεν υπολογίστηκαν και δεν αποδόθηκαν όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η διαφορά που προκύπτει, με τις ανάλογες προσαυξήσεις κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, καταλογίζεται σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή τους. Σε περίπτωση μη απόδοσης ή εκπρόθεσμης απόδοσης του αγγελιοσήμου, επιβάλλονται σε βάρος των κατά τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου αυτού υποχρέων τα πρόσθετα τέλη και οι προσαυξήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1469/1984, όπως αναπροσαρμόστηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του ν. 1209/1990 και ισχύουν. 10. Η μη εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του ειδικού φόρου ή του αγγελιοσήμου αποτελεί για τους κατά τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου αυτού υποχρέους για την καταβολή τους, προκειμένου δε περί εταιρειών για το νόμιμο εκπρόσωπό τους, ποινικό αδίκημα, .... 12. Τα αναφερόμενα στο εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού μέσα ενημέρωσης υποχρεούνται να τηρούν τριπλότυπο αναλυτικό ημερολόγιο διαφημίσεων θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στο οποίο να εμφανίζονται ανά ημέρα ή ανά έκδοση οι διαφημίσεις που πραγματοποιούνται. Στο ημερολόγιο αυτό θα αναγράφονται ο διαφημιστής, ο διαφημιζόμενος, το προϊόν ή η υπηρεσία που διαφημίζεται, η αξία με βάση τον τιμοκατάλογο και το τιμολόγιο, τα στοιχεία του παραστατικού που εκδόθηκε για την καταβολή του φόρου και του αγγελιοσήμου και το ποσό αυτών, καθώς και τα στοιχεία κάθε άλλης ειδικής επιβάρυνσης. Επίσης, θα αναγράφεται και ο ακριβής χώρος ή θέση ή χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η διαφήμιση... Το μέσο ενημέρωσης υποβάλλει μέσα στον επόμενο μήνα από το τέλος κάθε διμήνου στην αρμόδια για το σκοπό αυτόν Δ.Ο.Υ. το ένα αντίτυπο του ημερολογίου που τήρησε για όλο το προηγούμενο ημερολογιακό δίμηνο, το δε δεύτερο στο νομιμοποιούμενο για τον έλεγχο του αγγελιοσήμου Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ....". Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 2 εδ. α' του νδ/τος 1344/1973 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως: α) του Α.Ν. 248)1967 "περί συστάσεως Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), ως και άλλων τινών διατάξεων", β) του Ν.Δ)τος 285)1969 "περί τροποποιήσεως του Α.Ν. 248)1967" (ΦΕΚ Α' 36/10.02.1973) ορίζεται ότι "Εις την υποχρέωσιν καταβολής και υπό των διατάξεων του Α.Ν. 248/1967 προβλεπομένου αγγελιοσήμου, υπόκεινται άπαντες ανεξαιρέτως, οι διαφημιζόμενοι δια των εις τον Α.Ν. 248/1967 αναφερομένων μέσων δημοσιότητος".
Περαιτέρω, στο άρθρο 33 παρ. 1 και 2 του ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς" (ΦΕΚ 112 Α' /10.05.2005) προβλέπεται ότι "1. Αναγκαία προϋπόθεση του κύρους οποιασδήποτε δημοσίευσης για τις ανώνυμες εταιρείες, κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α'), σε ημερήσια πολιτική ή αθλητική εφημερίδα, με ευρεία κυκλοφορία σε όλη τη χώρα, αποτελεί η έκδοση σχετικού τιμολογίου από την οικεία εφημερίδα στο όνομα της εταιρείας στην οποία αφορά η δημοσίευση. 2. Το αγγελιόσημο που καθορίζεται, σύμφωνα με το νόμο, για τις δημοσιεύσεις της προηγούμενης παραγράφου 1, κατατίθεται, αρμοδίως, στο όνομα της εφημερίδας, η οποία προβαίνει σε αυτές με ειδικό έντυπο, το οποίο συμπληρώνει η υπόχρεη εταιρεία, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από το τέλος του μήνα της σχετικής δημοσίευσης. Η κατάθεση γίνεται στους λογαριασμούς του "Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως" (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), με τους τίτλους: "Λογαριασμός Αγγελιοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" και "Λογαριασμός Αγγελιοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης" αντίστοιχα, που τηρούνται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Άλλωστε, στο άρθρο 39 παρ. 8 του ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α' 272/21.12.2006), υπό τον τίτλο "Ρυθμίσεις Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ)", ορίζεται ότι "8. Η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 33 του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ 112 Α') υποχρέωση κατάθεσης του αγγελιοσήμου απευθείας στους Λογαριασμούς που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου από τις υπόχρεες προς δημοσίευση ανώνυμες εταιρείες, κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α'), επεκτείνεται και στις ημερήσιες οικονομικές εφημερίδες, τηρουμένων αναλόγως των διαδικασιών του άρθρου αυτού καθώς και των εφαρμοστικών αυτού, διατάξεων". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
7.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο την κατ' αυτών αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα ότι η πρώτη αναιρεσείουσα συνιστά την εκ του νόμου υπόχρεη για την καταβολή του οφειλόμενου αγγελιοσήμου επί δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών επειδή μεσολάβησε κατά την καταχώρισή τους και το σχετικό τιμολόγιο εκδόθηκε επ' ονόματί της καταλήγοντας έτσι στο συμπέρασμα ότι η μεσολάβηση αυτής στην καταχώριση δημοσιεύσεων του αν 2190/1920 και η επ' ονόματί της έκδοση του σχετικού τιμολογίου έχει ως συνέπεια την εκ του νόμου υποχρέωσή της για την καταβολή του αγγελιοσήμου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 7 και 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, αλλά και τις γενικές διατάξεις των άρθρων 71 εδ. β' και 914 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε σχετικά με τις δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιρειών και συνακόλουθα σχετικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος, ενώ αν εφάρμοζε την διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3340/2005 που ήταν εφαρμοστέα, θε έπρεπε να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, αν και μεσολαβούσα εταιρεία, δεν είναι υπόχρεη καταβολής αγγελιοσήμου στην περίπτωση δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών, αλλά, υπόχρεη εκ του νόμου στην περίπτωση αυτή είναι μόνον η εφημερίδα και εν ελλείψει ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας προς καταβολή του αγγελιοσήμου ουδεμία αδικοπρακτική ευθύνη για την καταβολή του γεννάται κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της.
8.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΟΦΙΣΙΣ ΣΕΡΒΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ- ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δραστηριοποιούμενη στο χώρο της διαφήμισης, κατά το χρονικό διάστημα από 29.11.2006 έως 24.12.2015, πραγματοποίησε διαφημιστικές καταχωρήσεις και δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιρειών - μεσολαβώντας κατ' εντολήν των διαφημιζόμενων και υπέρ ων οι δημοσιεύσεις βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας- στις ημερήσιες εφημερίδες "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ", "ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ", "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ", "ΗΜΕΡΗΣΙΑ", "ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ", "ΚΕΡΔΟΣ", "ΕΞΠΡΕΣ", "ΑΥΓΗ", "SPORT DAY", "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ", "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ," "ΕΘΝΟΣ", "ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", "ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ", "ΤΟ ΒΗΜΑ", "ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ". "ΑΥΡΙΑΝΗ - ΦΙΛΑΘΛΟΣ", "ΜΕΤΡΟ", "Η ΧΩΡΑ", "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ (ΡΙΖΟΣ), NEWS", "ESPRESSO", για τις οποίες εκδόθηκαν επ' ονόματί της, τα στον κατωτέρω παρατιθέμενο αναλυτικό πίνακα αναφερόμενα τιμολόγια, οποία αναγράφεται η αξία της κάθε διαφήμισης ή της δημοσίευσης καθώς και το αναλογούν αγγελιόσημο. Για αυτή την αιτία, η εκ του νόμου υπόχρεη εταιρεία-πρώτη εναγόμενη όφειλε να καταβάλλει το αναλογούν υπέρ του ενάγοντος ποσό αγγελιοσήμου, δια των διαδοχικών κατά το χρόνο νόμιμων εκπροσώπων της στο ενάγον νπιδ με κατάθεση στον επ' ονόματί του τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται για το σκοπό αυτό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το αργότερο μέχρι την 20η ημέρα του μήνα που ακολουθεί το ημερολογιακό δίμηνο που έλαβε χώρα η διαφημιστική καταχώριση και σε περίπτωση δημοσίευσης αε, εντός 45 ημερών από την πραγματοποίησή της και ανεξαρτήτως του αν το έχει εισπράξει από τον διαφημιζόμενο. Ωστόσο τα οφειλόμενα ποσά του αγγελιοσήμου για τις ως άνω διαφημίσεις και δημοσιεύσεις αε, είτε δεν καταβλήθηκαν καθόλου είτε καταβλήθηκαν εκπρόθεσμα, όπως ειδικότερα αναλύεται στον κατωτέρω προσκομιζόμενο από το ενάγον πίνακα οφειλών, με αποτέλεσμα η εναγόμενη εταιρεία να οφείλει εκ του νόμου το αντίστοιχο ποσό που αφορά το αγγελιόσημο για το ένδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τα πρόσθετα τέλη και τους τόκους που ανακύπτουν είτε από τη μη καταβολή είτε από την εκπρόθεσμη καταβολή του. Ειδικότερα, για τις ανωτέρω διαφημιστικές καταχωρίσεις και δημοσιεύσεις αε στις προαναφερόμενες ημερήσιες εφημερίδες, η εναγόμενη οφείλει για αγγελιόσημο, πρόσθετα τέλη και τόκους, που αφορούν το επίδικο χρονικό διάστημα, τα ακόλουθα ποσά: (Ακολουθεί αναλυτικός πίνακας οφειλών 110 σελίδων, όπου στην πρώτη στήλη αναγράφεται το μέσο (εφημερίδα) στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαφήμιση, στη δεύτερη στήλη ο αριθμός του τιμολογίου, στην τρίτη στήλη η ημερομηνία του αντίστοιχου τιμολογίου, στην τέταρτη στήλη το ποσό του τιμολογίου, στην πέμπτη στήλη το αναλογούν στο ενάγον αγγελιόσημο, στην έκτη στήλη η προθεσμία καταβολής του, ήτοι η τελευταία ημέρα κατά την οποία μπορεί να καταβληθεί το αγγελιόσημο βάσει του νόμου, και η οποία είναι για τις διαφημίσεις η 20η ημέρα του μήνα που ακολουθεί το ημερολογιακό δίμηνο εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η διαφήμιση και για τις δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιρειών η 45η ημέρα από το τέλος του μήνα της σχετικής δημοσίευσης, κατά τις διατάξεις του κ.ν 2190/1920 {στη σχετική στήλη εμφαινόμενες με ημερομηνία προθεσμίας καταβολής αγγελιοσήμου από 20 έως 22 κάθε μονού μήνα και η 15η έως 17η κάθε μήνα, αντιστοίχως, ανάλογα με το αν η καταληκτική ημερομηνία καταβολής συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα}) και τέλος στην ένατη στήλη εμφαίνεται το οφειλόμενο ποσό του αγγελιόσημου). Επομένως κατά τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό του αγγελιοσήμου, που οφείλεται από την καταχώριση διαφημίσεων και δημοσιεύσεων αε της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας στις ως άνω εφημερίδες, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 354.129,29 ευρώ, το οποίο εξακολουθεί και οφείλεται. Το γεγονός δε της έκδοσης των τιμολογίων επ' ονόματι της πρώτης εναγόμενης, το οποίο αυτή δεν αμφισβητεί, την καθιστά υπόχρεη στην απόδοση των αναφερόμενών στον πίνακα ποσών αγγελιοσήμου, αφού σε όλες τις περιπτώσεις καταχωρήσεων -είτε πρόκειται για διαφημίσεις είτε για δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιριών- μεσολάβησε η πρώτη εναγόμενη διαφημιστική εταιρία για την πραγματοποίηση των καταχωρίσεων, και δεν καθιστά υπόχρεες τις ανώνυμες εταιρίες για λογαριασμό των οποίων μεσολάβησε και υπέρ των οποίων έγινε η δημοσίευση με την μεσολάβησή της (πρώτης εναγόμενης), παρά τα όσα αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, απορριπτομένων σχετικών ισχυρισμών. Όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, που διατέλεσε Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης-υπόχρεης εκ του νόμου, κατά το χρονικό διάστημα από 20.7.2012 έως 24.12.2015, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι αντίστοιχες διαφημιστικές καταχωρίσεις και δημοσιεύσεις ΑΕ, ευθύνεται εις ολόκληρον με την ομόδικό του, διότι ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη ως διαχειριστής αυτής -ορίστηκε Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας βάσει του από 20/7/2012 πρακτικού ΔΣ, το οποίο καταχωρίστηκε στο MAE στις 3/9/2012- στο πλαίσιο άσκησης των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων κατά το άνω χρονικό διάστημα, δεν απέδωσε στο ενάγον νομικό πρόσωπο το οφειλόμενο αγγελιόσημο, τελώντας έτσι το ποινικό αδίκημα της παράβασης του άρθρου 12 παρ. 10 του Ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του Ν. 2429/1996, για μέρος του ποσού και συγκεκριμένα για τα ποσά που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τον προρρηθέντα χρόνο της θητείας του, ήτοι ειδικότερα ευθύνεται για τα ποσά αγγελιοσήμου που ήταν πληρωτέα την 20.9.2012 έως 15.2.2016, συνολικού ποσού 34.411,91 ευρώ. Αντίθετα, για τα μερικότερα ποσά αγγελιοσήμου που αντιστοιχούν σε διαφημιστικές καταχωρίσεις και δημοσιεύσεις ΑΕ, που πραγματοποιήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από 29.11.2006 έως 12.7.2012 -κατά το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος δεν διατελούσε διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης εταιρείας- τα οποία έπρεπε να καταβληθούν το αργότερο κατά το χρονικό διάστημα από 15.1.2007 έως 20.9.2012 αντίστοιχα, η σχετική αξίωση του ενάγοντος οργανισμού, συνολικού ποσού 319.717,38 ευρώ πρέπει να απορριφθεί, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του δεύτερου των εναγομένων, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, για την πληρωμή του ποσού των 34.411,91 ευρώ, γενομένου δεκτού του οικείου ισχυρισμού του ως και ουσιαστικά βάσιμου. Σημειώνεται δε ότι αλυσιτελώς προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τον 7° λόγο έφεσης, η ένσταση πενταετούς παραγραφής για τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος Οργανισμού έναντι του δεύτερου εναγόμενου από τις 20.5.2007 έως 13.7.2012, καθώς κατά το άνω χρονικό διάστημα, όπως προεκτέθηκε, ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας.
Περαιτέρω, αν και η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ευθυνόμενη εκ του νόμου ως μεσολαβούσα διαφημίστρια, όφειλε να καταβάλει στο ενάγον νομικό πρόσωπο, ως αγγελιόσημο, το συνολικό ποσό των 354.129,29 ευρώ, αποτελούμενο από τα επιμέρους ποσά που αναφέρονται στον ανωτέρω αναλυτικό πίνακα οφειλών από αγγελιόσημο είτε δεν κατέβαλε καθόλου είτε δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα αυτά, ολικά ή εν μέρει, κατά τις αναφερόμενες στον πίνακα ημερομηνίες, που συνιστούν νόμιμες προθεσμίες καταβολής, με αποτέλεσμα να ευθύνεται επιπλέον σε πρόσθετα τέλη και τόκους αυτών, ανερχόμενα αντίστοιχα στα ποσά των 133.936,22 ευρώ για πρόσθετα τέλη έως 31.12.2012 και 90,290,25 ευρώ για τόκους από 1.1.2013 έως 31.3.2016, ήτοι συνολικά στο ποσό των 578.355,76 ευρώ, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Το ποσό αυτό δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγόμενη εταιρεία, ενώ τα επιμέρους ποσά που συνθέτουν το ως άνω κονδύλι απεικονίζονται στον -προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από το ενάγον νομικό πρόσωπο- ανωτέρω πίνακα οφειλών από αγγελιόσημο, με βάση το αναλυτικό ημερολόγιο διαφημίσεων που τηρείται από τα μέσα ενημέρωσης και μετά από έλεγχο των ανωτέρω στοιχείων με βάση τα αντίστοιχα παραστατικά τραπέζης (από το ενάγον). Σημειώνεται δε, για τον επίδικο χρόνο, που είναι μεταγενέστερος της 20.12.2005 (προηγούμενη ημέρα δημοσίευσης του ν. 5340/2015), ο οφειλέτης του αγγελιοσήμου οφείλει να καταβάλλει ο ίδιος τούτο με κατάθεση, στο όνομα μεν της εφημερίδας που έγινε η καταχώριση του δημοσιεύματος ή της διαφήμισης, αλλά απευθείας στο λογαριασμό του ενάγοντος που τηρείται για την κατάθεση του αγγελιόσημου, απορριπτομένων των αιτιάσεων των εναγόμενων ότι άμεσα υπόχρεες προς καταβολή του αγγελιοσήμου προς το ενάγον τυγχάνουν οι εφημερίδες. Ενόψει τούτων, η πρώτη των εναγόμενων, με την μεσολάβηση της οποίας έγιναν οι καταχωρίσεις διαφημίσεων και δημοσιεύσεων ΑΕ για λογαριασμό των εντολέων της, παρότι είχε εκ του νόμου υποχρέωση (βλ. και άρθρο 12 παρ.1 Α.Ν. 248/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν.Δ. 1344/1973 και άρθρ. 12 παρ. 7 ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθ. 32 Ν. 2429/1996, σε συνδυασμό με άρθρ. 2 ΥΑ 1086567/40/Τ & ΕΦ) να καταβάλει τα παραπάνω ποσά αγγελιόσημου το αργότερο μέχρι την 20ή ημέρα του μήνα που ακολουθεί το ημερολογιακό δίμηνο που έλαβε χώρα η διαφημιστική καταχώριση και, σε περίπτωση δημοσιεύσεως αε, εντός 45 ημερών από την πραγματοποίησή της, δεν κατέβαλε καθόλου, είτε κατέβαλε εκπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να οφείλει το αντίστοιχο ποσό που αφορά το αγγελιόσημο και να επιβαρυνθεί με τα ανωτέρω ποσά πρόσθετων τελών και τόκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 11 α.ν. 248/1967 και άρθρ. 12 παρ. 9 ν. 2328/1995, τα οποία οφείλονται μέχρι σήμερα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν σε ολόκληρο στο ενάγον το ποσό των 578.355,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, δεχόμενο κατά ένα μέρος και ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ευθύνη του δεύτερου εναγόμενου και την έκταση αυτής, ενώ ως προς τα λοιπά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η έφεση, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη εναγόμενη να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και η έφεση κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο εναγόμενο να γίνει δεκτή και κατ'ουσίαν. Ακολούθως πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και μάλιστα στο σύνολό της (δηλαδή τόσο ως προς τα κεφάλαια που μεταρρυθμίσθηκαν, όσο και αυτά που παρέμειναν αλώβητα), για την ενότητα της δικαστικής κρίσης [βλ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 1993, αριθ. 1143, σελ. 430-431, ΑΠ 748/1984 ΕλΔ 1985/642). Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί η από 20.4.2016 (αρ.κατ. 34768/726/2016) αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωρισθεί, ότι α) οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλλουν στο ενάγον εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 34.411,91 ευρώ και β) η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει επιπλέον στο ενάγον το ποσό των 543.943,85 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως....".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κάνοντας εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε, ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τους θεμελιωτικούς της ευθύνης των αναιρεσειόντων ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1, 7 και 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, ούτε και τις γενικές διατάξεις των άρθρων 71 εδ. β' και 914 του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν εν προκειμένω, και ορθώς, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή τους, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, ορθώς δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3340/2005 και εκείνη του άρθρου 39 παρ. 8 του ν. 3518/2006, αντί των διατάξεων των παραγράφων 7 και 10 του άρθρου 12 του ν. 2429/1996, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα για την καταβολή από τους αναιρεσείοντες του οφειλόμενου αγγελιοσήμου που αφορά καταχωρίσεις δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της στην προκειμένη περίπτωση όπου η πρώτη αναιρεσείουσα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, διαμεσολάβησε στην καταχώριση των δημοσιεύσεων αυτών αποδεχόμενη την έκδοση των σχετικών τιμολογίων επ' ονόματί της. Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: α) η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της διαφημίσεως, μεσολάβησε, κατά την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του νόμου 2429/1996, για την πραγματοποίηση επ' ονόματί της των επίδικων καταχωρίσεων δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών και συγκεκριμένα ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 29.11.2006 έως τις 24.12.2015, πραγματοποίησε καταχωρίσεις δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών σύμφωνα με το κν 2190/1920 μεσολαβώντας εν γνώσει της, κατ' εντολήν και για λογαριασμό των διαφημιζομένων και υπερ ων οι δημοσιεύσεις βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, στις αναφερόμενες ημερήσιες εφημερίδες, για τις οποίες εκδόθηκαν απευθείας και επ' ονόματί της τα επίσης αναφερόμενα τιμολόγια, β) ότι για τις συγκεκριμένες καταχωρίσεις αε η πρώτη αναιρεσείουσα ήταν, ως διαμεσολαβούσα εταιρεία για την πραγματοποίησή τους, υπόχρεη εκ του νόμου να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο το αναλογούν υπέρ αυτού αγγελιόσημο εντός 45 ημερών από την πραγματοποίησή τους και επιπλέον, σε περίπτωση μη καταβολής ή εκπρόθεσμης καταβολής του, να καταβάλει και τα πρόσθετα τέλη και του τόκους για το επίδικο χρονικό διάστημα, γ) ότι η επ' ονόματι της πρώτης αναιρεσείουσας έκδοση των οικείων τιμολογίων για τις καταχωρίσεις δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών, καθιστά υπόχρεη προς απόδοση των ποσών του οφειλόμενου αγγελιοσήμου μόνο την ίδια και όχι τις ανώνυμες εταιρείες για λογαριασμό των οποίων μεσολάβησε και υπέρ των οποίων έγινε η δημοσίευση των καταχωρίσεων με την διαμεσολάβησή της, δ) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από τις 20.09.2012 έως τις 15.02.2016 κατά το οποίο διατελούσε διευθύνων σύμβουλος της πρώτης αναιρεσείουσας, δεν απέδωσε, στο πλαίσιο των ανατεθειμένων στον ίδιο καθηκόντων, στο αναιρεσίβλητο, όπως όφειλε εκ της άνω ιδιότητάς του, μέρος του οφειλόμενου αγγελιοσήμου ποσού 34.411,91 ευρώ, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα, τελώντας έτσι το ποινικό αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, ε) ότι η παράνομη εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος μη απόδοση, υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, μέρους του άνω αγγελιοσήμου στο αναιρεσίβλητο, αποτελεί από πλευράς αστικού δικαίου αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού και ζ) ότι αυτή αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος τελεί, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε αιτιώδη συνάφεια με την προξενηθείσα στο αναιρεσίβλητο ζημία, δικαιολογούσαν την, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών περί αποδόσεως του οφειλόμενου αγγελιοσήμου, παραδοχή κατά τούτο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων και όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα κατά την επικουρική βάση αυτής περί αδικοπραξίας. Επομένως, ο πρώτος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
9.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένως (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 2/2013). Νομοθετικό κενό υφίσταται όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να δικαιολογήσουν την χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν ασχέτων διατάξεων. Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι: α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, το οποίο πρέπει να είναι ακούσιο, δηλαδή όταν ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστη μία περίπτωση, η οποία απαιτούσε ρύθμιση, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου. Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή η ύπαρξη νομοθετικού κενού, επιτρέπει την πλήρωσή του με την ανάλογη εφαρμογή ορισμένης διατάξεως, τότε μόνον όταν αυτή (πλήρωση) υπαγορεύεται από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρυθμίσεως. Αντιθέτως, η αναλογική επέκταση μιας διατάξεως, όχι σε κάθε περίπτωση που πληροί ένα παρόμοιο με αυτήν πραγματικό, αλλά επιλεκτικά και ad hoc δημιουργίας ερμηνευτικώς κανόνα δικαίου, σημαίνει ότι το δικαστήριο, υποκαθιστώντας (ανεπιτρέπτως) το νομοθέτη στο έργο του, θέτει όρους και προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κατ' αναλογία εφαρμοστέο νόμο (ΑΠ 407/2021, ΑΠ 730/2018, ΑΠ 1926/2013).
Ακόμη, κατά την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν υπάρχει παράβαση (ευθεία και εκ πλαγίου) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Συνακόλουθα, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο.
10.- Με τον δεύτερο -επικουρικώς προβαλλόμενο- λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση, επικουρικώς προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Εφετείο προέβη με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, προκειμένου να θεμελιώσει την ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας για την υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου από την καταχώριση δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών και τη συνακόλουθη αδικοπρακτική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος με βάση την παρ. 10 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου, και πάλι παραβίασε, δια εσφαλμένης εφαρμογής, τις διατάξεις του άρθρου 12 του νόμου αυτού καταφεύγοντας ανεπιτρέπτως σε αναλογική εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου, ενώ αν είχε εφαρμόσει την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3340/2005 αντί να προβεί σε αναλογική εφαρμογή της άνω διατάξεως, όπως ισχύει, θα είχε δεχθεί τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς τους και θα είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το σκέλος που το τελευταίο ζητούσε από τη πρώτη αναιρεσείουσα την καταβολή αγγελιοσήμου για την καταχώριση δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών του κν 2190/1920 και, συνακόλουθα, ελλείψει συνδρομής στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της, θα απέρριπτε και την επικουρικώς ασκηθείσα κατ' αυτού βάση της αγωγής περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση των κανόνων του άρθρου 12 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, και του άρθρου 33 του νόμου 3340/2005, δια της εσφαλμένης αναλογικής εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε αναλογική εφαρμογή των κανόνων αυτών, ενώ μια τέτοια παραδοχή είναι ανύπαρκτη στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την οποία προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε (ορθώς) ευθύνη των αναιρεσειόντων και δη της μεν πρώτης ως διαμεσολαβούσας διαφημίστριας εταιρείας με την έκδοση απευθείας επ' ονόματί της των σχετικών τιμολογίων που την καθιστούν εκ του νόμου υπόχρεη για την καταβολή του οφειλόμενου αγγελιοσήμου κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 7, του δε δευτέρου ως νομίμου εκπροσώπου αυτής κατά την παρ. 10 του άρθρου 12 του ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, κατ' ευθεία εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες ήδη προβλέπουν την διαδικασία αποδόσεως αγγελιοσήμου μέσου του διαμεσολαβούντος διαφημιστή και εν προκειμένω διαμέσου της πρώτης αναιρεσείουσας με τη διαμεσολάβηση της οποίας έγιναν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, οι ένδικες καταχωρίσεις δημοσιεύσεων ανωνύμων εταιρειών και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και δη διαχειριστής κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων, χωρίς να προβεί σε αναλογική εφαρμογή τους λόγω κενού δικαίου.
Συνεπώς, το Εφετείο ουδόλως διαπίστωσε την ύπαρξη ακούσιου νομοθετικού κενού ως προς τους υπόχρεους καταβολής του οφειλόμενου κατά νόμον αγγελιοσήμου, ώστε να παραστεί ανάγκη να καταφύγει σε αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων, την οποία άλλωστε δεν αναφέρει το Εφετείο ούτε κάτι τέτοιο συνάγεται από την κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματός του. Συνακόλουθα, όσα αντιθέτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες περί αναλογικής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμα, αφού εξάλλου η αναλογική εφαρμογή διατάξεων έχει ως προϋπόθεση, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή συγκεκριμένης διατάξεως σε περίπτωση συναφή με άλλη, που έχει ρυθμιστεί νομοθετικώς (ΑΠ 317/2022), γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
10.- Κατά τους ορισμούς και την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παρανόμως και υπαιτίως έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 298 και 330 του ΑΚ για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, οφειλόμενη σε πράξη ή παράλειψη του δράστη, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, ήτοι της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 41/2023, ΑΠ 385/2022). Για την κατάφαση της "παρανομίας" δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 του ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, ενώ το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον. Με την άνω διάταξη προστίθεται ότι, πλην του νομικού προσώπου, συνευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο όργανο αυτού για την πράξη ή παράλειψή του. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράγει κατά τα άνω υποχρέωση προς αποζημίωση για αυτόν που έπραξε ή παράλειψε, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον μετά του νομικού προσώπου (κατά τα άρθρα 481 και 926 ΑΚ περί της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής και περί της αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων προσώπων, αντιστοίχως), ούτως ώστε να μην υποτεθεί ότι η ευθύνη μεταβιβάζεται αποκλειστικώς στο νομικό πρόσωπο (ΑΠ 191/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/ 2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 10 του ως άνω ν. 2378/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 "10. Η μη εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του ειδικού φόρου ή του αγγελιοσήμου αποτελεί για τους κατά τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου αυτού υποχρέους για την καταβολή τους, προκειμένου δε περί εταιρειών για το νόμιμο εκπρόσωπό τους, ποινικό αδίκημα, το οποίο διώκεται αυτεπαγγέλτως και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή ίση με το μισό (1/2), τουλάχιστον, του ποσού του αγγελιοσήμου που δεν καταβλήθηκε. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του α.ν. 86/1967, όπως ισχύουν....". Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του αν. 248/1967 "1. Πας, κατά τα άρθρα 12 και 15 του παρόντος, υπόχρεως προς άμεσον είσπραξιν των εν αυτοίς αναφερομένων πόρω, μη πράττων τούτο, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και δια χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Ο δ' εις κατάθεσιν των αυτών πόρων υπόχρεως, παραλείπων όπως ενεργήση αυτήν εμπροθέσμως, κατά τα εν τοις ιδίοις άρθροις οριζόμενα, τιμωρείται επί υπεξαιρέσει δια της εν παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 οριζομένης ποινής". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, προκύπτει ότι ο παραβάτης της εμπρόθεσμης καταβολής του αγγελιοσήμου σε λογαριασμό του ΕΔΟΕΑΠ, επί τις του ποινικού αδικήματος, είναι αδικοπραξία εις βάρος του αμέσως ζημιωθέντος ως άνω οργανισμού (νπιδ), ο οποίος μπορεί να παραστεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη επί της πίστεως και του κύρους του, επί των άνω ζημιών, από την ποινική πράξη και συνάμα αδικοπραξία, την οποία τέλεσε εις βάρος του ο δράστης της πράξεως αυτής (ΑΠ 662/2011 Ποινική).
11.- Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί: α) αδικοπρακτική ευθύνη εις βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος ως διοικούντος το νομικό πρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας δεχόμενο έτσι ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως ερειδόμενης στις διατάξεις των άρθρων 71 εδ. β' και 914 του ΑΚ και 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 248/1967, θεμελιώνοντας, κυρίως, τη σχετική παρανομία του στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, η οποία είχε καταργηθεί κατά το χρόνο συζητήσεως της εφέσεως με το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 4532/2018 και ως εκ τούτου δεν υφίστατο αδίκημα αφού είχε καταργηθεί η ποινική ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου ανωνύμου εταιρείας για την καταβολή αγγελιοσήμου και β) επιχειρώντας, παραλλήλως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεώς του στην οπίσθια όψη του 11ου φύλλου της, να θεμελιώσει την παράνομη συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος στη φερόμενη αντίθεση αυτής σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 10 του ν 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996, και του άρθρου 30 παρ. 10 και 11 του ν. 4532/2018 την οποία όφειλε να εφαρμόσει, αλλά και εκείνη του άρθρου 914 του ΑΚ λόγω ελλείψεως της παράνομης συμπεριφοράς του δευτέρου αναιρεσείοντος με την κατάργηση της ως άνω ποινικής διατάξεως, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις διατάξεις αυτές, όφειλε να δεχθεί, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, εφαρμόζοντας τον τότε ισχύοντα ν. 4532/2018, αφενός ότι κρίσιμος χρόνος για την ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος είναι ο χρόνος δημοσιεύσεως της δικής του αποφάσεως, οπότε η πράξη του τελευταίου είχε καταστεί μη αξιόποινη και αφετέρου ότι δεν συνιστά, άνευ ετέρου, παράνομη συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος η παράλειψη αυτού να αποδώσει, κατά την άσκηση των διαχειριστικών του καθηκόντων και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, το οφειλόμενο αγγελιόσημο στο αναιρεσίβλητο.
12.- Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από τις παραπάνω σημειούμενες ουσιαστικές παραδοχές της, διαλαμβάνεται, ιδία ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ως πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αυτής, στο πλαίσιο ασκήσεως των ανατεθειμένων στον ίδιο καθηκόντων κατά το κρίσιμο και αναφερόμενο χρονικό διάστημα της θητείας του, εντός του οποίου και πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές διαφημιστικές καταχωρίσεις και δημοσιεύσεις ανωνύμων εταιρειών εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας, δεν απέδωσε, όπως όφειλε, στο αναιρεσίβλητο, μέρος του οφειλόμενου ποσού αγγελιοσήμου, τελώντας έτσι το αδίκημα του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 (σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ 1 του αν. 248/1967), ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα ομόδικό του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όπως αναφέρθηκε ήδη, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση εξ αδικοπραξίας καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος και αναγνώρισε ότι ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 34.411,91 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 71, 297, 298 και 926 ΑΚ), ούτε εκείνες του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ 1 του αν. 248/1967, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες, κατά τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, ορθώς, ενόψει των ως άνω συνολικών παραδοχών της προσβαλλομένης, ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση ως προς την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος και την εις ολόκληρον ευθύνη του, καθότι τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της κατ' αυτού αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά την επικουρική βάση της εξ αδικοπραξίας. Τούτο, διότι για την καταβολή στο αναιρεσίβλητο του οφειλόμενου κατά νόμον αγγελιοσήμου ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα και ο δεύτερος αναιρεσείων, αφού αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας και δη ως πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αυτής, στο πλαίσιο ασκήσεως των ανατεθειμένων στον ίδιο καθηκόντων κατά το συγκεκριμένο και κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν απέδωσε στο αναιρεσίβλητο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, μέρος του οφειλόμενου ποσού αγγελιοσήμου, τελώντας έτσι το αδίκημα του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ 1 του αν. 248/1967. Αυτή η συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος φυσικού προσώπου, ενεργούντος υπό την παραπάνω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της οφειλέτιδας πρώτης αναιρεσείουσας, απορρέουσα από την μη απόδοση ή την εκπρόθεσμη ή την μερική καταβολή μέρος του οφειλόμενου αγγελιοσήμου είναι παράνομη και τελεί κατ' αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, την οποία και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Συνεπώς, συνιστά αδικοπραξία του δευτέρου αναιρεσείοντος κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ και δημιουργεί υποχρέωσή του για καταβολή στο αναιρεσίβλητο αποζημιώσεως, ίσης με το μη αποδοθέν ποσό του αγγελιοσήμου αφού οι πράξεις και οι παραλείψεις του έγιναν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του κατά τον κρίσιμο χρόνο της θητείας του, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα. Η ευθύνη, επομένως, του δευτέρου αναιρεσείοντος νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πηγάζει αποκλειστικώς από αδικοπραξία και ειδικότερα υπό την μορφή (α) της παράνομης ιδιοποιήσεως μέρους του οφειλόμενου ποσού αγγελιοσήμου (άρθρα 17 παρ. 1 του αν. 248/1967 και 375 του ΑΚ) και (β) της παραβάσεως του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 και ίσχυε κατά τον χρόνο που ο ίδιος ήταν, μαζί με την πρώτη αναιρεσείουσα, υπόχρεοι προς καταβολή του εις ολόκληρον. Εκάστη των ως άνω -υπό στοιχεία (α) και (β)- παράλληλων κύριων αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής και δικαιολογεί την κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων παραδοχή της αγωγής καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος κατά την επικουρική της βάση εξ αδικοπραξίας. Ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως της μη αποδόσεως ή της εκπρόθεσμης καταβολής μέρους του οφειλόμενου αγγελιοσήμου εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος, από πλευράς αστικού δικαίου, δεν αίρεται εκ του ότι η πράξη αυτή κατέστη ποινικώς μη αξιόποινη μεταγενεστέρως (και δη κατά το χρόνο συζητήσεως της εφέσεως) με βάση το άρθρο 30 παρ.10 του ν. 4532/2018 (ΦΕΚ Α 63/05.04.2018), αλλά, αντιθέτως, αυτός εξακολουθεί υφιστάμενος δοθέντος ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αλλά και της συζητήσεώς της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν ακόμη και ποινικώς αξιόποινη πράξη αφού η οφειλή της πρώτης αναιρεσείουσας είχε γεννηθεί πριν από την επικαλούμενη κατάργηση του αγγελιοσήμου (πρβλ ΑΠ 1257.2022, Ποινική).
Αλλά και ακόμη διότι, κατά τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 ΑΚ (που εκφράζει την γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων) και 24 του ΕισΝΑΚ, οι ενοχές από οποιονδήποτε λόγο, των οποίων τα παραγωγικά αίτια συντελέσθηκαν κατά την διάρκεια που ίσχυε κάποιος νόμος, ο οποίος μεταγενεστέρως καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε, διέπονται και μετά την κατάργηση ή την τροποποίησή του από το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο τα παραγωγικά αυτά γεγονότα συντελέσθηκαν (ΑΠ 223/2002). Ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από (τον ποινικό) νόμο, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της μη αποδόσεως ή εκπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου αγγελιοσήμου εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος, στις 20.09.2012 έως τις 15.02.2016. Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, επιχειρώντας το Εφετείο να θεμελιώσει την αδικοπραξία και δη την παράνομη συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος στη φερόμενη αντίθεση αυτής σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, παραβίασε ευθέως τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν, όπως απαιτείται, εκείνες οι παραδοχές από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου που αναφέρονται στα κεφάλαια της προσβαλλομένης για μη απόδοση ή εκπρόθεσμη καταβολή του αγγελιοσήμου (άρθρα 12 παρ. 10 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2429/1996 και 17 παρ. 1 του αν. 248/1967), στις οποίες εντοπίζεται η -κατά τους αναιρεσείοντες- παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά, αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες περιορίζονται μόνο στην αναφορά των νομικών σκέψεων που περιέχονται στη μείζονα πρόταση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ που εφαρμόσθηκε ως προς την επικουρική βάση της αγωγής εξ αδικοπραξίας, οι οποίες, όμως, δεν αναπληρώνουν την αοριστία του λόγου αυτού. Τούτο, διότι η παραβίαση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, οι τυχόν δε κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας στη μείζονα πρότασή του ως προς την έννοια της διατάξεως του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναιρέσεως αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΟλΑΠ 3/1997).
13.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.03.2023 αίτηση: α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "(Υπό εκκαθάριση) ΟΦΙΣΙΣ ΣΕΡΒΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ-ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και β) του Α. Π. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 6204/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ