Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1778 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1778/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Μ., ο οποίος απεβίωσε όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα από ...-2023 και με αριθμό .../2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και όπως αναφέρεται στις από 27-10-2023 και από 23-01-2025 δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. κληρονομήθηκε από τους: 1) Μ. Π. του Χ., 2) Ε. Π. του Χ., 3) Ι. Π. του Χ., 4) Ε. χήρας Χ. Π., το γένος Κ. Β., κάτοικοι ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μπίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.).
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Θερμαϊκού, που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεονάρδο Παπαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10443/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-03-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28.3.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 296/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού εξαφάνισε τη με αριθμό 10.443/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η από 23.4.2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Θερμαϊκού ΝΠΔΔ- ΟΤΑ να του καταβάλει (α) το τίμημα των ανταλλακτικών που με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης διέθεσε στον τελευταίο και (β) την αμοιβή του για τις υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων που παρείχε στον ίδιο, της, για τις άνω αιτίες οφειλής τους, ανερχομένης στο συνολικό ποσό των 139.936,23 ευρώ, επικουρικώς δε, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εξ αιτίας ακυρότητας των επίμαχων συμβάσεων πώλησης και παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και έκανε αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας το μικρότερο του αιτηθέντος, συνολικό χρηματικό ποσό των 118.945,80 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα στις ... 2023 απεβίωσε στην Πυλαία Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων Χ. Π., ο οποίος, κατά τον χρόνο του θανάτου του, κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την χήρα του Ε. Π. και τα τέκνα του Ε., Ι. και Μ. Π. (σχετ. προσκ. η από ....2023 Δ.Υ. ληξιαρχική πράξη θανάτου του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με το αριθμό πρωτοκόλλου ....2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το με αριθμό ....2023 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και το με αριθμό ....2023 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Οι παραπάνω κληρονόμοι του αναιρεσείοντος με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους Δικηγόρου Παύλου Μπίκα, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησαν νόμιμα τον θάνατο του συζύγου και πατρός τους και δήλωσαν την εκούσια στο πρόσωπό τους επανάληψη της παρούσας δίκης, η οποία ως εκ τούτου, νομίμως συνεχίζεται από τους ίδιους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 286,287,290 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος του άλλου, δηλαδή, του φορέα της αξιώσεως, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της έλλειψης νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβάρυνσης του δικαιούχου. Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, πραγματούμενη είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελάττωσής της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται, η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση, κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ' ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξίωσης, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι, επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο (σύμβασης έργου, εργασίας, πώλησης κλπ), ο πλουτισμός είναι αδικαιολόγητος, αυτός δε, που παρέσχε το έργο, τις υπηρεσίες του ή το προϊόν δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τον λήπτη της παροχής, την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 1499/2009), ή την δαπάνη που αυτός (λήπτης) εξοικονόμησε ίση με το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά ίδιων υλικών σε άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατήρτιζε έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1666/2024, ΑΠ 243/2021, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 361/2020, ΑΠ 589/2006), ειδικότερα δε, παροχή που καταβλήθηκε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης λόγω μη τήρησης του γι' αυτή απαιτούμενου τύπου θεωρείται ότι δόθηκε ένεκα παρανόμου αιτίας. Αυτό διότι, διάταξη που καθιερώνει την τήρηση τύπου αποτελεί, λόγω του σε αυτή διατυπούμενου επιτακτικού κανόνος που αφορά στη δημόσια τάξη, απαγορευτική διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 174 του ΑΚ (ΑΠ 633/2013, πρβλ. ΑΠ 621/2012). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του πλουτισμού είναι ο χρόνος περιέλευσής του στον λήπτη. Οι μετά τον χρόνο αυτό, αυξομειώσεις της αξίας του πλουτισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, μπορεί όμως να αποδείξει ο λήπτης ότι η αξία του πραγματικού και συγκεκριμένου πλουτισμού είναι χαμηλότερη. Η προσφορότητα της αιτιότητας λαμβάνεται υπόψη στη περίπτωση που ο πλουτισμός ή η ζημία θα μπορούν να διαπιστωθούν μόνον με υποθετικές σκέψεις (πιθανολόγηση πλουτισμού με τη μορφή αποφυγής δαπάνης που αλλιώς θα γινόταν) εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 298 εδ. 2 του ΑΚ (ΑΠ 1666/2024).
Περαιτέρω, ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1537/2014). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το κύριο ή επικουρικό αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης ( ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 837/2019) όχι δε, οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 509/2017, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006), ούτε εξάλλου, αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 1573/2006) και το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 836/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπου η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια όπως και στο λόγο εκ του αριθ. 8, αναφέρεται συνεπώς, όχι στην επίκληση, όπως στον αριθ. 8, αλλά στην απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών και αποτελεί κύρωση της παράβασης του πρώτου σκέλους του άρθ. 106 ΚΠολΔ. Ο προκείμενος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικά, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 543/2018, ΑΠ 701/2008).
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ιδίως των παραδοχών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο ερευνώντας μεταξύ άλλων τον τρίτο λόγο έφεσης του εκκαλούντος Δήμου Θερμαϊκού που αναφερόταν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε τα εξής: "... Ο ενάγων δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα της πώλησης ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής βαρέων οχημάτων-φορτηγών παντός τύπου, διατηρώντας προς τούτο ατομική επιχείρηση στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, στην οποία εργάζεται ο εξετασθείς με επιμέλειά του μάρτυρας Δ. Μ. Τον Ιανουάριο του έτους 2013 έχοντας οι διάδικοι χρονικά προηγούμενη συνεργασία με τον ίδιο αντικείμενο, όπως σαφώς κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας, με προφορική σύμβαση που συνήψε με τον Δήμο Θερμαϊκού, εκπροσωπούμενο από τον τότε δήμαρχό του, ο ενάγων ανέλαβε για το συγκεκριμένο έτος την συντήρηση και επισκευή όλων των οχημάτων του Δήμου, όπως απορριμματοφόρων, φορτηγών, λεωφορείων, καλαθοφόρων οχημάτων, όταν αυτά έχρηζαν συντήρησης ή είχαν υποστεί βλάβη, και παραλλήλως την πώληση των αναγκαίων ανταλλακτικών και αναλωσίμων. Η σύμβαση αυτή ήταν άκυρη, αφού ήταν προφορική και δεν είχε περιβληθεί ούτε καν τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Ο ενάγων καθ'όλη τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους παρείχε κανονικά τις σχετικές υπηρεσίες στον εναγόμενο, εκτελώντας τις εργασίες συντήρησης και επισκευής των οχημάτων αυτού, τα οποία μεταφέρονταν στον χώρο του συνεργείου και παρέμεναν σ'αυτό καθ'όλο το απαιτούμενο για την επισκευή τους διάστημα, και προμηθεύοντας τα αναγκαία προς τούτο ανταλλακτικά-αναλώσιμα. Η προσήκουσα εκτέλεση των εργασιών επισκευής-συντήρησης στα κάτωθι οχήματα του εναγομένου και η χρησιμοποίηση των αντιστοίχων ανταλλακτικών, όπως τα στοιχεία αυτά περιέχονται στα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής και παροχής υπηρεσιών που ενσωματώνονται στην αγωγή και αναφέρονται κατωτέρω δεν αμφισβητείται ειδικά από τον Δήμο.
Περαιτέρω ο ενάγων εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια.... Συνακόλουθα, το συνολικό ποσό που προκύπτει από την άθροιση των προαναφερθέντων επί μέρους ποσών ανέρχεται σε 139.936,23 ευρώ (καθαρή αξία ανταλλακτικών και υπηρεσιών + ΦΠΑ 24% κατά το ισχύον κατά τον χρόνο έκδοσης των φορολογικών παραστατικών, ποσοστό του φόρου αυτού). Περαιτέρω, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπάγγελτα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εάν ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε την προμήθεια των ιδίων υλικών και την παροχή των ιδίων υπηρεσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο του 2013 και στον ίδιο τόπο, σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα και επαγγελματικές δυνατότητες με τον ενάγοντα, με την σύναψη όμως, έγκυρης σύμβασης που θα ακολουθούσε την νόμιμη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι τιμές που θα προσφέρονταν από τους συμμετέχοντες θα περιείχαν έκπτωση ποσοστού 15% επί των αντιστοίχων συνηθισμένων τιμών, προκειμένου να κατορθώσουν να αναδειχθούν μειοδότες του σχετικού διαγωνισμού. Συνακόλουθα με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης-επισκευής των οχημάτων που προαναφέρθηκαν και την πώληση των αναγκαίων ανταλλακτικών-αναλωσίμων που χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο από τον ενάγοντα στον αντισυμβαλλόμενό του Δήμο στο πλαίσιο της ένδικης άκυρης σύμβασης, χωρίς την καταβολή της σχετικής αμοιβής και του αντίστοιχου τιμήματος πώλησης, ο τελευταίος πράγματι κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Η ωφέλειά του όμως, η οποία συνίσταται στην χρηματική αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στο τίμημα των πωληθέντων υλικών και στην αντίστοιχη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εναγόμενος στην οποία αυτός θα υποβαλλόταν αν την εκτέλεση των ιδίων υπηρεσιών ανέθετε, σε άλλον πρόσωπο, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με τον ενάγοντα, ανέρχεται στο ποσό των 118.945,80 ευρώ, όπως αυτό σχηματοποιείται αφού στο άνω συνολικό ποσό των 139.936,23 ευρώ, εφαρμοσθεί η μείωση ποσοστού 15% που θα επιτυγχανόταν υπέρ του εναγομένου στη περίπτωση σύναψης αντίστοιχου περιεχομένου έγκυρης σύμβασης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, σε αντίθεση με τις παραδοχές του παρόντος δικαστηρίου, δέχθηκε ότι η ωφέλεια που χωρίς νόμιμη αιτία αποκόμισε ο εναγόμενος Δήμος από την υλοποίηση της άκυρης σύμβασης, την οποία και πρέπει να αποδώσει στον ενάγοντα, ανέρχεται στο υπέρτερο ποσό των 139.936,23 ευρώ, στο οποίο αυτός κοστολόγησε το έτος 2018 τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τα πωληθέντα ανταλλακτικά που προσέφερε και πώλησε αντίστοιχα το έτος 2013, έσφαλε περί την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος με τον τρίτο λόγο της έφεσής του...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη του "πράγματα" μη προταθέντα, για το λόγο ότι ουδέποτε προβλήθηκε εκ μέρους του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Θερμαϊκού, ισχυρισμός, ως λόγος έφεσης, ότι στη περίπτωση έγκυρης (έγγραφης) κατάρτισης σύμβασης πώλησης και παροχής υπηρεσιών, θα υπήρχε χαμηλότερη κοστολόγηση από τον ανάδοχο που θα αναδεικνυόταν μειοδότης.Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο, στα πλαίσια έρευνας του τρίτου λόγου έφεσης που είχε προβάλλει ο εκκαλών Δήμος Θερμαϊκού (ήδη αναιρεσίβλητος) σχετικά με την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και μετά από συνεκτίμηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε, ότι το ποσό του πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου Δήμου Θερμαϊκού, ισοδυνάμου προς την δαπάνη που αυτός εξοικονόμησε εφόσον δεν κατέβαλε αυτή με βάση έγκυρη σύμβαση, ανερχόταν στο μικρότερο του αιτηθέντος, ποσό των 118.945,80 ευρώ, δεδομένης της εφαρμογής της μείωσης ποσοστού 15% στις έγκυρες συμβάσεις διεπόμενες από τη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού, στοιχείο που άντλησε από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας, ώστε κατά τούτο, το Εφετείο προέβη σε εκτίμηση αποδείξεων, στα πλαίσια ερεύνης της ουσίας της διαφοράς μετά την υποβολή του σχετικού παραπόνου-λόγου έφεσης για την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης, και όχι σε αποδοχή "πράγματος", δηλαδή, αυτοτελούς, εκ μέρους του εναγομένου- εκκαλούντος Δήμου Θερμαϊκού, ισχυρισμού (ένστασης) περί μείωσης των ενδίκων ποσών για κάποια νόμιμη αιτία, που όμως δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφερθεί με λόγο έφεσης, με συνέπεια ο προβαλλόμενος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος να είναι απαράδεκτος, ως μη ιδρυόμενος και συνεπώς απορριπτέος.
Εξ άλλου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, απορριπτέος ελέγχεται και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθόσον δέχθηκε ως αληθινό τον ισχυρισμό-ένσταση του εκκαλούντος Δήμου Θερμαϊκού, πως σε περίπτωση έγκυρου μειοδοτικού διαγωνισμού ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θερμαϊκού θα πετύχαινε καλύτερες τιμές κατά ποσοστό 15% κατώτερο των αναφερομένων στην αγωγή, και τούτο χωρίς η παραδοχή του αυτή να στηρίζεται σε κανένα έγγραφο ή μαρτυρική κατάθεση, ούτε εξ άλλου, το γεγονός αυτό συνιστούσε πασίδηλο ή δίδαγμα της κοινής πείρας. Τούτο διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θερμαϊκού, ως εναγόμενος και εκκαλών προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) που επανέφερε με λόγο έφεσης, μείωσης για κάποια νόμιμη αιτία, της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος για παρασχεθείσες υπηρεσίες, καθώς και του τιμήματος πώλησης ανταλλακτικών στον αναιρεσίβλητο Δήμο, ενώ τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, δηλαδή "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του ΚΠολΔ δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, παρά μόνον παράπονο-λόγος έφεσης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτοβάθμια απόφαση. Από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην των κατά τα άρθρα 115 - 120 ΚΠολΔ απαιτουμένων στοιχείων, και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, αναφερόμενες, είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, καθοριζομένων μετά πληρότητος των αιτιάσεων που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να δύναται ο δικαστής να κρίνει περί του νομίμου και βασίμου αυτών. Η αοριστία του λόγου έφεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και αυτής ακόμα της δίκης (ΑΠ 692/2022, ΑΠ 77/2003). Αν οι αποδιδόμενες στην πρωτόδικη απόφαση πλημμέλειες συνίστανται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος της έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία στο εφετήριο ότι συνεπεία της εσφαλμένης εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 712/2023, ΑΠ 738/2013, ΑΠ 2051/2013, ΑΠ 399/2012, ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 2008/2009).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών, μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 536/2017, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 9/2014). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όπως ενστάσεις, αντενστάσεις, επαντενστάσεις κλπ. και δεν περιλαμβάνονται θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, οι μη αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι τα πραγματικά επιχειρήματα και η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1152/2009, ΑΠ 1554/2010), ο νομικός χαρακτηρισμός και η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΑΠ 778/2009) κλπ. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου Δήμου ΟΤΑ, με τον οποίο ο τελευταίος προέβαλε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό, πως δεν είχαν πολυετή συνεργασία και πριν το έτος 2013 με τον αναιρεσείοντα, καθώς και ότι ήταν αδύνατο να διατυπώσει επιφυλάξεις για κάποιο περιστατικό από αυτά που περιλαμβάνονταν στην ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι υποστήριξε ο αναιρεσίβλητος με τον ως άνω λόγο έφεσης είναι αιτιολογημένες αρνήσεις των αγωγικών περιστατικών που ο τελευταίος προέβαλε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στα πλαίσια θεμελίωσης του τρίτου λόγου έφεσής του, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Σημειώνεται ότι οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον αυτό (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, σχετικά με την αοριστία του περιεχομένου της ένστασης-αιτήματος μείωσης της ωφέλειας που αποκόμισε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θερμαϊκού, και την εντεύθεν εσφαλμένη μη κήρυξη απαραδέκτου λόγω αοριστίας του σχετικού λόγου έφεσης, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι προβλήθηκε από τον τελευταίο ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και συνεπώς είναι απορριπτέες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 αρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ (αρθ. 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 ν.3463/06 κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.3.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 296/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ