ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1776/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1776/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1776/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1776 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1776/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΑΜΔΑ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΜΔΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κελεμένη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FCA GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ" (πρώην "ΦΙΑΤ ΓΚΡΟΥΠ ΑΟΥΤΟΜOΜΠΙΛΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), και τον διακριτικό τίτλο "FCA GREECE AE" (πρώην "FIAT AUTO HELLAS"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κορδώνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-08-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1921/2018 και 135/2019 διορθωτικής αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 2477/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11-09-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-9-2023 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 7101/2023, ΕΑΚ 710/2023, αριθ.δικ 2005/2023) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 2477/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται κατά κανόνα να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 191/2016).

Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευομένου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προωθήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.

Επομένως, βασικά στοιχεία της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής(ΑΠ 79/2024). Η αποκλειστικότητα αυτή όμως αίρεται, κατ' αρχήν, όταν εντός αυτής η διανομή περιορίζεται συμβατικά από τον παραγωγό σε ορισμένα μόνον σημεία ή σε περιορισμένο κύκλο πελατών, αφού ο περιορισμός αυτός επηρεάζει καταφανώς την επιχειρηματική δραστηριότητα του διανομέα και μειώνει την αυτοδέσμευση του παραγωγού.

Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών. Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007, είναι δυνατή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1270/2024, ΑΠ 533/2022, 532/2022, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).

Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας. Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιο του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018). Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).

Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα αναλήψεως υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού και προωθήσεως διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).

Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος (ΑΠ 1270/2024).

Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά, επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης, από την παρ. 1 εδ. α' αυτού, αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΑΠ 1369/2019).

Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως αποκλειστικής ή απλής διανομής, καθώς και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά ( ΑΠ 532/2022,ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 772/2012).

Στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ' αυτήν. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία. Λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο διανομέα το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την οποία υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος διανομέας (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004). Ο διανομέας δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω διάταξη (ΑΠ 163/2011). Έτσι, η καταγγελία λύνει τη σύμβαση και ο διανομέας δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν με τη σύμβαση ορίστηκε προθεσμία για την καταγγελία και δεν την τήρησε ο εντολέας, μπορεί να αξιώσει ο διανομέας αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίστηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία. Έτσι, στην περίπτωση που η ζημία του διανομέα προήλθε από τον περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολέα, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η σύμβαση εξακολουθούσε και κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που είχε οριστεί και όχι πέραν αυτού. Τούτο διότι η αποθετική ζημία του διανομέα, επειδή η σύμβαση λύνεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του διανομέα από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης. Έτσι, τυχόν αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 419/2018).

Η σύμβαση απλής διανομής λύεται εάν μεν είναι ορισμένου χρόνου με την παρέλευση του χρόνου αυτού, εάν δε είναι αορίστου χρόνου με καταγγελία των συμβαλλόμενων. Η καταγγελία τέτοιας σύμβασης μπορεί να είναι τακτική, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της καταγγελίας και δεν συνεπάγεται για τον καταγγέλλοντα επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά. Τούτο διότι, κάθε πράξη που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού με αυτόν απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση (Ολ ΑΠ 13/2004).

Έτσι, η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη . Έτσι, μόνο το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας των συμβαλλομένων, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και παράνομη. Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 1519/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150- 151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού. Για την εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων απαιτείται: α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών (ΑΠ 1912/2008). Επιπλέον, η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1272/2004). Η κρίση δε για αντίθεση της απειλούμενης πράξης στα χρηστά ήθη θα πρέπει να αναζητείται στις κρατούσες για την ηθική αντιλήψεις της δεδομένης εποχής, του δεδομένου τόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 214/1972). Συνακόλουθα τούτων, δεν πρόκειται περί απειλής, στην περίπτωση απλών υποδείξεων ή προειδοποιήσεων, αναφερομένων είτε σε κάποια υφιστάμενη ήδη δυσμενή κατάσταση για τον απειλούμενο, είτε σε γεγονότα, τα οποία θα επέλθουν ούτως ή άλλως και χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του απειλούντος (ΑΠ 1040/2018).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ιδίου Κωδικός, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει δε έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1853/2013, Α.Π.378/2011,656/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 16/2006). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον ισχυρισμό (θεμελιωτικό της αγωγής, ένστασης κ.λπ) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 1935/2017, 369/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 31-8-2016 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε, σε σχέση με την μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης-εναγόμενης συμβατική σχέση τα εξής: 'Ότι η ενάγουσα διατηρεί στην περιφέρεια Αττικής επιχείρηση πώλησης καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών των εργοστασίων κατασκευής του Ομίλου FIAT και ότι στα πλαίσια της εν λόγω εμπορικής της δραστηριότητας, το έτος 1999, εντάχθηκε στο δίκτυο διανομής της εναγόμενης εταιρίας, η οποία είναι επίσημη εισαγωγέας στην Ελλάδα των αυτοκινήτων του Ομίλου FIAT, καταρτίζοντας με αυτήν συμβάσεις προμήθειας αυτοκινήτων. Ότι οι συμβάσεις του έτους 1999 αντικαταστάθηκαν από συμβάσεις επίσημου διανομέα των ως άνω οχημάτων και επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών αυτών που καταρτίστηκαν στις 24-10-2003 και οι οποίες έληξαν, κατόπιν καταγγελίας από την εναγόμενη, με διετή προμήνυση, στις 31-1-2014, προς το σκοπό κατάρτισης νέων συμβάσεων, με εφαρμογή των προϋποθέσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 για τις απαγορευμένες συμπράξεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Ότι η αντικατάσταση των συμβάσεων γινόταν προκειμένου η εναγόμενη να συμμορφώνεται στον εκάστοτε ισχύοντα Ευρωπαϊκό κανονισμό και η έννομη σχέση τους παρέμενε ίδια με αυτής της αποκλειστικής ενασχόλησης με τα αυτοκίνητα του Ομίλου FIAT κατά συντριπτικό ποσοστό του τζίρου της αρχικά 100% και τα τελευταία χρόνια που προβλέφθηκε από τον κανονισμό η δυνατότητα ενασχόλησης και με άλλες μάρκες, περίπου 80%. Ότι η ενάγουσα διέθετε το μεγαλύτερο δίκτυο πώλησης αυτοκινήτων FIAT στην περιοχή της βόρειας Αττικής και στη δεκαετία του 2000 περιλάμβανε εγκαταστάσεις σε διάφορες περιοχές της Αττικής (κάτω Κηφισιά, Γαλάτσι, Χαλάνδρι, Αγία Παρασκευή, Κουκάκι) και έτσι οι πελάτες της ανέρχονται σε περίπου 45.000. Ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που εμφανίστηκε στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου από το έτος 2010, επλήγη σοβαρά η οικονομική της κατάσταση, αλλά κυμάνθηκε συνολικά στο πτωτικό μέσο όρο των αναφερόμενων εργοστασίων παραγωγής αυτοκινήτων που εισάγει η εναγομένη, ενώ λόγω αυτής (οικονομικής κρίσης) έκλεισαν πολλοί διανομείς του δικτύου της εναγόμενης. Ότι η τελευταία είχε στην Αττική 12 μέλη (διανομείς) και το 2014 έφτασε να έχει μόνο μόνο την ίδια την ΑUΤΟ ΟΝΕ ΑΕ του ομίλου Σ., την "Σ. ΑΕ" και την "ΑΔΕΛΦΟΙ Σ. ΑΕ", από τα οποία η ενάγουσα, σύμφωνα με τον τελευταίο ισολογισμό του 2013, είχε καλύτερα αποτελέσματα χρήσης καθώς και από την ίδια την ενάγουσα. Ότι προσπάθησε να αντιμετωπίσει την ως άνω οικονομική κρίση με δύο διαδοχικές αυξήσεις κεφαλαίου του € 1.000.001,31 η καθεμία (συνολικά € 2.000.002,62) και με τη σύνταξη επιχειρηματικού πλάνου αναδιάρθρωσης της δραστηριότητας και των οικονομικών της υποχρεώσεων, που γνωστοποίησε στην εναγόμενη και ενέκρινε τόσο η τελευταία, όσο και η δανείστρια τράπεζα "ALPHA BANK", με την οποία καταρτίστηκε σχετική σύμβαση το έτος 2015. Ότι, προκειμένου η εναγόμενη να την εκδιώξει αζημίως από το δίκτυό της (χωρίς την καταβολή π.χ. αποζημίωσης πελατείας), επικαλούμενη ότι δεν πληροί τις οικονομικές προδιαγραφές που είχε θέσει για τους διανομείς της, απαίτησε να υπογράψει ταυτόχρονα με την υπογραφή των δύο νέων συμβάσεων επίσημου διανομέα οχημάτων και ανταλλακτικών, που εν τέλει καταρτίστηκαν στις 29-5-2014, μία επιστολή με έξι διαζευκτικά αναφερόμενες διαλυτικές αιρέσεις για τις κύριες συμβάσεις, μία εκ των οποίων - για την οποία και μόνο γίνεται σχετική αναφορά στην αγωγή - αφορούσε σε διαδοχική ενίσχυση της ρευστότητάς της (της ενάγουσας) κατά τις εκεί προβλεπόμενες ημερομηνίες και με τους εκεί παρατιθέμενους τρόπους με το συνολικό ποσό των € 5.452.616, το οποίο ήταν εξωπραγματικό υπό τις τότε επικρατούσες οικονομικές συνθήκες. Ότι, υπό την απειλή της μη κατάρτισης των συμβάσεων και συνέχισης της συνεργασίας της με την εναγόμενη, αναγκάστηκε να υπογράψει την ανωτέρω επιστολή με τις διαλυτικές αιρέσεις, αποδεχόμενη αυτές. Ότι στις 24-11-2014 η εναγόμενη την ενημέρωσε εγγράφως για τη λύση των συμβάσεων επίσημου διανομέα από τις 30-9-2014, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το ποσό των € 930.000, καθώς και για την παύση ισχύος του εξαρτώμενου από αυτές από 29-5-2014 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών", με το οποίο είχαν ρυθμιστεί χρέη της προς την εναγόμενη, ποσού € 769.503,20. Ότι την ίδια ημερομηνία (24-11- 2014) η εναγόμενη κατήγγειλε και το προ διετίας συναφθέν από 31-7-2012 συμφωνητικό διακανονισμού χρέους για το ποσό των 1.440.000, λόγω μη είσπραξης, στις 30-10-2014, της 26ης δόσης, ποσού € 40.000, αν και μέχρι τότε είχαν καταβληθεί οι προηγούμενες δόσεις, συνολικού ποσού € 1.000.000, και απέμενε προς εξόφληση ποσό € 440.000. Ότι μετά ταύτα η εναγόμενη ζήτησε την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών που της είχε χορηγήσει, ποσού € 1.430.410, το οποίο και εισέπραξε προς εξόφληση των απαιτήσεών της. Με βάση το παραπάνω ιστορικό και επικαλούμενη: α) ακυρωσία της δικαιοπραξίας με τις διαλυτικές αιρέσεις, λόγω άσκησης της απειλής για παύση της συνεργασίας της με την εναγόμενη κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ελλείψει συνδέσμου ή συνάφειας μεταξύ του απειλούμενου κακού και της επιδιωκόμενης δήλωσης βούλησης και β) καταχρηστικότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού χρέους, αφενός μεν επειδή αυτή αποσκοπούσε στην αζήμια εκδίωξή της από το δίκτυο διανομής, όπως τούτο συνάγεται από την καθυστερημένη άσκηση της καταγγελίας (έλαβε χώρα 3 εβδομάδες μετά τη σφράγιση της μη πληρωθείσας επιταγής) και τη μη αποδοχή πρότασής της για κατάπτωση μίας εκ των εγγυητικών επιστολών, που υπερκάλυπτε τη μη καταβληθείσα δόση των € 40.000, αφετέρου δε επειδή μέχρι την καταγγελία είχε εξοφλήσει το μεγαλύτερο μέρος της ρυθμισμένης οφειλής, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 71% περίπου, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, κυρίως μεν: 1) να κηρυχθεί άκυρη, λόγω απειλής, η "διαλυτική αίρεση", ώστε να μην επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων του 2014, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης διακανονισμού χρέους" και 3) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, που εκδηλώθηκε με την, κατά τα ανωτέρω, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή και την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας, έχει υποχρέωση να της καταβάλει: α) για αποζημίωση (θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος) το συνολικό ποσό των € 318.242,36, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται ως προς τα επιμέρους ποσά που την αποτελούν και την αιτία οφειλής καθενός από αυτά και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της βλάβης που υπέστη η εμπορική της φήμη και αξιοπιστία από την κατάπτωση και είσπραξη των εγγυητικών επιστολών, το ποσό των € 700.000, το επικουρικώς δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η συνεργασία της με την εναγόμενη έχει παύσει εγκύρως και ενόψει του ότι με την από 28-9-2015 επιστολή της, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 28-9- 2015, έχει ήδη γνωστοποιήσει στην τελευταία την πρόθεσή της να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή: 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη έχει υποχρέωση να της καταβάλει: α) το ποσό του € 1.036.826,97 για αποζημίωση πελατείας με βάση το μέσο όρο των μικτών κερδών της κατά τα τελευταία πέντε πλήρη έτη συνεργασίας της με την εναγόμενη, δηλαδή κατά τα ημερολογιακά έτη 2009 έως και 2013, 2) το ποσό των € 573.986,12 ως αποζημίωση, που αντιστοιχεί στην αγοραία αξία του αδιάθετου στοκ ανταλλακτικών της κατά την 24-11-2014, άλλως το ποσό των € 560.142,53, που αντιστοιχεί στην αξία κτήσης του ίδιου στοκ ανταλλακτικών κατά την 30-9-2014, νομιμοτόκως από την ημερομηνία παύσης ισχύος των επίδικων συμβάσεων και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως και όλως επικουρικώς το ποσό των € 135.045,88, που αντιστοιχεί στην αξία των ανταλλακτικών που παραμένει στην αποθήκη της ενάγουσας, λόγω της κακόπιστης και δόλιας άρνησης της εναγόμενης να το επαναγοράσει, νομιμοτόκως από τις 29-5-2014, που η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να αναλάβει το αδιάθετο στοκ ανταλλακτικών της, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 3) το ποσό των € 27.321,98, που αντιστοιχεί στις περιγραφόμενες στην αγωγή ανεξόφλητες οφειλές της εναγόμενης προς αυτήν, για τις οποίες εξέδωσε η ίδια μεν το υπ' αριθ. ...-2015 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, η δε εναγόμενη τα υπ' αριθ. ....2015, ....2015 και ....2015 πιστωτικά τιμολόγια, και 4) το ποσό των € 50.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς το ουσιώδες μέρος του, προκύπτει η εξιστόρηση σ' αυτό όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με το απειλούμενο κακό (άρνηση υπογραφής από την εναγομένη των νέων συμβάσεων και επομένως μη συνέχιση της πολυετούς συνεργασίας των διαδίκων), το οποίο αφορούσε την περιουσία της ενάγουσας (υπό την έννοια της αποστέρησής της από τη βασικότερη πηγή εσόδων της, που ήταν η πώληση καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών του Ομίλου Fiat), τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απειλή (με την αποστολή, την άνοιξη του 2014, επιστολής που ανέφερε "είτε υπογράφετε και μας επιστρέφετε υπογεγραμμένα ταυτόχρονα όλα τα έγγραφα είτε παύει αμέσως η συνεργασία μας"), την αμεσότητα επέλευσης του απειλούμενου κακού, το οποίο ήταν σπουδαίο για τη βιωσιμότητα της ενάγουσας εταιρίας και τον ψυχικό εξαναγκασμό της τελευταίας να προβεί σε δήλωση βούλησης για αποδοχή των διαλυτικών αιρέσεων που περιλαμβάνονταν στην προς αυτήν αποσταλείσα επιστολή της εναγομένης, στην οποία (δήλωση βούλησης) πράγματι προέβη, χωρίς να απαιτείται, επιπροσθέτως, για το ορισμένο της αγωγής, να προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ενήργησαν για λογαριασμό των διαδίκων νομικών οντοτήτων, δηλαδή τόσο του φυσικού προσώπου που προέβη στην απειλή ως νόμιμος αντιπρόσωπος ή προστηθείς της εναγομένης, όσο και του φυσικού προσώπου στο οποίο, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου αντιπροσώπου ή προστηθέντος της ενάγουσας, ασκήθηκε η απειλή για λογαριασμό της τελευταίας (ΕφΘεσ 921/2016 Αρμ 2017, 586), όπως εσφαλμένως κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα εν λόγω δε στοιχεία μπορούν ευχερώς να προκύψουν από τις αποδείξεις. Πλην όμως ενόψει ότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή αφορά σε ολόκληρη τη συμφωνία με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην επίμαχη επιστολή της εναγόμενης, για να εκτιμηθεί αν η απειλή είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και επομένως να κριθεί το νόμω βάσιμο αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο αίτημά της, έπρεπε να παρατίθεται στο αγωγικό δικόγραφο το ουσιώδες περιεχόμενο όλων των διαζευκτικώς συμφωνηθεισών διαλυτικών αιρέσεων, προκειμένου αυτό να αξιολογηθεί συνδυαστικά με τα υπόλοιπα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγική αξίωση για την ακύρωση της ένδικης δικαιοπραξίας, μη αρκούσας της μνείας του περιεχομένου μόνο μίας εκ των διαλυτικών αιρέσεων, εκείνης που πληρώθηκε (για τις υπόλοιπες δε γίνεται λόγος περί πλήρωσης ή μη αυτών), δεδομένου ότι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη της επικαλούμενης από την ενάγουσα απειλής κρίνεται ενιαία για όλες τις διαλυτικές αιρέσεις και εκτείνεται αναπόφευκτα σε ολόκληρη τη συμφωνία, που περιλαμβάνεται στην επιστολή, η οποία συνιστά τη "διαλυτική αίρεση", της οποίας ζητείται η ακύρωση. Επισημαίνεται ότι ό όρος "διαλυτική αίρεση", που αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής, χρησιμοποιείται εντός εισαγωγικών σε πλείστα όσα σημεία της αγωγής (βλ. ενδεικτικά σελ. 13 "οι εν λόγω συμβάσεις έπρεπε δήθεν να υπογράφουν υπο διαλυτική αίρεση ...η εναγόμενη περιέλαβε στη "διαλυτική αίρεση'' όχι έναν ή δύο, αλλά έξι (6) διαφορετικούς όρους, καθένας από τους οποίους συνιστούσε αυτοτελή 'διαλυτική αίρεση '", β) σελ. 6 "η εν λόγω επιστολή κατέστη δεσμευτική (αν και ακυρώσιμη λόγω της απειλής της εναγομένης) σύμβαση", γ) σελ. 31-32 "η εναγομένη μας απείλησε με οριστική παύση της συνεργασίας μας ...σε περίπτωση που δεν υπογράφαμε την επιστολή της που όριζε ότι οι Συμβάσεις του 2014 τελούν υπό "διαλυτική αίρεση... η εταιρία μας προέβη στην αποδοχή της επιστολής της εναγομένης με τη "διαλυτική αίρεση" υπό την οποία η εναγομένη εξήρτησε τις Συμβάσεις μας...") για τον προσδιορισμό της υπογραφείσας επιστολής με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις ως σύνολο, δηλαδή ως ενιαίας δικαιοπραξίας διαλυτικών αιρέσεων και όχι για τον προσδιορισμό μόνο της πληρωθείσας διαλυτικής αίρεσης, την οποία, σε κάθε περίπτωση, δε θα μπορούσε να ζητήσει μεμονωμένα η ενάγουσα, αφού η επικαλούμενη απειλή αφορά στην υπογραφή της επιστολής ως ενιαίου κειμένου συμφωνίας, δηλαδή και με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις. Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή τυγχάνει αόριστη ως προς την κύρια βάση της ακύρωσης της συμφωνίας "διαλυτικής αίρεσης" και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η μνεία του περιεχομένου όλων των διαλυτικών αιρέσεων, παρά μόνο της μνημονευόμενης στην αγωγή πληρωθείσας διαλυτικής αίρεσης ή, έστω, ότι με την αγωγή ζητείται η ακύρωση μόνο της τελευταίας αυτής διαλυτικής αίρεσης και πάλι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως προς την ίδια κύρια βάση της, αυτή τη φορά ως νόμω αβάσιμη, επειδή, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η απειλή της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων, με την έννοια της άρνησης της εναγομένης να συνάψει νέες συμβάσεις διανομής με την ενάγουσα, εντάσσεται στα πλαίσια της συναλλακτικής ελευθερίας της να δέχεται να καταρτίσει συμβάσεις με όρους και αιρέσεις της επιλογής της που αποβλέπουν στο οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της ή να αρνείται να καταρτίσει συμβάσεις που δεν περιέχουν τους όρους ή τις αιρέσεις που η ίδια έχει θέσει, τέτοια δε αίρεση, που απαίτησε να γίνει αποδεκτή από την ενάγουσα, προκειμένου να συνεχιστεί η συνεργασία τους, ήταν και η (μόνη) περιγραφόμενη στην αγωγή διαλυτική αίρεση της διαδοχικής αύξησης της ρευστότητας της ενάγουσας εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων, το όφελος δε της εναγομένης από την αποδοχή της εν λόγω διαλυτικής αίρεσης από την ενάγουσα συνδέεται άμεσα με την ασκηθείσα απειλή, αφού η εν λόγω απειλή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της εναγομένης όχι μόνο για τις μέχρι τότε απαιτήσεις της κατά της ενάγουσας, που είχαν ήδη διακανονιστεί με συμφωνητικά και ήταν εξασφαλισμένες με εγγυητικές επιστολές τράπεζας, αλλά και για όσες τυχόν θα προέκυπταν στο μέλλον από τη συνέχιση της συνεργασίας τους με τις νέες συμβάσεις διανομής.

Εξάλλου, από τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν διαγιγνώσκεται ο επικαλούμενος από την ενάγουσα "άσχετος" προς την απειλή σκοπός της εναγόμενης για αζήμια αποδέσμευσή της από τη μακρόχρονη συνεργασία (π.χ. χωρίς την καταβολή της επικαλούμενης από την ενάγουσα αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 π.δ. 219/1991), αφού, αν η εναγομένη επιδίωκε κάτι τέτοιο, θα είχε ασκήσει το δικαίωμά της να καταγγείλει αζημίως (άρθρο 9 § 3 περ. α' π.δ. 219/1991) τις αμέσως προηγούμενες συμβάσεις της με την ενάγουσα (του έτους 2003) λόγω υπαιτιότητάς της τελευταίας, συνιστάμενης στη μη εκπλήρωση των συμβατικών οικονομικών της υποχρεώσεων, οι οποίες κατά τα μέσα του έτους 2012 είχαν ανέλθει στο ποσό των € 1.440.000 και μέχρι τη σύναψη των συμβάσεων του έτους 2014 στο επιπλέον ποσό των € 769.503,20, αμφότερα δε τα εν λόγω χρέη της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 2.209.503,20 δέχθηκε η εναγομένη να διακανονιστούν και αποπληρωθούν σε δόσεις, καταρτισθέντων σχετικώς των από 31-7-2012 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού, όπως εκτίθεται στην αγωγή. Επιπροσθέτως, ο επικαλούμενος στην αγωγή "άσχετος" σκοπός της εναγομένης για αζήμια λύση της συνεργασίας της με την ενάγουσα δεν συνδέεται ευθέως και αιτιωδώς με την απειλή, αλλά με την επιδειχθησομένη κατά τη διάρκεια των συμβάσεων του έτους 2014 συμπεριφορά της ίδιας της ενάγουσας, υπό την έννοια ότι η πλήρωση ή μη της διαλυτικής αίρεσης και η εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας λύση ή μη των κύριων συμβάσεων του έτους 2014 εξαρτιόντουσαν αποκλειστικά από την εκπλήρωση από την ενάγουσα των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με την επιστολή και αποτελούσαν το περιεχόμενο των διαλυτικών αιρέσεων. Μάλιστα, τούτο καθίσταται εναργέστερο αν ληφθεί υπόψη ότι, ήδη από την ημερομηνία υπογραφής της επιστολής (29-5-2014), η ενάγουσα - όπως εμμέσως, πλην σαφώς, συνομολογεί με την αγωγή της - γνώριζε τις οικονομικές της δυνατότητες και την αδυναμία της να ανταπεξέλθει οικονομικά στην εκπλήρωση της συμφωνηθείσας διαλυτικής αίρεσης περί αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου σε συγκεκριμένο ύψος και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και, επομένως, ότι η αποδοχή της εν λόγω διαλυτικής αίρεσης θα είχε ως συνέπεια τη λειτουργία των νέων συμβάσεων διανομής (του έτους 2014) και την παράταση της συνεργασίας της με την εναγόμενη μόνο για λίγους μήνες, μέχρι την 30-9-2014 που είχε συμφωνηθεί να γίνει η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, αφού έκτοτε, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, θα επερχόταν η αυτοδίκαιη λύση τους λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης. Ως εκ τούτου, το απειλούμενο κακό (μη συνέχιση της συνεργασίας) ήταν εξ αρχής γνωστό στην ενάγουσα και βέβαιο, ως προς αυτήν (όχι όμως και ως προς την εναγομένη), ότι θα επερχόταν, έστω και με καθυστέρηση λίγων μηνών, στην ελεύθερη δε βούληση της ενάγουσας εναπόκειτο να αρνηθεί να δεχθεί τη "διαλυτική αίρεση" και να μη συναφθούν οι συμβάσεις του 2014, τερματίζοντας τη συνεργασία της με την εναγομένη στις αρχές του 2014 (31-1-2014), με τη λήξη των συμβάσεων του 2003 ή να αποδεχθεί τη "διαλυτική αίρεση", να συναφθούν οι νέες συμβάσεις του 2014 και να συνεχιστεί η συνεργασία της με την εναγομένη μέχρι τις 30-9-2014, χάνοντας το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης λόγω λύσης των συμβάσεων από υπαιτιότητά της (άρθρο 9 § 3 περ. α' π.δ. 219/1991), η διαφαινόμενη δε από το αγωγικό δικόγραφο τυχόν προσδοκία της ότι η εναγομένη δε θα επικαλείτο την επελθούσα λύση των συμβάσεων λόγω πλήρωσης της "διαλυτικής αίρεσης" αφορά στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και δεν επιδρά ακυρωτικά (στην ισχύ) στη δικαιοπραξία της "διαλυτικής αίρεσης". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δε δύναται να γίνει λόγος περί έλλειψης συνάφειας μεταξύ της απειλής που ασκήθηκε από την εναγομένη και της δήλωσης βούλησης, στην οποία εξαναγκάστηκε η ενάγουσα, με συνέπεια να μην καταφάσκεται αντίθεση της απειλής (του εξαγγελλόμενου κακού της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων) προς τα χρηστά ήθη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής για ακύρωση της "διαλυτικής αίρεσης" λόγω απειλής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμη, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με διαφορετική (εσφαλμένη) μεν αιτιολογία, σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής, ελλιπή δε αιτιολογία, σε σχέση με το νόμω αβάσιμο της αγωγής, η αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΟλΑΠ 16/2013 ο.π.).

Εν προκειμένω, με τον 5° λόγο της έφεσης η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η επικουρική βάση της αγωγής αναφορικά με την αιτηθείσα αποζημίωση πελατείας, ελλείψει παράθεσης στοιχείων που αφορούσαν τη δραστηριότητα της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα λειτουργίας των από 29-5-2014 συμβάσεων, οι οποίες διήρκησαν μέχρι τις 30-9-2014. Από τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα στηρίζει την επικουρική βάση της αγωγής της, αναφορικά με την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας λόγω λήξης, στις 30-9-2014, τής πολυετούς συνεργασίας της με την εναγομένη, στην επιχειρηματική δραστηριότητα που ανέπτυξε στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης της με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη κατά τα ημερολογιακά έτη 2009 έως και 2013, παραθέτοντας επαρκή οικονομικά στοιχεία για καθένα από αυτά τόσο από την πώληση αυτοκινήτων, όσο και από την πώληση ανταλλακτικών, προβαίνοντας, ακολούθως, σε υπολογισμό της κατ' αυτήν δικαιούμενης αποζημίωσης, την οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό του € 1.036.826,97, που αντιστοιχεί στον μέσο ετήσιο όρο των μικτών κερδών της κατά τα παραπάνω ημερολογιακά έτη. Πλην, όμως, προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να εκτιμήσει το νόμω βάσιμο του ανωτέρω αιτήματος σε σχέση με το ανώτατο ύψος του, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 9 π.δ. 219/1991, η ενάγουσα έπρεπε, για το ορισμένο της αγωγής, να μνημονεύει σ' αυτήν οικονομικά στοιχεία και για την επιχειρηματική δραστηριότητα που ανέπτυξε τόσο κατά τον πρώτο μήνα του έτους 2014, στα πλαίσια λειτουργίας των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, που έληξαν στις 31-1-2014, όσο και στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη βάσει των από 29-5-2014 συμβάσεων, οι οποίες, λειτούργησαν σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή λειτούργησαν αφενός ως μέρος μιας ενιαίας έννομης σχέσης, εκτός των άλλων, και λόγω του πανομοιότυπου των βασικών όρων των διαδοχικώς καταρτιζόμενων μεταξύ τους συμβάσεων (βλ.σχετικά ΑΠ 885/2020 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1554/2008Αρμ 2009, 680), αφετέρου δε αναδρομικά από την 1-2-2014, που αποτελεί την επομένη της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, μέχρι και τις 30-9-2014, οπότε λύθηκαν οι συμβάσεις αυτές λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης. Τούτο δε, επειδή ο μέσος ετήσιος όρος των μικτών κερδών που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να ζητήσει η ενάγουσα για αποζημίωση πελατείας δεν υπολογίζεται με βάση τα μικτά κέρδη των τελευταίων πέντε πλήρων ημερολογιακών ετών, κατά τα οποία διήρκεσε η συνεργασία της με την εναγομένη, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αγωγή, αλλά με βάση τα μικτά κέρδη της τελευταίας πενταετίας, υπολογιζόμενης της διάρκειάς της από την ημερομηνία λύσης των συμβάσεων (30-9-2014) αναδρομικά μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία συμπλήρωσης πέντε ετών (30-9-2009).

Συνεπώς, η παράλειψη της ενάγουσας να παραθέσει στην αγωγή στοιχεία της οικονομικής της δραστηριότητας από τη συνεργασία της με την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 30-9-2014, αν και αυτά ήταν αναγκαία για τον υπολογισμό του μέσου ετήσιου όρου αμοιβής της ενάγουσας, τον οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει η αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, καθιστά την αγωγή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του οικείου 5ου λόγου έφεσης. Ενόψει δε της απόρριψης του ως άνω λόγου έφεσης και επομένως μη εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη, λόγω αοριστίας, της επικουρικής βάσης της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, που στηρίζει βασίμως και αυτοτελώς, με επάλληλη αιτιολογία, το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα του 6ου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την έτερη επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης της ίδιας ως άνω αγωγικής αξίωσης λόγω παρέλευσης της ενιαύσιας παραγραφής τους άρθρου 9 παρ. 2 π.δ, 219/1991.....Με τον 4° λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη δεύτερη κύρια βάση της αγωγής της για ακυρότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού. Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης βάσης της αγωγής και των συναφών με αυτήν αιτημάτων της ιστορούνται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατ' άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, για την εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα περιγράφεται η καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συνίσταται στην άσκηση του δικαιώματος της για καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού λόγω μη πληρωμής μίας δόσης, ποσού των € 40.000, κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος επειδή: α) η πληρωθείσα δόση, που ήταν η 26η επί συνόλου 36 δόσεων, συνολικού ποσού 1.440.000, αποτελούσε μικρό μέρος του χρέους της ενάγουσας και μέχρι τότε αυτή είχε εξοφλήσει κανονικά όλες τις προηγούμενες 25 δόσεις, έχοντας καταβάλει γι' αυτές το μεγαλύτερο ποσοστό της ρυθμισμένης οφειλής, που αντιστοιχεί στο 71% αυτής και ανέρχεται σε € 1.000.000 (πλέον συμβατικών τόκων € 105.000), απομένοντας προς εξόφληση ποσοστό οφειλής 29%, που αντιστοιχεί σε € 440.000 (πλέον συμβατικών τόκων € 11.550) και β) η καταγγελία του συμφωνητικού εξυπηρετούσε άσχετους σκοπούς και παράλληλα αποτελούσε το επαχθέστερο μέτρο, σε σχέση με το επανειλημμένως προταθέν από την ενάγουσα ηπιότερο μέτρο, που ήταν η κατάπτωση της μίας εκ των εκδοθεισών σε πρώτη ζήτηση υπέρ της εναγομένης τριών τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και συγκεκριμένα εκείνης των € 230.410, που υπερκάλυπτε τη μη πληρωθείσα 26η δόση και επαρκούσε για την κάλυψη όλων των δόσεων του έτους 2014, αποτέλεσμα δε της επιλογής της εναγομένης να καταγγείλει το συμφωνητικό διακανονισμού ήταν να επέλθει η κατάπτωση όλων των εγγυητικών επιστολών, συνολικού ποσού € 1.500.000. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε σχέση με την ανωτέρω κύρια βάση της, θεωρώντας ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν επαρκούν για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες του άρθρου 281 ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, κατ' ουσιαστική παραδοχή του ερευνώμενου λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς την εν λόγω κύρια βάση της, να κρατηθεί και εκδικαστεί η αγωγή από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το αντίστοιχο μέρος, ακολούθως δε, αφού κριθεί ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της ακυρότητας της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 299, 914, 932 ΑΚ, πρέπει αυτή να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι ".. Το έτος 1998 η ενάγουσα εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εγχώριας εμπορίας αυτοκινήτων από το έτος 1972, εντάχθηκε στο δίκτυο διανομής της εναγομένης εταιρίας, η οποία εισάγει και διανέμει στην Ελλάδα αυτοκίνητα και ανταλλακτικά του Ομίλου FIAT (μάρκες FIAT, ABARTH, LANCIA, ALFA ROMEO, CHRYSLER JEEP), που κατασκευάζει η μητρική της ιταλική εταιρία με τη νυν επωνυμία "FCA ITALY S.p.A". Ειδικότερα, αρχικώς καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, τα έτη 1998 και 1999, συμβάσεις επίσημου διανομέα, με τις οποίες η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα τη διανομή αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων του Ομίλου FIAT στην ελληνική επικράτεια, οι συμβάσεις δε αυτές καταγγέλθηκαν από την εναγομένη προς το σκοπό σύνταξης και υπογραφής νέων συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων θα ανταποκρινόταν στις προβλέψεις του νεοεκδοθέντος τότε Κανονισμού 1400/2002/ΕΚ της Επιτροπής. Ακολούθως, οι διάδικοι σύναψαν τις εξής συμβάσεις: α) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT", β) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT Επαγγελματικά", γ) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων ALFA ROMEO", δ) την από 1-9-2010 "σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων ABARTH", ε) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών FIAT", στ) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών FIAT Επαγγελματικά", ζ) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών ALFA ROMEO", η) την από 1-9-2010 "σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών ABARTH", θ) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων LANCIA" και ι) την από 24-10-2003 "σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών LANCIA", εκ των οποίων οι δύο τελευταίες καταγγέλθηκαν από την εναγομένη με προμήνυση ενός έτους και έληξαν στις 31-5-2011 και στις 31-8-2011, αντίστοιχα (ο λόγος της καταγγελίας αφορούσε την απόκτηση του δικαιώματος εισαγωγής της εν λόγω μάρκας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών από άλλη εισαγωγέα εταιρία), ενώ όλες οι υπόλοιπες καταγγέλθηκαν από την εναγομένη με προμήνυση δύο ετών και έληξαν στις 31-11-2014, προς το σκοπό αξιοποίησης των δυνατοτήτων που παρείχαν οι εν τω μεταξύ εκδοθέντες πρόσφατοι Κανονισμοί 330/2010ΕΚ και 461/2010/ΕΚ της Επιτροπής στον τομέα των δικτύων διανομής αυτοκινήτων. Για την εξασφάλιση της εναγόμενης αναφορικά με τις απαιτήσεις της που θα προέκυπταν στα πλαίσια της πολλαπλής συμβατικής σχέσης της με την ενάγουσα η τελευταία έθεσε στη διάθεση της πρώτης τρεις (3) εγγυητικές επιστολές της τράπεζας "ALPHA BANK", συνολικού ποσού € 1.430.410 και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθ. ...-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού € 200.0000, β) την υπ' αριθ. ...-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού € 230.410 και γ) την υπ' αριθ. ...-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού € 1.000.000, σε όλες δε τις εγγυητικές επιστολές τέθηκε η ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση". Από τη συναλλακτική σχέση των διαδίκων, κατά τη διάρκεια λειτουργίας όλων των προαναφερόμενων συμβάσεων επίσημου διανομέα οχημάτων και ανταλλακτικών, δημιουργήθηκαν ληξιπρόθεσμα χρέη της ενάγουσας έναντι της εναγομένης, των οποίων την καταβολή οι διάδικοι συμφώνησαν να διακανονίσουν προς το σκοπό της συνέχισης της συνεργασίας τους, συνταχθέντος προς τούτο του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών". Με το εν λόγω συμφωνητικό η ενάγουσα αναγνώρισε αφηρημένα και ανεξάρτητα από την ως άνω αιτία οφειλής ότι το συνολικό προς ρύθμιση ληξιπρόθεσμο χρέος της προς την εναγομένη ανέρχεται κατά το έτος 2012 στο ποσό των € 1.440.000, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντόκως σε 36 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις των € 40.000 η κάθε μία, καταβληθησομένης της πρώτης δόσης στις 30-9-2012 και της τελευταίας δόσης στις 31-8-2015, με ετήσιο επιτόκιο 5,25%. Για την προσήκουσα καταβολή της κάθε δόσης η ενάγουσα εξέδωσε εις διαταγήν της εναγομένης και παρέδωσε σ' αυτήν 36 επιταγές των € 40.000 η κάθε μία, που σύρονταν επί του τηρούμενου στην τράπεζα "ALPHA BANK" υπ' αριθ. ... λογαριασμού της, σε κάθε δε επιταγή αναγραφόταν ως ημερομηνία έκδοσης η ημερομηνία καταβολής της αντίστοιχης δόσης. Παρά την ανωτέρω διευκόλυνση που παρείχε η εναγομένη στην ενάγουσα για τη συνέχιση της μακροχρόνιας και επωφελούς, και για τις δύο πλευρές, συνεργασίας τους, η ενάγουσα, λόγω των συνομολογούμενων με το δικόγραφο της αγωγής της - και σε κάθε περίπτωση πλήρως αποδεικνυόμενων από τα προσκομισθέντα έγγραφα - οικονομικών της προβλημάτων, ενίοτε αδυνατούσε να ανταποκριθεί στην εμπρόθεσμη πληρωμή των δόσεων του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού και για το λόγο τούτο ζητούσε από την εναγομένη να μην εμφανίσει προς πληρωμή τις αντίστοιχες επιταγές και να δεχθεί να αντικατασταθούν με άλλες, που έφεραν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης ή ακόμη και να αντικατασταθούν με άλλες οι ήδη εμφανισθείσες και μη πληρωθείσες (σφραγισθείσες) επιταγές, τα αιτήματα δε αυτά γίνονταν δεκτά από την εναγομένη σε πνεύμα συνεργασίας και κατανόησης προς ευόδωση του ανωτέρω κοινού σκοπού τους και διευκόλυνση της ενάγουσας στα πλαίσια της εν ισχύ συνεργασίας τους, ενόψει και της μεσολαβήσασας οικονομικής κρίσης, που είχε επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην αγορά των καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών. Έτσι, ενδεικτικώς, η εναγομένη δέχθηκε και αντικαταστάθηκε: α) η υπ' αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-2013, με τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ποσού € 20.000 η κάθε μία, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 15-5-2013 και 9- 5-2013, αντίστοιχα, β) η υπ' αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-9-2013, με την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 8-10-2013, γ) η σφραγισθείσα υπ' αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-1-2014, με την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2014 και δ) η σφραγισθείσα υπ' αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 28-2-2014, με την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-3- 2014. Αλλά και μετά την υπογραφή του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού δημιουργήθηκαν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη της ενάγουσας έναντι της εναγομένης από τη μετέπειτα λειτουργία των μεταξύ τους συμβάσεων διανομής οχημάτων και ανταλλακτικών, συνολικού ποσού € 1.150.243,17 (210.881,06 + 939.362,11), τα οποία διακανονίστηκαν εκ νέου, εν όλω ή εν μέρει, κατά περίπτωση-με τα από 1-10-2013 και 29-5-2014 "ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών", δια των οποίων, εκτός άλλων, ρυθμίστηκε η καταβολή με μηνιαίες δόσεις των ποσών των € 10.881,06 και € 578.622,14, αντίστοιχα. Στις 29-5-2014 οι διάδικοι κατήρτισαν νέες συμβάσεις διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης- ανταλλακτικών FIAT, Alfa Romeo, Abarth και FIAT επαγγελματικών, των οποίων η ημερομηνία έναρξης συμφωνήθηκε να ανατρέχει στην επομένη της λήξης των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, δηλαδή την 1-2-2014, η ισχύς δε αυτών εξαρτήθηκε από διαλυτική αίρεση με πλείονα του ενός σκέλη (άρθρο 202 ΑΚ), το ακριβές περιεχόμενο της οποίας προσδιορίστηκε και συμφωνήθηκε με ιδιαίτερο έγγραφο (επιστολή), που έφερε την παραπάνω ημερομηνία (29-5-2014). Μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβε με το ως άνω έγγραφο η ενάγουσα να εκπληρώσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και συμφωνήθηκαν ως διαλυτική αίρεση ήταν κι εκείνη της ενίσχυσης της ρευστότητάς της με το επιμέρους ποσό των € 930.000, το οποίο έπρεπε να διαθέσει "για την ισόποση αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ... μέχρι και όχι πέραν της 30.9.2014", όπως επί λέξει αναφέρεται στην ως άνω επιστολή. Όμως, επειδή η ενάγουσα δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό των € 930.000 και να προβεί στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μέχρι τις 30- 9-2014, πληρώθηκε η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση ως προς το συγκεκριμένο σκέλος της και επήλθε η λύση των από 29-5-2014 συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης-ανταλλακτικών FIAT, Alfa Romeo, Abarth και FIAT επαγγελματικών, την οποία (λύση των συμβάσεων) επικαλέστηκε η εναγομένη με την αποσταλείσα στην ενάγουσα από 24-11- 2014 επιστολή της. Επίσης, με έτερη επιστολή της, που φέρει την ίδια ημερομηνία (24-11-2014) και επιδόθηκε στην ενάγουσα αυθημερόν, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως και το από 31-7-2012 "ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου για την πληρωμή της υπ' αριθ. ... επιταγής, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-10-2014, ποσού € 40.000, που αντιστοιχούσε στην 26η δόση του ρυθμισμένου με το ανωτέρω συμφωνητικό χρέους, ασκώντας το σχετικό συμβατικό δικαίωμα που της παρείχε το άρθρο 7.1 του συμφωνητικού. Πριν την καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, εναγομένη, τηρώντας την ίδια χρηστή συναλλακτική συμπεριφορά που είχε επιδείξει καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα, αμέσως μετά την εμφάνιση της επιταγής για πληρωμή και τη μη πληρωμή της, απέστειλε στην ενάγουσα την από 31-10-2014 επιστολή, με την οποία την καλούσε να προβεί στην πληρωμή της επιταγής μέχρι τις 3-11-2014, η δε ενάγουσα διαβεβαίωσε την εναγομένη ότι θα πράξει τούτο μέχρι τις 6-11-2014. Παρά ταύτα, η ενάγουσα ουδέν κατέβαλε στην εναγόμενη, με αποτέλεσμα η τελευταία, να επανέλθει με την από 7-11-2014 επιστολή της, με την οποία κάλεσε την ενάγουσα να εξοφλήσει αυθημερόν την ακάλυπτη επιταγή, άλλως θα προέβαινε στη σφράγισή της, όπως εν τέλει έπραξε στις 7-11-2014, καθόσον η ενάγουσα δεν εξόφλησε τη συγκεκριμένη επιταγή. Συναφώς σημειώνεται ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι για τη συγκεκριμένη ακάλυπτη επιταγή η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη, είτε πριν είτε μετά τη σφράγιση της επιταγής, την αντικατάστασή της με άλλη που έφερε μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης, όπως επανειλημμένως είχε πράξει κατά τα παρελθόντα έτη με θετική ανταπόκριση της εναγόμενης, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, αλλά ούτε και ότι πρότεινε στην εναγόμενη την εξασφάλισή της για την πληρωμή της συγκεκριμένης δόσης με άλλο τρόπο (πλην των εγγυητικών επιστολών που είχαν δοθεί το έτος 2007 και ασφάλιζαν τα πάσης φύσεως χρέη της ενάγουσας από την πολυετή συνεργασία της με την εναγόμενη) και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης στην ένδικη περίπτωση σε σχέση με τη μέχρι τότε επιδειχθείσα, ώστε να δύναται να δημιουργηθεί στην ενάγουσα η εύλογη πεποίθηση ότι η εναγόμενη δεν πρόκειται να καταγγείλει το συμφωνητικό διακανονισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η παροχή διευκολύνσεων από την εναγόμενη προς την ενάγουσα για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της γινόταν πάντοτε υπό τον όρο της εξασφάλισης της εναγόμενης είτε με την παράδοση άλλης επιταγής είτε με άλλο τρόπο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αδυναμία της ενάγουσας να καλύψει τη συγκεκριμένη επιταγή και κατ' αυτόν τον τρόπο να εξοφλήσει την αντίστοιχη συμφωνηθείσα δόση του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού ήταν απόρροια της έλλειψης ρευστότητας που εμφάνιζε την περίοδο εκείνη η ενάγουσα, καθόσον είχε δεσμευτεί το σύνολο των καταθέσεων της (περίπου € 280.000) στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, λόγω των οφειλών της προς την τράπεζα "ALPHA BANK" από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης, μέχρι να εγκριθεί από την τελευταία το εκπονηθέν επιχειρηματικό σχέδιο της ενάγουσας για αναδιάρθρωσή της (διακανονισμό του χρέους της από τη σύμβαση πίστωσης και εκ νέου χρηματοδότησή της), το οποίο, εν τέλει, εγκρίθηκε υπό όρους από την παραπάνω τράπεζα επτά (7) μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, με την αποστολή στην ενάγουσα της από 9-6-2015 επιστολής της τράπεζας "ALPHA BANK", η δε σχετική συμφωνία υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2015 όπως περί τούτου κατέθεσε ο ενόρκως βεβαιώσας οικονομικός σύμβουλος της ενάγουσας, Κ. Δ. Μετά την κατά τα ανωτέρω εξέλιξη των πραγμάτων και αφού προηγουμένως η εναγόμενη άφησε να παρέλθει από τη σφράγιση χρονικό διάστημα 17 ημερών, εντός του οποίου οι εκπρόσωποι των διαδίκων συμμετείχαν σε άγονες διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του προβλήματος της ρευστότητας της ενάγουσας, που είχε επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις τους και είχε ήδη οδηγήσει στη λύση τόσο των από 29-5-2014 συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης-ανταλλακτικών, όσο και των εξαρτώμενων από αυτές από 1-10-2013 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού χρεών, η καταγγελία του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" αποτελούσε τη μόνη ενδεδειγμένη για τα καλώς νοούμενα οικονομικά συμφέροντα της εναγόμενης και οπωσδήποτε προβλέψιμη από την ενάγουσα επιχειρηματική επιλογή της εναγόμενης, χωρίς ωστόσο αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και να καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική (άρθρα 174 και 281 ΑΚ), αφού η εναγόμενη, πριν την άσκηση της καταγγελίας, συμπεριφερθείσα σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, είχε εξαντλήσει από την πλευρά της κάθε αναμενόμενη από καλόπιστο συναλλασσόμενο δυνατότητα για την εξόφληση της επιταγής από την ενάγουσα, προκειμένου να διατηρηθεί σε ισχύ το από 31-7-2012 συμφωνητικό διακανονισμού χρεών, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη σύμβαση σε σχέση με τις ήδη λυθείσες συμβάσεις διανομής και διακανονισμού χρεών, έστω και με την παροχή χρονικών διευκολύνσεων για την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, όπως συνέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων. Λόγω δε του ότι η καταγγελία του ανωτέρω συμφωνητικού δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στις ήδη λυθείσες από τις 30-9-2014 συμβάσεις διανομής και να επηρεάσει δυσμενώς την τυχόν οικονομική εξάρτηση της ενάγουσας από αυτές, τυγχάνει αλυσιτελής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία του επίμαχου συμφωνητικού δεν αποσκοπούσε στην προστασία των συμφερόντων της, αλλά στην αζήμια εκδίωξή της από το δίκτυο διανομής, για το λόγο δε τούτο η ίδια ως άνω καταγγελία δεν συνδέεται με την επικαλούμενη από την ενάγουσα οικονομική καταστροφή της από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγομένη. Η ανωτέρω κρίση περί μη αντίθεσης της καταγγελίας του επίμαχου συμφωνητικού διακανονισμού στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως για μη ακυρότητά της δεν ανατρέπεται από τη σχετικά μικρή αξία της μη πληρωθείσας δόσης των € 40.000 σε σύγκριση με το συνολικό ποσό των μέχρι τότε εξοφληθεισών δόσεων (€ 1.000.000) και το εναπομείναν προς εξόφληση ποσό δόσεων (€ 440.000), καθόσον, υπό τις ένδικες περιστάσεις, το γεγονός και μόνο αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την καταγγελία καταχρηστική, ενόψει και του ότι την κρίσιμη εκείνη χρονική περίοδο η ενάγουσα εμφάνιζε εικόνα έλλειψης ρευστότητας (τέτοια νοείται και η δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων της), συνεπεία της οποίας είχε ήδη τερματιστεί η πολυετής συνεργασία των διαδίκων λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, ασχέτως του ότι η ενάγουσα πλήρωσε διαδοχικά, σε μεταγενέστερους χρόνους, άλλα μικρότερα χρέη της προς τρίτους. Αλλά ούτε και η σιωπηρή απόρριψη από την εναγόμενη της προφορικής πρότασης της ενάγουσας για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 προς το σκοπό της κάλυψης με αυτήν τόσο της επίμαχης ληξιπρόθεσμης 26ης δόσης των € 40.000, όσο - και κυρίως - όλων των εν γένει χρεών που θα δημιουργούνταν προς την εναγόμενη μέχρι το τέλος του έτους 2014 οδηγεί σε αντίθετη κρίση, καθόσον η εν λόγω πρόταση έγινε υπό την προϋπόθεση ότι η εναγόμενη δε θα ενέμενε στη θέση της για την επελθούσα λύση της συνεργασίας τους λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης και έτσι δεν θα κατέπιπταν οι υπόλοιπες δύο εγγυητικές επιστολές των € 1.000.000 και € 200.000 για την κάλυψη των χρεών της που θα την οδηγούσαν σε πλήρη οικονομική εξόντωση, όπως σχετικώς περί τούτου κατέθεσαν οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της ενάγουσας, Ε. Δ. και Κ. Δ. Πλην όμως, επειδή η εναγομένη ενέμεινε τελικά στη λύση της συνεργασίας της με την ενάγουσα, με συνέπεια να καταστούν ληξιπρόθεσμες στο σύνολό τους οι απορρέουσες από τις εν λόγω λυθείσες συμβάσεις οφειλές της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 1.238.876,75, για την ικανοποίηση των οποίων έπρεπε να καταπέσουν ολικά οι δύο εγγυητικές επιστολές και εν μέρει η τρίτη εξ αυτών, έστω κι αν απέμενε υπόλοιπο € 191.533,25 (1.430.410 - 1.238.876,75), δεν πληρούνταν οι όροι υπό τους οποίους είχε γίνει από την ενάγουσα η πρόταση για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, αφού κύριο μέλημα και επιδίωξη της ενάγουσας ήταν να μη λυθεί η συνεργασία της με την εναγόμενη και στα πλαίσια συνέχισης αυτής να διευθετηθεί το έλασσον ζήτημα της πληρωμής της επίδικης ληξιπρόθεσμης δόσης των € 40.000 από την ως άνω εγγυητική επιστολή. Πάντως, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τα αποτελέσματα της τυχόν αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας για ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 δε θα διέφεραν στην πράξη από τα επελθόντα αποτελέσματα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δυσανάλογα επαχθές μέτρο ως προς την ενάγουσα, αφού στη μεν περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας η εναγόμενη θα ικανοποιείτο για τη ληξιπρόθεσμη δόση του Οκτωβρίου 2014 και τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις των επόμενων πέντε περίπου μηνών από την εγγυητική επιστολή εγγυητική επιστολή των € 230.410, ενώ στην περίπτωση της καταγγελίας του συμφωνητικού η εναγόμενη ικανοποιήθηκε από το αδιάθετο υπόλοιπο των καταπεσουσών τριών εγγυητικών επιστολών, ποσού € 191.533, το οποίο υπολείπεται του ποσού της εγγυητικής επιστολής των € 230.410. Επομένως, υπό τις ένδικες περιστάσεις, η καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού δεν αποτελούσε το επαχθέστερο μέσο σε σχέση με το επικαλούμενο από την ενάγουσα ηπιότερο μέσο της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, ούτε επέφερε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στην ενάγουσα σε σχέση με το όφελος που αποκόμισε η εναγόμενη, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Κατ' ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν, η καταγγελία του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" δεν ήταν καταχρηστική και επομένως άκυρη, αλλά καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή, επιφέρουσα τα έννομα αποτελέσματά της, εφόσον δε η καταγγελία, δεν ήταν καταχρηστική, δεν ήταν ούτε παράνομη και για το λόγο τούτο δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ώστε να θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Πρέπει, επομένως, ως προς την εξετασθείσα κύρια βάση της, η αγωγή ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 150 ΑΚ που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, τις οποίες αντίθετα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής με την οποία ζητάει η ενάγουσα να κηρυχθεί άκυρη, λόγω απειλής, η αναφερόμενη "διαλυτική αίρεση", ώστε να μην επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων του 2014 αφού δέχθηκε α) ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η απειλή της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων, με την έννοια της άρνησης της εναγόμενης να συνάψει νέες συμβάσεις διανομής με την ενάγουσα, εντάσσεται στα πλαίσια της συναλλακτικής ελευθερίας της να δέχεται να καταρτίσει συμβάσεις με όρους και αιρέσεις της επιλογής της που αποβλέπουν στο οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της ή να αρνείται να καταρτίσει συμβάσεις που δεν περιέχουν τους όρους ή τις αιρέσεις που η ίδια έχει θέσει, τέτοια δε αίρεση, που απαίτησε να γίνει αποδεκτή από την ενάγουσα, προκειμένου να συνεχιστεί η συνεργασία τους, ήταν και η (μόνη) περιγραφόμενη στην αγωγή διαλυτική αίρεση της διαδοχικής αύξησης της ρευστότητας της ενάγουσας εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων, το όφελος δε της εναγόμενης από την αποδοχή της εν λόγω διαλυτικής αίρεσης από την ενάγουσα συνδέεται άμεσα με την ασκηθείσα απειλή, αφού η εν λόγω απειλή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της εναγόμενης όχι μόνο για τις μέχρι τότε απαιτήσεις της κατά της ενάγουσας, που είχαν ήδη διακανονιστεί με συμφωνητικά και ήταν εξασφαλισμένες με εγγυητικές επιστολές τράπεζας, αλλά και για όσες τυχόν θα προέκυπταν στο μέλλον από τη συνέχιση της συνεργασίας τους με τις νέες συμβάσεις διανομής. β) από τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν διαγιγνώσκεται ο επικαλούμενος από την ενάγουσα "άσχετος" προς την απειλή σκοπός της εναγόμενης για αζήμια αποδέσμευσή της από τη μακρόχρονη συνεργασία αφού, αν η εναγόμενη επιδίωκε κάτι τέτοιο, θα είχε ασκήσει το δικαίωμά της να καταγγείλει τις αμέσως προηγούμενες συμβάσεις της με την ενάγουσα (του έτους 2003) λόγω υπαιτιότητάς της τελευταίας, συνισταμένης στη μη εκπλήρωση των συμβατικών οικονομικών της υποχρεώσεων, οι οποίες κατά τα μέσα του έτους 2012 είχαν ανέλθει στο ποσό των € 1.440.000 και μέχρι τη σύναψη των συμβάσεων του έτους 2014 στο επιπλέον ποσό των €769.503,20, αμφότερα δε τα εν λόγω χρέη της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 2.209.503,20 δέχθηκε η εναγόμενη να διακανονιστούν και αποπληρωθούν σε δόσεις, καταρτισθέντων σχετικώς των από 31-7-2012 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού, όπως εκτίθεται στην αγωγή γ) η διαφαινόμενη δε από το αγωγικό δικόγραφο τυχόν προσδοκία της ότι η εναγόμενη δε θα επικαλείτο την επελθούσα λύση των συμβάσεων λόγω πλήρωσης της "διαλυτικής αίρεσης" αφορά στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και δεν επιδρά ακυρωτικά (στην ισχύ) στη δικαιοπραξία της "διαλυτικής αίρεσης και δ) δε δύναται να γίνει λόγος περί έλλειψης συνάφειας μεταξύ της απειλής που ασκήθηκε από την εναγόμενη και της δήλωσης βούλησης, στην οποία εξαναγκάστηκε η ενάγουσα, με συνέπεια να μην καταφάσκεται αντίθεση της απειλής (του εξαγγελλόμενου κακού της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων) προς τα χρηστά ήθη. Επομένως ο 3ος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 150 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ` αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη, με τη μομφή ότι το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε την ως άνω κύρια βάση με την οποία ζητάει η ενάγουσα να κηρυχθεί άκυρη, λόγω απειλής, η αναφερόμενη "διαλυτική αίρεση", ώστε να μην επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων του 2014 με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστη. Ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος αφού η παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν οι αιτιολογίες έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού κατά την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και όχι όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε καν σε αυτό το στάδιο, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τον τρίτο λόγο αυτής, της κατά της ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω κύρια βάση εκ του άρθρου 150 ΑΚ ως μη νόμιμη και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ και ότι διαλαμβάνονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες για ουσιώδες ζήτημα αναφορικά με την αγωγική βάση περί της καταχρηστικότητας της καταγγελίας του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης διακανονισμού χρέους". Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, ορθώς, το Εφετείο ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης διακανονισμού χρέους" τα εξής : 1) Η εναγόμενη αναιρεσίβλητη με επιστολή της, στις 24-11-2014 που επιδόθηκε στην ενάγουσα αναιρεσείουσα αυθημερόν, κατήγγειλε εγγράφως το από 31-7-2012 "ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου για την πληρωμή της υπ' αριθ. ... επιταγής, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-10-2014, ποσού € 40.000, που αντιστοιχούσε στην 26η δόση του ρυθμισμένου με το ανωτέρω συμφωνητικό χρέους, ασκώντας το σχετικό συμβατικό δικαίωμα που της παρείχε το άρθρο 7.1 του συμφωνητικού. Πριν την καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού η εναγόμενη, τηρώντας την ίδια χρηστή συναλλακτική συμπεριφορά που είχε επιδείξει καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα αναιρεσείουσα, αμέσως μετά την εμφάνιση της επιταγής για πληρωμή και τη μη πληρωμή της, απέστειλε στην ενάγουσα την από 31-10-2014 επιστολή, με την οποία την καλούσε να προβεί στην πληρωμή της επιταγής μέχρι τις 3-11-2014, η δε ενάγουσα αναιρεσείουσα διαβεβαίωσε την εναγόμενη αναιρεσίβλητη ότι θα πράξει τούτο μέχρι τις 6-11-2014. 2) Παρά ταύτα, η ενάγουσα αναιρεσείουσα ουδέν κατέβαλε στην εναγόμενη αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα η τελευταία, να επανέλθει με την από 7-11-2014 επιστολή της, με την οποία κάλεσε την ενάγουσα να εξοφλήσει αυθημερόν την ακάλυπτη επιταγή, άλλως θα προέβαινε στη σφράγισή της, όπως εν τέλει έπραξε στις 7-11-2014, καθόσον η ενάγουσα δεν εξόφλησε τη συγκεκριμένη επιταγή. 3) Ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι για τη συγκεκριμένη ακάλυπτη επιταγή η ενάγουσα αναιρεσείουσα ζήτησε από την εναγόμενη αναιρεσίβλητη, είτε πριν είτε μετά τη σφράγιση της επιταγής, την αντικατάστασή της με άλλη που έφερε μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης, όπως επανειλημμένως είχε πράξει κατά τα παρελθόντα έτη με θετική ανταπόκριση της εναγόμενης, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, αλλά ούτε και ότι πρότεινε στην εναγόμενη αναιρεσίβλητη την εξασφάλισή της για την πληρωμή της συγκεκριμένης δόσης με άλλο τρόπο (πλην των εγγυητικών επιστολών που είχαν δοθεί το έτος 2007 και ασφάλιζαν τα πάσης φύσεως χρέη της ενάγουσας αναιρεσείουσας από την πολυετή συνεργασία της με την εναγόμενη αναιρεσίβλητη) και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης αναιρεσίβλητης στην ένδικη περίπτωση σε σχέση με τη μέχρι τότε επιδειχθείσα, ώστε να δύναται να δημιουργηθεί στην ενάγουσα αναιρεσείουσα η εύλογη πεποίθηση ότι η εναγόμενη αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να καταγγείλει το συμφωνητικό διακανονισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η παροχή διευκολύνσεων από την εναγόμενη προς την ενάγουσα για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της γινόταν πάντοτε υπό τον όρο της εξασφάλισης της εναγόμενης είτε με την παράδοση άλλης επιταγής είτε με άλλο τρόπο. 4) Ότι η αδυναμία της ενάγουσας αναιρεσείουσας να καλύψει τη συγκεκριμένη επιταγή και κατ' αυτόν τον τρόπο να εξοφλήσει την αντίστοιχη συμφωνηθείσα δόση του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού ήταν απόρροια της έλλειψης ρευστότητας που εμφάνιζε την περίοδο εκείνη η αναιρεσείουσα, καθόσον είχε δεσμευτεί το σύνολο των καταθέσεων της (περίπου € 280.000) στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, λόγω των οφειλών της προς την τράπεζα "ALPHA BANK" από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης, μέχρι να εγκριθεί από την τελευταία το εκπονηθέν επιχειρηματικό σχέδιο της ενάγουσας αναιρεσείουσας για αναδιάρθρωσή της (διακανονισμό του χρέους της από τη σύμβαση πίστωσης και εκ νέου χρηματοδότησή της), το οποίο, εν τέλει, εγκρίθηκε υπό όρους από την παραπάνω τράπεζα επτά (7) μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, με την αποστολή στην ενάγουσα της από 9-6-2015 επιστολής της τράπεζας "ALPHA BANK", η δε σχετική συμφωνία υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2015. 5) Μετά την κατά τα ανωτέρω εξέλιξη των πραγμάτων και αφού προηγουμένως η εναγόμενη αναιρεσίβλητη άφησε να παρέλθει από τη σφράγιση χρονικό διάστημα 17 ημερών, εντός του οποίου οι εκπρόσωποι των διαδίκων συμμετείχαν σε άγονες διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του προβλήματος της ρευστότητας της ενάγουσας αναιρεσείουσας, που είχε επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις τους και είχε ήδη οδηγήσει στη λύση τόσο των από 29-5-2014 συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης-ανταλλακτικών, όσο και των εξαρτώμενων από αυτές από 1-10-2013 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού χρεών, η καταγγελία του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" αποτελούσε τη μόνη ενδεδειγμένη για τα καλώς νοούμενα οικονομικά συμφέροντα της εναγόμενης και οπωσδήποτε προβλέψιμη από την ενάγουσα αναιρεσείουσα επιχειρηματική επιλογή της εναγόμενης αναιρεσίβλητης, χωρίς ωστόσο αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και να καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική (άρθρα 174 και 281 ΑΚ), αφού η εναγόμενη αναιρεσίβλητη, πριν την άσκηση της καταγγελίας, συμπεριφερθείσα σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, είχε εξαντλήσει από την πλευρά της κάθε αναμενόμενη από καλόπιστο συναλλασσόμενο δυνατότητα για την εξόφληση της επιταγής από την ενάγουσα αναιρεσείουσα, προκειμένου να διατηρηθεί σε ισχύ το από 31-7-2012 συμφωνητικό διακανονισμού χρεών, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη σύμβαση σε σχέση με τις ήδη λυθείσες συμβάσεις διανομής και διακανονισμού χρεών, έστω και με την παροχή χρονικών διευκολύνσεων για την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, όπως συνέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων. 6) Λόγω δε του ότι η καταγγελία του ανωτέρω συμφωνητικού δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στις ήδη λυθείσες από τις 30-9-2014 συμβάσεις διανομής και να επηρεάσει δυσμενώς την τυχόν οικονομική εξάρτηση της ενάγουσας από αυτές, τυγχάνει αλυσιτελής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία του επίμαχου συμφωνητικού δεν αποσκοπούσε στην προστασία των συμφερόντων της, αλλά στην αζήμια εκδίωξή της από το δίκτυο διανομής, για το λόγο δε τούτο η ίδια ως άνω καταγγελία δεν συνδέεται με την επικαλούμενη από την ενάγουσα οικονομική καταστροφή της από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγόμενη. 7) Η ανωτέρω κρίση περί μη αντίθεσης της καταγγελίας του επίμαχου συμφωνητικού διακανονισμού στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως για μη ακυρότητά της δεν ανατρέπεται από τη σχετικά μικρή αξία της μη πληρωθείσας δόσης των € 40.000 σε σύγκριση με το συνολικό ποσό των μέχρι τότε εξοφληθεισών δόσεων (€ 1.000.000) και το εναπομείναν προς εξόφληση ποσό δόσεων (€ 440.000), καθόσον, υπό τις ένδικες περιστάσεις, το γεγονός και μόνο αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την καταγγελία καταχρηστική, ενόψει και του ότι την κρίσιμη εκείνη χρονική περίοδο η ενάγουσα αναιρεσείουσα εμφάνιζε εικόνα έλλειψης ρευστότητας (τέτοια νοείται και η δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων της), συνεπεία της οποίας είχε ήδη τερματιστεί η πολυετής συνεργασία των διαδίκων λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, ασχέτως του ότι η ενάγουσα πλήρωσε διαδοχικά, σε μεταγενέστερους χρόνους, άλλα μικρότερα χρέη της προς τρίτους. 8) Ότι ούτε και η σιωπηρή απόρριψη από την εναγόμενη αναιρεσίβλητη της προφορικής πρότασης της ενάγουσας για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 προς το σκοπό της κάλυψης με αυτήν τόσο της επίμαχης ληξιπρόθεσμης 26ης δόσης των € 40.000, όσο - και κυρίως - όλων των εν γένει χρεών που θα δημιουργούνταν προς την εναγόμενη μέχρι το τέλος του έτους 2014 οδηγεί σε αντίθετη κρίση, καθόσον η εν λόγω πρόταση έγινε υπό την προϋπόθεση ότι η εναγόμενη αναιρεσίβλητη δε θα ενέμενε στη θέση της για την επελθούσα λύση της συνεργασίας τους λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης και έτσι δεν θα κατέπιπταν οι υπόλοιπες δύο εγγυητικές επιστολές των € 1.000.000 και € 200.000 για την κάλυψη των χρεών της. Πλην όμως, επειδή η εναγόμενη ενέμεινε τελικά στη λύση της συνεργασίας της με την ενάγουσα, με συνέπεια να καταστούν ληξιπρόθεσμες στο σύνολό τους οι απορρέουσες από τις εν λόγω λυθείσες συμβάσεις οφειλές της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 1.238.876,75, για την ικανοποίηση των οποίων έπρεπε να καταπέσουν ολικά οι δύο εγγυητικές επιστολές και εν μέρει η τρίτη εξ αυτών, έστω κι αν απέμενε υπόλοιπο € 191.533,25 (1.430.410 - 1.238.876,75), δεν πληρούνταν οι όροι υπό τους οποίους είχε γίνει από την ενάγουσα η πρόταση για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, αφού κύριο μέλημα και επιδίωξη της ενάγουσας ήταν να μη λυθεί η συνεργασία της με την εναγόμενη και στα πλαίσια συνέχισης αυτής να διευθετηθεί το έλασσον ζήτημα της πληρωμής της επίδικης ληξιπρόθεσμης δόσης των € 40.000 από την ως άνω εγγυητική επιστολή. 9) Ότι ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τα αποτελέσματα της τυχόν αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας για ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 δε θα διέφεραν στην πράξη από τα επελθόντα αποτελέσματα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού χρεών, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δυσανάλογα επαχθές μέτρο ως προς την ενάγουσα, αφού στη μεν περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας αναιρεσείουσας η εναγόμενη αναιρεσίβλητη θα ικανοποιείτο για τη ληξιπρόθεσμη δόση του Οκτωβρίου 2014 και τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις των επόμενων πέντε περίπου μηνών από την εγγυητική επιστολή των € 230.410, ενώ στην περίπτωση της καταγγελίας του συμφωνητικού η εναγόμενη ικανοποιήθηκε από το αδιάθετο υπόλοιπο των καταπεσουσών τριών εγγυητικών επιστολών, ποσού € 191.533, το οποίο υπολείπεται του ποσού της εγγυητικής επιστολής των € 230.410. 10) Υπό τις ένδικες περιστάσεις, η καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού δεν αποτελούσε το επαχθέστερο μέσο σε σχέση με το επικαλούμενο από την ενάγουσα αναιρεσείουσα ηπιότερο μέσο της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, ούτε επέφερε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στην ενάγουσα σε σχέση με το όφελος που αποκόμισε η εναγόμενη, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Κατ' ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν, η καταγγελία του από 31-7-2012 "ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών" δεν ήταν καταχρηστική και επομένως άκυρη, αλλά καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή, επιφέρουσα τα έννομα αποτελέσματά της, εφόσον δε η καταγγελία, δεν ήταν καταχρηστική, δεν ήταν ούτε παράνομη και για το λόγο τούτο δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ώστε να θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της και ως εκ τούτου οι ως άνω λόγοι κατά το ως άνω περιεχόμενό τους απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους ως άνω λόγους κατά το πιο πάνω μέρος τους, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής της με την οποία αιτείται αποζημίωσης πελατείας. Με συνεκτίμηση όλων των εκτιθέμενων στην αγωγή ως άνω πραγματικών περιστατικών η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους δεν έχει το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής, αλλά της απλής διανομής, καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αγωγή ελλείπουν τα βασικά στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της ως αποκλειστικής διανομής και συγκεκριμένα η αυτοδέσμευση του παραγωγού προμηθευτή (αναιρεσίβλητης) να μη παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του διανομέα (αναιρεσείουσας) μέσα στην περιοχή της διανομής, καθώς και η υποχρέωση του διανομέα να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή, αφού σύμφωνα με τις ως άνω νομικές σκέψεις, η απαγόρευση ανταγωνισμού είναι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της αποκλειστικότητας μιας σύμβασης διανομής, με κυρίαρχο βέβαια (στοιχείο) αυτό της αποκλειστικότητας της εδαφικής περιοχής (ΑΠ 1325/2019). Κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, δεν υποχρεούται η αναιρεσίβλητη προμηθευτής να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη γεωγραφική περιοχή, στην αναιρεσείουσα διανομέα τα αναφερόμενα οχήματα, ήτοι να αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει σε τρίτους ανταγωνιστές της μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα η αναιρεσείουσα να υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα (οχήματα) στην ίδια περιοχή αφού στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι υπάρχει υποχρέωση μη ανταγωνισμού σε ορισμένη εδαφική περιοχή, απεναντίας αναφέρει η αναρεσείουσα (διανομέας) ότι δραστηριοποιείται όχι μόνο στα βόρεια αττική αλλά και σε άλλες περιοχές της Αττικής μέχρι το Κουκάκι και η αναιρεσίβλητη (προμηθευτής) έχει και άλλους διανομείς στην Αττική την ΑUΤΟ ΟΝΕ ΑΕ του ομίλου Σ., την "Σ. ΑΕ" και την "ΑΔΕΛΦΟΙ Σ. ΑΕ" ενώ και η ίδια (αναιρεσείουσα) αναφέρει ότι πωλεί ανταγωνιστικά οχήματα. Επομένως δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι υπάρχει εδαφική αποκλειστικότητα και ρήτρα μη ανταγωνισμού σε αυτή ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποκλειστικής διανομής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που προβλέπει αποζημίωση πελατείας, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά επί αποκλειστικής διανομής, αφού η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής όπως συντρέχει στην συγκεκριμένη υπόθεση. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση εσφαλμένως κρίθηκε η επικουρική βάση της αγωγής ως αόριστη, επί της οποίας επιχειρήθηκε η θεμελίωση του κονδυλίου της αποζημίωσης πελατείας, αφού η βάση αυτή ελέγχεται ως μη νόμιμη, ενόψει των ως άνω εκτεθέντων. Δεδομένου όμως ότι η αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης θα οδηγούσε σε δυσμενέστερο δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αντικατάσταση των αιτιολογιών αλλά θα απορρίψει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως αβάσιμο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-9-2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΑΜΔΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΜΔΑ ΑΕ", για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2477/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή