Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1782 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1782/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank Eguities Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Eguities ΑΕΠΕΥ" και στα Αγγλικά "Eurobank Eguities Firm S.A.", πρώην "Eurobank Eguities Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και πιο πριν "Eurobank EFG Eguities Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπιτσαξή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-12-2016 και 28-03-2017 αγωγές των αντιδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3056/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1777/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27-09-2021 αίτησή της και τους από 20-03-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27.9.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 1777/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022, είναι και οι από 20.3.2025 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (σχετ. προσκ. με αριθμό ....2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Χ. Γ.). Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να συνεκδικασθούν (αρθ. 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία, διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 28.3.2017 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος, επενδυτής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) από του έτους 2005, μέσω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που συνήψε έκτοτε με την ήδη αναιρεσείουσα ΑΕΠΕΥ (ήδη Μονοπρόσωπη ΑΕΠΕΥ), ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος αδικοπραξία και επικουρικώς, συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αντίθετη προς την επενδυτική σύμβαση, την πρόσθετη αυτής πράξη και την υποχρέωση πρόνοιας και επιμέλειας που επιτάσσουν οι διατάξεις που αφορούν στις ΑΕΠΕΥ. Με την αντίθετη από 22.12.2016 αγωγή της, η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε επικαλούμενη κατάρτιση επενδυτικής σύμβασης με τον αναιρεσίβλητο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει τα στην αγωγή χρηματικά ποσά που αυτή δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της επενδυτικής εντολής του τελευταίου, και επικουρικώς τα ποσά αυτά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Μετά συνεκδίκαση των αγωγών εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 3056/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας, ενώ έκανε αυτή, καθώς και την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, δεκτές ως εν μέρει βάσιμες από ουσιαστική άποψη. Ακολούθως, και κατά συνεκδίκαση των αντιθέτων, από 18.10.2018 και 20.10.2018 εφέσεων των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με αριθμό 1777/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εδώ διαδίκων. Με το ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις [ήδη καταργηθέντα με τον ομότιτλο ν. 4514/2018, που εξακολουθεί όμως να εφαρμόζεται επί πράξεων μέχρι τη θέση σε ισχύ του άνω νέου νόμου, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 αυτού], με τον οποίο είχε ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, που αντικατέστησε την Οδηγία 9322/ΕΟΚ, και κατά την παρ. 1 περιπτ. β` του άρθρου 4 αυτού (ν. 3606/2007) ως επενδυτική υπηρεσία νοείται μεταξύ άλλων, η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών.
Σύμφωνα εξάλλου με την παρ. 2 ( περιπτ. α') του ίδιου άρθρου, ως παρεπόμενη υπηρεσία νοείται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών καθώς και (περιπτ. ζ') η παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις ε' έως και ζ'και ι'του άρθρου 5, εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπομένων υπηρεσιών. Κατά την διάταξη του άρθρου 5 περ. δ,ε,στ και ζ στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και άλλες παράγωγες συμβάσεις σχετιζόμενες με κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια, αποδόσεις ή άλλα παράγωγα μέσα κ.λπ. Στην περίπτωση της επενδυτικής υπηρεσίας του άρθρου 4 παρ. 1 περιπτ. β` του Ν. 3606/2007 οι πελάτες δίνουν εντολή στην τράπεζα να αγοράσει ή πωλήσει για λογαριασμό τους, μετοχές, ομολογίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, καταβάλλοντας το αντίτιμο. Η σχέση δε, που τους συνδέει με την τράπεζα είναι σύμβαση παραγγελίας. Ειδικότερα, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕμπΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΟλΑΠ 824/1977, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 1848/2017, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 655/2011, ΑΠ 23/2006).
Έτσι, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713, 714, 719, 722 του ΑΚ, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται δε, για κάθε πταίσμα, δηλαδή, όχι με το μειωμένο βαθμό επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (για δόλο ή βαριά αμέλεια), αλλά και για ελαφρά αμέλεια, και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της και ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε ο τελευταίος δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, και από τις οποίες συνάγεται, ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης παραγγελίας, η μεν παραγγελιοδόχος ΑΕΠΕΥ είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στον παραγγελέα πελάτη της τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων, ο δε παραγγελέας πελάτης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην παραγγελιοδόχο τα χρήματα που η τελευταία δαπάνησε για την αγορά των μέσων αυτών και ό,τι δαπάνησε για τη κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως είναι τα συμβόλαια μελλοντικής επλήρωσης (παράγωγα) για λογαριασμό του παραγγελέα σύμφωνα με τις δοθείσες από τον παραγγελέα εντολές και τους οικείους όρους της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης (ΑΠ 23/2006, ΑΠ 663/2004).
Στη περίπτωση αυτή, το καταβαλλόμενο ποσό για την εκκαθάριση των συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων συνιστά δαπάνη του παραγγελιοδόχου για την κανονική εκτέλεση της σύμβασης ανάμεσα σ'αυτόν και τον παραγγελέα και είναι αποδοτέο στον πρώτο, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 722 του ΑΚ, κανονική δε, εκτέλεση της εντολής υφίσταται, εφόσον ο εντολοδόχος εκτελεί την υποχρέωσή του σύμφωνα με τη σύμβαση συμμορφούμενος προς ρητές ή επιτακτικές οδηγίες του εντολέως, αν αυτές είναι ενδεικτικές, εφόσον έπραξε κάθε τι που επέβαλε η φύση της υπόθεσης που του ανατέθηκε (ΟλΑΠ 10/1992, ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 335/2010, ΑΠ 862/1996, ΑΠ 682/1995). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Για την υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα. Αν επομένως ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται κατ` αρχάς στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και τότε μόνον σε αδικοπραξία, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 914 ΑΚ ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λπ., οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 346/2018, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011).
Περαιτέρω, στο άρθρο 27 ν. 3606/2007 περιλαμβάνεται η αρχή βέλτιστης εκτέλεσης (best execution principle), η οποία ήδη προβλεπόταν από το άρθρο 91 του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και καθιερώνεται με το παραπάνω άρθρο, με την οποία ορίζεται, ότι όταν οι ΕΠΕΥ εκτελούν εντολές των πελατών τους, οφείλουν να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο ώστε να επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον πελάτη λαμβάνοντας υπ' όψη την τιμή, το κόστος, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, τον όγκο, τη φύση και οποιονδήποτε άλλο παράγοντα αφορά την εκτέλεση της εντολής καθώς και τη βαρύτητα που αποδίδει κάθε επενδυτής σε αυτούς. Η υποχρέωση της ΕΠΕΥ αφορά σε όλες τις μορφές και κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 5 ν. 3606/2007, συνίσταται στην υιοθέτηση κατάλληλων διαδικασιών και στην εφαρμογή κατάλληλης πολιτικής βέλτιστης εκτέλεσης, ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα. Αποτελεί νομική υποχρέωση κάθε επιχείρησης επενδύσεων να εφαρμόζει διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών της σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών ή τα συμφέροντα της ίδιας. Η πολιτική εκτέλεσης εντολών περιέχει για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, στοιχεία σχετικά με τους διάφορους τόπους διαπραγμάτευσης όπου η ΑΕΠΕΥ εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του τόπου διαπραγμάτευσης. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες τους κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν και λαμβάνουν την προηγούμενη συναίνεση των πελατών τους σχετικά με την εν λόγω πολιτική (παρ. 5). Οι ΑΕΠΕΥ παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση των εντολών, ώστε να εντοπίζουν και να διορθώνουν, όπου χρειάζεται, ελλείψεις. Ειδικότερα οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν τακτικά κατά πόσον οι τόποι διαπραγμάτευσης, που προβλέπονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών, επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τους πελάτες τους και να τροποποιούν αναλόγως τις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν. Οι ΑΕΠΕΥ πληροφορούν τους πελάτες τους για κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση των εντολών. Η θεσπιζόμενη από τις άνω διατάξεις υποχρέωση βέλτιστης εκτέλεσης από συστηματική άποψη αποτελεί απόρροια και εξειδίκευση μιας ευρύτερης αρχής, που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του συστήματος δεοντολογίας που εισάγει η Οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Η αρχή αυτή, η οποία επιτάσσει την διαφύλαξη και προστασία των συμφερόντων του πελάτη ανήκει στον κανόνα και στο απαραβίαστο νομικό κεκτημένο όλων των σύγχρονων κεφαλαιαγορών. Σύμφωνα με αυτή (άρθρο 25 παρ. 1 ν. 3606/2007) οι ΕΠΕΥ "οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους".
Σύμφωνα με το άρθρο 1 αρ. 19 του ν. 2533/1997 όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ. 50 Ν. 3371/2005 (ΦΕΚ A 178/14.7.2005) "Ως "παράγωγα" νοούνται συμβάσεις επί χρηματοοικονομικών μέσων, ιδίως συμβάσεις προαίρεσης, υπό προθεσμία και ανταλλαγής δικαιωμάτων επί κινητών αξιών, χρηματιστηριακών δεικτών, μέσων της χρηματαγοράς, συναλλάγματος και επιτοκίων, ως και συμβάσεις επί δεικτών εμπορευμάτων, ιδίως ενεργειακών προϊόντων, βασικών ή πολύτιμων μετάλλων ή γεωργικών προϊόντων, και άλλων περιουσιακών στοιχείων, ναύλων, αδειών εκπομπής ρύπων, ποσοστών πληθωρισμού ή άλλων επίσημων οικονομικών στατιστικών". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 αρ. 24 ιδίου νόμου, όπως, επίσης, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 50 Ν. 3371/2005,ΦΕΚ A 178/14.7.2005 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο: "Ως "υποκείμενες αξίες" νοούνται οι κινητές αξίες, οι δείκτες κινητών αξιών, οι αξίες της χρηματαγοράς και οι άλλες αξίες, επί των οποίων παρέχεται δικαίωμα αγοράς ή πώλησης από παράγωγο ή βάσει των οποίων υπολογίζεται η χρηματιστηριακή αξία των παραγώγων ,ως και οι δείκτες σε εμπορεύματα, ιδίως σε ενεργειακά προϊόντα, βασικά ή πολύτιμα μέταλλα ή γεωργικά προϊόντα και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, κλιματικές μεταβλητές, ναύλους, άδειες εκπομπής ρύπων, ποσοστά πληθωρισμού ή άλλες επίσημες οικονομικές στατιστικές". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα παράγωγα είναι σύνθετα και πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα, το περιεχόμενο των οποίων ποικίλλει αναλόγως των "υποκείμενων μέσων" (underlying instruments), εκείνων δηλαδή των χρηματοπιστωτικών μέσων ή προϊόντων, συνάρτηση και σύνθεση των οποίων αποτελούν τα παράγωγα. Σε ένα παράγωγο μπορεί να περιέχεται ευρύ φάσμα υποκείμενων μέσων, σε ποικίλες παραλλαγές και συνδυασμούς. Τούτο έχει ως συνέπεια την ύπαρξη και δυνατότητα δημιουργίας απροσδιόριστου αριθμού τύπων παραγώγων, τα οποία χρησιμοποιούνται συχνά από τους επενδυτές ως αντιστάθμιση ή μέσο προστασίας έναντι των κινδύνων, πρόκειται δηλαδή, για μία κερδοσκοπική πρόβλεψη σχετικά με την μελλοντική αξία ενός αντικειμένου, συνήθως ενός υποκειμένου στοιχείου ενεργητικού, όπως οι μετοχές, τα ομόλογα ή η αξία του συναλλάγματος. Τα παράγωγα δεν αποτελούν χωριστή κατηγορία προϊόντων, αλλά "παράγονται" από συγκεκριμένες συναλλαγές των οποίων το υποκείμενο μέσο (υποκείμενη αξία), δηλαδή το αντικείμενο που μπορεί να αγορασθεί η πωληθεί, μπορεί να είναι επιτόκιο, μετοχή, ομόλογο, εμπόρευμα, συνάλλαγμα, τραπεζικό δάνειο, ένας χρηματιστηριακός δείκτης (πχ δείκτης μετοχών) ισοτιμία νομίσματος κ.α. , είναι δε κυρίως, τριών ειδών, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (ΣΜΕ ή futures) και οι προθεσμιακές συμβάσεις (forward contracts), που αμφότερα είναι τυποποιημένα και διαπραγματεύσιμα και η αγοραπωλησία τους πραγματοποιείται και ρυθμίζεται από τα αντίστοιχα Χρηματιστήρια Σ.Μ.Ε., και τα συμβόλαια δικαιωμάτων (options). Ειδικότερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης είναι μία διαπραγματεύσιμη σύμβαση που αφορά την αγορά (long) ή την πώληση (short) ενός υποκειμένου περιουσιακού στοιχείου, το δε συμβόλαιο με υποκείμενη αξία την νομισματική ισοτιμία, είναι μια τυποποιημένη συμφωνία για την αγορά ή την πώληση ενός νομίσματος σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία και τιμή, που διαπραγματεύεται σε κεντρικά χρηματιστήρια. Τα παράγωγα προϊόντα χρησιμοποιούνται κυρίως για συναλλαγές (trading), για αντιστάθμιση κινδύνων (hedging), καθώς και για την πρόκριση συναλλαγών (arbitrage). Όσον αφορά την πρώτη χρήση (trading), ο επενδυτής αποδεχόμενος ορισμένα επίπεδα κινδύνου αναμένει κάποια απόδοση, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη (hedging), ο επενδυτής προσδοκά την αντιστάθμιση του κινδύνου, από μια θέση που κατέχει στην υποκείμενη αγορά (cash market). Για την πρόκριση δε συναλλαγών (arbitrage), ο επενδυτής αποσκοπεί να εκμεταλλευθεί στιγμιαίες ανισορροπίες που παρατηρούνται ανάμεσα στην τρέχουσα αγορά και στην αγορά παραγώγων για να αποκομίσει κέρδος χωρίς κίνδυνο. Σε ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης (ΣΜΕ) η θέση του συναλλασσομένου που αναλαμβάνει να πωλήσει ονομάζεται "θέση πώλησης" (short position) ενώ η θέση αυτού που εισέρχεται στην υποχρέωση να αγοράσει ονομάζεται "θέση αγοράς" (long position). Ο όρος "θέση" (position) περιγράφει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τις οποίες ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει με μια συγκεκριμένη συναλλαγή (αγορά/πώληση). Οι συναλλαγές σε Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (ΣΜΕ) ενέχουν υψηλό βαθμό κινδύνου, απόρροια του φαινομένου της μόχλευσης (leverage). Το χαρακτηριστικό τους, δηλαδή, είναι ότι με αυτά επιχειρείται με την επένδυση ενός συγκεκριμένου ποσού να επιτευχθούν αποτελέσματα τα οποία, στην αγορά αξιών, θα επιτυγχάνονταν με πολλαπλάσια ποσά. Εξαιτίας της μόχλευσης, μία σχετικά μικρή κίνηση της αγοράς θα έχει μία αναλογικά μεγαλύτερη επίδραση στα κεφάλαια που έχουν καταβληθεί ή που θα πρέπει να καταβληθούν για τη διατήρηση της θέσης. Ειδικότερα, σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της αξίας του συμβολαίου, ο πελάτης υποχρεούται να καταβάλλει πρόσθετο ποσό, που απαιτείται για τον ημερήσιο διακανονισμό, και να συμπληρώσει την απαιτούμενη ασφάλεια (περιθώριο ασφάλισης), για να μην κλείσει η θέση του πελάτη και χάσει αυτός όλο το επενδυθέν ποσό.
Περαιτέρω, είναι δυνατό να ορισθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (π.χ. την Εταιρεία Εκκαθάρισης του ΧΑΑ) ή τον εκάστοτε εκκαθαριστή /διακανονιστή της αγοράς παραγώγων, μεγαλύτερη ασφάλεια (υψηλότερο περιθώριο ασφάλισης) ως προϋπόθεση για να διατηρούνται ανοικτές θέσεις. Εάν ο πελάτης δεν εκπληρώσει εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις αυτές, κλείνει η θέση του και ευθύνεται για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του από την εκκαθάριση των συναλλαγών που έχει διενεργήσει επί παραγώγων. Αυτό σημαίνει, ότι μπορεί να χάσει όχι μόνον το επενδυθέν ποσό αλλά και ότι μπορεί να υποχρεωθεί να πληρώσει και επιπλέον ποσά για να καλύψει τη ζημία του. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης περιλαμβάνουν τους εξής βασικούς όρους: α) μέγεθος συμβολαίου και με αυτό ορίζεται η ποσότητα της υποκειμένης αξίας στην οποία αφορά το αντίστοιχο συμβόλαιο β) η ημερομηνία λήξης του συμβολαίου γ) η τιμή του συμβολαίου, ήτοι η τιμή στην οποία αγοράζουν ή πωλούν το συμβόλαιο οι αντισυμβαλλόμενοι, δ) η τιμή εκκαθάρισης του συμβολαίου η οποία ανακοινώνεται ημερησίως από τον οργανισμό εκκαθάρισης. Ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης περιλαμβάνει τα εξής ποσά ασφάλισης: α) περιθώριο ασφάλισης που αποτελεί το ποσό που ζητεί ο εκκαθαριστικός οργανισμός ως ασφάλεια στην περίπτωση που ο επενδυτής δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τον ημερήσιο διακανονισμό, β) αρχικό περιθώριο ασφάλισης που είναι το ποσό που ζητείται από τον εκκαθαριστικό οίκο όταν γίνει μία συναλλαγή, γ) περιθώριο διαφορών αποτίμησης, δηλαδή σε περίπτωση που η αξία των περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως αρχικό περιθώριο ασφάλισης είναι κατώτερη ενός προκαθορισμένου ορίου, ο κάτοχος του συμβολαίου είναι υποχρεωμένος να καταθέσει το ποσό της διαφοράς, διαφορετικά ο οργανισμός εκκαθάρισης θα προχωρήσει σε ρευστοποίηση του συμβολαίου δ) ημερήσια αποτίμηση και περιθώριο ημερήσιου διακανονισμού, δηλαδή για να ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές από αθέτηση υποχρεώσεων από την πλευρά του επενδυτή, οι μεταβολές στην τιμή του κάθε συμβολαίου υπολογίζονται σε ημερήσια βάση και το κέρδος ή η ζημία (περιθώρια ημερήσιου διακανονισμού), πιστώνεται ή χρεώνεται αντίστοιχα στο λογαριασμό του επενδυτή. Για την ελαχιστοποίηση και τον περιορισμό πιθανών ζημιών του επενδυτή είναι δυνατή η συνομολόγηση εντολών του πελάτη, "ρητρών" όπως η "εντολή ορίου" (stop-limit order) ή η "εντολή ορίου ζημιών" ή "διακοπής ζημίας" (stop-loss order), για τη περίπτωση που η τιμή των συμβολαίων μειωθεί κάτω από ένα όριο. Η τελευταία είναι συνήθης στην αγορά των παραγώγων και χρησιμοποιείται κυρίως από συντηρητικούς επενδυτές, οι οποίοι επιθυμούν να περιορίσουν την ζημία τους. Έτσι, εάν ένας επενδυτής δώσει εντολή "διακοπής ζημίας" για την περίπτωση που η τιμή συμβολαίων του φτάσει το 1 ευρώ, τα συμβόλαιά του θα διατεθούν αυτόματα προς πώληση, μόλις τη τιμή τους φτάσει στο 1 ευρώ, αλλά θα πωληθούν στην πρώτη διαθέσιμη τιμή που θα προσφερθεί στην σχετική αγορά, η οποία μπορεί να ισούται με 1 ευρώ, αλλά μπορεί να είναι και κατώτερη, ανάλογα με τις αντίστοιχες εντολές αγοράς άλλων επενδυτών που θα έχουν καταχωρηθεί την ίδια στιγμή στο σύστημα.
Περαιτέρω, οι συμβάσεις παραγώγων συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 4 παρ. 17 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και του άρθρου 5 του ν. 3606/2007 αποτελώντας ειδική κατηγορία χρηματοπιστωτικών προϊόντων, η δε κατάρτιση συναλλαγών επί των παράγωγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων με τη διαμεσολάβηση επαγγελματία διαμεσολαβητή της αγοράς (ΕΠΕΥ, πιστωτικά ιδρύματα) συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. 3606/2007.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β'ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ως τέτοια νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει αυτά για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 40/2020), την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 59/2025).
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προέκυψαν τα εξής: Ο ενάγων-εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος που ως μηχανολόγος-μηχανικός δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα της κατασκευής τεχνικών έργων συνήψε με την ενάγουσα-εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (στο εξης ΑΕΠΕΥ) τη με αριθμό ....2005 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει της οποίας ανέθεσε σε αυτή την εκτέλεση χρηματιστηριακών παραγγελιών για λογαριασμό τγου και την παροχή υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών για την κατάρτιση συναλλαγών επί αξιών στο όνομά του, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ως άνω σύμβαση όρους, η οποία αποτελείται από τα έγγραφα που επιγράφονται "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΧΕΙΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΔΑΣ ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΛΩΝ ΤΙΤΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ ΣΕ ΑΥΛΕΣ ΑΞΙΕΣ" και "ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Ο ενάγων-εναγόμενος στο πλαίσιο της άνω σύμβασης με την από 27.1.2005 εξουσιοδότησή του παρέσχε στην ενάγουσα- εναγομένη την εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, να παραδίδει και να παραλαμβάνει αντ' αυτού στο όνομά του και για λογαριασμό του, τους κάθε είδους τίτλους που συνιστούν αντικείμενο των παρεχόμενων σ'αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών, να κινεί (πιστώνει και χρεώνει) τον υποδειχθέντα χρηματιστηριακό λογαριασμό, να ενεργεί όλες τις απαραίτητες πράξεις γι άτη μετατροπή ποσού που τηρείται σε συνάλλαγμα σε εθνικό νόμισμα και αντιστρόφως, και να εκπροσωπεί τον εξουσιοδοτούντα ενώπιον του οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου για τη διενέργεια των προβλεπομένων στους όρους πράξεων. Ο ενάγων-εναγόμενος με την έτερη, από 27.1.2005 εξουσιοδότησή του, παρέσχε στην ενάγουσα-εναγομένη την ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε κάθε ενέργεια και να υπογράφει κάθε έγγραφο στο όνομα και για λογαριασμό του, που απαιτείται για τη δημιουργία Μερίδας Επενδυτή και Λογαριασμού Χειριστή στο Σύστημα Αΰλων Τίτλων (ΣΤΑ) και υπέδειξε ως τραπεζικό λογαριασμό του τον με αριθμό 0026.0052.28.0100682086 λογαριασμό. Με βάση τη παραπάνω σύμβαση και την ως άνω εξουσιοδότηση του ενάγοντος-εναγομένου, η ενάγουσα-εναγομένη προέβη στην δημιουργία στο όνομα και για λογαριασμό του, ενός λογαριασμού χειριστή και μερίδας επενδυτή στο ΣΑΤ και σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για τη διεκπεραίωση και στο ΧΑΑ της διαδικασίας μετατροπής ενσωμάτων ονομαστικών και ανωνύμων μετοχών ή/και αποθετηρίων εγγράφων που εκάστοτε παραδίδονται για το σκοπό αυτό από τον επενδυτή σε άυλες αξίες. Η ενάγουσα-εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα-εναγόμενο στις 27.1.2005 τους επενδυτικούς κινδύνους που αναλαμβάνει με τη συμμετοχή του στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, επισημαίνοντας σε αυτόν, ότι πάσης φύσεως κίνδυνοι που εμπεριέχονται σε επενδύσεις με αγορές χρήματος και κεφαλαίου, παρότι μπορούν υπό προϋποθέσεις να περιοριστούν, δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως, και ότι αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η επένδυση γίνεται σε παράγωγα προϊόντα, όπου σχετικά μικρές μεταβολές στις τιμές των υποκειμένων αξιών συνεπάγονται πολλαπλασίου μεγέθους μεταβολές στην αξία της επένδυσης και ότι επομένως, σε παρόμοιες επενδύσεις δεν είναι δυνατή ούτε η προεξόφληση οιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο υπόκειται και αυτό στο σύνολό του στους πάσης φύσεως επενδυτικούς κινδύνους και ότι για το λόγο αυτό, επένδυση σε παρόμοια προϊόντα θεωρείται κατάλληλη μόνον για επενδυτές με ιδιαίτερη γνώση και σημαντική εμπειρία σε επενδύσεις στην κεφαλαιαγορά και μόνον ως προς μικρό μέρος του συνολικού επενδυτικού χαρτοφυλακίου τους, στους δε κινδύνους περιλαμβάνονται ο πιστωτικός, ο συναλλαγματικός, ο επιτοκιακός κ.λπ. Μετά τη θέσπιση του ν. 3606/2007 η ενάγουσα-εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα-εναγόμενο την "Πολιτική Βέλτιστης Εκτέλεσης Εντολών" και το "Πληροφοριακό Πακέτο" της, που περιείχαν σαφή αναφορά στους επενδυτικούς κινδύνους και εκείνος δήλωσε ότι έχει ενημερωθεί για την πολιτική βέλτισης εκτέλεσης εντολών και ότι έχει κατανοήσει το πληροφοριακό πακέτο της. Τον Απρίλιο του έτους 2011 ο ενάγων-εναγόμενος, που είχε εξοικειωθεί με τις συναλλαγές σε μετοχές και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα αποφάσισε να επεκτείνει την επενδυτική του δραστηριότητα και στον τομέα των "παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων" για τα οποία είχε ενημερωθεί από την ενάγουσα μέσω του προσφερθέντος "Πληροφοριακού Πακέτου" και την απόφασή του γνωστοποίησε σε αυτήν. Η τελευταία, όπως όφειλε, κατά το άρθρο 25 παρ. 5 του ν. 3606/2007 προέβη σε έλεγχο της συμβατότητάς του με τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, ζητώντας πληροφορίες για τις γνώσεις του και την εμπειρία σε αυτά μέσω εντύπου ερωτηματολογίου και με βάση τις απαντήσεις του στις τεθείσες ερωτήσεις διαπίστωσε ότι οι γνώσεις του ήσαν ανεπαρκείς και για το λόγο αυτό, προειδοποίησε αυτόν σχετικώς, ο οποίος αποδέχθηκε ότι δεν έχει την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για να αξιολογήσει τους κινδύνους που αναλαμβάνει . Μολαταύτα, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ή από 12.4.2011 Πρόσθετη Πράξη στην παραπάνω Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (που επιγράφεται Πρόσθετη Πράξη στη Σύμβαση Χρηματιστηριακής Παραγγελίας Λήψης, Διαβίβασης και Εκτέλεσης Εντολών) με την οποία συνομολογήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: α) η ενάγουσα δύναται να παρέχει την εξουσία λήψης και διαβίβασης για λογαριασμό του ενάγοντος εντολών για κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης σε οργανωμένες αγορές της αλλοδαπής, ιδίως δε, συναλλαγών επί τίτλων προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, επί δικαιωμάτων προαιρέσεως, επί μετοχών ή δεικτών μετοχών κ.λπ., τα οποία αποκαλούνται περαιτέρω "Αλλοδαπά Παράγωγα" (όρος 2.1) β) ο ενάγων παρέχει πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση στην ενάγουσα, εφόσον η ίδια τηρεί επ' ονόματί του στην Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS (εφεξής η "Τράπεζα"), λογαριασμό μετρητών σε ευρώ, καθώς και λογαριασμό μετρητών σε ξένο συνάλλαγμα που απαιτείται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι της ενάγουσας-εναγομένης από την κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί Αλλοδαπών Παραγώγων , δεσμευμένους υπέρ της ενάγουσας (οι οποίοι αποκαλούνται "Λογαριασμοί Περιθωρίου Ασφάλισης") να προβαίνει στις ακόλουθες πράξεις (όρος 2.2): βα) Διαβιβάζει χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της κάθε παραγγελία του ενάγοντος-εναγομένου, διδόμενη σε αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο για κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών για λογαριασμό του επί Αλλοδαπών Παραγώγων (η οποία αποκαλείται περαιτέρω "Παραγγελία") σε οποιονδήποτε κατά την κρίση της Εταιρείας, χρηματοπιστωτικό οργανισμό, ο οποίος δύναται να καταρτίζει και να εκκαθαρίζει απ' ευθείας ή μέσω τρίτου συναλλαγές επί Αλλοδαπών Παραγώγων. Η ενάγουσα δικαιούται, κατά την ελεύθερη κρίση της, να αρνηθεί την διαβίβαση της παραγγελίας. β.β) Προβαίνει για λογαριασμό του ενάγοντος-εναγομένου στην κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί Αλλοδαπών Παραγώγων, με σκοπό το κλείσιμο ή την εξισορρόπηση ανοικτών θέσεων του Πελάτη χωρίς να έχει προηγηθεί Παραγγελία του Πελάτη-εναγομένου. β.γ) Εισπράττει εκάστοτε τις προσόδους από τα Αλλοδαπά Παράγωγα και πιστώνει τον Λογαριασμό Περιθωρίου Ασφάλισης με τις προσόδους από τα Αλλοδαπά Παράγωγα, β.δ) Αγοράζει επί ονόματί του με οποιουσδήποτε όρους κατά την ελεύθερη κρίση της ξένο συνάλλαγμα εν όψει ή επί προθεσμία, για την εμπρόθεσμη εκκαθάριση συναλλαγών επί Αλλοδαπών Παραγώγων στο ξένο συνάλλαγμα, β.ε) Προβαίνει σε κάθε πράξη συναφή προς τις ανωτέρω εργασίες και υπογράφει κάθε σχετικό με αυτές έγγραφο. γ) για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενάγοντος -εναγομένου που απορρέουν από την κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί Αλλοδαπών Παραγώγων, ο ενάγων καταθέτει σε Λογαριασμό Περιθωρίου Ασφάλισης καθ' υπόδειξη της ενάγουσας ποσό μετρητών, κατά την ελεύθερη κρίση της, σε νόμισμα που εκάστοτε ορίζεται από την ίδια, το οποίο ποσό αποκαλείται περαιτέρω " Περιθώριο Ασφάλισης" (όρος 2.4). δ) η ελάχιστη αξία του Περιθωρίου Ασφάλισης ορίζεται από την εταιρεία. Ο πελάτης (ενάγων) υποχρεούται να διακανονίζει εμπρόθεσμα τις ανοικτές θέσεις του και να συμπληρώνει το Περιθώριο Ασφάλισης, ώστε να έχει την κατά τα ανωτέρω ελάχιστη αξία (όρος 2.5). ε) Από την παρούσα απορρέουν ή θα απορρεύσουν απαιτήσεις της ενάγουσας κατά του εναγομένου-ενάγοντος, κύριες ή παρεπόμενες, όπως απαιτήσεις για την καταβολή του Περιθωρίου Ασφάλισης και για τη συμπλήρωση, κατά τη κρίση της ενάγουσας, του Περιθωρίου Ασφάλισης, απαιτήσεις από προμήθειες, έξοδα (συμπεριλαμβανομένων των φόρων, τελών κλπ), τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους επί ληξιπροθέσμων τόκων και λοιπές επιβαρύνσεις που γίνονται ή θα γίνουν με αιτία ή αφορμή την παρούσα και την εκτέλεσή της (όρος 2.7). στ) Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων ο ενάγων-εναγόμενος παρέχει από τώρα στην ενάγουσα την ανέκκλητη εντολή-πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση, όπως η ενάγουσα ζητεί εκάστοτε από την Τράπεζα τη χρέωση οποιουδήποτε κατά την ελεύθερη κρίση της ενάγουσας Λογαριασμού Περιθωρίου Ασφάλισης με κάθε ποσό προς εξόφληση των Απαιτήσεων. Με την από 12.4.2011 δήλωση πληρεξουσιότητας ο ενάγων-εναγόμενος παρέσχε στην ενάγουσα στην πληρεξουσιότητα όπως ενεργώντας επ' ονόματί του: α) διαβιβάζει παραγγελίες για κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών σε οργανωμένες αγορές της αλλοδαπής επί παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, β) εισπράττει τις προσόδους από τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, γ) καταθέτει χρήματα σε ευρώ ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, και αναλαμβάνει χρήματα από λογαριασμούς μετρητών σε ευρώ και σε ξένο συνάλλαγμα, δεσμευμένους υπέρ της, οι οποίοι τηρούνται επ' ονόματί του στην άνω Τράπεζα, δ) αγοράζει με οποιουσδήποτε όρους κατά την ελεύθερη κρίση της, ξένο συνάλλαγμα εν όψει ή επί προθεσμία. Τα ως άνω αποκαλούμενα "παράγωγα" είναι σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, η αξία των οποίων βασίζεται ή παρακολουθεί την αξία άλλων χρηματοοικονομικών αξίων (υποκείμενες αξίες) όπως ενδεικτικά την αξία του συναλλάγματος. Χαρακτηριστικό των παραγώγων προϊόντων είναι ότι δίνουν την δυνατότητα στους επενδυτές να παίρνουν θέσεις πολλαπλάσιας αξίας του ποσού που πραγματικά επενδύουν (μόχλευση) με αντίστοιχη όμως, αύξηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται και έτσι, οι επενδύσεις σε αυτά τα προϊόντα δεν είναι συντηρητικές και επιλέγονται κυρίως από έμπειρους επενδυτές που αποσκοπούν είτε στην αντιστάθμιση των κινδύνων τους, είτε στην κερδοσκοπία, είτε τέλος, στην εξισορροπητική κερδοσκοπία μέσω της εκμετάλλευσης των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων των τιμών της αγοράς, δηλαδή των διαφορών στις τιμές της ίδιας χρηματοοικονομικής αξίας σε δύο ή περισσότερες αγορές. Στα παράγωγα περιλαμβάνονται και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία μία συναλλαγματική ισοτιμία που είναι διμερείς συμβάσεις, με τις οποίες συμφωνείται η αγορά ή η πώληση συγκεκριμένης ποσότητας μιας αξίας σε ορισμένη μελλοντική ημερομηνία έναντι ορισμένου τιμήματος. Για την επένδυση στα συμβόλαια αυτά ο επενδυτής καλείται να καταβάλει μόνον ένα μικρό ποσό (περιθώριο ασφάλειας) το οποίο αντιστοιχει σε μέρος της ονομαστικής τους αξίας και υπολογίζεται από τον εκάστοτε εκκαθαριστή της αγοράς, στην οποία αυτά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το ποσό αυτό πρέπει να είναι δεσμευμένο σε συνδεδεμένο με την επένδυση λογαριασμό για όσο χρόνο παραμένει "ανοικτή" η θέση του επενδυτή, δηλαδή για όσο χρόνο ο τελευταίος διατηρεί τα συμβόλαια στην κατοχή του. Στα παραπάνω συμβόλαια γίνεται ημερήσια αποτίμηση, δηλαδή οι μεταβολές της τιμής τους (οι οποίες προκύπτουν από τις αντίστοιχες μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην οποία στηρίζονται) υπολογίζονται σε ημερήσια βάση και το κέρδος ή η ζημία που προκύπτει πιστώνεται ή χρεώνεται αντίστοιχα στο λογαριασμό του επενδυτή. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης περιλαμβάνουν τους εξής βασικούς όρους: α) μέγεθος συμβολαίου και με αυτό ορίζεται η ποσότητα της υποκειμένης αξίας στην οποία αφορά το αντίστοιχο συμβόλαιο β) η ημερομηνία λήξης του συμβολαίου γ) η τιμή του συμβολαίου, ήτοι η τιμή στην οποία αγοράζουν ή πωλούν το συμβόλαιο οι αντισυμβαλλόμενοι, δ) η τιμή εκκαθάρισης του συμβολαίου η οποία ανακοινώνεται ημερησίως από τον οργανισμό εκκαθάρισης. Ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης περιλαμβάνει τα εξής ποσά ασφάλισης: α) περιθώριο ασφάλισης που αποτελεί το ποσό που ζητεί ο εκκαθαριστικός οργανισμός ως ασφάλεια στην περίπτωση που ο επενδυτής δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τον ημερήσιο διακανονισμό, β) αρχικό περιθώριο ασφάλισης που είναι το ποσό που ζητείται από τον εκκαθαριστικό οίκο όταν γίνει μία συναλλαγή, γ) περιθώριο διαφορών αποτίμησης, δηλαδή σε περίπτωση που η αξία των περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως αρχικό περιθώριο ασφάλισης είναι κατώτερη ενός προκαθορισμένου ορίου, ο κάτοχος του συμβολαίου είναι υποχρεωμένος να καταθέσει το ποσό της διαφοράς, διαφορετικά ο οργανισμός εκκαθάρισης θα προχωρήσει σε ρευστοποίηση του συμβολαίου δ) ημερήσια αποτίμηση και περιθώριο ημερήσιου διακανονισμού, δηλαδή για να ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές από αθέτηση υποχρεώσεων από την πλευρά του επενδυτή, οι μεταβολές στην τιμή του κάθε συμβολαίου υπολογίζονται σε ημερήσια βάση και το κέρδος ή η ζημία (περιθώρια ημερήσιου διακανονισμού), πιστώνεται ή χρεώνεται αντίστοιχα στο λογαριασμό του επενδυτή. Για την ελαχιστοποίηση και τον περιορισμό πιθανών ζημιών του επενδυτή είναι δυνατή η συνομολόγηση μιας ρήτρας "διακοπής ζημίας" (stop-loss ), για τη περίπτωση που η τιμή των συμβολαίων μειωθεί κάτω από ένα όριο. Η ρήτρα αυτή είναι συνήθης στην αγορά των παραγώγων και χρησιμοποιείται κυρίως από συντηρητικούς επενδυτές, οι οποίοι επιθυμούν να περιορίσουν την ζημία τους. Έτσι, εάν ένας επενδυτής δώσει εντολή "διακοπής ζημίας" για την περίπτωση που η τιμή συμβολαίων του φτάσει το 1 ευρώ, τα συμβόλαιά του θα διατεθούν αυτόματα προς πώληση, μόλις τη τιμή τους φτάσει στο 1 ευρώ, αλλά θα πωληθούν στην πρώτη διαθέσιμη τιμή που θα προσφερθεί στην σχετική αγορά, η οποία μπορεί να ισούται με 1 ευρώ, αλλά μπορεί να είναι και κατώτερη, ανάλογα με τις αντίστοιχες εντολές αγοράς άλλων επενδυτών που θα έχουν καταχωρηθεί την ίδια στιγμή στο σύστημα. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι προς εξυπηρέτηση του ενάγοντος-εναγομένου στο πλαίσιο της άνω πρόσθετης πράξης στη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας η ενάγουσα -εναγομένη ΑΕΠΕΥ κατόπιν αιτήσεώς του προέβη στο άνοιγμα του με αριθμό ... Λογαριασμού Περιθωρίου Ασφάλισης σε φράγκο Ελβετίας στην Τράπεζα Eurobank Ergasias. Ο ενάγων μετά την κατάρτιση της προαναφερθείσας πρόσθετης πράξης επένδυε κατά καιρούς, μέρος των κεφαλαίων του σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στηριζόμενα στην ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου , τα οποία άλλοτε του απέφεραν κέρδη, άλλοτε ήταν σε μικρό βαθμό ζημιογόνα, ανάλογα με τις ημερήσιες διακυμάνσεις της ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου, οι οποίες ωστόσο ήταν πάντα οριακές, καθώς κατά τον ως άνω χρόνο η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας, με παρεμβάσεις της διατηρούσε σταθερή την ισοτιμία των δύο νομισμάτων στο 1 ευρώ προς 1,20 ελβετικά φράγκα περίπου. Στις 11.12.2014 ο ενάγων -εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με υπάλληλο της ενάγουσας-εναγομένης και χωρίς να ζητήσει ή να λάβει από τον τελευταίο οποιαδήποτε συμβουλή, του έδωσε την εντολή να αγοράσει στο όνομά του δέκα τέσσερα (14) συνολικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης τρίμηνης διάρκειας που κάλυπτε το διάστημα από 16.12.2014 έως 16.3.2015 με την ονομασία " RF-CME Euro FX/CHF Future" στηριζόμενα στην ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο του Σικάγο (Chicago Mercantile Exchange) σε τιμή 1,20 ελβ.φράγκο. Στις 15.1.2015 ο ενάγων είχε θέση "long", δηλαδή αγοράς των άνω 14 συμβολαίων ονομαστικής αξίας 125.000 ελβετικών φράγκων έκαστο, ήτοι συνολικής αξίας 1.750.000 ελβετικών φράγκων, προσδοκώντας στην ανατίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Ο ενάγων προκειμένου να αποτρέψει την πρόκληση ζημίας του, λόγω μιάς απότομης μεταβολής της ισοτιμίας των άνω νομισμάτων σε βάρος του Ευρώ, έδωσε στην ενάγουσα εντολή "διακοπής ζημίας" για τη περίπτωση που η τιμή των άνω συμβολαίων του μειωθεί σε 1,19 ελβετικά φράγκα ή και σε χαμηλότερο επίπεδο, δηλαδή, η εναγομένη, με βάση την άνω εντολή όφειλε να προβεί άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εκποίηση αυτών στη περίπτωση ακριβώς που η τιμή τους κατερχόταν σε 1,19 ελβετικά φράγκα, ή στην πρώτη διαθέσιμη κάτω από το άνω όριο (1,19) τιμή. Η ως άνω επένδυση του ενάγοντος κατά το διάστημα από 11.12.2014 έως 15.1.2015 εξελίχθηκε ομαλά, καθώς οι ημερήσιες διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ προς ελβετικό φράγκο ήταν μικρές, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας από το έτος 2011 είχε κλειδώσει την ισοτιμία ευρώ προς ελβετικό φράγκο στο 1,20 περίπου. Στις 15.1.2015 οι ως άνω με αριθμούς ... και ... λογαριασμοί περιθωρίου ασφάλισης του ενάγοντος είχαν πιστωτικό υπόλοιπο 8.189,05 ελβετικών φράγκων και 8.920 αντίστοιχα, ενώ κατά την έναρξη της συνεδρίασης της άνω ημερομηνίας, η τιμή διαπραγμάτευσης των συμβολαίων του ενάγοντος ανερχόταν στο 1,20. Όμως, στις 11.28 της ίδιας ημέρας, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας ανακοίνωσε την απελευθέρωση της ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου η οποία συνακόλουθα επέδρασε αρνητικά στην αποτίμηση των άνω 14 συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του ενάγοντος. Η τιμή των επίμαχων συμβολαίων από 1,2002 ελβετικά φράγκα υποχώρησε στις 11.30'.49'' σε 1,1940 ελβ.φράγκα, στις 11.30'.49'' σε 1,1910 ελβ.φράγκα, στις 11.31'.29'' σε 1,1645 ελβ.φράγκα, στις 11.34'.45'' σε 1,1616 ελβ.φράγκα, στις 11.37'.03'' σε 1,1602 όπου παρέμεινε μέχρι και τις 11.56'.32'', στις 12.04'.45'' σε 1,0158 ελβ.φράγκα, στις 12.05' σε 1,0151 ελβ.φράγκα, και ότι κατά τη λήξη της συνεδρίασης στις 15ης .1.2015 είχε κατέλθει σε 1,0120 ελβ.φράγκα και στις ανωτέρω διαδοχικά μειούμενες τιμές πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις των επίμαχων συμβολαίων. Η ενάγουσα-εναγομένη μέσω του αλλοδαπού μεσολαβητή με τον οποίο συνεργάζεται είχε διαβιβάσει την εντολή διακοπής της ζημίας στην τιμή των 1,19 ελβετικών φράγκων, όμως η εντολή αυτή δεν εκτελέστηκε. Αποδείχθηκε, ότι ενώ στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια η άνω εντολή της διακοπής της ζημίας στη περίπτωση που δεν διενεργούνται συναλλαγές στην τεθείσα ως όρο τιμή, ελλείψει αγοραστών, τότε η εντολή δεν απενεργοποιείται, αλλά τα συμβόλαια πωλούνται στην πρώτη μετά το τεθέν όριο διαθέσιμη τιμή, το άνω αλλοδαπό χρηματιστήριο των ΗΠΑ θέτει μία κατώτατη τιμή πώλησης, πλησίον του τεθέντος ορίου, προκειμένου να προστατευθούν οι επενδυτές από απότομες διακυμάνσεις της ισοτιμίας και έτσι, αν τυχόν δεν διενεργηθούν συναλλαγές στην τεθείσα τιμή ελλείψει αγοραστών, η εντολή απενεργοποιείται με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να διενεργηθούν εντολές στην επόμενη διαθέσιμη τιμή ενόψει της οποίας εκδηλώνεται αγοραστικό ενδιαφέρον, γεγονός που εξάλλου, ο ενάγων εναγόμενος δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Στη προκειμένη περίπτωση το χρηματιστήριο του Σικάγο, στο οποίο διαβιβάστηκε η δοθείσα εντολή διακοπής της ζημίας στην τιμή των 1,19 ελβ.φράγκων έθεσε ως κατώτατη τιμή πώλησης των συμβολαίων του ενάγοντος τα 1,1880 ελβ.φράγκα, πλην όμως, επειδή ουδεμία συναλλαγή διενεργήθηκε μεταξύ των τιμών 1,19 - 1,1880 ελβ.φράγκων λόγω έλλειψης αγοραστών αλλά όπως εκτέθηκε, συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν στην χαμηλότερη τιμή των 1,645 ελβ.φράγκων, η δοθείσα εντολή διακοπής της ζημίας απενεργοποιήθηκε. Η ενάγουσα που υπείχε την απορρέουσα από την εκτεθείσα στην άνω μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 27 του τότε ισχύοντος ν. 3606/2007 και του άρθρου 21 παρ.2 της με αριθμό 1/452/1/11/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υποχρέωση για βέλτιστη εκτέλεση της προαναφερθείσας εντολής του ενάγοντος, για διακοπή της ζημίας του , όφειλε ενόψει της παραπάνω καθοδικής πορείας της τιμής των συμβολαίων του, να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκποίηση των συμβολαίων του στο άνω αλλοδαπό χρηματιστήριο, μόλις η τιμή τους υποχώρησε κάτω από το όριο των 1,19 ελβ.φράγκων στα 1,645 ελβ.φράγκα. Ειδικότερα, συμμορφούμενη με την άνω υποχρέωσή της, όφειλε να διαθέτει την απαραίτητη οργανωτική υποδομή, να εφαρμόσει τους προσήκοντες μηχανισμούς και διαδικασίες και αποτελεσματικές ρυθμίσεις για την έγκαιρη και ταχεία εκτέλεση της εντολής του ενάγοντος στο Χρηματιστήριο του Σικάγο, λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω συνθήκη λειτουργίας του αλλοδαπού χρηματιστηρίου, ώστε να εκποιηθούν άμεσα τα 14 συμβόλαιά του στην πρώτη μετά το προαναφερθέν όριο (1,19) διαθέσιμη τιμή, ήτοι στην τιμή των 1,1645 ελβ.φράγκων, προκειμένου να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον ενάγοντα, όπως επιτάσσει η αρχή διαφύλαξης και προστασίας του, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του ισχυρισμού της που επαναφέρεται με τον οικείο λόγο έφεσής της, ότι ο ενάγων-εναγόμενος είχε δώσει εντολή πώλησης των συμβολαίων του μόνον στην τιμή των 1,19 ελβ.φράγκων, και όχι στην πρώτη κατώτερη του άνω ορίου διαθέσιμη τιμή και οποιαδήποτε αυτόβουλη ενέργειά της για πώληση σε χαμηλότερη τιμή των 1,19 ελβ.φράγκων θα παραβίαζε την εντολή του και ότι η εντολή του είχε ορθά ληφθεί, διαβιβασθεί και διεκπεραιωθεί από την ενάγουσα. Έτσι η ενάγουσα-εναγομένη αθέτησε την άνω συμβατική υποχρέωσή της, αφού δεν μερίμνησε για την εκτέλεση άμεσα της εντολής "διακοπής" ζημίας διά της πώλησης των άνω συμβολαίων στην παραπάνω πρώτη διαθέσιμη τιμή ύψους 1,1645 ελβ.φράγκων. Το γεγονός ότι αυτή ήταν η πρώτη διαθέσιμη τιμή επιβεβαιώνεται εκτός των άλλων από την ως άνω ένορκη βεβαίωση του υπαλλήλου της εναγομένης-ενάγουσας Κ. Μ., ο οποίος ήταν υπεύθυνος του τμήματος πωλήσεων ιδιωτικών παραγώγων. Ο εν λόγω προστηθείς υπάλληλος της ενάγουσας-εναγομένης που διαπίστωσε την μη εκτέλεση της εντολής του ενάγοντος-εναγομένου περί "διακοπής" ζημίας επικοινώνησε καθυστερημένα με αυτόν και τον ενημέρωσε σχετικά, κατά τη διάρκεια δε της συνομιλίας τους που διήρκεσε περί τα τέσσερα έως πέντε λεπτά της ώρας, του γνωστοποίησε ότι η αποτίμηση των συμβολαίων του είχε κατέλθει στην τιμή των 1,16 ελβ.φράγκων και ακολούθως τον ρώτησε, εάν επιθυμεί την πώληση αυτών και εκείνος απήντησε αρνητικά, ενώ αμέσως μετά τον ενημέρωσε ότι δεν καταρτίζονται πωλήσεις των επιδίκων συμβολαίων στην τιμή 1,16 ελλείψει αγοραστών. Η έναρξη της συνομιλίας αυτής δεν έλαβε χώρα πριν από την 11.50'ώρα της 15.1.2015, δηλαδή περί την ώρα 11.34', όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα-εναγομένη, διότι κατά το χρονικό διάστημα από την 11.37'.03'' έως και την 11.56'.32'' διενεργούνταν πωλήσεις των επιδίκων συμβολαίων στην τιμή 1,16 ελβ.φράγκων, γεγονός ακριβώς που αποκλείει την εκδοχή η συνομιλία να έλαβε χώρα πριν από την ανωτέρω ώρα, αφού ο άνω υπάλληλος που επικοινώνησε με τον ενάγοντα-εναγόμενο του ανακοίνωσε ότι δεν διενεργούνται συναλλαγές στο 1,16 και η ανυπαρξία συναλλαγών στην ανωτέρω τιμή, χρονικά τοποθετείται ακριβώς μετά την 11.56.'32'' ώρα. Κατά τη λήξη της συνεδρίασης της 15.1.2015 η τιμή των ενδίκων συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του ενάγοντος είχε μειωθεί στην τιμή των 1,0120 ελβ.φράγκων, ήτοι είχε υποχωρήσει από την αρχική τιμή κατά (1,2002-1,0120=) 0,1882 μονάδες, με συνέπεια ο ενάγων να φέρεται ότι οφείλει να καταβάλει κατά την ανωτέρω ημερομηνία στην ενάγουσα-εναγομένη για την κάλυψη της ανοικτής του θέσης από την άνω διαφορά αποτίμησης των συμβολαίων του κατά την έναρξη και την λήξη της συνεδρίασης το συνολικό ποσό των (1.750.000 Χ 0,1882=) 329.350 ελβ.φράγκων (βλ. προσκομιζόμενη από τους διαδίκους από 15.1.2015 κατάσταση λογαριασμού παραγώγων). Ο ενάγων- εναγόμενος ενημερώθηκε αυθημερόν και την επομένη (16.1.2015) από τους υπαλλήλους της ενάγουσας-εναγομένης για την ανάγκη κάλυψης και κατάθεσης του παραπάνω ποσού των 329.350 ελβετικών φράγκων στο Λογαριασμό Περιθωρίου Ασφάλισης, καθώς η τελευταία φέρεται ότι όφειλε να το καταβάλει στον Αλλοδαπό Φορέα Εκκαθάρισης, προκειμένου να διατηρηθεί η επενδυτική θέση του έως την έναρξη της συνεδρίασης της 16.1.2015, πλην όμως ο ενάγων αρνήθηκε και ακολούθως η ενάγουσα, επειδή, σύμφωνα με τους κανόνες του Χρηματιστηρίου του Σικάγο έπρεπε να προβεί στο κλείσιμο της ανοικτής θέσης του ενάγοντος στο άνω Χρηματιστήριο, έδωσε εντολή στις 16.1.2015 με βάση την προαναφερθείσα πρόσθετη πράξη (όρος 2.2 β) για την κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών πώλησης των παραπάνω 14 συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ισοτιμίας ευρώ- ελβετικό φράγκο από την εκκαθάριση των οποίων προέκυψε επί πλέον οφειλή του ύψους 8.182,26 ελβετικών φράγκων και έτσι η συνολική οφειλή του φέρεται ότι διαμορφώθηκε στις 19.1.2015 στο ποσό των (329.350 + 8.182,26=)337.532,26 ελβετικών φράγκων. Γιά την κάλυψη της παραπάνω ανοικτής θέσης του ενάγοντος ύψους 329.350 ελβετικών φράγκων η ενάγουσα ανέλαβε δυνάμει της ως άνω παρασχεθείσας εξουσιοδότησης από τον άνω με αριθμό ... λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης το κατετεθειμένο σ'αυτόν ποσό των 8.189,05 ελβετικών φράγκων και δεύτερον ζήτησε από την άνω τράπεζα τη χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού περιθωρίου ασφάλισης του ενάγοντος με το ποσό των 8.920 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο σ' αυτόν και ακολούθως το ισόποσο αυτού σε ελβετικά φράγκα ανερχόμενο σε 9.011,88 πιστώθηκε στον άνω με αριθμό ... λογαριασμό που εξυπηρετούσε την ένδικη σύμβαση και έτσι η ενάγουσα-εναγομένη ανέλαβε από τους άνω λογαριασμούς του ενάγοντος-εναγομένου το συνολικό ποσό των (8.189,05 + 9.011,88=) 17.200,93 ελβετικών φράγκων. Όμως, επειδή το άνω συνολικό ποσό των (8.189,05 + 9.011,88=) 17.200,93 ελβετικών φράγκων δεν επαρκούσε για την κάλυψη της άνω ανοικτής θέσης του ενάγοντος ύψους 329.350 ελβ.φράγκων στον Αλλοδαπό Εκκαθαριστικό Φορέα, η ενάγουσα πίστωσε στις 16.1.2015 από δικά της κεφάλαια τον ως άνω με αριθμό ... λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης του ενάγοντος-εναγομένου με το υπόλοιπο ποσό των (329.350 - 17.200,93=) 312.149,07 ελβετικών φράγκων χρεώνοντας ισόποσα τον με αριθμό ... χρηματιστηριακό λογαριασμό του και το ποσό αυτό καταβλήθηκε από την ενάγουσα στον Αλλοδαπό Φορέα Εκκαθάρισης για την κάλυψη της οφειλής του που προέκυψε από τις άνω συναλλαγές επί των αλλοδαπών παραγώγων του. Επίσης, όπως αναφέρθηκε, δυνάμει σχετικής εντολής των προστηθέντων της ενάγουσας-εναγομένης πωλήθηκαν από τον εγκατεστημένο στην αλλοδαπή μεοσλαβητή με τον οποίο συνεργάζεται η ενάγουσα-εναγομένη στις 16.1.2015 τα έξι (6) συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ενάγοντος σε τιμή 1,0076 ελβ.φράγκων και τα υπόλοιπα οκτώ (8) σε τιμή 1,077 ελβ.φράγκων και από τη πώληση αυτή, προέκυψε στις 16.1.2015, όπως εκτέθηκε, επι πλέον οφειλή του ενάγοντος ύψους 8.182,26 ελβετικών φράγκων, λόγω της διαφοράς κλεισίματος ύψους 1,10120 στις 15.1.2015 και της ως άνω τιμής πώλησης αυτών και μετά την άρνηση του ενάγοντος-εναγομένου να καλύψει το άνω ποσό η ενάγουσα-εναγομένη το κατέθεσε από ίδια κεφάλαιά της στον άνω με αριθμό ... λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης και ακολούθως το ποσό αυτό καταβλήθηκε στον Αλλοδαπό Φορέα Εκκαθάρισης από την ενάγουσα, η οποία χρέωσε ισόποσα τον άνω ... χρηματιστηριακό λογαριασμό του. Ακολούθως, η ενάγουσα-εναγομένη με την από 6.2.2015 εξώδικη διαμαρτυρία της που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 9.2.2015 τον κάλεσε να εξοφλήσει άμεσα τις ως άνω απαιτήσεις της, συνολικού ύψους (312.149,07 + 8.182,26=) 320.331,33 ελβετικών φράγκων, πλήν όμως, ο ενάγων-εναγόμενος δήλωσε και εγγράφως ότι δεν αναγνωρίζει την ως άνω οφειλή του. Σύμφωνα με τον όρο 6.4 των άνω Γενικών Όρων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών στη περίπωση κατά την οποία η ενάγουσα-εναγομένη πραγματοποιήσει συναλλαγή που δεν καλύπτεται από το υπόλοιπο του λογαριασμού του επενδυτή, ο τελευταίος θα πληρώνει αμέσως τη διαφορά μεταξύ του υπολοίπου και του κόστους συναλλαγής, και συμπληρωματικά, και χωρίς αυτό να περιορίζει την υποχρέωση του επενδυτή να πληρώσει τη διαφορά, τα μέρη αμοιβαία αποδέχονται ότι η ενάγουσα διατηρεί τα εξής δικαιώματα: ( Ι ) να παρακρατεί οποιαδήποτε ποσά σε μετρητά ή αξίες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζεται ή έχει στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο και ( ΙΙ ) χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του επενδυτή να πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να εκποιεί οποιεσδήποτε αξίες που του ανήκουν και που είναι στην κατοχή της, και με το προϊόν της εκποίησής τους να καλύψει μέρος ή το σύνολο της διαφοράς. Μετά την άρνησή του αυτή, η ενάγουσα-εναγομένη με βάση τον παραπάνω όρο 6.4 των Γενικών Όρων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και τους προαναφερθέντες όρους 2.6 και 2.7 της από 12.4.2011 Πρόσθετης Πράξης και δυνάμει της ως άνω έγγραφής πληρεξουσιότητας, έκανε νόμιμα, κατά τα παρακάτω ειδικότερα εκτεθησόμενα χρήση των πιστωτικών υπέρ του ενάγοντος-εναγομένου υπολοίπων, ύψους 1.669,21 δολαρίων ΗΠΑ και 37.066,42 ευρώ στους τηρούμενους στη Τράπεζα Eurobank Ergasias στο όνομά του χρηματιστηριακούς λογαριασμούς και ειδικότερα, αφού προηγουμένως προέβη σε μετατροπή των άνω κατατεθειμένων ποσών σε ελβετικά φράγκα ύψους 1.544,02 και 39.293,92 αντίστοιχα πίστωσε στις 19.2.2015 για την καταβολή του περιθωρίου ασφάλισης το συνολικό ποσό των (1.544,02 + 39.293,92=) 40.837,94 ελβετικών φράγκων στον οικείο ... λογαριασμό του ενάγοντος, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν σε 320.331,33 ελβετικά φράγκα και έτσι , μετά τη γενομένη πίστωση το σε βάρος του ενάγοντος άνω χρεωστικό υπόλοιπο μειώθηκε στο ποσό των (320.331,33 - [1.544,02 + 39.293,92]=) 279.493,39 ελβετικών φράγκων. Με βάση τα εκτεθέντα η ενάγουσα -εναγομένη έλαβε από τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των (17.200,93 + 1.544,02 + 39.293,92=) 58.038,87 ελβετικών φράγκων, προκειμένου να ικανοποιήσει απαιτήσεις της που προέκυψαν από την κατάρτιση και εκκαθάριση συναλλαγών επί των άνω 14 συμβολαίων του ενάγοντος και χρέωσε τον λογαριασμό του με το επί πλέον ποσό των 279.493,39 ελβετικών φράγκων που καταβλήθηκε στον Αλλοδαπό Φορέα Εκκαθάρισης, το οποίο αξιώνει με την αγωγή της ως δαπάνη για την εκτέλεση της εντολής του ενάγοντος, στο πλαίσιο της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της ως άνω πρόσθετης πράξης. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εναγομένου ότι ο προαναφερθείς όρος 6.4 των άνω Γενικών Όρων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών είναι καταχρηστικός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ενάγων-εναγόμενος διατηρεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει την οφειλή του και την εγκυρότητα των ενεργειών της ενάγουσας-εναγομένης να παρακρατεί οποιαδήποτε ποσά σε μετρητά , αξίες και να εκποιεί οποιεσδήποτε αξίες, για να καλύψει οφειλές του από την συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση και έτσι, δεν διαταράσσεται σε βάρος του η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών αλλά αντίθετα, εξυπηρετείται η επίτευξη του σκοπού της σύμβασης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί καταχρηστικότητος του παραπάνω όρου, ορθά τον νόμο εφήρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος που επαναφέρεται με λόγο έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ενάγων-εναγόμενος αρνούμενος με τις προτάσεις του την υποχρέωσή του προς απόδοση του άνω ποσού των 279.493,39 ελβετικών φράγκων αντέτεινε ότι δεν γνώριζε ότι υφίσταται ο κίνδυνος να μην εκτελεστεί η εντολή του για εκποίηση των συμβολαίων του στην τιμή των 1,19 ελβ.φράγκων ελλείψει αγοραστών και ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της ενάγουσας-εναγομένης τον είχαν ενημερώσει σχετικά, όπως όφειλαν, δεν θα είχε προβεί στην επένδυση αυτή και δεν θα είχε αναλάβει τον σχετικό κίνδυνο και ότι σε κάθε περίπτωση η εναγομένη ανέλαβε τον κίνδυνο της δυσμενούς σε βάρος του ευρώ εξέλιξης της ισοτιμίας 1 ευρώ προς 1,19 ελβετικά φράγκα, και ότι από υπαιτιότητά της δεν εκτελέστηκε η εντολή για διακοπή της ζημίας του και ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 717 του ΑΚ η ενάγουσα όφειλε να παρεκκλίνει από τα όρια της εντολής του, δεδομένου ότι προστηθέντες υπάλληλοί της όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν ότι μετά το "ξεκλείδωμα" της ισοτιμίας ή ανατίμηση του ελβετικού φράγκου θα ήταν ραγδαία και άρα, όφειλε να εκποιήσει τα συμβόλαιά του, είτε στην τιμή των 1,1945 ελβετικών φράγκων, είτε στην τιμή των 1,910 ελβετικών φράγκων που είναι ανώτερες του ορίου διακοπής της ζημίας. Η ενάγουσα-εναγομένη προς αντίκρουση των ανωτέρω, εκτός από τον ως άνω αβάσιμο ισχυρισμό ότι ο ενάγων -εναγόμενος είχε δώσει εντολή πώλησης των συμβολαίων του μόνον στην τιμή των 1,19 ευρώ και όχι σε κατώτερη τιμή, επικουρικά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν μπορούσε να εκποιήσει τα συμβόλαιά του στην κατώτερη τιμή των 1,1645 ελβ. φράγκων, διότι όπως αναφέρει στην έφεσή της (σελ.36) δεν "υπήρχαν αγοραστές" και " δεν θα υπήρχαν αρκετοί αγοραστές", όμως ο εν λόγω ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, όπως αυτά του ενάγοντος-εναγομένου, με βάση την ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο, στην ανωτέρω τιμή των 1, 1645 ελβ.φράγκων και η ενάγουσα-εναγομένη ενεργώντας αμελώς δεν μερίμνησε για την πώληση των συμβολαίων του ενάγοντος. Αποδείχθηκε, ότι, εφόσον η ενάγουσα-εναγομένη είχε εκτελέσει, όπως όφειλε και μπορούσε, κανονικά την εντολή του ενάγοντος-εναγομένου, πωλώντας τα συμβόλαιά του στην παραπάνω τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, για τα οποία υπήρχαν αγοραστές και τα οποία κατά το τέλος της συνεδρίασης της 15.1.2015 αποτιμώνταν σε 1,012 ελβετικά φράγκα, το χρεωστικό υπόλοιπο του ενάγοντος θα είχε διαμορφωθεί σε (329.350 Χ [ 1,2002 - 1,1645 =] 0.037 / [1,2002-1,0120 =] 0,1882=) 62.475 ελβετικά φράγκα.
Συνεπώς, αφού η ενάγουσα-εναγομένη εκτέλεσε πλημμελώς , δηλαδή όχι κανονικά την εντολή του ενάγοντος για διακοπή της ζημίας του παραλείποντας υπαιτίως την πώληση των συμβολαίων του στην άνω τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, γεννάται κατά τα εκτεθέντα στην άνω μείζονα σκέψη ευθύνη του τελευταίου να αποδώσει στην ενάγουσα-εναγομένη μόνον το παραπάνω ποσό των 62.475 ελβετικών φράγκων. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εναγομένης ότι ο ενάγων-εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 279.493,39 ελβετικών φράγκων, διότι ο ίδιος αρνήθηκε να πωληθούν τα συμβόλαιά του στην τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων και συνακόλουθα, είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη ζημία που υπέστη και ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας του τυγχάνει αβάσιμος, διότι η ενάγουσα-εναγομένη, όφειλε, κατά τα εκτεθέντα, να έχει προβεί άμεσα με βάση την άνω προαναφερθείσα ρήτρα διακοπής ζημίας σε εκποίηση των συμβολαίων του στην τιμή των 1,1645 ελβ.φράγκων, αφού είχε δοθεί σε αυτήν η εντολή να εκποιήσει τα συμβόλαια στην τιμή των 1,19 ελβ.φράγκων ή στην πρώτη κάτω από το όριο αυτό διαθέσιμη τιμή και όχι καθυστερημένα, όπως προαναφέρθηκε, να επιδιώξει να λάβει εκ νέου εντολή του για εκποίηση αυτών, ενώ σε κάθε περίπτωση, κατά τον χρόνο επικοινωνίας του άνω υπαλλήλου της με τον ενάγοντα -εναγόμενο κατά την οποία ο πρώτος ζήτησε την εντολή του δεύτερου να εκποιήσει τα συμβόλαιά του δεν ήταν εφικτή η πώληση στην τιμή των 1,16 ελβ.φράγκων ελλείψει αγοραστικού ενδιαφέροντος, γεγονός άλλωστε, που συνομολογεί η ενάγουσα-εναγομένη στην έφεσή της (σελ. 34, τελευταίος στίχος και σελ. 36 παρ. 4,5,6 της έφεσής της). Δεδομένου ότι η τελευταία έχει ήδη εισπράξει κατά τα εκτεθέντα από τον ενάγοντα-εναγόμενο το ποσό των 58.038,87 ελβετικών φράγκων για την κάλυψη της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε κατά την κατάρτιση και εκκαθάριση των συναλλαγών στα άνω συμβόλαιά του στο πλαίσιο της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της πρόσθετης πράξης, ο ενάγων οφείλει να καταβάλει σ'αυτή το υπόλοιπο ποσό των (62.475-58.038,87 =) 4.436,13 ελβ.φράγκων και συνεπώς, η αγωγή της ενάγουσας-εναγομένης, για το πέραν του ανωτέρω ποσό των (279.439,39 - 4.436,13=) 275.003,26 ελβετικών φράγκων είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη...Περαιτέρω, η αθέτηση της ενοχικής υποχρέωσης της ενάγουσας-εναγομένης να εκποιήσει τα συμβόλαια του ενάγοντος στη πρώτη διαθέσιμη τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων δεν συνιστά συνάμα και αδικοπραξία κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, διότι η πλημμελής (όχι κανονική) εκ μέρους της ενάγουσας-πρώτης εναγομένης εκτέλεση της εντολής του ενάγοντος δεν προξένησε σε αυτόν ζημία κατά παράβαση του γενικού καθήκοντος της ενάγουσας να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον, αφού κατά τα εκτεθέντα, η ενάγουσα-πρώτη εναγομένη νομίμως κατέβαλε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενάγοντος-εναγομένου στον Αλλοδαπό Φορέα Εκκαθάρισης για την κατάρτιση και εκκαθάριση των συναλλαγών του στα ως άνω 14 συμβόλαια το ποσό των 62.475 ελβετικών φράγκων και ακολούθως συννόμως με βάση τους προαναφερθέντες όρους της πρόσθετης πράξης προέβη στη μετατροπή του υπολοίπου των άνω λογαριασμών του σε ελβετικά φράγκα και την πίστωση αυτού στο χρηματιστηριακό του λογαριασμό που ήταν χρεωστικός, ώστε να καλυφθούν εν μέρει οι άνω δαπάνες της, και να απομένει για τον ενάγοντα το παραπάνω υπόλοιπο οφειλής του, ύψους 4.436,13 ελβετικών φράγκων, για την αιτία αυτή...".
Έτσι όπως έκρινε, και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 ν. 3606/2007 και 713 επ. του ΑΚ, καθόσον σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, η αναιρεσείουσα ΑΕΠΕΥ, κατά παράβαση της συμφωνηθείσας, στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος επενδυτή- πελάτη της, συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της πρόσθετης πράξης αυτής, εντολής, συνάμα δε, της ρητής και επιτακτικής εντολής- ρήτρας διακοπής ζημίας (stop loss), να προέβαινε στην πώληση των επιδίκων συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, σε περίπτωση που η τιμή τους μειωνόταν σε 1,19 ελβετικά φράγκα ή και σε ακόμη χαμηλότερο επίπεδο, αμέσως μόλις τούτο καθίστατο εφικτό, στα πλαίσια λειτουργίας του χρηματιστηρίου στο οποίο διενεργείτο η συναλλαγή, επέδειξε διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά, καθόσον δεν προέβη, ως όφειλε και ηδύνατο, σε οτιδήποτε επέβαλλε η φύση της υπόθεσης που της ανατέθηκε και ειδικώς, στην συμβατικώς προβλεφθείσα με την άνω ρήτρα εκποίηση των επίμαχων συμβολαίων, στην πρώτη διαθέσιμη, κάτω από το παραπάνω όριο του 1,19 τιμή, αμέσως μόλις τούτο κατέστη εφικτό, του σημείου αυτού προσδιοριζομένου, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, με βάση τις επικρατούσες στο αλλοδαπό χρηματιστήριο συνθήκες, στην τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, με συνέπεια την μη "κανονική" εκτέλεση της σύμβασης ανάμεσα σ'αυτή και τον επενδυτή-πελάτη της αναιρεσίβλητο, ταυτόχρονα δε, παραβιάζοντας, κατά τον τρόπο αυτό, και την εκ του νόμου πηγάζουσα γενική υποχρέωσή της πρόνοιας, ασφάλειας και βέλτιστης εκτέλεσης των επενδυτικών υπηρεσιών που υπείχε έναντι του αναιρεσιβλήτου πελάτη της, η οποία επέτασσε αυτή να εφήρμοζε μέσω οργανωτικής υποδομής που θα διέθετε, διαδικασίες και μηχανισμούς που να διασφάλιζαν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών της, στα πλαίσια του κανονισμού λειτουργίας ενός αλλοδαπού χρηματιστηριακού φορέα. Η παραπάνω δε, συμπεριφορά συνεπέφερε ως έννομη συνέπεια την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος με γενεσιουργό αιτία το πταίσμα της ιδίας, των δικαιωμάτων από το άρθρο 722 ΑΚ, μη αφορώντων στις παραπάνω αιτιάσεις, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσής του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον τα τελευταία αναφέρονται στο δικαίωμα του εντολοδόχου (εδώ παραγγελιοδόχου- αναιρεσείουσας) να αιτηθεί παν ό,τι δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της ανατεθείσας σ'αυτή εντολής.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη την ανωτέρω πλημμέλεια για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις, δέχθηκε, ότι αυτή βαρυνόταν με υποχρέωση να διατηρεί οργανωτική υποδομή για την έγκαιρη και ταχεία εκτέλεση της υπόψη εντολής του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ό,τι οποιαδήποτε ενέργειά της να προέβαινε σε εκποίηση των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης της κυριότητος του αναιρεσιβλήτου ,κάτω από τη τιμή των 1,19 ελβετικών φράγκων, βρισκόταν εκτός και πέραν της αναληφθείσας συμβατικά υποχρέωσής της από τη σύμβαση εντολής, λαμβανομένης υπόψη και της αιφνίδιας απελευθέρωσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των νομισμάτων του ευρώ και του ελβετικού φράγκου, είναι αβάσιμος, ενώ απαράδεκτος ως μη ιδρυόμενος ελέγχεται και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η, από τον αυτό ως άνω αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας, εξ αιτίας της μη χρησιμοποίησής τους, και συγκεκριμένα, διότι συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, του οποίου εσφαλμένως δεν έγινε χρήση, ότι στα πλαίσια του βασικού σκοπού της διαχείρισης ενός επενδυτικού χαρτοφυλακίου εκ μέρους της ΕΠΕΥ, που είναι η κερδοφορία αυτού, δεν καθίσταται υποχρεωτική η πρόβλεψη εκ μέρους της τελευταίας της εξέλιξης των τιμών των χρηματοπιστωτικών μέσων και η μονομερής-άνευ σχετικής εντολής εκ μέρους του επενδυτή- εκποίηση του επενδυτικού προϊόντος. Τούτο διότι τα παραπάνω υποστηριζόμενα δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έννοια, πολύ περισσότερο αφού, κατά τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος δεν θεμελιώθηκαν σε παράλειψη πρόβλεψης της χρηματιστηριακής τιμής επενδυτικού προϊόντος, ούτε σε παράλειψη εκποίησης του χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος παρά την έλλειψη εντολής προς τούτο προς την αναιρεσείουσα. Εξ άλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις ακόλουθες, υποστηρίζουσες αυτό, αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: Ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε τον Ιανουάριο 2005 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, βάσει της οποίας ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην αναιρεσείουσα ΑΕΠΕΥ την εκτέλεση χρηματιστηριακών παραγγελιών για λογαριασμό του, καθώς και την παροχή υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών για τη κατάρτιση συναλλαγών επί αξιών στο όνομά του. Ότι σε εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυσαν στην ημεδαπή μετά τη θέσπιση του ν. 3606/2007, συναφώς προς τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, η αναιρεσείουσα προέβη σε έλεγχο συμβατότητας του αναιρεσείοντος προς τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, και σε έγγραφη και λεπτομερή του ενημέρωση σχετικά με την νομική της υποχρέωση και πολιτική που απέβλεπε στην επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος ως προς την εκτέλεση των εντολών των επενδυτών, με σαφή αναφορά στους εν γένει επενδυτικούς κινδύνους της συμμετοχής του σε αγορές χρήματος και κεφαλαίων, και ιδίως τους υψηλούς επενδυτικούς κινδύνους των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων. Ότι τον μήνα Απρίλιο 2011 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη πράξη στη παραπάνω σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με επενδυτικό αντικείμενο αλλοδαπά παράγωγα και ειδικότερα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) με υποκειμένη αξία την συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στο άνοιγμα δύο (2) λογαριασμών περιθωρίου ασφάλισης, σε ευρώ και ελβετικό φράγκο, αντιστοίχως, και ότι τον μήνα Δεκέμβριο του 2014 ο ίδιος έδωσε εντολή στην αναιρεσείουσα να προβεί στο όνομα και για λογαριασμό του στην αγορά 14 συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης τρίμηνης διάρκειας (16.12.2014 έως 16.3.2015), διαπραγματεύσιμα σε αλλοδαπό αναγνωρισμένο χρηματιστήριο παραγώγων, και δη σε αυτό του Σικάγο των ΗΠΑ (CME), στηριζόμενα στην ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου, που μέχρι τότε διατηρούνταν σταθερή στην αναλογία 1 ευρώ προς 1,20 ελβετικά φράγκα, εξ αιτίας της σταθεροποιητικής παρέμβασης της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας. 'Οτι είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, προς περιορισμό τυχόν ζημίας του αναιρεσείοντος, ειδική εντολή-ρήτρα "διακοπής ζημίας" (stop loss order) για τη περίπτωση που η τιμή των συμβολαίων αυτών μειωνόταν σε 1,19 ελβετικά φράγκα ή ακόμη και σε χαμηλότερο επίπεδο, σύμφωνα με την οποία (ρήτρα) η αναιρεσείουσα όφειλε, να διαθέσει αυτόματα προς πώληση τα συμβόλαια του αναιρεσείοντος μόλις η τιμή τους κατερχόταν σε 1,19 ελβετικά φράγκα ή και κάτω από αυτό το όριο, στην πρώτη διαθέσιμη τιμή, που θα προσφερόταν στην σχετική αγορά. Ότι περαιτέρω, στις 15.1.2015 και ώρα 11.28' η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας ανακοίνωσε την απελευθέρωση της ισοτιμίας ευρώ- ελβετικού φράγκου, με συνέπεια την ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και συνακόλουθα την μείωση της αξίας των 14 συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του αναιρεσείοντος. Ότι η εντολή διακοπής της ζημίας που είχε διαβιβαστεί από την αναιρεσείουσα στον αλλοδαπό μεσολαβητή (Χρηματιστήριο του Σικάγο) να εκποιούνταν τα επίδικα συμβόλαια ,εφόσον η ισοτιμία του ευρώ κατερχόταν στη τιμή των 1,19 ελβετικών φράγκων (ή και κάτω από αυτό το όριο) δεν εκτελέστηκε, απενεργοποιηθείσα, για λόγους που αφορούσαν τον παραπάνω μεσολαβητή και δη, διότι αυτός έθετε ως κατώτατη τιμή πώλησης των επίδικων συμβολαίων τα 1,1880 ελβετικά φράγκα, τιμή όμως, στην οποία δεν εμφανίστηκαν επενδυτές προς διενέργεια συναλλαγής. Ότι παρόλο που ακολούθως κατέστη δυνατή η διενέργεια συναλλαγών στην κατώτερη τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, στην οποία και πράγματι πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές, η αναιρεσείουσα κατά παράβαση των συμπεφωνημένων με την υπόψη επενδυτική σύμβαση και των διατάξεων του τότε ισχύοντος ν. 3606/2007, που της επέβαλαν την βέλτιστη εκτέλεση της εντολής του επενδυτή -αναιρεσείοντος, παρέλειψε, παρόλο που όφειλε και ηδύνατο, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την άμεση εκποίηση των 14 συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του τελευταίου, στη πρώτη διαθέσιμη προς τούτο τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, με συνέπεια κατά τη λήξη της συνεδρίασης του χρηματιστηρίου της ιδίας ημέρας (15.1.2015) την μείωση της τιμής των ενδίκων συμβολαίων στα 1,0120 ελβετικά φράγκα και την με βάση την ανωτέρω τιμή, δημιουργία εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, ανοικτής θέσης (οφειλής) στο επενδυτικό του χαρτοφυλάκιο, από την διαφορά της αποτίμησης των συμβολαίων του κατά την έναρξη και λήξη της συνεδρίασης, ύψους 329.350 ελβετικών φράγκων. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν υφίσταται ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλομένης, επειδή δεν προσδιόρισε αριθμητικώς το τιθέμενο όριο της χαμηλότερης τιμής εκποίησης, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές, αυτή σαφώς ορίστηκε ως η πρώτη διαθέσιμη, κάτω από το άνω όριο των 1,19 ελβετικών φράγκων τιμή, ενώ η αποδειχθείσα γενομένη απενεργοποίηση της ρήτρας διακοπής ζημίας "stop loss" που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης επιβλήθηκε για το τιμολογιακό περιθώριο από 1,19 έως 1,1880, έξωθεν, δηλαδή, από τους μηχανισμούς λειτουργίας του Χρηματιστηρίου του Σικάγο, όπου καταρτίζονταν οι εν λόγω συναλλαγές, δεν σήμαινε αναγκαίως ότι "απενεργοποιείτο" και η γενικότερη εντολή του αναιρεσιβλήτου-επενδυτή προς την αναιρεσείουσα με περιεχόμενο την κανονική, δηλαδή άνευ πταίσματος, εκτέλεσή της (εντολής), πολύ περισσότερο αφού, η συμβατική αυτή δέσμευση, ήταν και περιεχόμενο νόμιμης υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, που επήγαζε από την κατ' άρθρο 27 του ν. 3606/2007 διάταξη, που επέβαλε την υποχρέωση για βέλτιστη εκτέλεση της εντολής του αναιρεσιβλήτου με την στη προκειμένη περίπτωση, άμεση εκποίηση των συμβολαίων του στην εφικτή τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, άνευ ανάγκης παροχής νέας εντολής προς τούτο. Είναι συνεπώς, άνευ εννόμου επιρροής οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντιφατικότητος των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην, ως εκ της απενεργοποίησης της ρήτρας διακοπής ζημίας, ανάγκη για τη χορήγηση σ'αυτήν νέας εντολής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος μάλιστα αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι αρνήθηκε την εκποίηση του χαρτοφυλακίου του στην προταθείσα τηλεφωνικώς από τον υπάλληλο της αναιρεσείουσας ακόμη χαμηλότερη τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ήταν ούτως ή άλλως απρόσφορη, εξ αιτίας έλλειψης ενδιαφέροντος αγοραστών, καθώς και αυτές της ακριβούς χρονικής τοποθέτησης της συνομιλίας των άνω προσώπων, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, ως πλήττουσες τις αποδείξεις, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες.
Εξ άλλου, ουδεμία αντίφαση προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι η αναιρεσείουσα αθέτησε την υποχρέωσή της να πωλήσει τα συμβόλαια στην πρώτη διαθέσιμη τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, παρόλο που η ίδια διά του προστηθέντος υπαλλήλου της αιτήθηκε να της δοθεί η εντολή να προβεί σε εκποίηση αυτών στη τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων, πλην, ο αναιρεσίβλητος έδωσε ρητή εντολή να μην εκποιηθούν τα συμβόλαιά του στη τελευταία αυτή τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων, καθόσον η τιμή των 1,1645 ελβετικών φράγκων δεν είναι ταυτόσημη με αυτή των 1,16 ελβετικών φράγκων, η οποία ως χαμηλότερη, αυτονοήτως, παράγει μεγαλύτερη ζημία, κατά την εκποίηση των συμβολαίων με αυτή, ως βάση υπολογισμού τους. Επομένως, οι τρίτος, τρίτος πρόσθετος και τέταρτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, είναι δε, απαράδεκτες οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς, αιτιάσεις, με τις οποίες υπό την επίκληση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ,κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε, οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 109/2012), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 509/2017, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006), ούτε εξάλλου, αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ ( ΑΠ 354/2011).
Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκομιδή και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη. Ομολογία δε, είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 898/ 2015, ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 947/2014, ΑΠ 373/2011).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής: α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 570/2016, ΑΠ 491/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία ( ΑΠ 1447/2014). Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1627/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 627/2003). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου ( ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1315/1993 ).
Με τον πρώτο (κύριο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι έλαβε υπόψη "πράγμα" δηλαδή, ουσιώδη ισχυρισμό, μη προταθέντα και συγκεκριμένα, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εντολής εκποίησης των συμβολαίων του αναιρεσιβλήτου και σε τιμή κατώτερη των 1,190 ελβετικών φράγκων, που συνιστά κατά το αναιρετήριο "ένσταση διακωλυτική του αγωγικού ισχυρισμού μας για εντολή εκποιήσεως μόνον στην τιμή των 1,190 ευρώ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο παραπάνω φερόμενος ως μη προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός, αποτέλεσε μέρος της ιστορικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, στηρίζων το αγωγικό του αίτημα, ελήφθη υπόψη και έγινε δεκτός ως βάσιμος, ερευνηθείς και από ουσιαστική άποψη, μετά την ειδική άρνησή του από την αναιρεσείουσα, η οποία σε κάθε περίπτωση, είχε διαλάβει την αρνητική εκδοχή του, και δη τον ισχυρισμό ότι η εντολή εκποιήσεως προς αποφυγή ζημίας (ρήτρα διακοπής ζημίας) εξαντλείτο στην τιμή των 1,19 ελβετικών φράγκων, και όχι χαμηλότερα, στην ιστορική βάση της δικής της αντίθετης αγωγής, που συνεκδικάσθηκε με την αγωγή του αναιρεσείοντος. Αβάσιμοι εξ άλλου, είναι και οι επικουρικά προς τον άνω λόγο, προβληθέντες λόγοι αναίρεσης (1ος κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος πρόσθετος) από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ : (α) για μη λήψη από την προσβαλλομένη αποδεικτικού μέσου και δη δικαστικής ομολογίας του αναιρεσιβλήτου για εντολή εκποιήσεως των συμβολαίων στην τιμή των 1,19 ελβετικών φράγκων και όχι κατώτερης, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, ουδόλως προέκυψε ομολογία με αυτό το περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως, ρητή αμφισβήτηση-άρνηση του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και (β) για το ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το έγγραφο ηλεκτρονικής καταγραφής του ακριβούς χρόνου συνομιλίας μεταξύ του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Κ. Μ. και του αναιρεσιβλήτου, και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η συνομιλία αυτή έλαβε χώρα μετά την 11.50'ώρα της 15ης Ιανουαρίου 2015, ενώ με βάση την ρητή καταγραφή του εν λόγω εγγράφου, η συνομιλία των ανωτέρω προσώπων ξεκίνησε στις 11.34' και διήρκεσε 4'.16'' της ώρας. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το παραπάνω, φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, μολονότι δεν γίνεται χωριστή μνεία και αξιολόγηση αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελώς προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή, αν αυτό ελαμβάνετο υπόψη το δικαστήριο ουσίας θα έκανε εν όλω δεκτή την αγωγή της, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των άνω προσώπων, ανεξαρτήτως χρόνου έναρξής της και διάρκειας αυτής αφορούσε τη διαπραγμάτευση για τη εκποίηση των επίμαχων συμβολαίων στην τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων, δηλαδή, τιμή χαμηλότερη της πρώτης διαθέσιμης στην οποία η αναιρεσείουσα είχε την υποχρέωση να προέβαινε στην εκποίηση του χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος, που ήταν αυτή των 1,1645 ελβετικών φράγκων, πλην δεν έπραξε τούτο. Εξ άλλου, απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς με την αυτή, αμέσως παραπάνω αιτιολογία, είναι και ο δεύτερος (κύριος) λόγος από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο έκτος πρόσθετος από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για το λόγο (αρ. 12) ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν προσέδωσε δεσμευτική δύναμη στην ηλεκτρονική καταγραφή της τηλεφωνικής συνομιλίας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο, από την οποία προέκυπτε η έναρξη της επικοινωνίας με τον τελευταίο στις 11.34'ώρα της 15.1.2015, δηλαδή σε χρόνο που ήταν δυνατή η εκποίηση των συμβολαίων στη τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων και για το λόγο (αρ. 20) ότι το Εφετείο "αγνόησε" την καταγραφή του χρονικού σημείου έναρξης της συνομιλίας μεταξύ των άνω προσώπων, την οποία, αν είχε εκτιμήσει, θα κατέληγε στην κρίση ότι κατά το χρονικό διάστημα της εν λόγω συνομιλίας, διενεργούνταν πωλήσεις συμβολαίων στην τιμή των 1,16 ελβετικών φράγκων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, κατ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.9.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 20.3.2025 προσθέτους λόγους αυτής κατά της με αριθμό 1777/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ