ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1775/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1775/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1775/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1775 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1775/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Γ. Μ. (J. M.) του Μ. (B.), κατοίκου ..., 4)Ν. - Μ. -Λ. Ν. Σ. (D. - M. - L. D. S.), του Γ. (J.), κατοίκου ... και 5)Ο. - Μ. Λ. (O. M. L.) του Γ. (J.), κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Στυλιανή Μπιρμπάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α' από 10-12-2012, με αριθμ. εκθ. κατάθεσης 84/2012 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, β' από 10-12-2012 με αριθμ. εκθ. 85/13-12-2012 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, γ' από 08-07-2013 και με αριθμ. εκθ. κατάθεσης 79/2012 αγωγή των ήδη τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, δ' από 1-7-2013 και με αριθμ. εκθ. κατάθεσης 80/2013 αγωγή των ήδη τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, ε' από 8-7-2013 αγωγή με αριθμ. εκθ. κατάθεσης 81/2013 αγωγή της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου και συνεκδικάσθηκαν με τις από 6-6-2014 με αρ. εκθ. κατάθ. 47 και 48/2014 ανακοινώσεις δίκης του ήδη αναιρεσείοντος και προσθετες παρεμβάσεις φορέων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 44/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και τους προσθέτους λόγους αυτής κατά της με αριθμό 9/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και έγιναν αυτές δεκτές ως εν μέρει βάσιμες και από ουσιαστική άποψη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4, 216 παρ. 1, 335 και 338 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά τρόπο που να παρέχεται αφενός μεν, στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, αφετέρου δε, στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής και ασαφής αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρα 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, αποκαλείται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η απλή επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, αποκαλείται ποιοτική αοριστία της αγωγής, αμφότερες εξεταζόμενες και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνιστώντας έλλειψη της -επί ποινή απαραδέκτου- επιβαλλόμενης προδικασίας και καθιστώντας μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής. Η ποσοτική και ποιοτική αυτή αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και στην περίπτωση αυτή η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ , μπορεί όμως ο ενάγων με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της διαφοράς, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί, όμως, να αναπληρώσει τη νομική αοριστία αυτής, ήτοι την αοριστία ή ανεπάρκεια εκείνη που αφορά στη μη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής (ή της ένστασης) και απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος, εκείνη, δηλαδή, που -με άλλα λόγια- συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και η οποία ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στο σφάλμα να κρίνει τελικά την αγωγή (ή την ένσταση) ως νόμω ορισμένη, αρκούμενο σε λιγότερα από τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, ή ως νόμω αόριστη, αξιώνοντας περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο η αγωγή ή (η ένσταση) στηρίζεται (ΟλΑΠ 1573/1981, Α.Π. 1310/2024, ΑΠ 248/2024, ΑΠ 1381/2013, ΑΠ 571/2004).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002 και πριν την αντικατάσταση ορισμένων εξ αυτών με τον ν. 4967/2022 (ΦΕΚ Α'171/9.9.2022), προκύπτει ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ' επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους (ΑΠ 126/2023, ΑΠ 1703/2013). Πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 126/2023, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 499/2017, ΑΠ 575/2013).

Περαιτέρω, το δικαίωμα της υπαναχώρησης, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάθεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν, ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης ασκείται κατ' αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, με συμφωνία των μερών, ενεργεί δε αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (ΑΠ 247/2025, ΑΠ 126/2023, ΑΠ 328/2007, ΑΠ 574/2005). Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, σύμφωνα με το οποίο ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή, από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014 και πρβλ. επί αναστροφής ΑΠ 1191/2006, ΑΠ 733/2001).

Επίσης, το δικαίωμα υπαναχώρησης στην πώληση μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 126/2023, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 εδ.α' του ΑΚ προκύπτει, ότι τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών για τα ακίνητα και δύο ετών για τα κινητά, ενώ η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, ακόμη και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας αργότερα (ΑΠ 247/2025, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014).

Έτσι, στις περιπτώσεις που ο αγοραστής ασκεί δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος (όχι με αγωγή αλλά) με εξώδικη δήλωση, είναι υποχρεωμένος να απευθύνει αυτή τη δήλωση στον πωλητή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. Η σκοπούμενη διάπλαση θα επέλθει βέβαια τότε, εφόσον ο αγοραστής είχε πραγματικά το αντίστοιχο δικαίωμα, πράγμα που σε περίπτωση αμφισβητήσεως εκ μέρους του πωλητή θα κριθεί από το δικαστήριο, ύστερα από σχετική αγωγή του αγοραστή (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) ή του πωλητή (αναγνωριστική), οι οποίες μπορούν να ασκηθούν και αφού παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο αγοραστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης ή της μείωσης του τιμήματος με αγωγή, η αγωγή αυτή πρέπει να ασκηθεί μέσα στην πενταετία για τα ακίνητα και τη διετία για τα κινητά του άρθρου 554 ΑΚ (ΑΠ 247/2025, ΑΠ 126/2023, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014).

Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 557 του ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 557 ΑΚ, που επίσης αποτελεί αντένσταση στην ένσταση του άρθ. 554 ΑΚ, αρκεί είτε η δόλια απόκρυψη, δηλαδή η χρήση παραπλανητικών μέσων για να εμποδιστεί ο αγοραστής να αντιληφθεί το πραγματικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, είτε η δόλια αποσιώπηση, δηλαδή να μην γνωστοποίησε ο πωλητής στον αγοραστή το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, του οποίου την ύπαρξη είτε γνώριζε, είτε βασίμως υποπτευόταν, εφόσον αυτό γίνεται με πρόθεση να επηρεαστεί ευνοϊκά η απόφαση του τελευταίου για την αγορά του πράγματος (AΠ 247/2025, ΑΠ 126/2023, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 663/2016, ΑΠ 1341/2007).

Στην περίπτωση της δόλιας απόκρυψης του ελαττώματος, η παραγραφή της αγωγής περί αναστροφής (υπαναχώρησης) ή μείωσης του τιμήματος ή αποζημίωσης, είναι εικοσαετής κατ' άρθρο 249 του ΑΚ, ενεργοποιούμενη κατ`αντένσταση του ενάγοντος αγοραστή, κατά της ένστασης παραγραφής του εναγόμενου πωλητή, η οποία (αντένσταση) μπορεί να προβάλλεται καθ' υποφορά και με το δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 737/2011, ΑΠ 777/1991).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των ταυτοσήμου περιεχομένου αγωγικών δικογράφων των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι ιστορούσαν, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος τους, τα εξής: Ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 2007 αγόρασαν στην Σπάρτη, αντί του αναφερομένου και ολοσχερώς καταβληθέντος τιμήματος εκάστου, τα λεπτομερώς περιγραφόμενα κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητα που βρίσκονται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ανατολικής Μάνης νομού Λακωνίας, δυνάμει συμβολαιογραφικών εγγράφων, νομίμως μεταγραφέντων, από τους αληθείς κυρίους αυτών, αναιρεσείοντα και την ήδη αποβιώσασα μητέρα του, της οποίας αυτός είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, για τα οποία έλαβαν από αυτούς (πωλητές) τις επανειλημμένες επιβεβαιώσεις ότι είναι άρτια και οικοδομήσιμα, προερχόμενα από κατάτμηση μείζονος έκτασης, καθώς και ότι οι αγροτικοί δρόμοι στα όριά τους, προϋπήρχαν του έτους 1923 προς εξυπηρέτηση των αγροτικών αναγκών των πωλουμένων ακινήτων. Ότι όταν περί το έτος 2012 αποφάσισαν να οικοδομήσουν τα εν λόγω ακίνητα, διαπίστωσαν άπαντες, ότι κάποια από αυτά παρουσίαζαν ελλείψεις ή σφάλματα ως προς τα προσδιοριστικά γεωμετρικά τους στοιχεία, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες έγκυρης μεταβίβασής τους με την παράλειψη μεταγραφής του οικείου συμβολαίου, κυρίως όμως ότι δεν ήσαν άρτια και οικοδομήσιμα, στοιχείο που οι πωλητές τους αποσιώπησαν με δόλο, καθόσον εξ αρχής γνώριζαν ότι το σύνολο των αγροτικών δρόμων που διέτρεχαν τη μείζονα έκταση όπου τα πωληθέντα ακίνητα, δεν προϋφίσταντο του έτους 1923, αλλά είχαν διανοιχθεί προσφάτως από τους ίδιους τους πωλητές με σκοπό την ανεπίτρεπτη οικοπεδοποίηση της μείζονος έκτασης ιδιοκτησίας τους καθώς και ότι αυτά ήσαν ανεπίδεκτα οικιστικής αξιοποίησης, η οποία αποτέλεσε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της αγοράς τους από τους αναιρεσιβλήτους. Επικαλούμενοι δε, ότι εξέλιπε το συμφέρον τους προς διατήρηση των συμβάσεων αγοραπωλησίας που κατήρτισαν, δήλωσαν ότι προβαίνουν σε "αναστροφή" των συμβάσεων ελλείψει συμφωνηθεισών ιδιοτήτων των πωλουμένων ακινήτων, που δολίως αποσιωπήθηκαν από τους πωλητές, και επικουρικώς ζήτησαν την ακύρωση των μεταβιβαστικών συμβολαίων των ακινήτων αιτία πωλήσεως, λόγω απάτης, και συνακόλουθα την επιστροφή του τιμήματος ενός εκάστου ως αδικαιολογήτως καταβληθέντος, επί πλέον δε, και με την επίκληση υπαιτιότητος των πωλητών, αποζημίωση ίση προς τα έξοδα μεταβίβασης, καταβολή της συμφωνηθείσας και καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και τέλος χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης, ειδικώς δε οι ενάγοντες της τέταρτης αγωγής (80/2013) ζήτησαν κυρίως την ακύρωση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας λόγω απάτης και επικουρικώς την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος λόγω υπαναχώρησης. Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα στις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την συμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντος πωλητή, ενόψει της κατά τα ως άνω ασκουμένης με τα αγωγικά δικόγραφα των αγοραστών αναιρεσιβλήτων, υπαναχώρησης (δεδομένης της μετά την ρύθμιση του ν. 3043/2002 κατάργησης της ορολογικής διαφοροποίησης μεταξύ "υπαναχώρησης" και "αναστροφής" με την ενιαία χρήση του όρου "υπαναχώρηση") είναι επαρκώς ορισμένες, αφού με πληρότητα προσδιορίζονται σ' αυτές όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης από την αιτία αυτή. Ειδικότερα αναφέρονται σε εκάστη των ενδίκων αγωγών: α) η σύναψη συμβάσεων με τον αναιρεσείοντα για πώληση ορισμένου πράγματος και η λεπτομερής περιγραφή του πράγματος β) ο τόπος και ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, γ) το συμφωνημένο τίμημα και η καταβολή του στον αναιρεσείοντα πωλητή, δ) η μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ε) η δόλια, εν επιγνώσει των πωλητών έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας των ακινήτων, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο υπήρχε αυτή, στ) η εντός των αγωγικών δικογράφων περιλαμβανομένη και δι'αυτών ασκουμένη δήλωση αναστροφής (ήδη υπαναχώρησης) των αναιρεσιβλήτων αγοραστών από τις αγοραπωλητήριες συμβάσεις ζ) η ζημία που αυτοί υπέστησαν και η) ορισμένο αίτημα με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναστραφούν οι επίμαχες συμβάσεις (να αναγνωρισθεί η λύση των συμβάσεων εξ αιτίας της δήλωσης υπαναχώρησης), άλλως να ακυρωθούν λόγω απάτης, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων στην επιστροφή εντόκως του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης ενός εκάστου των ακινήτων, όπως επίσης και στην καταβολή του ποσού που οι αναιρεσίβλητοι ζημιώθηκαν δαπανώντας για την κατάρτιση των εν λόγω αγοραπωλησιών, στην καταβολή καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και στην επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής τους βλάβης. Σημειώνεται, ότι εν προκειμένω δεν ασκήθηκαν αναγνωριστικές αγωγές για την αναγνώριση της ύπαρξης δικαιώματος υπαναχώρησης, καθόσον την αγωγή αυτή δικαιούται να ασκήσει ο αγοραστής, στη περίπτωση που ο πωλητής δεν αποδεχθεί την εξωδίκως γενομένη δήλωση υπαναχώρησης, προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος για τη δήλωση υπαναχώρησης και να υποχρεωθεί ο πωλητής να του επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα, ενώ στη προκειμένη περίπτωση η δήλωση "αναστροφής" και ήδη υπαναχώρησης, ως προεκτέθηκε, ασκήθηκε όχι εξωδίκως, αλλά διά των ενδίκων αγωγικών δικογράφων.

Πρέπει συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει κατά προσήκουσα νοηματική του εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για νομική αοριστία των ενδίκων αγωγικών δικογράφων, για το λόγο ότι σε ουδένα αυτών, δεν διατυπωνόταν αίτημα αναγνωριστικό συνδρομής νομίμου λόγου για τη γενομένη υπαναχώρηση να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε, που με τον ίδιο λόγο γίνεται επίκληση συλλήβδην πλημμελειών από τους αριθμούς 8,9,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αυτός είναι απαράδεκτος, ως εκ της παντελούς αοριστίας του, αλλά και διότι ειδικώς οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορούν στον αναιρετικό έλεγχο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και όχι του περιεχομένου της αγωγής. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη συλλήβδην τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενος, κατά προσήκουσα εκτίμηση των ισχυρισμών του, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του "πράγματα" μη προταθέντα (αρ. 8 αρθ. 559 ΚΠολΔ), και συγκεκριμένα, την μη προταθείσα αντένσταση του άρθρου 557 του ΑΚ, η οποία μάλιστα, δεν αφορούσε στην κύρια βάση των αγωγών από την πώληση, αλλά στην επικουρική βάση των αγωγών για την ακύρωση των μεταβιβαστικών συμβολαίων λόγω απάτης. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των αγωγικών δικογράφων, κατά τα ανωτέρω, προέκυψε ότι οι αναιρεσίβλητοι αγοραστές, παραδεκτώς προέτειναν καθ'υποφοράν σε άπαντα τα αγωγικά τους δικόγραφα "πράγμα" και δη, τον αυτοτελή ισχυρισμό - αντένσταση του άρθρου 557 του ΑΚ, επικαλούμενοι δόλια απόκρυψη της έλλειψης των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων των πωληθέντων σε αυτούς ακινήτων, προς απόκρουση της τυχόν προβληθησομένης ένστασης του αναιρεσείοντος πωλητή περί παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 554-555 του ΑΚ, ενώ η συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 557 του ΑΚ, που αποκλείει από τον πωλητή το δικαίωμα επίκλησης της παραγραφής κατ' αντένσταση από τον αγοραστή, αποτελεί εν ταυτώ και στοιχείο της ιστορικής βάσης των αγωγών ακύρωσης δικαιοπραξίας λόγω απάτης (αρθ. 147 ΑΚ) που επικουρικώς σωρεύθηκε στις ένδικες αγωγές, ώστε ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά μόνον στην επικουρική βάση των τελευταίων.

Περαιτέρω κατά το μέρος που με τον αυτό λόγο αναίρεσης γίνεται μόνον ενάριθμη αναφορά στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,14 και 19 ο λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της πλήρους αοριστίας του. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται συλλήβδην πλημμέλειες της προσβαλλομένης από τους αριθμούς 10,17,19,1,20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι "... δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος μου όσον αφορά την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των πωληθέντων ακινήτων, διότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι επίδικοι δρόμοι είναι μεταγενέστεροι του έτους 1923 η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης "περί ενδεχομένου δόλου μου" δεν ερείδεται επί συγκεκριμένων στοιχείων αλλά αποτελεί αυθαίρετη παραδοχή, η οποία δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας καθόσον το Εφετείο, καίτοι αναγνωρίζει ότι η οδός ...περνά μπροστά από το ακίνητο.. και η οδός... περνά μπροστά από το ακίνητο... καταλήγει εν τούτοις στο αντιφατικό και ατεκμηρίωτο συμπέρασμα ότι οι δρόμοι που προκύπτουν από τα πολύ παλαιά συμβόλαια δεν συμπίπτουν με τους εσωτερικούς δρόμους και χαράχτηκαν μεταγενέστερα, χωρίς να δικαιολογεί γιατί δεν συμπίπτουν... (και παρόλο που) οι επίδικοι δρόμοι φαίνονται στα ... τοπογραφικά διαγράμματα με την από 8.12.2014 θεώρηση του προϊσταμένου του τμήματος τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Ανατολικής Μάνης, την 14261/2013 βεβαίωση της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ανατολικής Μάνης, την από 30.6.2006 βεβαίωση του αντιδημάρχου Γυθείου, έγγραφα που συνιστούν ατομικές διοικητικές πράξεις διαθέτουσες το τεκμήριο νομιμότητος και παράγουσες δεσμευτικές συνέπειες.." , ότι "...με τα άνω έγγραφα δεν απαντάται το ζήτημα της οικοδομησιμότητας των επιδίκων ακινήτων, παρά μόνον παρέχεται ενημέρωση ότι οι εν λόγω δρόμοι δεν έχουν ακόμη αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστοι, με συνέπεια εσφαλμένως να συνάγεται το συμπέρασμα της μη αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των επιδίκων ακινήτων, παρότι σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας μου που αφορούν άμεσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους μου, ήδη από το έτος 1866 και εφεξής, γίνεται ρητή και σαφής αναφορά στους επίδικους δρόμους που αποτελούν σύνορο των πωληθέντων ακινήτων, όπως αυτό προκύπτει και από τις ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων...έτσι ώστε, η κρίση του Εφετείου περί του ενδεχομένου δόλου μου να μην ερείδεται σε συγκεκριμένο στοιχείο, και να αντικρούεται από το σύνολο των προσκομιζομένων στοιχείων.. και μάλιστα χωρίς να έχει ταχθεί συναφώς τεχνική πραγματογνωμοσύνη..". Με αυτό το περιεχόμενο οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης αποτελούν απαράδεκτες αιτιάσεις, εφόσον αναφέρονται σε θέματα ουσίας και σε πλημμελή εκτίμηση των προσκομισθεισών αποδείξεων από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ζητήματα όμως, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτα (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 αρ3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.10.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 44/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή