ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1784/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1784/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1784/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1784 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1784/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σωτηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ι. και 2) Κ. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-09-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14314/2014 μη οριστική, 8638/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2399/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03-07-2020 αίτησή της και τους από 26-03-2025 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ'αριθ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-2-2024 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν αυτοί, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς, ενόψει του ότι η μετά την αναβολή εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθ. 226 § 4 ΚΠολΔ), η υπόθεση θα συζητηθεί παρά την απουσία τους (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση από 3-7-2020 αίτηση της Α. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2399/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 13-11-2019 ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 3-7-2020 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α`, β` και γ' του άρθρου 569 ΚΠολΔ , όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν.4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του Ν.4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 § 2β του Ν.4842/2021, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα. Κατά δε το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Εξάλλου κατά το άρθρο 1 § 12 εδ.α της από 29-12-1980 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο 1 ν.1157/1981: "Η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποίαν συνέβη το αποτελούν την αφετηρίαν της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αύτη είναι κατά νόμον εξαιρετέα (περιλαμβανομένου στις εξαιρετέες ημέρες, σύμφωνα με το άρθ. 14 § 3 του ν. 3994/2011, και του Σαββάτου), την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Η πιο πάνω διάταξη, όπως άλλωστε και η σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν διάταξη του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως. Ετσι αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, τούτο δε συμβαίνει και επί της προαναφερθείσης προθεσμίας του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30ή) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως των πρόσθετων λόγων) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 605/2024, ΑΠ 301/2024, ΑΠ 332/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της από 3-7-2020 αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε, όπως προεκτέθηκε, για τη δικάσιμο της 28-4-2025 και ώρα 9.30 π.μ. Η αναιρεσείουσα με το από 26-3-2025 αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-3-2025 και επέδωσε στους αναιρεσιβλήτους δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο Εφετείο Χρήστου Ρούφου στις 27-3-2025 (βλ. την υπ'αριθ. ...-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Γ.) ζήτησε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τους σ'αυτό περιεχόμενους πρόσθετους λόγους (άρθ.569 ΚΠολΔ). Η προθεσμία του άρθρου 569 § 2 εδ.α ΚΠολΔ η οποία άρχισε να τρέχει την επομένη της επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι στις 28-3-2025, συμπληρώθηκε στις 26-4-2025 (ημέρα Σάββατο), παρατάθηκε δε αντιστοίχως και έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επομένης εργασίμου ημέρας (28-4-2025), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατατέθηκαν εκπροθέσμως και είναι απαράδεκτοι. Επιπροσθέτως, την συζήτηση δεν επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι ούτως ώστε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επιδοθεί νόμιμα στον δικηγόρο Χρήστο Ρούφο, που τους είχε εκπροσωπήσει ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους στο Εφετείο και ως εκ τούτου οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ που ως ειδικότερη διάταξη υπερισχύει εκείνης του άρθρου 143 ΚΠολΔ, ΑΠ 605/2024, ΑΠ 301/2024) και για τον λόγο αυτό. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 906/2024).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 11/1996).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με και μη εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2011, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 615/2019).

Για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπόθεση α) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 142/2009), καθώς και να εξειδικεύεται το σφάλμα ήτοι: α) Αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, ποια δηλ. επι πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση (ΑΠ 1021/2019), β) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 281/2017).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1, 19 και 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που πρόβαλε, επικουρικά, με λόγο εφέσεως η εναγομένη/αναιρεσείουσα λόγω της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό, ως νόμω αβάσιμη : α)εσφαλμένα ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, β)υποπίπτοντας σε αντιφάσεις δεχόμενη τη γνώση των εναγόντων για την πραγματική κατάσταση του επιδίκου και τις μετέπειτα παρελκυστικές ενέργειές. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της άνω ένστασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλέστηκε με λόγο έφεσης, ως συνιστώντα την κατάχρηση δικαιώματος, αλλά ότι, αντιθέτως, τα έλαβε υπόψη του και τα απέρριψε ως μη πληρούντα τις προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθ. 281 ΑΚ. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο αυτού σκέλος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 21-12-2016 εφέσεως που άσκησε η ερημοδικασθείσα πρωτοδίκως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αυτή πρότεινε, επικουρικά, την ένσταση καταχρηστικής εκ μέρους των εναγόντων/εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ασκήσεως του δικαιώματός τους υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως ημιτελούς διαμερίσματος/αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, για τους εξής λόγους: α) το μοναδικό πραγματικό ελάττωμα του διαμερίσματος τους ήταν η ύπαρξη κλειστού ημιυπαίθριου χώρου, ο οποίος όμως, με μικρό κόστος (εισφορά του Ν. 3775/2009) θα αύξανε την αξία του ακινήτου, καθόσον, μετά την τακτοποίησή του, τούτο θα είχε μεγαλύτερο εμβαδόν, β) η παραβίαση από την ίδια των συμφωνηθέντων με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας δεν οφείλεται σε κακοπιστία ή δόλο, αλλά στη συνδρομή συγκυριών και παλινωδιών στις αναμενόμενες ευχέρειες τακτοποίησης που ο νομοθέτης είχε εξασφαλίσει και γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης, γ) αυτή προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να συνεχιστούν οι οικοδομικές εργασίες, χωρίς να έχει πρόθεση εξαπάτησης των αντιδίκων της, δεσμευόμενη μάλιστα με τους όρους του συμβολαίου περί καταβολής ποινικής ρήτρας λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης του ακινήτου, δ) η οικοδομή ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά της και συνεπώς είναι προς το συμφέρον της η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων που την αφορούν, ε) αυτή προσπάθησε να συνεννοηθεί με τους ενάγοντες για την επίλυση του θέματος, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό από υπαιτιότητά τους, στ) οι ενάγοντες δεν συνέπραξαν (μετά την υπαναχώρησή τους) στην τακτοποίηση του διαμερίσματός τους, βάσει του Ν. 3843/2010, με ενέργειες της ίδιας, ούτε στην πώληση του σε τρίτο, ενώ δεν δέχθηκαν τη συνέχιση των εργασιών με ακύρωση των ημιυπαίθριων χώρων και προέβαιναν σε διάφορες καταγγελίες στην Πολεοδομία, για να γίνει περαιτέρω έλεγχος στην οικοδομή, καθυστερώντας τις διαδικασίες τακτοποίησης, οι οποίες, διαφορετικά, θα είχαν ολοκληρωθεί, η δε συμπεριφορά τους καθίσταται ύποπτη, λόγω της μεταφοράς, από τη Θεσσαλονίκη στην Ελευσίνα, της μοίρας αεροσκαφών, στην οποία υπηρετούσε ο πρώτος ενάγων, γεγονός που αυτοί γνώριζαν κατά το χρόνο της υπαναχώρησής τους. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε, αναφορικά με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσείουσα, τα εξής: "Ακολούθως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή τους καταχρηστικώς διότι: α) το μοναδικό πραγματικό ελάττωμα του διαμερίσματος τους ήταν η ύπαρξη κλειστού ημιυπαίθριου χώρου, ο οποίος όμως, με μικρό κόστος (εισφορά Ν. 3775/2009) αύξησε την αξία του ακινήτου, καθόσον, μετά την τακτοποίησή του, τούτο θα έχει μεγαλύτερο εμβαδόν, β) η παραβίαση από την ίδια των συμφωνηθέντων με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας δεν οφείλεται σε κακοπιστία ή δόλο, αλλά στη συνδρομή συγκυριών και παλινωδιών στις αναμενόμενες ευχέρειες τακτοποίησης που ο νομοθέτης είχε εξασφαλίσει και γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης, γ) αυτή προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να συνεχιστούν οι οικοδομικές εργασίες, χωρίς να έχει πρόθεση εξαπάτησης των αντιδίκων της, δεσμευόμενη μάλιστα με τους όρους του συμβολαίου περί καταβολής ποινικής ρήτρας λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης του ακινήτου, δ) η οικοδομή ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά της και συνεπώς είναι προς το συμφέρον της η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων που την αφορούν, ε) αυτή προσπάθησε να συνεννοηθεί με τους ενάγοντες για την επίλυση του θέματος, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό από υπαιτιότητά τους, στ) οι ενάγοντες δεν συνέπραξαν (μετά την υπαναχώρησή τους) στην τακτοποίηση του διαμερίσματός τους, βάσει του Ν. 3843/2010, με ενέργειες της ίδιας, ούτε στην πώληση του σε τρίτο, ενώ δεν δέχθηκαν τη συνέχιση των εργασιών με ακύρωση των ημιυπαίθριων χώρων και προέβαιναν σε διάφορες καταγγελίες στην Πολεοδομία, για να γίνει περαιτέρω έλεγχος στην οικοδομή, καθυστερώντας τις διαδικασίες τακτοποίησης, οι οποίες, διαφορετικά, θα είχαν ολοκληρωθεί, η δε συμπεριφορά τους καθίσταται ύποπτη, λόγω της μεταφοράς, από τη Θεσσαλονίκη στην Ελευσίνα, της μοίρας αεροσκαφών, στην οποία υπηρετούσε ο πρώτος ενάγων, γεγονός που αυτοί γνώριζαν κατά το χρόνο της υπαναχώρησής τους.

Πλην όμως, οι παραπάνω, υπό στοιχεία α' έως και ε', αιτιάσεις συνιστούν άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων, των οποίων η αλήθεια, ενδεχομένως, εμποδίζει τη γέννηση του ασκούμενου, με την αγωγή, δικαιώματος τους. Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, όπως και τα διαλαμβανόμενα στο στοιχείο στ' περιστατικά, δεν συνιστούν γεγονότα που δύνανται να στοιχειοθετήσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, βάσει του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στη με στοιχείο V μείζονα πρόταση, δηλαδή άσκηση που έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ως εκ τούτου, ο ως άνω προβαλλόμενος ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και απέρριψε την άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ως νόμω αβάσιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον, πράγματι, η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα/εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων/αναιρεσιβλήτων, υπό τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμη και άρα απορριπτέα, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 AK, αφού αποτελούσαν ισχυρισμούς αρνητικούς του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσίβλητων και όχι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ και 215 παρ. 1 εδ.α' , 221 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προς τον εναγόμενο επίδοση αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα οχλήσεως, διότι εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυνόμενη προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση συγκεκριμένης παροχής. Υπό την έννοια αυτή, η επίδοση της αγωγής λειτουργεί, παράλληλα, τόσο ως διαδικαστική πράξη, που καθιστά τοκοφόρο το ληξιπρόθεσμο χρέος χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ), όσο και ως όχληση, που καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη (άρθρο 340 ΑΚ, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ) και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 1505/2018, ΑΠ 106/2014, ΑΠ 1126/2010).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε τρείς περιπτώσεις. Αν το Δικαστήριο: α)επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, β)επιδίκασε περισσότερο από ό,τι ζητήθηκε, γ)άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος. Αποτελεί δε κύρωση της παραβάσεως της διαθετικής αρχής και του συστήματος συζητήσεως (106 ΚΠολΔ, ΑΠ 727/2017, ΑΠ 1348/2006). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο αναγνώρισε ότι η εναγομένη/εκκαλούσα οφείλει τόκους υπερημερίας επι του επιδικασθέντος κεφαλαίου από τον προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρόνο και συγκεκριμένα από την επομένη της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση ήτοι από 17-6-2010 , ενώ είχε υποβληθεί αίτημα τοκοδοσίας απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Απο την επισκόπηση του δικογράφου της από 30-9-2010 αγωγής των νυν αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης/αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι οι πρώτοι ζήτησαν να υποχρεωθεί η δεύτερη να τους αποδώσει α)το ποσό των 209.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα καταβολής εκάστης δόσης, καθώς και τα έξοδα και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν ποσού 7.947,34 ευρώ νομιμοτόκως απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, β)να υποχρεωθεί να τους καταβάλει το ποσό των 10.900 ευρώ ως περαιτέρω ζημία που υπέστησαν από την ανατροπή της συμβάσεως , νομιμοτόκως απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, γ)να υποχρεωθεί να τους καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμοτόκως απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ενώ σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής από την κύρια βάση της, ζήτησαν, επικουρικά, να ακυρωθεί η δικαιοπραξία λόγω απάτης και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει α)το ποσό των 209.500 ευρώ κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις νομιμοτόκως απο την επομένη τα καταβολής εκάστης δόσεως, αλλιώς απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, β)το ποσό των 18.847,4 ευρώ για την υπόλοιπη ζημία , καθώς και 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 361, 513, 516,383, 384, 385 αρ.2, 387 § 2, 389 § 2, 390, 904, 480 ΑΚ πλην του αιτήματος περί επιδικάσεως τόκων από την επομένη της καταβολής κάθε μερικότερου ποσού τιμήματος δηλ. απο 31-10-2009, 21-5-2009 και 17-7-2009, το οποίο έκρινε νόμω αβάσιμο "καθόσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι κατ' αυτές έλαβε χώρα εξώδικη ή δικαστική όχληση της εναγομένης ή ότι πρόκειται για συμβατικά καθορισμένες δήλες ημέρες εκπλήρωσης της παροχής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 ΑΚ (...)ή ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 911 περ. 1 ΑΚ (περί παροχής αχρεώστητης), πρόκειται για τους χρόνους που η εναγομένη έλαβε γνώση της ανυπαρξίας του χρέους των εναγόντων (...). Δεδομένου όμως, ότι οι ενάγοντες ζητούν επικουρικώς την καταβολή τόκων επί των άνω αιτημάτων τους από την επίδοση της αγωγής τους (01.11.2010) και αφού ληφθεί υπόψη ο κανόνας πως στο μείζον εμπεριέχεται το έλασσον, το παραπάνω παρεπόμενο αίτημα κρίνεται νόμιμο, κατά τα συναφώς εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο III μείζονα πρόταση, από τις 17.06.2010, ήτοι, από την επομένη της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης των εναγόντων (που προηγείται της επίδοσης της αγωγής)" και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 35.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 17-6-2010 μέχρις εξοφλήσεως, ενώ υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 69.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 17-6-2010 μέχρις εξοφλήσεως υπό τον διαλαμβανόμενο στο διατακτικό όρο.

Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο επιδίκασε στους ενάγοντες τόκους από χρονικό σημείο για το οποίο δεν ζητήθηκε δηλ. από την επομένη της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πωλήσεως, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι το αίτημα επιδικάσεως τόκων από την επίδοση της αγωγής περιλαμβάνει, ως μείζον, αυτό της επιδικάσεως τόκων απο προγενέστερο χρονικό σημείο, ενώ ισχύει ακριβώς το αντίστροφο (ΑΠ 1505/2018), παραβιάζοντας έτσι τη διαθετική αρχή (άρθ. 106 ΚΠολΔ) και υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 361, 513 και 681 ΑΚ προκύπτει, ότι η αγοραπωλησία αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) υπό κατασκευή πολυκατοικίας, όταν ο πωλητής είναι και κατασκευαστής αυτής, φέρει, κατ' αρχήν, το χαρακτήρα μικτής σύμβασης, ήτοι της συμβάσεως πωλήσεως και της συμβάσεως μισθώσεως έργου, επί της οποίας εφαρμόζονται, ανάλογα με τη βούληση των μερών και το αποτέλεσμα προς το οποίο αυτά απέβλεψαν, τόσο οι διατάξεις για την πώληση, όσο και εκείνες για τη μίσθωση έργου, εκτός εάν, κατά την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων πωλητή και αγοραστή και ενόψει όλων των επιμέρους περιστάσεων, η σύμβαση αυτή φέρει αμιγώς το χαρακτήρα της πώλησης, οπότε διέπεται από τις περί πωλήσεως διατάξεις. Έτσι, καθόσον μεν αφορά τη μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου και την οριζόντια ιδιοκτησία, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για την πώληση, καθόσον δε αφορά την αποπεράτωση της πολυκατοικίας και του ημιτελούς διαμερίσματος αυτής, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, καθώς και την ύπαρξη ελλείψεων και ελαττωμάτων, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για τη μίσθωση έργου, γιατί θεωρείται, ότι στο αποτέλεσμα αυτό κυρίως, δηλαδή την εκτέλεση του έργου κατά τους όρους της σύμβασης και την παράδοση αυτού κατά το συμφωνημένο χρόνο, απέβλεψαν τα μέρη (ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1220/2017, ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 1327/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός, αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη (ΑΠ 1253/2024, ΑΠ 2208/2013).

Eπίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 686 παρ.2 , 330, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ` ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 378/2010). Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία εξαιτίας της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (ΑΠ 754/2017, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 521/2014, AΠ 269/2012).

Έτσι το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009). Λόγο που εμποδίζει την περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία αποτελεί και η ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 374 ΑΚ), η οποία μπορεί να ασκηθεί και εξώδικα, ως απάντηση σε εξώδικη πρόσκληση [π.χ. όχληση] του δανειστή προς τον οφειλέτη για εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1814/2007, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 75/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη, κατά το άρθρο 516 ΑΚ ''αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη''. Έτσι, ο αγοραστής, σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή και ως προς τις δύο κύριες υποχρεώσεις του, κατά το άρθρο 513 ΑΚ, έχει δικαίωμα υπαναχώρησης υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 383 - 385 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης για τη μη εκπλήρωση ή υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αν τάξει στον οφειλέτη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης συνοδευόμενη από τη σαφή και κατηγορηματική δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής αποκρούει την παροχή και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή. Ορισμός της προθεσμίας αυτής δεν απαιτείται και ο δανειστής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της υπερημερίας του οφειλέτη, δικαιούται να ασκήσει αμέσως και απευθείας τα ως άνω δικαιώματα μόνο, α) εάν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει, κατά τους όρους της συναλλακτικής καλής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι ο καθορισμός προθεσμίας θα ήταν άσκοπος, όπως όταν αυτός δηλώσει, κατά τρόπο οριστικό και κατηγορηματικό, ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή ή όταν κωφεύει σε επανειλημμένες οχλήσεις του αγοραστή, επιδεικνύοντας έτσι πλήρη αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής, β) εάν ο δανειστής λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη, δεν έχει πλέον συμφέρον όχι απλώς στην εκπλήρωση της καθυστερημένης παροχής αλλά στην πραγματοποίηση της όλης σύμβασης με την εκπλήρωση και της αντιπαροχής του, εφόσον η έλλειψη αυτή συμφέροντος του δανειστή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του οφειλέτη.

Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, από μόνο το γεγονός της υπερημερίας του οφειλέτη ως προς την παροχή που οφείλει, δεν αλλοιώνεται η μεταξύ αυτού και του δανειστή υφιστάμενη σχέση, αλλά αυτός και μετά την υπερημερία του, εξακολουθεί να είναι υπόχρεος σε εκπλήρωση της παροχής και περαιτέρω ο δανειστής από μόνη την υπερημερία του οφειλέτη δεν αποκτά χωρίς άλλο δικαίωμα αποζημιώσεως ή υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, παρά μόνο με τους όρους του άρθρου 383 ΑΚ (ΑΠ 1815/2023, ΑΠ 312/2016, ΑΠ 359/2014). Η διαπλαστική δήλωση του δανειστή ότι, λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη και της έλλειψης του συμφέροντός του για την εκτέλεση της σύμβασης, αποκρούει την παροχή και υπαναχωρεί (εφόσον προτιμήσει την υπαναχώρηση) δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, μπορεί δε να ασκηθεί και με την ίδια την αγωγή (ΑΠ 617/1990).

Τέλος, κατά το άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, με την άσκηση της υπαναχώρησης επέρχεται άμεση διάλυση της σύμβασης με αναδρομική ενάργεια και ενοχικά μόνο αποτελέσματα. Έτσι, η σύμβαση καταργείται από την αρχή και συνεπώς αποσβήνονται όλες οι από αυτήν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, οι οποίοι πλέον υποχρεούνται αμοιβαία να αποδώσουν καθετί που έλαβαν σε εκτέλεση της σύμβασης κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού λόγω της αναδρομικής κατάργησης της σύμβασης έχασαν τη νόμιμη αιτία τους (ΑΠ 973/2015). Αυτό σημαίνει ότι αποδίδεται η ωφέλεια, δηλαδή η παροχή ή το αντάλλαγμα της ή η αξία της σε χρήμα (ΑΚ 908 ΑΠ 1815/2023).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ....2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ.-Μ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Γραφείου Καλαμαριάς, με αριθμό ....2009, η εναγόμενη, που επαγγέλλεται πολιτικός μηχανικός, μεταβίβασε στους ενάγοντες κοινά, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, μία αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου (3ου) ορόφου (οροφοδιαμέρισμα), πάνω από το ισόγειο, οικοδομής, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, διάδρομο και λουτρό, με ΚΑΕΚ 190475313005/0/5, μικτής επιφάνειας 77,36 μ2 και καθαρής επιφάνειας 49,46 μ2, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 198,72/1000, η οποία έχει ως παρακολούθημα την υπ' αριθ. 8 αποθήκη του υπογείου ορόφου, εμβαδού 5,07 μ2. Η οικοδομή βρίσκεται σε οικόπεδο, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, επί της οδού Θάλειας αρ. 16 (στην οποία και έχει πρόσοψη το διαμέρισμα του 3ου ορόφου) και έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της ....2009 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, επίσης νομίμως καταχωρημένης στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, με αριθμό ....2009. Κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης αγοραπωλησίας, οι οικοδομικές εργασίες δεν είχαν αποπερατωθεί (ευρισκόμενες, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, στο στάδιο των επιχρισμάτων). Σύμφωνα με σχετικό όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (βλ. 8° φύλλο αυτού), η πωλήτρια ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το πωλούμενο ακίνητο στους αγοραστές πλήρως αποπερατωμένο και κατάλληλο για χρήση και οίκηση, μετά των κοινοχρήστων της οικοδομής έτοιμων για λειτουργία, εκτός από τη σύνδεση του διαμερίσματος και των κοινοχρήστων με ΔΕΗ, ΕΥΑΘ και εταιρεία φυσικού αερίου (της εναγομένης υποχρεούμενης να έχει κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να πραγματοποιηθούν οι παραπάνω συνδέσεις κατά τους όρους της σύμβασης), μέχρι τις 31.01.2010. Να σημειωθεί ότι ο καθορισμός της ανωτέρω προθεσμίας ως συμβατικού χρόνου παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν καθιστά τη σύμβαση γνήσια (σχετική) ακριβόχρονης εκτέλεσης (άρθρο 401 ΑΚ), όπως αβασίμως διατείνονται οι ενάγοντες στην αγωγή, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, μετά την παρέλευση της 31.01.2010, αυτοί δεν άσκησαν άμεσα το δικαίωμα της υπαναχώρησης αλλά, κατά τα κατωτέρω αποδεικνυόμενα, εξακολούθησαν να επιδιώκουν την παραλαβή του διαμερίσματος τους (...).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ως τίμημα της πώλησης αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 137.000 € (εκ των οποίων, 135.699,55 € αντιστοιχούν στο διαμέρισμα και 1.300,45 € αντιστοιχούν στην αποθήκη), το οποίο πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δύο δόσεις, κατόπιν χορήγησης δανείου στους ενάγοντες από την Τράπεζα HSBC, ενώ η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού ανήλθε στο ποσό των 94.334,71 Ωστόσο, το πραγματικά συμφωνημένο τίμημα της πώλησης ανερχόταν στο ποσό των 267.000 €, από το οποίο, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου αγοραπωλησίας, οι ενάγοντες είχαν καταβάλει στην εναγόμενη, στις 20.05.2009, ως προκαταβολή, το ποσό των 3.000 € (βλ. την ταυτόχρονη εντολή είσπραξης του ποσού αυτού, της Τράπεζας ATEBANK). Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της πραγματικής συμφωνίας των διαδίκων, την ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου (16.07.2009) οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγομένη το ποσό των 135.000 € [ήτοι, 120.000 € με την οπισθογράφηση προς αυτή των ... και ... επιταγών της Τράπεζας EUROBANK, ποσού εκάστης 60.000 € εκδοθέντων σε διαταγή του πρώτου ενάγοντος, οι οποίες πληρώθηκαν άμεσα (βλ. αντίγραφα τούτων) και 15.000 € σε μετρητά (βλ. το ταυτόχρονο δελτίο ανάληψης, ποσού 17.000 €) και στις 30.10.2009, ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε το στεγαστικό δάνειό τους, συνολικού ποσού 130.000 € από την Τράπεζα HSBC, εκταμίευσαν και της κατέβαλαν το ποσό των 71.500 € (βλ. την από 30.11.2009 κατάσταση κίνησης λογαριασμού του πρώτου ενάγοντας της εν λόγω Τράπεζας). Επομένως, μέχρι τις 30.10.2009 η εναγομένη εισέπραξε έναντι του συνολικώς συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, το ποσό των 209.500 € (=3.000 € + 135.000 € + 71.500 €). Το υπόλοιπο εναπομείναν ποσό των 57.500 € είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σε αυτή μετά την τοποθέτηση των πλακιδίων στο διαμέρισμα των εναγόντων (και, πάντως, νωρίτερα της 31.01.2010, που ορίστηκε να γίνει η παράδοση αποπερατωμένου του διαμερίσματος). Την καταβολή του παραπάνω χρηματικού ποσού μέχρι τις 30.10.2009 ομολογεί η εναγομένη, η οποία βέβαια ισχυρίζεται ότι έλαβε 208.500 € και όχι 209.500 € , ισχυρισμός ωστόσο αναπόδεικτος. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ένα ανήλικο τέκνο, γεννημένο το έτος 2008 και ανέμεναν τη γέννηση και του δεύτερου τέκνου τους τον Ιανουάριο του 2010, κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου αγοραπωλησίας διέμεναν σε μισθωμένη οικία, επί της οδού ..., επιβαρυνόμενοι με την καταβολή μισθώματος, ποσού 550 € μηνιαίως (βλ. το, από 19.03.2007, μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, νομίμως κατατεθειμένο στη Δ.Ο.Υ. Θ' Θεσσαλονίκης, στις 16.04.2007).

Εξάλλου, από τον Οκτώβριο του 2009, ανέλαβαν επίσης την υποχρέωση καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης του στεγαστικού δανείου που είχαν λάβει από την Τράπεζα HSBC, ποσού 270 € μηνιαίως, για την οποία η τελευταία, προς εξασφάλισή της, είχε εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί του πωληθέντος ακινήτου, μέχρι του ποσού των 156.000 €, δυνάμει της με αριθμό 32460/2009, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Ενόψει των ανωτέρω αναγκών και εξόδων τους, οι ενάγοντες απέβλεπαν στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση του περιληφθέντος στη σύμβαση αγοραπωλησίας όρου περί της εμπρόθεσμης παράδοσης σε αυτούς του διαμερίσματος τους από την εναγομένη, πλήρως αποπερατωμένου και έτοιμου για χρήση και οίκηση. Και ναι μεν τούτο δεν προσδίδει στην επίμαχη σύμβαση το χαρακτήρα της ακριβόχρονης, κατά τα προεκτιθέμενα, ωστόσο όμως δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ο χρόνος παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν συνιστούσε ουσιώδες στοιχείο αυτής, εις τρόπον ώστε η οποιαδήποτε καθυστέρηση, ιδίως η μακρόχρονη, στην εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης να θεωρείται ασήμαντη και, με βάση την καλή πίστη, επιδεκτική αδιαβάθμητης ανοχής από τους ενάγοντες. Η εναγομένη διαβεβαίωνε τους ενάγοντες ότι θα παραλάβουν το διαμέρισμά τους εμπροθέσμως, παρά το γεγονός ότι, όπως διαπίστωναν και οι ίδιοι κατά τις επισκέψεις τους στο εργοτάξιο, οι εργασίες δεν προχωρούσαν με την αναμενόμενη ταχύτητα. Εν τέλει, η καταληκτική ημερομηνία παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους (31.01.2010) παρήλθε άπρακτη, όπως επίσης και ένα τετράμηνο περίπου μετά από αυτή, στη διάρκεια του οποίου οι ενάγοντες ενοχλούσαν επανειλημμένους την εναγομένη εξωδίκως (κοινοποιώντας της την, από 16.04.2010, εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση και πρόσκλησή τους, - βλ. τη σχετική αναφορά στην από 15.06.2010, εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης των εναγόντων και τη σχετική επίκληση του εγγράφου στις πρωτόδικες προτάσεις τους) τάσσοντάς της προθεσμίες και προειδοποιώντας την για την υπαναχώρησή τους από τη σύμβαση (βλ. τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγόμενης στη 18η σελίδα της έφεσής της), επιδιώκοντας να την πιέσουν να αποπερατώσει και να τους παραδώσει το ακίνητό τους, χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτού, μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν, ενημερώθηκαν ότι για το σύνολο της οικοδομής, όπου βρίσκεται και η οριζόντια ιδιοκτησία τους, είχε εκδοθεί από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας & Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Καλαμαριάς το υπ' αρ. ....2009 σήμα διακοπής οικοδομικών εργασιών (βλ. το εν λόγω έγγραφο), λόγω σωρείας πολεοδομικών παραβάσεων, που έλαβαν χώρα καθ' υπέρβαση της εκδοθείσης 141/27.12.2007 οικοδομικής άδειας. Βάσει του σήματος εντέλλονταν το Α.Τ. Καλαμαριάς να διακόψει και να μην επιτρέψει οιαδήποτε οικοδομική εργασία, εφόσον δεν εκδίδονταν νεότερο πολεοδομικό σήμα, έστω και αν η εργολάβος (εναγομένη) επιδείκνυε αναθεωρημένη ή νέα οικοδομική άδεια. Στη συνέχεια δε, είχε επακολουθήσει, στις 12.02.2009, δεύτερη αυτοψία στην οικοδομή (βλ. τη σχετική έκθεση), των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω Διεύθυνσης Πολεοδομίας, κατά την οποία διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες πολεοδομικές παραβάσεις, συντελεσθείσες το έτος 2008, ήτοι: α) κλείσιμο ημιυπαίθριων χώρων σε όλους του ορόφους, συνολικού εμβαδού 66,193,-μ2, β) επέκταση του 30U ορόφου (των εναγόντων) στο διώροφο κενό τμήμα του 2ου ορόφου, με αποτέλεσμα την αύξηση της δόμησης κατά 7,70.-μ, γ) κατασκευή νέας στάθμης ορόφου (50ζ όροφος), με αποτέλεσμα την αύξηση της δόμησης κατά 107,25-μ2, δ) κατασκευή ανοιγμάτων στο πλάγιο όριο της οικοδομής, στους 2°, 3° και 4° ορόφους, διαστάσεων συνολικώς 2,16.-μ2, κατά παράβαση του άρθρου 10 §9 του Κτιριοδομικού Κανονισμού και 3) κατασκευή εξώστη 4ου ορόφου, εμβαδού 27,37.-μ2. Επιβλήθηκαν δε στην εναγομένη: α) πρόστιμο ανέγερσης, ποσού 361.514,73 € και β) πρόστιμο διατήρησης, ποσού 180.757,36 €, για κάθε έτος, από το 2008 έως το 2009, που διαπιστώθηκαν οι αυθαίρετες κατασκευές, με τη σημείωση ότι για καθένα από τα επόμενα έτη μέχρι την κατεδάφισή τους, το πρόστιμο διατήρησης θα επαναβεβαιώνεται, αφού αναπροσδιοριστεί, με προσαύξηση τούτου, κατά 2% επί του εκάστοτε προηγούμενου έτους, προσέτι δε ότι η κατασκευή θα έπρεπε να κατεδαφιστεί - αποκατασταθεί εντός τριάντα ημερών, εκτός εάν υποβληθεί ένσταση της ενδιαφερομένης. Πράγματι, η εναγομένη είχε προβεί στην υποβολή ένστασης (βλ. το σχετικό έγγραφο, με αριθμό πρωτ. 1087/11.03.2009), επιδιώκοντας, μεταξύ άλλων, να αρθεί το σήμα διακοπής των εργασιών της. Στη διάρκεια των επόμενων ετών η ίδια επιχείρησε να νομιμοποιήσει τις ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές της, εκμεταλλευόμενη τις διατάξεις των νόμων 3775/2009 και 3843/2010 [βλ. το με αριθ. πρωτ. ....2011, έγγραφο του Γραφείου Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Καλαμαριάς, όπου αναφέρεται πως η εναγομένη δεν είχε καταθέσει, μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου αυτού, αίτηση αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας (ως προς αυτήν βλ. και το 4092/30.01.2009, έγγραφο της Πολεοδομίας), παρά μόνο αίτηση άρσης του σήματος διακοπής, η οποία απαντήθηκε με το 397/15.02.2011 σχετικό έγγραφο και ότι για την τελική άρση του σήματος διακοπής η Υπηρεσία θα προέβαινε σε αυτοψία, για να διαπιστωθεί ότι είχαν εξαλειφθεί όλες οι πολεοδομικές παραβάσεις, καθώς και το 397/2011 έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ότι δεν ήταν δυνατή η άρση του σήματος διακοπής των εργασιών διότι εξακολουθούσαν να εκκρεμούν οι παραβάσεις Α, Γ, Δ και Ε, της έκθεσης αυτοψίας, ενώ προτρεπόταν η εναγομένη να ακολουθήσει τις προβλεπόμενες νόμιμες οδούς για να συνεχιστούν οι οικοδομικές εργασίες), αλλά και του Ν. 4014/2011 (βλ. τις υποβληθείσες διαρκούντος του έτους 2012, από την εναγόμενη, δηλώσεις προσωρινής υπαγωγής στο νόμο αυτό των αυθαίρετων κατασκευών).

Στο πλαίσιο τούτο, εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, η από 16.02.2012 απόφαση της Επιτροπής ενστάσεων ρυθμίσεων αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας & Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Καλαμαριάς [με την οποία προσδιορίστηκαν ποιες κατασκευές είναι κατεδαφιστέες μέχρι την ένταξή τους στο Ν. 4014/2011, ποιες δύνανται να υπαχθούν στο νόμο αυτό και ποια δεν αποτελεί αυθαίρετη κατασκευή (εξώστης 4ου ορόφου), ενώ επανακαθορίστηκαν και τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης μέχρι τη συνεδρίαση της επιτροπής, σε 76.146,30 € και 38.073,15 €, αντιστοίχως], προσέτι δε και το με αριθ. πρωτ. ....2013, έγγραφο της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Καλαμαριάς, με το οποίο εγκρίθηκαν οι λεπτομερώς απαριθμούμενες εργασίες (μόνο) για την εξάλειψη των συνθηκών επικινδυνότητας στην υπό ανέγερση οικοδομή, εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών, από 23.09.2013 έως 27.09.2013, ενώ απαγορεύτηκε ρητώς οποιαδήποτε άλλη οικοδομική εργασία στο έργο. Εν τέλει, με μεγάλη καθυστέρηση εκδόθηκε από το Τμήμα Έκδοσης Αδειών Δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Καλαμαριάς η, με αριθμό ....2014, έγκριση δόμησης για αποπεράτωση αυθαίρετης κατασκευής και άδεια δόμησης για το σύνολο της οικοδομής (άρθρο 24 §17 Ν. 4014/2011), καθώς και το ....2014 τηλεφωνικό σήμα προς το Α.Τ. Καλαμαριάς, με το οποίο επιτράπηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στην οικοδομή, διότι εξέλειπε ο λόγος της διακοπής αυτών. Ωστόσο, από κανένα έγγραφο του φακέλου της υπόθεσης δεν αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι η επίμαχη οικοδομή (και η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγόντων) έχει αποπερατωθεί πλήρως και είναι έτοιμη προς χρήση και οίκηση, είτε μέχρι την άσκηση ή, τουλάχιστον, μέχρι τη συζήτηση της ασκηθείσας ένδικης έφεσης από την εναγομένη. Τούτο άλλωστε δεν το επικαλείται ρητώς και κατηγορηματικώς ούτε καν η τελευταία. Αντιθέτως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η οικοδομή εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κατασκευή και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (βλ. 19η σελ. των, από 05.10.2018, προτάσεων τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου). Εν τω μεταξύ, οι τελευταίοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είχαν καταβάλει το μέγιστο τμήμα του τιμήματος της πώλησης και αντιμετώπιζαν τα οικονομικά προβλήματα που ήδη αναφέρθηκαν, για τα οποία μάλιστα υπόχρεος, ως μόνος εργαζόμενος στην οικογένεια, είναι ο πρώτος από αυτούς, μετά τη διαπίστωση όλων των παραπάνω γεγονότων αντιλήφθηκαν ότι δεν υφίστατο περίπτωση, έστω και καθυστερημένης παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους από την εναγομένη, στους αμέσως επόμενους μήνες μετά την εκπνοή της ορισθείσης δήλης προθεσμίας, αλλά και αργότερα ακόμη, αφού οι διαδικασίες που ανοίχθηκαν ενώπιον της Πολεοδομίας ήταν εξαιρετικά χρονοβόρες και αμφίβολης έκβασης και η αντίδικός τους, από υπαιτιότητα της, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τη μεταξύ τους υπογραφείσα σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποπερατώσει την οικοδομή, παρά τις συνεχείς, προφορικές και εξώδικες, κατά τα άνω, οχλήσεις τους και τις προειδοποιήσεις τους, οι οποίες δεν τελεσφόρησαν, αφού αυτή μετερχόταν διάφορες δικαιολογίες και ασαφείς υποσχέσεις για επανέναρξη των οικοδομικών εργασιών, χωρίς όμως να δεσμεύεται ρητά και συγκεκριμένα, για την εκπλήρωση του μέρους της παροχής της που απέμεινε (ήτοι, της παράδοσης του ακινήτου).

Εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης για την εμπρόθεσμη παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, οι ενάγοντες δεν είχαν συμφέρον πλέον στην καθυστερημένη μερική εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής της και μάλιστα, σε ακόμη μεταγενέστερο χρόνο, που διαφαινόταν εντελώς αόριστος, γι' αυτό και, σε συνέχεια της, από 16.04.2010, εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης και δήλωσής τους και χωρίς να της τάξουν άλλη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, η οποία άλλωστε δεν απαιτούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 385 αρ. 2 ΑΚ (βλ. την, υπό στοιχείο III, μείζονα πρόταση), άσκησαν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την όλη σύμβαση αγοραπωλησίας (βλ. την ίδια νομική σκέψη), λόγω υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αντιδίκου τους, δυνάμει της προσκομιζόμενης με επίκληση, από 15.06.2010, εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησής τους, την οποία κοινοποίησαν σε αυτή στις 16.06.2010, όπως αποδεικνύεται από την ....2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Κ., καλώντας τη να τους αποδώσει το συνολικώς καταβληθέν τίμημα και τις λοιπές δαπάνες και έξοδα που είχαν υποβληθεί για τη σύναψη της σύμβασης και προσφερόμενοι στη σύναψη συμβολαιογραφικής πράξης ακύρωσης της σύμβασης πώλησης του διαμερίσματος και της αποθήκης. Στη συνέχεια δε, άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, την οποία αρνείται η εναγομένη ισχυριζόμενη ότι οι ενάγοντες γνώριζαν το πραγματικό ελάττωμα του διαμερίσματος που αγόρασαν, ήτοι των κλειστών ημιυπαίθριων χώρων αυτού, κατά τη σύναψη της σύμβασης αγοραπωλησίας.

Πράγματι, από τους διαλαμβανόμενους στις προτάσεις τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρισμούς τους, σε συνδυασμό με την, με αριθμό πρωτ. ....2009, υπεύθυνη δήλωση του πρώτου ενάγοντας για την τακτοποίηση ημιυπαίθριου κλειστού χώρου και τη, με αριθμό πρωτ. ....2009, απάντηση επί αυτής, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας & Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Καλαμαριάς, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για το κλείσιμο, από την εναγομένη, των δύο ημιυπαίθριων χώρων του διαμερίσματος που αγόρασαν, αφού ο πρώτος από αυτούς επιδίωξε, σχεδόν αμέσως, να τους νομιμοποιήσει. Ωστόσο, τούτο δεν αναιρεί την εγκυρότητα της ως άνω δήλωσης υπαναχώρησης των εναγόντων, ούτε εξαλείφει την υπαιτιότητα της εναγομένης ως προς την υπερημερία της περί την εκπλήρωση της συμβατικά αναληφθείσης υποχρέωσής της παράδοσης, εμπροθέσμως, σε αυτούς της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, με την οποία, άλλωστε, δεν συνδέεται αιτιωδώς. Ειδικότερα, καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, από κανένα στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση, ήδη από το χρόνο των διαπραγματεύσεων, του συνόλου των πολεοδομικών παραβάσεων της υπό ανέγερση οικοδομής, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξουν εάν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την τυχόν καθυστέρηση, εξαιτίας αυτών, της παράδοσης της ιδιοκτησίας που θα αγόραζαν. Πολύ περισσότερο δε, δεν αποδεικνύεται από πουθενά ότι αυτοί γνώριζαν και τις λοιπές αυθαίρετες υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας, σε σχέση με το οροφοδιαμέρισμά τους και ιδίως ότι το κενό στο δάπεδο αυτού του ορόφου κλείστηκε, κατά το μέγιστο μέρος του, με μεταλλική κατασκευή (πιθανώς κατασκευασμένη εμπειρικά, χωρίς μελέτη και χωρίς να πληροί τους κανόνες στατικής επάρκειας, σύμφωνα με την, από ....2012, πραγματογνωμοσύνη του Τ. Τ., διπλ. αρχιτέκτονα μηχανικού Α.Π.Θ., που συντάχθηκε με επιμέλεια των εναγόντων) και εν μέρει με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, συνιστώντας αυτόνομο χώρο, με άμεση πρόσβαση από το κλιμακοστάσιο, όπου κατασκευάστηκε, εκ του μηδενός, εξώστης. Από το σύνολο των μνημονευόμενων παραπάνω αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εναγομένη προέβη θεληματικά, μετά πλήρους γνώσεως, στην κατασκευή μιας αυθαίρετης οικοδομής, με σωρεία παραβάσεων της οικοδομικής άδειας αυτής και μάλιστα σπουδαίων και σοβαρών, με πρόθεση εκ των υστέρων να επιχειρήσει τη νομιμοποίησή τους, γεγονός βέβαια που, εκτός από τον κίνδυνο της αποτυχίας που ενείχε (αφού η νομιμοποίηση δεν εξαρτιόταν από την ίδια, αλλά απαιτούσε τη σύμπραξη και απόφαση των πολεοδομικών υπηρεσιών), οπωσδήποτε απαιτούσε μεγάλο και πάντως μη δυνάμενο εκ των προτέρων να προβλεφθεί (πολύ περισσότερο δε, να προσδιοριστεί) χρονικό διάστημα. Υπό αυτά τα δεδομένα η υπερημερία της εναγομένης παρίστατο περισσότερο από βέβαιη, αφού, ήδη, κατά το χρόνο αύνταξης του συμβολαίου αγοραπωλησίας, αυτή αντιμετώπιζε πολλαπλά προβλήματα, με κύριο βέβαια την ήδη επιβληθείσα αναγκαστική διακοπή των οικοδομικών εργασιών της, το δε χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ της υπογραφής του συμβολαίου, στις 16.07.2009 και της καταληκτικής ημερομηνίας της δήλης προθεσμίας παράδοσης του ακινήτου, στις 31.01.2010, ήταν μόλις εξίμισι μήνες. Εν τούτοις, αυτή δεν φρόντισε να ενημερώσει τους ενάγοντες και να συμφωνήσει με αυτούς, εφόσον τούτο ήταν δυνατό, μακρύτερο χρόνο παράδοσης του διαμερίσματός τους. Η εναγόμενη, δηλαδή, ήταν σε θέση, λόγω και της ιδιότητάς της, να γνωρίζει ότι εφόσον επέλεξε να κατασκευάσει εξ αρχής αυθαίρετο οικοδόμημα (με σκοπό να αναμείνει την έκδοση, όπως εκθέτει στην έφεση και στις προτάσεις της, νόμων, που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την ανάγκη νομιμοποίησης της όλης κατασκευής και να υποβληθεί στη σχετική διαδικασία), δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στη συγκεκριμένη σύμβαση με τους ενάγοντες, αφού είναι γνωστό από την κοινή πείρα και λογική ότι τέτοιες διαδικασίες είναι αμφίβολες και ιδίως χρονοβόρες, ενόψει μάλιστα και του εύρους αλλά και του είδους των αυθαιρεσιών.

Συνεπώς, η επικαλούμενη (ελλιπής, βεβαίως) γνώση των εναγόντων για τις αυθαίρετες κατασκευές του διαμερίσματός τους ουδόλως αναιρεί την υπαιτιότητά της ως προς την υπερημερία της για την παράδοση τούτου, ούτε εκτιμάται ότι συνετέλεσε στην επέλευση της τελευταίας (υπερημερίας), αφού, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί είτε ότι οι ενάγοντες θα συνέπρατταν με κάθε τρόπο (όπως και ξεκίνησαν να πράττουν) στη νομιμοποίηση των δύο κλειστών ημιυπαίθριων χώρων είτε στην επαναφορά τους στην πρότερη κατάσταση (βάσει της οικ. άδειας) και πάλι το διαμέρισμα δεν θα μπορούσε να αποπερατωθεί, διότι υφίσταντο σε αυτό (και σε όλη την οικοδομή) και άλλες αυθαίρετες κατασκευές, για τις οποίες θα εξακολουθούσε να ισχύει το σήμα διακοπής των οικοδομικών εργασιών. Και υπό την εκδοχή όμως ότι θα μπορούσε να αποπερατωθεί η κατασκευή του διαμερίσματος και πάλι αυτό δεν θα καθίστατο κατάλληλο και έτοιμο προς χρήση και οίκηση, δεδομένου ότι η υπόλοιπη οικοδομή τελούσε και εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατασκευαστικό στάδιο και, κατά λογική ακολουθία, δεν δύναται να κατοικηθεί από τους ενάγοντες, που συνιστούν τα μοναδικά φυσικά πρόσωπα που αγόρασαν αυτοτελή ιδιοκτησία σε αυτήν (ο πρώτος όροφος προσυμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στο Δήμο Καλαμαριάς στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος), με τους κινδύνους που συνεπάγεται ένας εργοταξιακός χώρος, χωρίς τις κατάλληλες υποδομές (πχ. συνδέσεις ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού κλπ), ιδίως δε εφόσον ήθελε εκτιμηθεί και το γεγονός ότι αυτοί έχουν οικογένεια, αποτελούμενη από δύο ανήλικα τέκνα. Κατόπιν τούτων, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί της γνώσεως των αυθαιρεσιών της ιδιοκτησίας τους εκ μέρους των εναγόντων, με τον οποίο αυτή επιχειρεί να θεμελιώσει την ανυπαρξία ευθύνης της ως προς την υπερημερία της, παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος (...). Μετά ταύτα, συντρέχει, επομένως, ενδοσυμβατική ευθύνη λόγω της, από υπαιτιότητα της εναγομένης, υπερημερίας της ως προς την εκπλήρωση (μερικώς) της παροχής της, ανεξαρτήτως μάλιστα από τις ενέργειες που αυτή μετήλθε για τη νομιμοποίηση της οικοδομής της.

Εξάλλου, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, όπως εκτέθηκε ήδη, δεν είχαν πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης αγοραπωλησίας, αφενός διότι η εμπρόθεσμη παράδοση του διαμερίσματος τους συνιστούσε γι' αυτούς ουσιώδη όρο της υπογραφείσης σύμβασης, που άπτονταν των οικονομικών και οικογενειακών συμφερόντων τους, τα οποία κλονίστηκαν σφόδρα από την αθέτηση του σχετικού συμβατικού όρου εκ μέρους της αντιδίκου τους (σημειώνεται ότι αυτοί εξακολουθούν να διαμένουν σε μίσθιο διαμέρισμα, έναντι μηνιαίου μισθώματος 450 €, σύμφωνα με το, από 22.02.2013, μισθωτήριο συμφωνητικό, που προσκομίζεται με επίκληση από τους ίδιους, ενώ σε βάρος τους εκδόθηκε, με αίτηση της Τράπεζας HSBC, η 3430/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την καταβολή του εκταμιευμένου ποσού του ληφθέντος από αυτούς δανείου, των 71.500 €), αφετέρου δε, καθόσον, υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες παρίστατο εντελώς αβέβαιη η αποπεράτωση της οικοδομής, κρίση η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι το σήμα συνέχισης των οικοδομικών εργασιών δόθηκε τρεισήμισι και πλέον έτη (στις 14.02.2014) μετά την άσκηση της υπαναχώρησης, ενώ μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως αποδείχθηκε η πλήρης αποπεράτωση του όλου έργου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νομίμως συντελεσθείσα υπαναχώρηση από τη σύμβαση αγοραπωλησίας κρίνεται έγκυρη και επέφερε την απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων των διαδίκων από τη σύμβαση. Έτσι, λαμβανομένου υπόψη και του σχετικού αιτήματος της αγωγής, αφενός, πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες διαιρετά, το συνολικό ποσό των 71.500 €, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει σε αυτούς (επίσης, διαιρετά) το συνολικό ποσό των 138.000 €, σε αμφότερες τις περιπτώσεις με το νόμιμο τόκο από τις 17.06.2010 (επομένη της υπαναχώρησης) μέχρι την πλήρη εξόφληση (βλ. την, υπό στοιχείο ΙΙΙ, μείζονα πρόταση), κατ' εφαρμογή των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων (άρθρα 389 § 2 και 904 επ. ΑΚ), καθόσον, μετά την ανατροπή της πώλησης, εξαιτίας της υπαναχώρησης, είναι πλέον χωρίς νόμιμη αιτία η κατοχή από την παραπάνω πωλήτρια του μέρους του τιμήματος που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε σε αυτή (ήτοι, των 209.500 €). Ακολούθως, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγόντων επιβαρύνθηκε με την εγγραφείσα επ' αυτής προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (156.000 €), δυνάμει της 32460/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε με αίτηση της Τράπεζας HSBC. Η εναγομένη παραδεκτώς προτείνει με την έφεσή της, κατ' άρθρο 374 ΑΚ, την ένσταση της μη εκπλήρωσης της παροχής της για όσο χρόνο οι ενάγοντες δεν εκπληρώνουν τη δική τους αντιπαροχή, η οποία συνίσταται, εν προκειμένω, στην ακύρωση, με ενέργειές τους, της αναφερόμενης στο ....2009 συμβόλαιο, αγοραπωλησίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους (διαμερίσματος) μετά του παρακολουθήματος της (αποθήκης) και στην απόδοση σε εκείνη, κατά κυριότητα, των εν λόγω διαιρετών χώρων ελεύθερων από κάθε βάρος και δη, από την εγγραφείσα επ' αυτών ως άνω προσημείωση υποθήκης. Η εν λόγω ένσταση παρίσταται νόμιμη (βλ. σχετ. και την υπό στοιχείο IV νομική σκέψη) και κατ' ουσία βάσιμη, κατά τα ανωτέρω συναφώς αποδειχθέντα, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή (ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν επαναλαμβάνεται πανηγυρικά το σχετικό αίτημα και στο αιτητικό της έφεσης, αφού τούτο προκύπτει, κατά τρόπο επιδεκτικό εκτίμησης από το Δικαστήριο, από το ιστορικό της). Υπό το δεδομένο δε ότι η συγκεκριμένη ένσταση αρμόζει σε καταψηφιστική αγωγή (βλ. την άνω νομική σκέψη), έπεται ότι η διάταξη καταψήφισης σε βάρος της εναγομένης του συνολικού ποσού των 138.000 €, που αναφέρθηκε αμέσως προηγουμένως, πρέπει να γίνει δεκτή υπό τον προαναφερόμενο όρο της ταυτόχρονης, εκ μέρους των εναγόντων, εκπλήρωσης της αντιπαροχής τους. Συνακόλουθα πάντων των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά την κύρια βάση της υπαναχώρησης από τη σύμβαση αγοραπωλησίας, που ερευνήθηκε, να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία και να αναγνωριστεί η συντέλεση, εγκύρως και νομίμως, από 16.06.2010, της υπαναχώρησης των εναγόντων από τη συναφθείσα μεταξύ αυτών και της εναγόμενης σύμβαση πώλησης ακινήτου, που καταρτίστηκε δυνάμει του ....2009, νομίμως μετεγγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ. - Μ. Ακολούθως, πρέπει: α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των (71.500 € : 2 =) τριάντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ (35.750 €), με το νόμιμο τόκο από τις 17.06.2010 μέχρι την πλήρη εξόφληση και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των (138.000 : 2 =) εξήντα εννέα χιλιάδων ευρώ (69.000 €, με το νόμιμο τόκο από τις 17.06.2010 μέχρι την πλήρη εξόφληση, υπό τον όρο της ταυτόχρονης, εκ μέρους των εναγόντων, απόδοσης σε εκείνη, κατά κυριότητα, της περιγραφόμενης στο ....2009 συμβόλαιο, οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) μετά του παρακολουθήματος της (αποθήκης), ελεύθερης από κάθε βάρος και δη, από την εγγραφείσα επ' αυτής προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (156.000 €), δυνάμει της 32460/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Κατόπιν της μερικής ουσιαστικής παραδοχής της ανωτέρω κύριας βάσης της αγωγής, παρέλκει η έρευνα από το Δικαστήριο της επικουρικώς ασκηθείσας (υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης) σωρευτικά στο ίδιο δικόγραφο αγωγής από τις διατάξεις των άρθρων 147, 149 εδ. α', 914 και 932 ΑΚ, περί της ακύρωσης, λόγω απάτης, του ως άνω υπ' αρ. ....2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και περί αναγνώρισης της υποχρέωσης, αλλά και της καταβολής αποζημίωσης από την εναγομένη...". Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης / αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό (άρθ. 528 ΚΠολΔ), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της περί αναγνώρισης της εξωδίκως ασκηθείσας υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, με την αναγνώριση της υποχρέωσης απόδοσης στους ενάγοντες / αναιρεσίβλητους κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των ληφθεισών παροχών ήτοι από 35.750 ευρώ στον καθένα και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 69.000 ευρώ νομιμοτόκως από 17-6-2010 υπό τον όρο της ταυτόχρονης, εκ μέρους των εναγόντων, απόδοσης κατά κυριότητα στην εναγομένη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που τους είχε μεταβιβάσει αυτή κατά κυριότητα, ελεύθερης από κάθε βάρος και δη την εγγραφείσα επ'αυτής προσημείωση υποθήκης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχθέν ανελέγκτως ότι: α) η εναγομένη / αναιρεσείουσα με το επικαλούμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβίβασε στους ενάγοντες / αναιρεσιβλήτους κοινά, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, κατά κυριότητα μία αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου (3ου) ορόφου (οροφοδιαμέρισμα), η οποία κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης αγοραπωλησίας, οι οικοδομικές εργασίες δεν είχαν αποπερατωθεί (ευρισκόμενες, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, στο στάδιο των επιχρισμάτων), β) η πωλήτρια σύμφωνα με σχετικό όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το πωλούμενο ακίνητο στους αγοραστές πλήρως αποπερατωμένο και κατάλληλο για χρήση και οίκηση, μετά των κοινοχρήστων της οικοδομής έτοιμων για λειτουργία, εκτός από τη σύνδεση του διαμερίσματος και των κοινοχρήστων με ΔΕΗ, ΕΥΑΘ και εταιρεία φυσικού αερίου (της εναγομένης υποχρεούμενης να έχει κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να πραγματοποιηθούν οι παραπάνω συνδέσεις κατά τους όρους της σύμβασης), μέχρι τις 31.01.2010, γ) οι ενάγοντες απέβλεπαν στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση του περιληφθέντος στη σύμβαση αγοραπωλησίας όρου περί της εμπρόθεσμης παράδοσης σε αυτούς του διαμερίσματός τους από την εναγομένη, πλήρως αποπερατωμένου και έτοιμου για χρήση και οίκηση, χωρίς τούτο να προσδίδει στην σύμβαση το χαρακτήρα της ακριβόχρονης, ωστόσο όμως δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ο χρόνος παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν συνιστούσε ουσιώδες στοιχείο αυτής, εις τρόπον ώστε η οποιαδήποτε καθυστέρηση, ιδίως η μακρόχρονη, στην εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης να θεωρείται ασήμαντη και, με βάση την καλή πίστη, επιδεκτική ανοχής από τους ενάγοντες, δ) μέχρι τις 30.10.2009 η εναγομένη εισέπραξε έναντι του συνολικώς συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, το ποσό των 209.500 € , το δε υπόλοιπο εναπομείναν ποσό των 57.500 € είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σε αυτή μετά την τοποθέτηση των πλακιδίων στο διαμέρισμα των εναγόντων (και, πάντως, νωρίτερα της 31.01.2010, που ορίστηκε να γίνει η παράδοση αποπερατωμένου του διαμερίσματος), ε) η καταληκτική ημερομηνία παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους (31.01.2010) παρήλθε άπρακτη, όπως επίσης και ένα τετράμηνο περίπου μετά από αυτή, στη διάρκεια του οποίου οι ενάγοντες ενοχλούσαν επανειλημμένους την εναγομένη εξωδίκως, τάσσοντάς της προθεσμίες και προειδοποιώντας την για την υπαναχώρησή τους από τη σύμβαση, στ) μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν, ενημερώθηκαν ότι για το σύνολο της οικοδομής, όπου βρίσκεται και η οριζόντια ιδιοκτησία τους, είχε εκδοθεί από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας & Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Καλαμαριάς το υπ' αρ. ....2009 σήμα διακοπής οικοδομικών εργασιών, λόγω σωρείας πολεοδομικών παραβάσεων, που έλαβαν χώρα καθ' υπέρβαση της εκδοθείσης 141/27.12.2007 οικοδομικής άδειας και ότι βάσει του σήματος εντέλλονταν το Α.Τ. Καλαμαριάς να διακόψει και να μην επιτρέψει οιαδήποτε οικοδομική εργασία, εφόσον δεν εκδίδονταν νεότερο πολεοδομικό σήμα, έστω και αν η εργολάβος (εναγομένη) επιδείκνυε αναθεωρημένη ή νέα οικοδομική άδεια, ζ) με μεγάλη καθυστέρηση εκδόθηκε από το Τμήμα Έκδοσης Αδειών Δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Καλαμαριάς η με αριθμό ....2014 έγκριση δόμησης για αποπεράτωση αυθαίρετης κατασκευής και άδεια δόμησης για το σύνολο της οικοδομής , καθώς και το ....2014 τηλεφωνικό σήμα προς το Α.Τ. Καλαμαριάς, με το οποίο επιτράπηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στην οικοδομή, διότι εξέλειπε ο λόγος της διακοπής αυτών. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η οικοδομή (και η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγόντων) έχει αποπερατωθεί πλήρως και είναι έτοιμη προς χρήση και οίκηση, είτε μέχρι την άσκηση ή, τουλάχιστον, μέχρι τη συζήτηση της ασκηθείσας ένδικης έφεσης από την εναγομένη, η) μετά τη διαπίστωση όλων των παραπάνω γεγονότων, οι ενάγοντες αντιλήφθηκαν ότι δεν υφίστατο περίπτωση, έστω και καθυστερημένης παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους από την εναγομένη, στους αμέσως επόμενους μήνες μετά την εκπνοή της ορισθείσης δήλης προθεσμίας, αλλά και αργότερα ακόμη, αφού οι διαδικασίες που ανοίχθηκαν ενώπιον της Πολεοδομίας ήταν εξαιρετικά χρονοβόρες και αμφίβολης έκβασης και η αντίδικός τους, από υπαιτιότητά της, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τη μεταξύ τους υπογραφείσα σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποπερατώσει την οικοδομή, παρά τις συνεχείς, προφορικές και εξώδικες οχλήσεις τους και τις προειδοποιήσεις τους, οι οποίες δεν τελεσφόρησαν, θ)Εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης για την εμπρόθεσμη παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, οι ενάγοντες δεν είχαν συμφέρον πλέον στην καθυστερημένη μερική εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής της και μάλιστα, σε ακόμη μεταγενέστερο χρόνο, που διαφαινόταν εντελώς αόριστος, γι' αυτό και, σε συνέχεια της, από 16.04.2010, εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης και δήλωσής τους και χωρίς να της τάξουν άλλη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, η οποία άλλωστε δεν απαιτούνταν σύμφωνα με το άρθρο 385 αρ. 2 ΑΚ , άσκησαν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την όλη σύμβαση αγοραπωλησίας, λόγω υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης δυνάμει της από 15.06.2010, εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησής τους, την οποία κοινοποίησαν σε αυτή στις 16.06.2010, ι) δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση, ήδη από το χρόνο των διαπραγματεύσεων, του συνόλου των πολεοδομικών παραβάσεων της υπό ανέγερση οικοδομής, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξουν εάν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την τυχόν καθυστέρηση, εξαιτίας αυτών, της παράδοσης της ιδιοκτησίας που θα αγόραζαν, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτοί γνώριζαν και τις λοιπές αυθαίρετες υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας, σε σχέση με το οροφοδιαμέρισμά τους και ιδίως ότι το κενό στο δάπεδο αυτού του ορόφου κλείστηκε, κατά το μέγιστο μέρος του, με μεταλλική κατασκευή (πιθανώς κατασκευασμένη εμπειρικά, χωρίς μελέτη και χωρίς να πληροί τους κανόνες στατικής επάρκεια, το μόνο δε που γνώριζαν ήταν το κλείσιμο, από την εναγομένη, των δύο ημιυπαίθριων χώρων του διαμερίσματος που αγόρασαν.

Ωστόσο, τούτο δεν αναιρεί την εγκυρότητα της ως άνω δήλωσης υπαναχώρησης των εναγόντων, ούτε εξαλείφει την υπαιτιότητα της εναγομένης ως προς την υπερημερία της περί την εκπλήρωση της συμβατικά αναληφθείσης υποχρέωσής της παράδοσης, εμπροθέσμως, σε αυτούς της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, με την οποία, άλλωστε, δεν συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν, ια) η εναγομένη προέβη μετά πλήρους γνώσεως, στην κατασκευή μιας αυθαίρετης οικοδομής, με σωρεία παραβάσεων της οικοδομικής άδειας αυτής και μάλιστα σπουδαίων και σοβαρών, με πρόθεση εκ των υστέρων να επιχειρήσει τη νομιμοποίησή τους, γεγονός που, εκτός από τον κίνδυνο της αποτυχίας που ενείχε (αφού η νομιμοποίηση δεν εξαρτιόταν από την ίδια, αλλά απαιτούσε τη σύμπραξη και απόφαση των πολεοδομικών υπηρεσιών), οπωσδήποτε απαιτούσε μεγάλο και πάντως μη δυνάμενο εκ των προτέρων να προβλεφθεί (πολύ περισσότερο δε, να προσδιοριστεί) χρονικό διάστημα και υπ'αυτά τα δεδομένα η υπερημερία της εναγομένης παρίστατο περισσότερο από βέβαιη, αφού, ήδη, κατά το χρόνο αύνταξης του συμβολαίου αγοραπωλησίας, αυτή αντιμετώπιζε πολλαπλά προβλήματα, με κύριο βέβαια την ήδη επιβληθείσα αναγκαστική διακοπή των οικοδομικών εργασιών της, το δε χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ της υπογραφής του συμβολαίου, στις 16.07.2009 και της καταληκτικής ημερομηνίας της δήλης προθεσμίας παράδοσης του ακινήτου, στις 31.01.2010, ήταν μόλις εξίμισι μήνες, ιβ), η επικαλούμενη (ελλιπής) γνώση των εναγόντων για τις αυθαίρετες κατασκευές του διαμερίσματός τους δεν αναιρεί την υπαιτιότητά της ως προς την υπερημερία της για την παράδοση τούτου, ούτε συνετέλεσε στην επέλευση της τελευταίας (υπερημερίας), αφού, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί είτε ότι οι ενάγοντες θα συνέπρατταν με κάθε τρόπο (όπως και ξεκίνησαν να πράττουν) στη νομιμοποίηση των δύο κλειστών ημιυπαίθριων χώρων είτε στην επαναφορά τους στην πρότερη κατάσταση (βάσει της οικ. άδειας) και πάλι το διαμέρισμα δεν θα μπορούσε να αποπερατωθεί, διότι υφίσταντο σε αυτό (και σε όλη την οικοδομή) και άλλες αυθαίρετες κατασκευές, για τις οποίες θα εξακολουθούσε να ισχύει το σήμα διακοπής των οικοδομικών εργασιών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 342, 513 επ. 681, 683, 685 ΑΚ, καθόσον, αφού έκρινε, ορθώς, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση φέρει τα στοιχεία της πωλήσεως (άρθρ. 513 επ. ΑΚ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση του πωληθέντος διαμερίσματος και των κοινοχρήστων χώρων και ότι για το λόγο αυτό οι αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη, χωρίς να χρειάζεται να ταχθεί εύλογη προθεσμία για την υπαναχώρηση από τη σύμβαση (άρθρο 383 ΑΚ), καθόσον, μετά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (δανειστές) δεν έταξαν την οριζόμενη στα άρθρα 383-384 ΑΚ προθεσμία, για το λόγο ότι εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης δεν είχαν συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης (άρθ. 385 ΑΚ).

Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.

Έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και οι απολύτως συναφείς μεταξύ τους τρίτος, τέταρτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό. Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ. και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 1075/2022, ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008). Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1075/2022, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 677/2015). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος τις περιεχόμενες στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων προσδίδοντάς τους διαφορετική ιδιότητα και αποδεικτική δύναμη από αυτή που καθορίζει ο νόμος. Απο την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έλαβε, εκτός των άλλων, υπόψη της ως δικαστικά τεκμήρια τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχονται στα υπ'αριθ. 42798/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού.

Κατά συνέπεια, οι από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του αναιρετηρίου (6ος λόγος) για παράβαση από το Εφετείο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη αποδεικτικών μέσων, τα οποία όμως, εκτιμώνται από το δικαστήριο ελευθέρως (άρθ. 340 § 2 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμες. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια απο τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρώτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας / αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή ζητούσε την ακύρωση της κλητεύσεώς της στην πρωτόδικη δίκη σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έκανε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή την έφεση της εκκαλούσας / αναιρεσείουσας κατ'άρθ. 528 ΚΠολΔ εξαφανίζοντας στο σύνολό της την προσβαλλόμενη πρωτοδίκη ερήμην αυτής εκδοθείσα απόφαση και ερεύνησε περαιτέρω την αγωγή. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 § 1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως είναι και η σύμβαση πώλησης, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι οι εξής: (α) έγκυρη αμφοτεροβαρής σύμβαση, δηλαδή εκείνη στην οποία συνυπάρχουν ταυτόχρονα μια παροχή και μια αντιπαροχή, (β) απαίτηση του ενός συμβαλλόμενου προς τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει ο τελευταίος τη δική του παροχή, (γ) μη εκπλήρωση της παροχής από το συμβαλλόμενο που ζητά την αντιπαροχή, (δ) ο συμβαλλόμενος που ζητά την αντιπαροχή να μην υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Η άρνηση εκπλήρωσης της αντιπαροχής με την έννοια της διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ, συνιστά ένσταση ουσιαστικού δικαίου διαρκή, μη αυτοτελή και αναβλητική, αφού δεν κατευθύνεται στην απόρριψη της αγωγής, αλλά στην αναβολή εκπλήρωσης της παροχής του εναγόμενου, ώσπου να εκπληρωθεί και η αντιπαροχή και επιτρέπεται κατά αξίωσης υπαρκτής και ληξιπρόθεσμης, δηλαδή ήδη απαιτητής. Η παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, έτσι ώστε και οι δύο συμβαλλόμενοι να υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, αν δε ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ (ΑΠ 642/2022, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 2208/2013).

Όπως ισχύει σε κάθε ένσταση, έτσι και στην ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκησή της είναι να έχει ασκηθεί το δικαίωμα, προς απόκρουση του οποίου προτείνεται. Δηλ. ο δανειστής πρέπει να έχει ασκήσει το δικαίωμά του απαιτώντας την εκπλήρωση της κύριας παροχής με καταψηφιστική μάλιστα αγωγή, γιατί αν ασκεί αναγνωριστική αγωγή, η ένσταση της 374 § 1 ΑΚ δεν έχει πρακτικό αντίκρυσμα, αφού η σχετική διάταξη εφαρμόζεται όταν ο ενάγων ασκεί το δικαίωμά του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις πραγματικής και άμεσης ικανοποίησής του. Τέλος, η εν λόγω ένσταση χωρεί και όταν η εκπλήρωση έγινε εν μέρει ή έχει νομικά ελαττώματα. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 374 ΑΚ με το να δεχθεί ότι αυτή δεν εφαρμόζεται επι αναγνωριστικής αγωγής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Η εναγομένη παραδεκτώς προτείνει με την έφεσή της, κατ' άρθρο 374 ΑΚ, την ένσταση της μη εκπλήρωσης της παροχής της για όσο χρόνο οι ενάγοντες δεν εκπληρώνουν τη δική τους αντιπαροχή, η οποία συνίσταται, εν προκειμένω, στην ακύρωση, με ενέργειές τους, της αναφερόμενης στο ....2009 συμβόλαιο, αγοραπωλησίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους (διαμερίσματος) μετά του παρακολουθήματος της (αποθήκης) και στην απόδοση σε εκείνη, κατά κυριότητα, των εν λόγω διαιρετών χώρων ελεύθερων από κάθε βάρος και δη, από την εγγραφείσα επ' αυτών ως άνω προσημείωση υποθήκης. Η εν λόγω ένσταση παρίσταται νόμιμη (...) και κατ' ουσία βάσιμη, κατά τα ανωτέρω συναφώς αποδειχθέντα, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή (ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν επαναλαμβάνεται πανηγυρικά το σχετικό αίτημα και στο αιτητικό της έφεσης, αφού τούτο προκύπτει, κατά τρόπο επιδεκτικό εκτίμησης από το Δικαστήριο, από το ιστορικό της). Υπό το δεδομένο δε ότι η συγκεκριμένη ένσταση αρμόζει σε καταψηφιστική αγωγή (...), έπεται ότι η διάταξη καταψήφισης σε βάρος της εναγομένης του συνολικού ποσού των 138.000 €, που αναφέρθηκε αμέσως προηγουμένως, πρέπει να γίνει δεκτή υπό τον προαναφερόμενο όρο της ταυτόχρονης, εκ μέρους των εναγόντων, εκπλήρωσης της αντιπαροχής τους".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη όσον αφορά το αναγνωριστικό μέρος του διατακτικού της, επειδή αυτή, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή κατά το στο σκεπτικό μέρος της, ήτοι κατά την τοκοφορία του επιδικασθέντος κεφαλαίου, αναιρεθεί κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, να κρατηθεί και να δικαστεί από το Τμήμα τούτο η υπόθεση επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση παρά μόνον η διατύπωση του διατακτικού (άρθ. 580 § 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που νίκησε (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, που περιέχεται στις προτάσεις της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

• Απορρίπτει τους από 26-3-2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

• Δέχεται εν μέρει την από 3-7-2020 αίτηση της Α. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2399/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

• Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση.

• Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

• Κρατεί και δικάζει την από 30-9-2010 αγωγή.

• Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της αναγνώρισης της εξωδίκως ασκηθείσας υπαναχώρησης των εναγόντων από τη συναφθείσα σύμβαση πώλησης ακινήτου με την εναγόμενη και της αναγνώρισης της υποχρέωσης αυτής και της απόδοσης σε εκείνους, κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, των ληφθεισών παροχών.

• Αναγνωρίζει τη συντέλεση, εγκύρως και νομίμως, από 16.06.2010, της υπαναχώρησης των εναγόντων από τη συναφθείσα μεταξύ αυτών και της εναγόμενης σύμβαση πώλησης ακινήτου, που καταρτίστηκε δυνάμει του ....2009 νομίμως μετεγγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ. - Μ.

• Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε ένα έκαστο των εναγόντων το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ (35.750 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

• Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων ευρώ (69.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, υπό τον όρο της ταυτόχρονης, εκ μέρους των εναγόντων, απόδοσης, κατά κυριότητα, σε εκείνη της περιγραφόμενης στο ....2009 συμβόλαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) μετά του παρακολουθήματος της (αποθήκης), ελεύθερης από κάθε βάρος και δη, από την εγγραφείσα επ' αυτής, δυνάμει της 32460/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (156.000 €).

• Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή