Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1780 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1780/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπήκα.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γρηγορία Αναστασοπούλου-Κράνια, με δήλωση του άρθρου 242 περ. του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 616/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-04-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-4-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 616/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 14-12-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις 27-4-2022 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1667/2022), παρανομία δε συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).
Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 706/2016).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Η νομική αοριστία της αγωγής (όπως και η ποιοτική/ποσοτική αοριστία) για να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 991/2004, ΑΠ 1162/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον τρίτο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ'εκτίμηση , από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η αγωγή ήταν αόριστη διότι δεν αναφέρονταν σ'αυτήν τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής του ευθύνης ήτοι δεν αναφέρεται ότι τα χρήματα που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι αυτός υπεξήρεσε ανήκαν σε αυτήν ή σε τρίτους και με ποιόν τρόπο περιήλθαν σ'αυτήν, ούτε αν τα κατέβαλε τα χρήματα αυτά στους πελάτες της και πότε. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15-11-2018 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη αναφέρει σ'αυτήν ότι είναι εταιρία παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, ότι στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας που διατηρούσε με τον εναγόμενο, προέβη εκ παραδρομής στην πίστωση του τραπεζικού του λογαριασμού με χρηματικά ποσά τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στις μεταξύ τους συναλλαγές συνολικού ύψους 21.905,45 ευρώ. Ότι όταν ανακάλυψε το λάθος αυτό, το γνωστοποίησε στον εναγόμενο και του ζήτησε να της επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, το οποίο αυτός, παρόλο που γνώριζε ότι δεν του ανήκε, αρνήθηκε να το πράξει, και ενσωμάτωσε στην περιουσία του προκαλώντας με την ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά του ισόποση ζημιά στην ενάγουσα, τελώντας έτσι και το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφού ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό που εκ παραδρομής περιήλθε στην περιουσία του και το οποίο αυτή αναγκάστηκε να καταβάλει στους δικαιούχους πελάτες της, καθόσον αφορούσε αντικαταβολές για την παράδοση προϊόντων τους. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με το σκεπτικό ότι: "Η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς από την παράθεση σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών και τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου, συνάγεται ευχερώς η αδικοπρακτική συμπεριφορά, που αποδίδεται στον εναγόμενο, καθώς εκτίθενται τα ουσιώδη περιστατικά-γεγονότα που αφορούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού και την κατ' αιτιώδη συνάφεια ζημία που υπέστη η ενάγουσα απ' αυτήν (συμπεριφορά) και δεν θεωρείται απαραίτητη η αναφορά όσων διατείνεται ο εναγόμενος, στον πρώτο λόγο έφεσής του, καθόσον τα στοιχεία, που κατά περίπτωση, απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγής ώστε αυτή να είναι επαρκώς ορισμένη, και συνακόλουθα, επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται πανηγυρικά στο δικόγραφό της αλλά αρκεί να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο άλλωστε ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο άνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν". Ετσι που έκρινε το Εφετείο , ορθά δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αλλά την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και την ερεύνησε κατ'ουσίαν, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της , τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα-εφεσίβλητη είναι εταιρεία ταχυμεταφορών (courier) νομίμως συσταθείσα και εφοδιασμένη με την προβλεπόμενη άδεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) με αριθμό 99-149. Το αντικείμενο των εργασιών της είναι η παροχή των βασικών ταχυδρομικών υπηρεσιών, δηλαδή η ταχεία μεταφορά (περισυλλογή και διανομή) εγγράφων, δεμάτων μικροδεμάτων και λοιπών αντικειμένων στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που αφορούν στη διανομή διαφημιστικών αντικειμένων χωρίς διεύθυνση, στην ανταλλαγή εγγράφων και στην είσπραξη της αξίας των πωλούμενων εμπορευμάτων από τον παραλήπτη σύμφωνα με τις εντολές του αποστολέα (αντικαταβολές). Για τον λόγο αυτό διατηρεί στην Ελλάδα οργανωμένο δίκτυο μεταφορών με καταστήματα όπως και στην Πάτρα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος που διατηρεί κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων στην Πάτρα, υπήρξε επί πιστώσει πελάτης της ενάγουσας, με κωδικούς ... και ... Με βάση τη σύμβασή τους, η ενάγουσα στους άνω κωδικούς είχε καταχωρημένα όλα τα φορολογικά του στοιχεία, προκειμένου να είναι εφικτή η άμεση τιμολόγησή του από αυτήν για τις παρεχόμενες προς αυτόν υπηρεσίες ταχυμεταφορών ταχυδρομικών αντικειμένων στους παραλήπτες - πελάτες του εναγομένου, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας του (e-mail, διεύθυνση, τηλέφωνο). Στο τέλος κάθε μήνα εκδίδονταν τιμολόγιο και άμα της εκδόσεως του τιμολογίου αποστέλλονταν στην ηλεκτρονική διεύθυνση του εκκαλούντος η ανάλυση του τιμολογίου, στην οποία αναφέρονταν όλες οι αποστολές ανά αριθμό συνοδευτικού δελτίου ταχυμεταφοράς (ΣΥ. ΔΕ.ΤΑ), για τις οποίες παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες από την ενάγουσα για την αντίστοιχη αναγραφόμενη ημερομηνία αποστολής και παράδοσης. Με τον τρόπο αυτό ο πελάτης και νυν ο εκκαλών μπορούσε να ελέγξει τον αριθμό των αποστολών που είχε στείλει μέσω της ενάγουσας κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και αναφερόταν το εκάστοτε τιμολόγιο καθώς και με ποιά υπηρεσία είχε σταλεί αυτή. Ειδικότερα, αν ο εναγόμενος στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την ενάγουσα χρησιμοποιούσε την υπηρεσία "αντικαταβολής μετρητοίς" (Α.Μ.), η ενάγουσα με την ολοκλήρωση της παράδοσης της σχετικής αποστολής και την ταυτόχρονη είσπραξη της αξίας αυτής, σύμφωνα με τις εντολές του, προέβαινε άμεσα στην κατάθεση της αντίστοιχης αξίας (αντικαταβολή) στον δηλωθέντα από τον εναγόμενο τραπεζικό λογαριασμό και ταυτόχρονα απέστελνε στην ηλεκτρονική διεύθυνση, που αυτός είχε δηλώσει σχετικό επιβεβαιωτικό μήνυμα. Έτσι, ο εναγόμενος λάμβανε γνώση ότι ήταν ο πραγματικός δικαιούχος του ποσού που κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό και αντιστοιχούσε σε αξία αντικαταβολής του ταχυδρομικού αντικειμένου που απέστελνε μέσω της ενάγουσας στον εκάστοτε παραλήπτη - πελάτη του. Όλες οι καταβολές της ενάγουσας που αντιστοιχούν σε απόδοση αντικαταβολής, φέρουν αιτιολογία, η οποία ξεκινά με τα αρχικά "TAXYDR" και συνεπώς είναι αδύνατον να μπερδευτούν με εμβάσματα - τραπεζικές μεταφορές/ καταθέσεις από τρίτους ή άλλες αιτίες. Τα ανωτέρω ο εναγόμενος τα γνώριζε πολύ καλά λόγω της συνεργασίας του με την ενάγουσα προ του 2011. Επίσης αποδείχθηκε ότι στις 30-7-2015 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 29-7-2015 εξώδικη δήλωση του εναγομένου προς την Τράπεζα Alpha Bank και την ενάγουσα με την οποία γνωστοποιούσε ότι η ενάγουσα είχε προβεί αναιτιολόγητα στην κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ... που διατηρεί ο ίδιος στην ανωτέρω Τράπεζα, συνολικού ποσού 683 ευρώ που αντιστοιχούσε σε δύο επιμέρους καταθέσεις, ποσού 585 ευρώ και ποσού 98 ευρώ αντίστοιχα. Με την άνω εξώδικη δήλωσή του καλούσε την ενάγουσα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να μην επαναληφθεί το "συγκεκριμένο σφάλμα" και επιπροσθέτως της δήλωνε αυτολεξεί ότι : "το ποσό των 683 ευρώ εάν και από της καταθέσεώς του έστω και αναιτιολόγητα στον ως άνω λογαριασμό που διατηρώ στην πρώτη από εσάς μου ανήκει, εν τούτοις είμαι πρόθυμος και προσφέρομαι να σας το επιστρέφω". Σε συνέχεια της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης η ενάγουσα προέβη σε δειγματοληπτικό έλεγχο των τραπεζικών μεταφορών (web banking) με αιτία μεταφοράς την απόδοση ποσών αντικαταβολών προς τον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου που τηρεί στην άνω τράπεζα με IBAN ... για το χρονικό διάστημα από 13-7-2015 έως και 30-7-2015. Από τον ως άνω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πράγματι είχε κάνει πληθώρα τραπεζικών μεταφορών συνολικού ποσού 21.905,45 ευρώ προς τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, για τις οποίες όμως αυτός δεν ήταν δικαιούχος. Οι εν λόγω καταθέσεις δεν αντιστοιχούσαν σε κάποια συναλλαγή του εναγομένου και ούτε σε κάποια άλλη αιτία. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα απάντησε εγγράφως στον εναγόμενο με την από 4-8-2015 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία επισύναψε τον παρακάτω πίνακα συναλλαγών, ο οποίος περιείχε αναλυτικά ανά ημερομηνία κίνησης, ποσό και αιτιολογία, τις τραπεζικές μεταφορές που έγιναν από αυτήν στον τραπεζικό λογαριασμό για τις οποίες δεν ήταν αυτός δικαιούχος. Στον εν λόγω πίνακα αναφέρονται αναλυτικά η ημερομηνία που πραγματοποιήθηκε η κάθε τραπεζική συναλλαγή, στην οποία ο εναγόμενος δεν ήταν δικαιούχος (ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ), το ποσό της συναλλαγής που αναιτιολόγητα του κατατέθηκε (ΠΟΣΟ) και με ποια αιτιολογία εμφαίνεται η συναλλαγή αυτή στον λογαριασμό του (ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ), προκειμένου να προβεί στις αντίστοιχες διασταυρώσεις με τα ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails) που θα είχε λάβει από την ενάγουσα σε περίπτωση που υπήρχε πραγματικό έρεισμα της κάθε συναλλαγής, ως εξής: (παρατίθεται αναλυτικός πίνακας με τα προπαρατεθέντα στοιχεία)(...). Με τα ανωτέρω στοιχεία, ο ενάγων μπορούσε εύκολα να διασταυρώσει αν ήταν ή όχι δικαιούχος, καθώς, αν ήταν πραγματικός δικαιούχος των ανωτέρω ποσών, η ενάγουσα θα του είχε αποστείλει το επιβεβαιωτικό μήνυμα (e-mail) στην δηλωθείσα από αυτόν ηλεκτρονική διεύθυνση και στο θέμα του e-mail θα συμπεριλαμβάνονταν η αιτιολογία κατάθεσης (TAXYDR), όπως αναγράφεται στον παραπάνω πίνακα (στην 3η στήλη). Βάσει της συμφωνίας τους και της ακολουθούμενης πρακτικής λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, ο εναγόμενος γνώριζε την όλη ως άνω διαδικασία διασταύρωσης, η οποία δεν απαιτεί ειδικές λογιστικές γνώσεις, καθώς αφορά απλή αναζήτηση των εισερχομένων e-mails. Η διαδικασία αυτή διασταύρωσης επαναλήφθηκε επανειλημμένα προφορικά και σε επικοινωνία που είχε ο εναγόμενος με τον Κ. Μ. που είναι ο πράκτορας της ενάγουσας στην Πάτρα. Έτσι κατέστη σ'αυτόν σαφές ότι τα ανωτέρω δεν του ανήκουν καθώς δεν αντιστοιχούν σε δικές του συναλλαγές, αφού δεν είχε λάβει ποτέ το αντίστοιχο επιβεβαιωτικό ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail). Προς τούτο, η ενάγουσα επιδίδοντας στον εναγόμενο στις .../2015 δυνάμει της υπ' αριθ. .../2015 έκθεσης επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Ι. Μ., την από 04/08/2015 εξώδικη όχληση της, του ζήτησε να της επιστρέψει τα ανωτέρω ποσά, τάσσοντάς του προθεσμία δύο εργάσιμων ημερών από τη λήψη του εξώδικου για την επιστροφή τους. Παρόλα αυτά, ο εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε στην ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά, τα οποία ανέρχονταν στο ως άνω συνολικό ποσό των 21.905,45 ευρώ, παρά μόνον το ποσό των 683 ευρώ που αναφέρθηκε στην αρχή και του επιπλέον ποσού των 98 ευρώ που η εναγομένη αφαίρεσε από την οφειλή του, με αποτέλεσμα να προκύπτει τελικό οφειλόμενο συνολικό ποσό ύψους 21.124,45 ευρώ (βλ. το μεταγενέστερο από 12/08/2015 εξώδικο που απέστειλε στον εναγόμενο δυνάμει της υπ' αριθ. ....2015 έκθεσης επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή). Λόγω της συμπεριφοράς αυτής του εναγομένου, η ενάγουσα τελικά κατέβαλε τα άνω ποσά στον πραγματικό δικαιούχο πελάτη της "Σ." ο οποίος ήταν έμπορος στο Ηράκλειο Κρήτης. Περί τούτων κατέθεσαν άλλωστε και οι μάρτυρες της ενάγουσας στις ένορκες βεβαιώσεις τους, για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει. Αντίθετα ο εναγόμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ότι οι επίδικες καταβολές στον τραπεζικό του λογαριασμό από την ενάγουσα αφορούσαν παράδοση ταχυδρομικών αντικειμένων σε πελάτες του αντί καταβολής αξίας τους (αμοιβής) και κατάθεσης αυτής στον εν λόγω τραπεζικό του λογαριασμό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εν γνώσει του, παρακράτησε παρανόμως το ανωτέρω τελικό ποσό των 21.124,45 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα του κατέβαλε εκ παραδρομής και αχρεωστήτως, αρνούμενος να της το επιστρέφει, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος επί ζημία της ενάγουσας, τελώντας και το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 ΠΚ). Κατά του εναγόμενου ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας, εκδοθείσης ακολούθως της με αριθμό 2465/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος - εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επί της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε, συζητηθείσης της εφέσεως η υπ' αριθ. 316/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών με την οποία ο κατηγορούμενος - εναγόμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, δεκτού καθισταμένου του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' του νέου ΠΚ). Μετά ταύτα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, ο σχετικός ισχυρισμός και αντίστοιχος 2ος λόγος έφεσης. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου επλήγη στη φήμη και την αξιοπιστία της και ως εκ τούτου υπέστη ηθική βλάβη. Επομένως δικαιούται χρηματική ικανοποίηση την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος της, την ένταση και την διάρκειά της, τον δόλο του εναγομένου ως και την εν γένει οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων την καθορίζει στο ποσό των 2000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση και των κατά νόμο στοιχείων του άρθρου 932 ΑΚ, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του ισχυρισμού που προβλήθηκε από τον εκκαλούντα ως και του αντίστοιχου λόγου έφεσης περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως η κρινομένη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών η εκκαλουμένη, με το να δεχθεί ως αποδεδειγμένα τα πιο πάνω γεγονότα και ακολούθως να κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 23.124,45 ευρώ (21.124,45 + 2.000) νομιμοτόκως το ποσό των 21.124,45 ευρώ από 9-8-2015 και το ποσό των 2.000 ευρώ από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε τον νόμο και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων με την έφεση προβάλλονται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμων καθώς και της εφέσεως στο σύνολό της...". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 10-7-2020 έφεση του εκκαλούντος/αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ. 360/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15-11-2018 αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος/αναιρεσείων να καταβάλει σ'αυτήν, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το συνολικό ποσό των 23.124,45 ευρώ (21.124,45 + 2.000) νομιμοτόκως όπως στο διατακτικό αυτής αναφέρεται. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) με εντολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας μεταφέρθηκε από τον τραπεζικό της λογαριασμό στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος σε διάφορες ημερομηνίες κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2015 έως 30-7-2015, το συνολικό ποσό των 21.905,45 ευρώ, β) μετά από δειγματοληπτικό έλεγχο που διενήργησε στο λογαριασμό της στην ALPHA BANK προέκυψε διαπίστωσε ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε αχρεωστήτως και εκ παραδρομής στον λογαριασμό του αναιρεσείοντα, καθόσον αυτό προοριζόταν για άλλο πελάτη της και συγκεκριμένα για τον πελάτη της με το επώνυμο "Σ.", έμπορο στο Ηράκλειο Κρήτης, διότι είχε εισπράξει για λογαριασμό του το αντίστοιχο ποσό, που αντιστοιχούσε σε ποσά αντικαταβολής από παραδόσεις εμπορευμάτων για λογαριασμό του. γ) το ως άνω ποσό αναζήτησε από τον αναιρεσείοντα με την από 4-8-2015 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή της, δ) ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ότι το ποσό αυτό αφορούσε την παράδοση ταχυδρομικών αντικειμένων σε πελάτες του, ε) ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε τα χρήματα αυτά στην αναιρεσίβλητη παρακρατώντας τα άνευ νομίμου αιτίας και ζημιώνοντάς την κατά το αντίστοιχο ποσό παράνομα και υπαίτια, αφού αυτή αναγκάστηκε να το καταβάλει στον πραγματικό δικαιούχο, όπως αναφέρει στην αγωγή της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 298, 914 ΑΚ, 375 § 1 ΠΚ, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος/αναιρεσείων ενώ γνώριζε ότι κατατέθηκαν εκ παραδρομής στον τραπεζικό λογαριασμό του μέσω web banking από την ενάγουσα/αναιρεσίβλητη χρήματα από ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού, κατά τις παραδοχές, αυτά δεν αντιστοιχούσαν σε αντικαταβολές προϊόντων πελατών του, όπως ήταν εύκολο να διαπιστώσει, εν τούτοις εν γνώσει του τα παρακράτησε ιδιοποιούμενος αυτά παρανόμως, ζημιώνοντας κατά το αντίστοιχο ποσό την ενάγουσα, αφού αυτή αναγκάστηκε να αποδώσει το αντίστοιχο ποσό στον πραγματικό δικαιούχο πελάτη της στο Ηράκλειο Κρήτης, ο οποίος τα εδικαιούτο με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. Μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου/αναιρεσείοντος και της ζημίας της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης καταφάσκεται αιτιώδης συνάφεια, αφού , κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η ζημιογόνος πράξη του εναγομένου κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και πράγματι επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την διασύνδεση αυτή μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος επαρκώς θεμελιώνει η προσβαλλομένη απόφαση με βάση τις παραδοχές της.
Περαιτέρω, το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες , αφού με βάση τις παραδοχές της, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με την μη παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από αυτήν και την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι αν κάποιον εζημίωσε με την αποδιδόμενη σ'αυτόν υπεξαίρεση, αυτός ήταν ο πελάτης της ενάγουσας ονόματι Σ. στον οποίο ανήκαν τα χρήματα και όχι η ενάγουσα, δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό με την έννοια του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αλλά άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης και συνεπώς ο δεύτερος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος ετέρου προς έρευνα αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2022 αίτηση του Ν. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 616/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσου δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ