ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1777/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1777/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1777/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1777 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1777/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πανέρη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MERIT Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "MERIT Χ.Α.Ε.Π.Ε.Υ." που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σοφοκλή Πιλάβιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 882/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4435/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 04-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 4-12-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4435/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 3-5-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ. 882/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 6-12-2013 αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-7-2020 η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 17-12-2020 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων η παροχή από τον μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου, και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνον με μισθό, οφείλεται ο συμφωνηθείς για την πρόσθετη αυτή εργασία μισθός, ενώ εάν δεν καθορισθεί συγχρόνως ο πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή εκείνον που θα καταβαλλόταν σε άλλον μισθωτό που θα παρείχε την ίδια εργασία, υπό τις ίδιες γενικές συνθήκες, εκτός και αν συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η μη καταβολή πρόσθετου μισθού και η, από τον μισθό της κύριας απασχολήσεως κάλυψή του (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 182/2020, ΑΠ 814/2014, ΑΠ 919/2013, ΑΠ 18/2011, ΑΠ 431/2009). Όταν όμως η πρόσθετη εργασία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή γι` αυτήν, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 182/2020, ΑΠ 59/2023, ΑΠ 974/1991, ΑΠ 1999/1990). Συναφείς, με την αρχικά συμφωνηθείσα, εργασίες, για τις οποίες δεν οφείλεται πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνες που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένες από τη φύση τους ή από τον χρόνο και τον τόπο στον οποίο παρέχονται με τα κύρια καθήκοντα του μισθωτού (ΑΠ 182/2020, ΑΠ 59/2023, ΑΠ 118/1997), είναι δηλαδή οι εργασίες που έχουν προπαρασκευαστικό, συμπληρωματικό ή παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αρχικά συμφωνηθείσα κύρια εργασία ή και εκείνες που προσφέρονται παρεμπιπτόντως, χωρίς να επηρεάζουν ή να αλλοιώνουν ουσιαστικώς με άλλο τρόπο το χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης του εργαζομένου στο σύνολό της (ΑΠ 182/2024, ΑΠ 394/2021).

Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006). Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 3/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1547/2023). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 345/2018).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη-εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσίβλητη) λειτουργεί ως ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), με σκοπό την παροχή κυρίων και παρεπομένων επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...-1999 άδεια λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθ. 3/477/2008 και 34/596/2011 αποφάσεις της ίδιας επιτροπής. Ο ενάγων - εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη στην εναγόμενη - εφεσίβλητη, κατόπιν σύστασης και εισήγησης του, τότε, Διευθύνοντος Συμβούλου, Κ. Ε. Β., με την από 1-11-2000 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με αρμοδιότητα τη διεύθυνση του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, του Ταμείου Χρημάτων και του Ταμείου Τίτλων και την ευθύνη για τον συντονισμό τους. Κατόπιν της προσλήψεώς του, ανέλαβε σημαντικά καθήκοντα και ανήλθε στην κλίμακα της διοίκησης της εταιρείας, συγκεκριμένα ανέλαβε αρμοδιότητες δέσμευσης και εκπροσώπησής της. Ειδικότερα, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, τον Ιούνιο του 2001, ο ενάγων - εκκαλών εξελέγη μέλος του ΔΣ της εναγομένης - εφεσίβλητης. Εν συνεχεία, κατά την συνεδρίαση του ΔΣ της, την 29-6-2001 αποφασίστηκε ότι ο εκκαλών - ενάγων θα αναλάμβανε (και ανέλαβε) καθήκοντα Γενικού Διευθυντή και εξουσιοδοτήθηκε να πραγματοποιεί όλες τις αναγκαίες ενέργειες, στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, για τη μεταφορά Χαρτοφυλακίων Πελατών της εταιρίας. Εν συνεχεία, το ίδιο ΔΣ, με την από 6-9-2001 απόφασή του, διεύρυνε περαιτέρω τις αρμοδιότητες του ενάγοντος - εκκαλούντος, παρέχοντάς του εξουσίες εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας και έναντι τρίτων, για όλες τις συναλλαγές, μέχρι του ποσού των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, δια της υπογραφής του, και δια μιας ακόμα υπογραφής του Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Προέδρου της εταιρίας. Το έτος 2002 ο ενάγων - εκκαλών αναδείχθηκε Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εφεσίβλητης - εναγόμενης, και εν συνεχεία, το έτος 2007, αναδείχθηκε Διευθύνων Σύμβουλος αυτής. Στη συνέχεια, το έτος 2009, εξακολουθούσε να φέρει τον τίτλο του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας, ενώ σύμφωνα με το Πρακτικό ΔΣ Ν. 160 ορίστηκε, ότι: "Στον Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Δ. Λ. ανατίθεται η γενική διοίκηση και διεύθυνση της εταιρείας". Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, από το έτος 2001 ο εναγών - εκκαλών, απέκτησε, με εξαγορά αλλά και με συμμετοχή σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, σημαντικό αριθμό μετοχών της εταιρείας, με αποτέλεσμα το έτος 2007 να κατέχει 198.216 μετοχές, ονομαστικής αξίας τριών (3) ευρώ εκάστης, επί συνόλου 1.667.000 μετοχών, δηλαδή ποσοστό 11,89% του καταβεβλημένου, τότε, μετοχικού κεφαλαίου, ήδη δε σήμερα, ο εκκαλών - ενάγων διατηρεί μικρή συμμετοχή, ανερχόμενη σε ποσοστό 2,397% του μετοχικού κεφαλαίου. Ο ενάγων - εκκαλών παρέμεινε στη θέση του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, έως και τον Ιούνιο του 2010 οπότε υπέβαλε την παραίτησή του, κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της εταιρίας, της 22-6-2010. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από το έτος 2001 ως τον Ιούνιο του 2010, ο ενάγων - εκκαλών είχε την αποκλειστική εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας, δια μόνης της υπογραφής του, σε ένα ευρύ φάσμα συναλλαγών και ασκούσε πλήρη και πραγματικό έλεγχο όλων των υποθέσεων της εταιρείας, έχοντας και αποφασιστικό λόγο στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεών της. Οι αποδοχές του ενάγοντος - εκκαλούντος κατά το άνω χρονικό διάστημα ανερχόταν, αρχικά, σύμφωνα με την από 1-11-2000 σύμβαση εργασίας, στο ποσό 1.250.000 δρχ. ήτοι 3.668,38 ευρώ. Από την 1-1-2002 οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 6.046,17 ευρώ. Δηλαδή, οι συνολικές ετήσιες μικτές αποδοχές του ενάγοντος - εκκαλούντος (υπολογιζόμενες σε καταβαλλόμενους μισθούς 14 μηνών αλλά και έκτακτες παροχές - bonus) ανήλθαν, για το έτος 2001, σε 84.952,08 ευρώ, για το 2002, σε 85.024,21 ευρώ, για το 2003, σε 85.056,35 ευρώ, για το 2004, σε 110.926,05 ευρώ, για το 2005, σε 111.422,97 ευρώ, για το 2006, σε 118.846,30 ευρώ, για το 2007, σε 124.652,31 ευρώ, πλέον bonus 43.858,41 ευρώ, για το 2008, σε 140.058,18 ευρώ, για το 2009, σε 101.223,36 ευρώ και για το έτος 2010 (έως και την λύση της σύμβασης εργασίας), σε 55.286,10 ευρώ. Στις αρχές του έτους 2009, μετά τη σημείωση ζημιών της εταιρίας, τέθηκε, κατ' απαίτηση των μετόχων, ζήτημα οικονομικής αναδιάρθρωσης και εξορθολογισμού της μισθολογικής της πολιτικής. Σ' αυτό το πλαίσιο, άρχισαν να εξετάζονται μειώσεις στις αποδοχές των υψηλά αμειβόμενων στελεχών και ειδικά του Διευθύνοντος Συμβούλου, Ε. Β. και του Αντιπροέδρου - ενάγοντος - εκκαλούντος. Έτσι, μετά από συζητήσεις με τους μετόχους, το Δ.Σ. της εταιρείας, κατά τη συνεδρίαση της 27-2-2009 έλαβε την απόφαση να αναθεωρήσει το καθεστώς, τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος των αποδοχών του κ. Β. και του ενάγοντος - εκκαλούντος, και μάλιστα μετά από εισήγηση των ιδίων, η οποία διατυπώθηκε ως εξής: "Αποδέχεται την πρόταση του Ε. Β. να αμείβεται από την 1.03.2009 με το καθεστώς παραγωγού της Εταιρείας, και όχι ως μέλος του Δ.Σ. όπως ήταν μέχρι σήμερα ...Η μόνη αμοιβή που θα λαμβάνει ο Ε. Β. από την εταιρεία θα προκύπτει από τις εργασίες του στην Εταιρεία ως παραγωγός. Ο Ε. Β. κατέθεσε στο Δ.Σ. κατάσταση των ήδη πελατών των οποίων θα διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο ως παραγωγός. Επί των προμηθειών που θα καρπούται η εταιρεία από τις συναλλακτικές πράξεις των άνω πελατών και βεβαίως των νέων πελατών, τους οποίους ο Ε. Β. ως παραγωγός, θα προσελκύει στην εταιρεία ο τελευταίος θα δικαιούται ποσοστό 60% ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 40% θα περιέρχεται οριστικά στη MERIT ΧΑΕΠΕΥ. Ο Ε. Β. θα κοινοποιεί στο τέλος κάθε μήνα στο Δ.Σ. κατάσταση των νέων πελατών που προσήλκυσε στην εταιρεία...Αποδέχεται την πρόταση του Δ. Λ. για μείωση του μισθού του αρχής γενομένης από τον Μάρτιο 2009, κατά ποσοστό 30%. Ο Δ. Λ. δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ότι παραιτείται από κάθε μελλοντικό δικαίωμα ή αξίωση για την αποφασισθείσα μείωση του μισθού του, την οποία άλλωστε ο ίδιος πρότεινε ως συμβολή του στην οικονομική αναδιάρθρωση της εταιρείας μέσω της παρούσας οικονομικής κρίσης". Μετά ταύτα, από την 1-3-2009 οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος - εκκαλούντος διαμορφώθηκαν στο ποσό των 6.740,23 ευρώ, οι οποίες του καταβάλλονταν σταθερά έως και τη λύση της σύμβασης εργασίας, το 2010. Μάλιστα, πριν τη συνεδρίαση αυτή, είχε προηγηθεί η με ημερομηνία 11-2-2009 ιδιόχειρη επιστολή του ιδίου, απευθυνόμενη προς την Υπεύθυνη Λογιστηρίου της εταιρείας, δια της οποίας έδινε εντολή στο λογιστήριο να καταβάλει τη μηναία μισθοδοσία του, εφεξής μειωμένη, κατά 30%. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση του Δ.Σ. της 27-2-2009 περί αμοιβής του Ε. Β. "με το καθεστώς παραγωγού", και συγκεκριμένα με ποσοστό 60% επί των προμηθειών σε συναλλαγές πελατών, αφορούσε αποκλειστικά και μόνον τον κ. Β. και όχι τον ενάγοντα - εκκαλούντα. Αν όμως ο τελευταίος επιθυμούσε ή διεκδικούσε τέτοια αμοιβή, "με το καθεστώς του παραγωγού", θα το διεκδικούσε και θα το έθετε ως εναλλακτική πρόταση στην εταιρία, όπως έκανε ο κ. Β., ο οποίος προτίμησε να αμείβεται ως παραγωγός, για το σύνολο των υπηρεσιών του προς την εταιρεία και όχι αποκλειστικά για τη δραστηριότητα του παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών. Δηλαδή στον τελευταίο, μετά την τελευταία τροποποίηση του καθεστώτος των αποδοχών του, δεν οφείλοντο σωρευτικά και άλλες αμοιβές, όπως ο μισθός. Βεβαίως, το σύστημα αυτό, για τις αμοιβές του κ. Β., δεν διατηρήθηκε επί μακρόν, γιατί διαπιστώθηκε ότι ήταν επιβλαβές για την εταιρία. Από τα παραπάνω προκύπτει, όμως, ότι ο ενάγων - εκκαλών, με δεδομένο ότι κατείχε νευραλγική θέση στο Δ.Σ. της εταιρείας και είχε αποφασιστικό λόγο σε ζητήματα διοίκησης και διαχείρισης, αν το επιθυμούσε και πίστευε ότι δικαιούτο αμοιβή σχετικώς, για την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών ως παραγωγός χρηματιστηριακών εργασιών, είτε σωρευτικά με το μισθό του, είτε διαζευτικά, θα διεκδικούσε την αμοιβή αυτή, μέσω της διοίκησης της εταιρίας, κάτι που ουδέποτε έπραξε, καθόσον πάντοτε αμειβόταν και γνώριζε ότι αμείβεται, με το μισθό του και όχι με σύστημα μεταβλητών αποδοχών, μέσω επιστροφής προμηθειών, όπως εκθέτει στην αγωγή ότι δικαιούται, για το πρόσθετο έργο του παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών. Προκύπτει δηλαδή, ότι η μοναδική συμφωνία του με την εταιρεία ήταν να αμείβεται, για το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών του, σε σταθερή βάση, αποκλειστικά και μόνον με την καταβολή του τακτικού μηναίου μισθού, ο οποίος, μάλιστα, από την 1-3-2009 συμφωνήθηκε να καταβάλλεται μειωμένος κατά 30%, όπως αποτυπώθηκε στην πρόταση που υπέβαλε ο ίδιος, κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης - εφεσίβλητης, της 27-2-2009. Εκτός από τις μηνιαίες του δε, αποδοχές, είχε συμφωνηθεί ο ενάγων - εκκαλών να έχει και πρόσθετες παροχές, ήτοι δύο (2) πιστωτικές κάρτες, με ανώτατο πιστωτικό όριο 1.500.000 δραχμών, η κάθε μία, "προκειμένου να διευκολύνονται τρέχουσες πληρωμές και συναλλαγές της εταιρίας" (σύμφωνα με το Πρακτικό No 24 του ΔΣ της εταιρίας της 7-3- 2001), το οποίο (πιστωτικό όριο) αυξήθηκε, από 19-12-2006, στο ποσό των 10.000 ευρώ, δύο (2) τηλεφωνικές συνδέσεις κινητού τηλεφώνου, με κάλυψη του συνόλου των μηναίων λογαριασμών από την εταιρεία, καθώς και χρήση εταιρικού αυτοκινήτου, για τις μετακινήσεις του. Όμως, το έτος 2010 κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των μετόχων της εταιρίας, στο πρόσωπο του ενάγοντος - εκκαλούντος, με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2010 να υποβάλει την παραίτησή του, από τη θέση του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου. Κατόπιν, ο ενάγων - εκκαλών, άσκησε κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης, ενώπιον του ΜΠΑ, με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, την από 10-10-2013 (με αρ. έκθ. καταθ. 135701/4846/2013) αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι η αποχώρησή του από την εργασία του οφειλόταν σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία ισοδυναμούσε με καταγγελία, και ζητούσε να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενη σε αποδοχές, πέντε μηνών, με βάση τις καταβαλλόμενες μεικτές μηνιαίες αποδοχές του. Με την αγωγή εκείνη δε, δεν αξίωνε πρόσθετη αμοιβή, για την επιπλέον δραστηριότητα του, ως παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε επικαλούνταν κάτι σχετικό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 924/2015 απόφαση του ΜΠΑ, με την οποία κρίθηκε ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την 1-11-2000, η οποία λύθηκε την 6-9-2010, δι' άτυπης καταγγελίας εκ μέρους της εργοδότιδας και λήφθηκε ως βάση υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, το ποσό των 6.740,23 ευρώ, το οποίο αναγνωρίστηκε ως το ποσό που αντιστοιχούσε στις μικτές καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος - εκκαλούντος, κατά το χρόνο της απόλυσης. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση, από αμφότερους τους διαδίκους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 187/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε μονομελή σύνθεση. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, κατ' άρθ. 321 Κ.Πολ.Δ., ότι τους διαδίκους συνέδεε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, από την 1-11-2000 έως και την 6-9-2010, στο πλαίσιο της οποίας ο ενάγων - εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του. Στο μεταξύ και η εναγόμενη - εφεσίβλητη, υπέβαλε κατά του ενάγοντος - εκκαλούντος και του κ. Β., την υπ' αριθμ Β 201/5209/2011 μήνυση για απιστία (390 ΠΚ) και υπεξαίρεση (375 ΠΚ), ποσού 375.000 ευρώ. Μετά την κατάθεση της μήνυσης, οι μηνυόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 375.000 ευρώ, στο ταμείο της εταιρείας και η μήνυση τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθ. 374 ΠΚ και την υπ' αριθμ. Δ 2013/1518 μηνυτήρια αναφορά, για απιστία (390 ΠΚ), ποσού 2.182.082 ευρώ και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για την οποία εκκρεμεί, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, η από18-2-2018 υπ' αριθμ. ΕΓ63-17/30417 πρόταση του κ. Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, για παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι για αδικήματα της υπεξαίρεσης και κακουργηματικής απιστίας, ύψους ποσού 2.128.082 ευρώ και την υπ' αριθμ. 2748/2011 αγωγή, ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων της Κύπρου, για την αποκατάσταση της ζημίας της εναγόμενης - εφεσίβλητης, ύψους 397.000 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα της αγωγής αυτής, ο εδώ ενάγων και ο κ. Β., ενέβασαν σε Κυπριακές εταιρίες, χωρίς αιτία, από το ταμείο της εναγομένης - εφεσίβλητης. Από τα παραπάνω, σχετικά με το καθεστώς εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος και τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, συνάγεται ότι αυτός συνδεόταν με την εναγόμενη - εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δια της οποίας είχε συμφωνήσει να αμείβεται για το σύνολο των υπηρεσιών του, με σταθερές αποδοχές, δηλαδή με την καταβολή μηνιαίου μισθού και όχι μέσω επιστροφής προμηθειών. Ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη ή προφορική συμφωνία, για καταβολή τέτοιας αμοιβής. Εξάλλου, ο ενάγων - εκκαλών, ούτε έλαβε ποτέ τέτοια αμοιβή, ούτε διατύπωσε επιφύλαξη σχετικώς, ούτε ήγειρε ποτέ τέτοια αξίωση και τούτο γιατί, η βούληση των μερών ήταν να μην οφείλεται τέτοια αμοιβή, καθόσον η μοναδική συμφωνία του ενάγοντος - εκκαλούντος με την εναγομένη - εφεσίβλητη, ήταν, για το σύνολο των υπηρεσιών του, σε σταθερή βάση, να αμείβεται αποκλειστικά και μόνο με το μισθό του. Τούτο το συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων - εκκαλών είχε πρόσβαση, λόγω της ιδιότητάς του, του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας και στο χρηματιστηριακό πρόγραμμα "XRHMA PLUS", το οποίο του είχε παρασχεθεί στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας του, και το οποίο χρησιμοποιείτο για την παρακολούθηση όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών της εταιρίας. Μέσω του προγράμματος αυτού, υπό την ιδιότητα του διευθυντή του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, είχε ως γενικό καθήκον να προσελκύει πελάτες - επενδυτές, να ενισχύει δηλαδή την πελατειακή βάση της εταιρείας και να αυξάνει το τζίρο των χρηματιστηριακών συναλλαγών, που διενεργούνταν μέσω αυτής, και επομένως, να αυξάνει τις παραγόμενες προμήθειες, και να ενισχύει την κερδοφορία της, με άλλα λόγια, να προάγει και να διευρύνει τον κύκλο εργασιών της, αμειβόμενος για το σύνολο αυτών, με το μισθό του. Περιλαμβανόταν, λοιπόν, στα καθήκοντά του, να προωθεί τις χρηματιστηριακές υπηρεσίες της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας σε πελάτες (με σημαντικά χαρτοφυλάκια), με σκοπό να διενεργούν χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω αυτής, και να αυξάνουν τον τζίρο των συναλλαγών της και τις παραγόμενες προμήθειες, όμως τούτο δεν αποτελούσε διαφορετική, ανεξάρτητη και αυτοτελή υπηρεσία. Δηλαδή, η διεύθυνση του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, η εποπτεία στην εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και η εκπροσώπηση της εταιρίας, οι παρουσιάσεις σε επενδυτές - πελάτες, με σκοπό την προσέλκυσή τους, για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και παραγωγή χρηματιστηριακών εργασιών, για την οποία αιτείται χωριστή αμοιβή, εμπίπτουν στο πεδίο της εργασίας, για το οποίο είχε συμφωνηθεί ο σταθερός μισθός του ενάγοντας - εκκαλούντος (βλ. και ΑΠ 271/2017 και ΕφΛαρ 50/22016 ΕΕμπΔ 2016, 837). Για τούτο, η ένταξη πελατών στον κωδικό "profit center", που του είχε χορηγηθεί, δεν συνεπαγόταν, ούτε ότι ο ίδιος είχε συναλλαχθεί με τους συγκεκριμένους πελάτες, κατά την παραγωγή χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε ότι είχε οικονομικές αξιώσεις από την παραγωγή αυτή, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, στηρίζοντας τον ισχυρισμό του στο γεγονός ότι στον κατάλογο που ενσωματώνει στην αγωγή, για την παραγωγή χρηματιστηριακών εργασιών δέκα (10) ετών, φαίνονται καταχωρημένες προμήθειες συνολικού ποσού 2.907.751,84 ευρώ, στον κωδικό 700, που του είχε χορηγηθεί. Τούτο διότι, όπως και ο μάρτυρας της εναγόμενης - εφεσίβλητης, κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εταιρικοί πελάτες συνηθιζόταν να εντάσσονται στον κωδικό του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, χωρίς να δημιουργείται συγκεκριμένη αξίωση από τον τελευταίο. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, ούτε αυτός στην αγωγή του ανέφερε ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι προσωπικοί του πελάτες, ποιες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές τους και πότε διενεργήθηκαν από τον ενάγοντα - εκκαλούντα, για την παραγωγή των οποίων, οφείλετο (και δεν καταβλήθηκε) πρόσθετη αμοιβή. Να σημειωθεί ότι από το προσκομιζόμενο (από τον εκκαλούντα), έγγραφο της εναγομένης - εφεσίβλητης, προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, από 6-6-2011 και τη μηχανογραφημένη συγκεντρωτική καρτέλα, από 22-6-2010, που προσκομίζεται, το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην οποία φαίνεται ότι στον κωδικό "profit center" με αριθμό 700, του ενάγοντος - εκκαλούντος εντάσσοντο διάφοροι πελάτες, όπως "ADVERTISING COL ΑΑ", "AFFARIINVESTME", "ALCOMET ΑΕ" κ.α., στα οποία (έγγραφα) στηρίζει τον ισχυρισμό, ότι είχε έργο παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι οι πελάτες αυτοί ήταν προσωπικοί του ενάγοντος - εκκαλούντος, ούτε ότι για τις χρηματιστηριακές εργασίες που έλαβαν χώρα για λογαριασμό τους, ακόμα και αν έγιναν μέσω του κωδικού του ενάγοντος - εκκαλούντος, χωρίς να σημαίνει, κατ' ανάγκη, ότι έγιναν από τον ίδιο και όχι από κάποιο μέλος της επιχειρησιακής του ομάδας, οφείλετο, στον ενάγοντα - εκκαλούντα ή είχε αξιωθεί από αυτόν, χωριστή αμοιβή. Επίσης σημειώνεται ότι από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα - εκκαλούντα, αντίγραφα των επιταγών με αριθμούς: 1) ..., με ημερομηνία έκδοσης 17-5-2004, της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 625.000 ευρώ, έκδοσης Π. Ν., εις διαταγήν της εφεσίβλητης - εναγομένης, η οποία (επιταγή) δεν φαίνεται ούτε να οπισθογραφήθηκε, ούτε να εισπράχθηκε, ούτε να εμφανίστηκε προς πληρωμή, 2) ..., με ημερομηνία έκδοσης 31-5-2004, της ALPHA BANK, ποσού 372.000 ευρώ έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "GENESIS ADVERTISING ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΠΕ", εις διαταγήν της εταιρίας με την επωνυμία "OUESYTHM ΑΕ", η οποία, ομοίως, δεν φαίνεται ούτε να οπισθογραφήθηκε, ούτε να εισπράχθηκε, ούτε να εμφανίστηκε προς πληρωμή και 3) ..., με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2004, της ALPHA BANK, ποσού 375.000 ευρώ, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΟΑ Α.Ε.", εις διαταγήν Ν. Π., η οποία, επίσης, δεν φαίνεται ούτε να οπισθογραφήθηκε, ούτε να εισπράχθηκε, ούτε να εμφανίστηκε προς πληρωμή, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι τις επιταγές αυτές, ο βασικός μέτοχος της εναγομένης - εφεσίβλητης, Γ. Σ., παρέδωσε, το έτος 2004, στον ενάγοντα - εκκαλούντα, ούτε ότι του παραδόθηκαν, δήθεν, προς μελλοντική εξασφάλιση της συμβολής του (ενάγοντος - εκκαλούντος), στη διεύρυνση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της εφεσίβλητης - εναγόμενης και λόγω της αναγνώρισης των πρόσθετων υπηρεσιών του ενάγοντος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Πέραν της μιας εξ' αυτών, που έχει εκδοθεί εις διαταγήν της εναγομένης - εφεσίβλητης, οι λοιπές δύο (2) επιταγές δεν φαίνεται να έχουν σχέση με τη δραστηριότητα της τελευταίας. Δεν προκύπτει για καμιά από τις άνω επιταγές, ούτε ότι πράγματι βρισκόταν στην κατοχή του Γ. Σ., ούτε ότι παραδόθηκαν από αυτόν στον ενάγοντα - εκκαλούντα, ούτε για ποιο σκοπό, ούτε γιατί ο τελευταίος, υποτιθέμενου αληθινού του ισχυρισμού του, δεν τις εμφάνισε για πληρωμή και δεν επιδίωξε την είσπραξή τους. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που πράγματι οι επιταγές αυτές, παραδόθηκαν στον ενάγοντα - εκκαλούντα, στα πλαίσια του κύκλου των εργασιών της εναγομένης - εφεσίβλητης, ορθώς παραδόθηκαν σ' αυτόν καθώς το έτος 2004 εκπροσωπούσε την εταιρεία και τη δέσμευε δια της υπογραφής του.

Συνεπώς, αυτός είχε πρόσβαση στις επιταγές της εταιρείας, είτε τις εξέδιδε ο ίδιος για λογαριασμό της, είτε λάμβανε επιταγές εις εξόφληση οφειλών προς εκείνη, τις οποίες μπορούσε να μεταβιβάσει, αφού έθετε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας, με οπισθογράφηση. Με αυτά τα δεδομένα, όμως, η αγωγή του ενάγοντας - εκκαλούντος, καθίσταται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδεικνύονται ως αληθινά, τα πραγματικά περιστατικά, τα στηρίζοντα τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ήτοι, ότι ο ενάγων - εκκαλών εργάστηκε και ως παραγωγός χρηματιστηριακών συναλλαγών, ότι είχε συμφωνηθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, εγγράφως ή προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς ή συνήγετο από τη συμπεριφορά των διάδικων μερών, επιπλέον αμοιβή για την εργασία αυτή και ότι η εργασία αυτή ήταν έξω από τα καθήκοντά του, για τα οποία είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος και σταθερός μισθός, σύμφωνα με την από 1-11-2000 σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει με την εναγομένη - εφεσίβλητη. Επομένως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, επί των ισχυρισμών αυτών και απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ακόμα και αν δεν αναφέρθηκε διεξοδικά στα άνω έγγραφα, δηλαδή στα άνω αντίγραφα των επιταγών και το έγγραφο προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επομένως, ως προς το σημείο αυτό, πρέπει, κατ' άρθ. 534 Κ.Πολ.Δ., να συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 648,649, 652 και 659 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι :α) ο αναιρεσείων προσελήφθη στην αναιρεσίβλητη με την από 1-11-2000 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με αρμοδιότητα τη διεύθυνση του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, του Ταμείου Χρημάτων και του Ταμείου Τίτλων και την ευθύνη για τον συντονισμό τους. β) Μετά την πρόσληψή του ανέλαβε σημαντικά καθήκοντα και ανήλθε στην κλίμακα της διοίκησης της εταιρείας και συγκεκριμένα ανέλαβε αρμοδιότητες δέσμευσης και εκπροσώπησής της. Ειδικότερα, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, τον Ιούνιο του 2001, εξελέγη μέλος του ΔΣ της αναιρεσίβλητης ενώ κατά την συνεδρίαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, την 29-6-2001 αποφασίστηκε ότι θα αναλάμβανε (και ανέλαβε) καθήκοντα Γενικού Διευθυντή και εξουσιοδοτήθηκε να πραγματοποιεί όλες τις αναγκαίες ενέργειες, στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, για τη μεταφορά Χαρτοφυλακίων Πελατών της εταιρίας, ενώ συνεχεία, το ίδιο ΔΣ, με την από 6-9-2001 απόφασή του, διεύρυνε περαιτέρω τις αρμοδιότητες του αναιρεσείοντος παρέχοντάς του εξουσίες εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας και έναντι τρίτων, για όλες τις συναλλαγές, μέχρι του ποσού των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, δια της υπογραφής του, και δια μιας ακόμα υπογραφής του Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Προέδρου της εταιρίας. δ)Το έτος 2002 ο αναιρεσείων αναδείχθηκε Αντιπρόεδρος του ΔΣ της αναιρεσίβλητης και εν συνεχεία, το έτος 2007, αναδείχθηκε Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ιδιότητα που εξακολούθησε να έχει το έτος 2009 και παρέμεινε στη θέση του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, έως και τον Ιούνιο του 2010 οπότε υπέβαλε την παραίτησή του, κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της εταιρίας, ε) η μοναδική συμφωνία του με την εταιρεία ήταν να αμείβεται, για το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών του, σε σταθερή βάση, αποκλειστικά και μόνον με την καταβολή του τακτικού μηναίου μισθού, ο οποίος, μάλιστα, από την 1-3-2009 συμφωνήθηκε να καταβάλλεται μειωμένος κατά 30%, όπως αποτυπώθηκε στην πρόταση που υπέβαλε ο ίδιος, κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης - εφεσίβλητης, της 27-2-2009, στ) Μέσω του προγράμματος "XRHMA PLUS", το οποίο του είχε παρασχεθεί στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας του, και το οποίο χρησιμοποιείτο για την παρακολούθηση όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών της εταιρίας υπό την ιδιότητα του διευθυντή του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, είχε ως γενικό καθήκον να προσελκύει πελάτες - επενδυτές, να ενισχύει δηλαδή την πελατειακή βάση της εταιρείας και να αυξάνει το τζίρο των χρηματιστηριακών συναλλαγών, που διενεργούνταν μέσω αυτής, και επομένως, να αυξάνει τις παραγόμενες προμήθειες, και να ενισχύει την κερδοφορία της, να προάγει δηλ. και να διευρύνει τον κύκλο εργασιών της, αμειβόμενος για το σύνολο αυτών, με το μισθό του. ζ) στα καθήκοντά του ήταν να προωθεί τις χρηματιστηριακές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης σε πελάτες (με σημαντικά χαρτοφυλάκια), με σκοπό να διενεργούν χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω αυτής, και να αυξάνουν τον τζίρο των συναλλαγών της και τις παραγόμενες προμήθειες, όμως τούτο δεν αποτελούσε διαφορετική, ανεξάρτητη και αυτοτελή υπηρεσία εν σχέσει με το αντικείμενο της εργασίας του. Δηλαδή, η διεύθυνση του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, η εποπτεία στην εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και η εκπροσώπηση της εταιρίας, οι παρουσιάσεις σε επενδυτές - πελάτες, με σκοπό την προσέλκυσή τους, για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και παραγωγή χρηματιστηριακών εργασιών, εμπίπτουν στο πεδίο της εργασίας, για το οποίο είχε συμφωνηθεί ο σταθερός μισθός του αναιρεσείοντος, η) δεν αποδείχθηκε ότι οι πελάτες που είχαν ενταχθεί στο profit center του αναιρεσείοντος με κωδικό 700 ήταν πράγματι πελάτες του στους οποίους προσέφερε υπηρεσίες του παραγωγού χρηματιστηριακών συναλλαγών δηλ. δεν αποδείχθηκε η παροχή οποιασδήποτε πρόσθετης υπηρεσίας ή εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, η οποία κατέτεινε στην παραγωγή προμηθειών απο χρηματιστηριακές συναλλαγές. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε με τα διατυπωθέντα νομικά επιχειρήματά του, στο σαφές και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικό του πόρισμα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου ότι δηλ. δεν αποδείχθηκε η παροχή οποιασδήποτε πρόσθετης υπηρεσίας ή εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, η οποία κατέτεινε στην παραγωγή προμηθειών από χρηματιστηριακές συναλλαγές όπως αυτός υποστηρίζει, κρίνοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά αμφότερα αυτού τα σκέλη ως προς τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Το κατά τα ανωτέρω "διαγνωστικό σφάλμα" ή "σφάλμα ανάγνωσης", αντιδιαστέλλεται προς το "εκτιμητικό" ή "αξιολογικό", που ανάγεται στην εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχομένου (ή στην ερμηνεία) του εγγράφου και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 964/2013, ΑΠ 18/2009). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 593/2022, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015). Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015). Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 593/2022, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 678/2024, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013).

Εν προκειμένω, με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο: α)παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προγενέστερης από 10-10-2013 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης δεχόμενο ότι με αυτήν δεν επικαλείτο κάτι περί πρόσθετης εργασίας και πρόσθετης αμοιβής γι'αυτήν, ενώ γίνεται ρητή αναφορά περί αυτού στην απόφαση αυτή (2ος λόγος). Ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την απόρριψη της εφέσεώς του κατά κύριο λόγο στην απόφαση αυτή, την οποία εξαίρει η προσβαλλόμενη. β)Περαιτέρω, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του απορρίψαν τους ισχυρισμούς του ότι οι εργασίες του παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών που προσέφερε στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη δεν καλύπτονταν από την αμοιβή του στα πλαίσια της με αυτήν σύμβασής του εξαρτημένης εργασίας, ότι για τις εργασίες του αυτές έπρεπε να αμειφθεί με βάση την ειθισμένη στη σχετική αγορά αμοιβή, ελλείψει συμβατικού καθορισμού της με την εναγομένη και ότι σε αναγνώριση και εξασφάλιση της αξιώσεώς του αυτής ο βασικός της μέτοχος και φορέας των συμφερόντων της Γ. Σ. οπισθογράφησε και του παρέδωσε το έτος 2004 τις επιταγές με αριθμούς : 1) ..., με ημερομηνία έκδοσης 17-5-2004, της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 625.000 ευρώ, έκδοσης Π. Ν., εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, η οποία στην οπίσθια όψη της φέρει οπισθογράφηση της MERIT και τρεις υπογραφές, κατά σειράν τη δική του, του Ε. Β., ως νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και του βασικού μετόχου Γ. Σ. 2) ..., με ημερομηνία έκδοσης 31-5-2004, της ALPHA BANK, ποσού 372.000 ευρώ, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "GENESIS ADVERTISING ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΠΕ", εις διαταγήν της εταιρίας με την επωνυμία "OUESYTHM ΑΕ", η οποία στην οπίσθια όψη της φέρει οπισθογράφηση της MERIT και τρεις υπογραφές, κατά σειράν τη δική του, του Ε. Β., ως νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και του βασικού μετόχου Γ. Σ. 3) ..., με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2004, της ALPHA BANK, ποσού 375.000 ευρώ, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΟΑ Α.Ε.", εις διαταγήν Ν. Π., η οποία, η οποία στην οπίσθια όψη της φέρει οπισθογράφηση της MERIT και τρεις υπογραφές, κατά σειράν τη δική του, του Ε. Β., ως νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και του βασικού μετόχου Γ. Σ. (3ος λόγος). Ότι σε απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών, τις προαναφερθείσες επιταγές προσκόμισε στο Εφετείο και τις επικαλέστηκε, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για την απόρριψη της εφέσεώς του και συνακόλουθα της αγωγής του και δη του ισχυρισμού του ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε με την αναιρεσίβλητη ότι οι παρεχόμενες από αυτόν προς εκείνη εργασίες χρηματιστηριακού παραγωγού περιλαμβάνονται στα καθήκοντά του και θα καλύπτονται από την αμοιβή του της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που είχε μαζί της, αλλά και ούτε είχε καθορισθεί μεταξύ τους συμβατικά το ύψος της αμοιβής του για τις ξεχωριστές και εκτός της εργασιακής του σύμβασης υπηρεσίες αυτές και ότι, εκ των λόγων τούτων, έπρεπε να αμειφθεί με την ειθισμένη στη σχετική αγορά των χρηματιστηριακών παραγωγών αμοιβή, γεγονότα τα οποία, όπως ισχυρίζεται αναγνώρισε η αναιρεσίβλητη-εναγόμενη εμπράκτως, με την οπισθογράφηση και παράδοση σ' αυτόν από τον βασικό της μέτοχο και ουσιαστικό φορέα των συμφερόντων της των παραπάνω επιταγών, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα κατά κύριο λόγο στις επιταγές αυτές, τις οποίες ειδικώς και ιδιαιτέρως εξαίρει. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε αναλάβει το έργο παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών ως ουσία αβάσιμο (αναπόδεικτο) επικαλείται ως επιχείρημα το ότι οι τρείς κρίσιμες επιταγές που προσκομίστηκαν δεν φαίνεται ούτε να οπισθογραφήθηκαν, ούτε να εισπράχθηκαν, ούτε να εμφανίστηκαν προς πληρωμή και επίσης ότι δεν αποδεικνύεται ούτε ότι τις επιταγές αυτές ο βασικός μέτοχος της αναιρεσίβλητης Γ. Σ., παρέδωσε, το έτος 2004, στον αναιρεσείοντα, ούτε ότι του παραδόθηκαν, δήθεν, προς μελλοντική εξασφάλιση της συμβολής του (αναιρεσείοντος), στη διεύρυνση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης και λόγω της αναγνώρισης των πρόσθετων υπηρεσιών του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω όμως προσθέτει και επάλληλη αιτιολογία ότι δηλ. ακόμα και στην περίπτωση που πράγματι οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν στον ενάγοντα - εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) , στα πλαίσια του κύκλου των εργασιών της εναγομένης - εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) , ορθώς παραδόθηκαν αυτές σ' αυτόν, καθώς το έτος 2004 εκπροσωπούσε την εταιρεία και τη δέσμευε δια της υπογραφής του και ότι, συνεπώς, αυτός είχε πρόσβαση στις επιταγές της εταιρείας, είτε τις εξέδιδε ο ίδιος για λογαριασμό της, είτε λάμβανε επιταγές εις εξόφληση οφειλών προς εκείνη, τις οποίες μπορούσε να μεταβιβάσει, αφού έθετε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας, με οπισθογράφηση. Η επάλληλη όμως αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται με τον εδώ ερευνώμενο τρίτο ούτε με άλλο αναιρετικό λόγο, ο οποίος ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Οσον αφορά δε το αναφερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο της προγενέστερης από 10-10-2013 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2020 αίτηση του Δ. Λ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4435/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή