Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1785 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1785/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Σ., δικηγόρου και κατοίκου Ρόδου, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-5-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: γερμανικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας με την επωνυμία "NRV Neue Rechtsschutzversicherungsgesellschaft AG" με έδρα στην Γερμανία, όπως εκπροσωπείται νόμιμα με βάση το καταστατικό της και το γερμανικό δίκαιο. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο - Κωνσταντίνο Λιάτα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-1-2024 αίτησή του και τους από 20-8-2024 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση α) η από 29-1-2024 και με αριθμ.εκθ.καταθ.7/29-1-2024 αίτηση αναίρεσης και β) οι, με ίδιο δικόγραφο, το από 20-8-2024 με αριθ. εκθ.καταθ.112/23-8-2024, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η με αριθμό 22/29-1-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (από αμοιβές) διαφορών, επί της από 18-12-2019 με αριθ.καταθ.260/18-12-2019 έφεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 7-1-2020 με αριθ. καταθ. 4/8-1-2020 πρόσθετους λόγους, της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της εκδοθείσας, ερήμην της ιδίας, και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 160/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή κατ'ουσία η από 30-12-2017 (αριθ.εκθ.καταθ.719/2017) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και είχε υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει, δυνάμει της μεταξύ τους, από 8-3-1999, σύμβασης δικηγορικής εντολής, το ποσό των 35.872,93 ευρώ, ως νόμιμη, καθοριζόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων, αμοιβή του για τις γενόμενες, εντός του διαστήματος από 27-7-2000 έως 9-12-2011, ενέργειές του, νομιμοτόκως. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, εξαφάνισε, κατ'αρθρο 528 ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη απόφαση, και δικάζοντας επί της άνω αγωγής, μετά από ουσιαστική έρευνα αυτής, την απέρριψε κατ'ουσίαν για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (29-1-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (29-1-2024), δεν παρήλθε η καταχρηστική διετής προθεσμία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά, με κατάθεση του οικείου, από 20-8-2024, δικογράφου στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-8-2024, και επίδοσή του στις 2-9-2024 στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στο Μανχάϊμ της Γερμανίας (βλ.το υπ'αριθμ. πρωτ. Ε9341/145/2-9-2024 αποδεικτικό παραλαβής δικογράφου, των αρμοδίων οργάνων των γερμανικών αρχών, σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ε. Κ.), ήτοι προγενέστερα της έναρξης της προθεσμίας των τριάντα πλήρων ημερών πριν την προκείμενη συζήτηση της αναίρεσης (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν.4841/2021 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β'του ν.4842/2021, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του ν.4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, όπως εν προκειμένω). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ25/2008). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εάν προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως συνέπεια την απόρριψή της, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, ενώ εάν εκτίθεται στο δικόγραφό της τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, δηλαδή ότι οι διάδικοι είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησης ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής κατ'ουσία για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, (ΑΠ 649/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5, 34, 36, 37, 38, 57, 58, 63 επ. και 84 του ν. 4194/2013-Κώδικας Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013), που ισχύουν από 27-9-2013 και εφαρμόζονται εν προκειμένω (ως εκ του επικαλούμενου χρόνου διενέργειας των επιδίκων εργασιών του αναιρεσείοντος δικηγόρου), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 713 του ΑΚ, συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων που ανέθεσε ο τελευταίος έχει το χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία που διενήργησε, από τον εντολέα του (ΑΠ 949/2023 και ΑΠ 108/2020, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 321/2017 υπό την ισχύ του ν.δ/τος 3026/1954). Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία αυτού και του εντολέα του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική έγγραφη συμφωνία τους ως προς την αμοιβή του, το ύψος αυτής καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στον ανωτέρω Κώδικα για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργειά του, και την αμοιβή αυτή (συμβατική ή νόμιμη) οφείλει να του καταβάλει ο εντολέας του, εφόσον αυτός του έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του (ΑΠ 949/2023 και ΑΠ 85/2019, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1152/2012 υπό την ισχύ των διατάξεων του ν.δ/τος 3026/1954), νομιμοποιούμενος παθητικά, σε περίπτωση άρνησής του, στη σχετική αγωγή αξίωσής της.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 320/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 29/2022, ΑΠ 1285/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1123/2022, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, ΑΠ 1388/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσω και γενικότερα ως προς την ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1999). Ο αναιρετικός αυτός λόγος επίσης δεν ιδρύεται όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018). Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του, αφορά και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 335/2024, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης ( ΑΠ 335/2024, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2219/2014). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 335/2024, ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1431/2022). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 814/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 319/2017). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής, ο αναιρεσείων δικηγόρος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατόπιν εξαφάνισης κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ της εκκαλουμένης απόφασης, απορρίπτοντας την αγωγή του, με αντικείμενο την επιδίκαση νόμιμης δικηγορικής αμοιβής του, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας, κατόπιν ουσιαστικής έρευνας αυτής Α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου α1) των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 477, 185, 189, 192 και 158 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασή του μετά την από 8-3-1999 πρόταση της αναιρεσίβλητης και τη δική του αποδοχή καταρτίστηκε μεταξύ τους η εκ του άρθρου 477 ΑΚ σύμβαση (σωρευτικής αναδοχής χρέους) (πρώτος λόγος αναίρεσης), α2) των ιστορούμενων στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης των άρθρων 25,26 παρ.1 του ν.2496/1997 και 189 ΕμπΝ, που δεν ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένως τις εφάρμοσε, δεδομένου ότι και κατά το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ιστορικό της αγωγής του αυτή θεμελιωνόταν σε σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και α3) των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 713 επ.ΑΚ, και 91 παρ.1, 92 ν.δ.3026/1954 "Κώδικας Διηγόρων"( ήδη τις αντίστοιχες του ν.4194/2013), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένως τις ερμήνευσε και δεν τις εφάρμοσε, ως και των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες δεν προσέφυγε παρότι διαπίστωσε κενό, στη δικαιοπρακτική βούληση της αντιδίκου του για κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δικηγορικής εντολής μεταξύ τους και Β) παραβίασε εκ πλαγίου τις υπό το στοιχείο α3 ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης ή μη της ένδικης σύμβασης έμμισθης δικηγορικής αμοιβής μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και την παθητική νομιμοποίηση της τελευταίας (τρίτος πρόσθετος λόγος), το Εφετείο δε εάν δεν παραβίαζε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις , θα έκανε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρεία, η οποία εδρεύει στο Μανχάιμ της Γερμανίας, είναι ασφαλιστική εταιρεία νομικής προστασίας, με την οποία οι γερμανοί υπήκοοι Μ. Χ. και Γ. Ρ. είχαν συνάψει στη Γερμανία ασφαλιστική σύμβαση για την κάλυψη της νομικής τους προστασίας από οποιαδήποτε αιτία. Η εν λόγω ασφάλιση δεν ήταν υποχρεωτική, όπως είναι η ασφάλιση των αυτοκινήτων για την αστική κάλυψη των προς τρίτους ζημιών, αλλά προαιρετική, απορρέουσα από την πρόνοια των άνω ασφαλισμένων. Το Σεπτέμβριο του έτους 1998, οι άνω δύο γερμανοί υπήκοοι ήρθαν για διακοπές στη Ρόδο, όπου και μίσθωσαν μία δίκυκλη μοτοσικλέτα. Στις ...-1998, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ. Χ., στην οποία συνεπέβαινε η Γ. Ρ., από αποκλειστική αυτού υπαιτιότητα, όπως εκ των υστέρων κρίθηκε τελεσίδικα, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, στην επαρχιακή οδό ... της Ρόδου, με φορτηγό δημόσιας χρήσης (μπετονιέρα). Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά ο οδηγός και η συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας, ειδικότερα δε η Γ. Ρ. κατέστη ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 50%. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ως άνω τραυματισθέντες, περί το Φεβρουάριο-Μάρτιο του έτους 1999, ευρισκόμενοι στη Γερμανία, απευθύνθηκαν στο δικηγορικό γραφείο "Dr Kruz και συνεργάτες", προκειμένου να διεκδικήσουν αποζημίωση για το σοβαρό τραυματισμό τους, το δικηγορικό δε αυτό γραφείο παρέπεμψε τους παθόντες στον ενάγοντα δικηγόρο Ρόδου, ο οποίος είναι γνώστης της γερμανικής γλώσσας, ενώ η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα, στις 08-03-1999, επιστολή, με την οποία επιβεβαίωνε ότι οι παθόντες είχαν συνάψει ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας με την ίδια, για την κάλυψη νομικών ενεργειών οποιασδήποτε φύσης, κατόπιν δε αυτού ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος, αρχικώς αμφοτέρων των τραυματισθέντων γερμανών υπηκόων, στη συνέχεια δε μόνο της Γ. Ρ., προέβη στην κατάθεση αγωγών ενώπιον των Δικαστηρίων της Ρόδου και σε άσκηση εφέσεων επί των οριστικών πρωτόδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο
ΙΙ. νομική σκέψη της παρούσας, ο ενάγων δικαιούτο, είτε να αξιώσει την αμοιβή του για τις νομικές του ενέργειες απ'ευθείας από τους άνω παθόντες, οι οποίοι στη συνέχεια θα είχαν το δικαίωμα να αξιώσουν το υπέρ αυτού επιδικασθέν ποσό από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, είτε να στραφεί κατά της εναγομένης πλαγιαστικώς για λογαριασμό των άνω ασφαλισμένων, σε καμία όμως περίπτωση δεν νομιμοποιείτο να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά της εναγομένης, αφού ουδεμία μεταξύ τους συμβατική σχέση υφίσταται. Το γεγονός δε ότι, πράγματι, στο πλαίσιο εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς υπήρξε συνεννόηση και αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας και του ενάγοντος, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου των άνω ασφαλισμένων γερμανών υπηκόων, για την καταβολή της αμοιβής του εξωδικαστικά, ενόψει του ότι η εναγόμενη θα κατέβαλε δευτερογενώς στους ασφαλισμένους της την οφειλόμενη στον ενάγοντα αμοιβή, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι η τελευταία νομιμοποιείτο παθητικώς στην ένδικη αγωγή καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, την οποία άσκησε ο ενάγων ως τρίτος σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση που συνδέει την εναγομένη με τους ασφαλισμένους σε αυτήν για νομική προστασία, Μ. Χ. και Γ. Ρ., ούτε άλλωστε μπορεί να εκτιμηθεί ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πλαγιαστικώς, αφού, κατά τα αναλυθέντα στην ίδια νομική σκέψη, αφενός με αυτήν ζητείται η καταδίκη της εναγομένης να καταβάλει όχι στους ασφαλισμένους της, αλλά κατ'ευθείαν στον ενάγοντα, αφετέρου ουδαμού σε αυτήν γίνεται μνεία, ούτε αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων επέδωσε αντίστοιχη αγωγή του στους ασφαλισμένους της εναγομένης, με συνέπεια να μην έχει καν γεννηθεί η αξίωση αυτών κατά της τελευταίας για την καταβολή του ασφαλίσματος και, εντεύθεν, να μην στοιχειοθετείται αδράνεια αυτών, αφού δεν είχαν ακόμη αποκτήσει την ιδιότητα των δανειστών της ασφαλίστριάς του-εναγομένης. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, μετά την παραδεκτή άσκηση της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην της, ερεύνησε εκ νέου την αγωγή από ουσιαστική άποψη και την απέρριψε, αληθώς, ως ουσιαστικά αβάσιμη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, όπως ισχυριζόταν και στο σχετικό λόγο της έφεσής της η τελευταία, αρνούμενη την αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος δικηγόρου με αντικείμενο την καταβολή νόμιμης δικηγορικής αμοιβής δυνάμει της, από 8-3-1999, σύμβασης εντολής, δεχόμενο ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων που θεμελίωνε την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, αλλά ότι ο ενάγων προέβη στις επίδικες ενέργειες (καταθέσεις αγωγών αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα και των σχετικών εφέσεων ενώπιον των δικαστηρίων της Ρόδου), σε εκτέλεση εντολής, ως πληρεξούσιος δικηγόρος, των αναφερόμενων γερμανών υπηκόων-παθόντων στο από 19-9-1998 τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στη Ρόδο, οι τελευταίοι δε είχαν συνάψει με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας για την κάλυψη των γενόμενων για λογαριασμό τους νομικών ενεργειών οποιασδήποτε φύσης, την οποία (ασφαλιστική τους κάλυψη) επιβεβαίωσε η εναγομένη στον ενάγοντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους με την από 8-3-1999 επιστολή της που του απέστειλε. Σχετικά με τη διαλαμβανόμενη στην ανωτέρω επιστολή δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ύπαρξη κενού, ώστε να απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε την ερμήνευσε, έστω και εμμέσως, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, της μη κατάρτισης της ένδικης σύμβασης εντολής μεταξύ των διαδίκων την οποία θεμελιωνόταν η αγωγή, αφού κατά το δεκτό γενόμενο σαφώς διατυπωμένο περιεχόμενό της, που συνιστά πραγματική διαπίστωση, μη υποκειμένη στον αναιρετικό έλεγχο, η ανωτέρω, από 8-3-1999, επιστολή συνιστά απλή επιβεβαίωση της ασφαλιστικής κάλυψης από την αναιρεσίβλητη των ασφαλισμένων της-παθόντων του τροχαίου ατυχήματος, με ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας, προς τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή αξίωσης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 713 ΑΚ, 173 και 200 ΑΚ, και 57, 58 επ. του ν. 4194/2013, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την απόρριψη κατ'ουσία της αγωγής για έλλειψη της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης. Δεν παραβίασε δε ευθέως το Εφετείο ούτε και τις ιστορούμενες στους κρινόμενους λόγους ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 477, 185, 189, 192 και 158 ΑΚ ΑΚ, και β) 25,26 παρ.1 του ν.2496/1997 και 189 ΕμπΝ. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τις υπό το στοιχείο α' διατάξεις, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη παραδοχή ότι, κατόπιν της διαλαμβανόμενης στην από 8-3-1999 επιστολή της αναιρεσίβλητης πρότασής της προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο και με την αποδοχή αυτής από τον τελευταίο, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (ΑΚ 477) και δη της αναδοχής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του επιδίκου χρέους των ασφαλισμένων της προς τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους για καταβολή της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής. Αναφορικά δε με τις υπό στοιχείο β' διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνονται παραδοχές πραγματικών περιστατικών περί εφαρμογής των εν λόγω, περί ασφαλιστικών συμβάσεων, διατάξεων, οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω και δεν εφαρμόστηκαν. Μόνη η αναφορά των διατάξεων αυτών και της έννοιάς τους στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνεπάγεται την εφαρμογή τους για τη νομική θεμελίωση και την ουσιαστική έρευνα της αγωγής που ακολούθησε και συνεπώς δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής εν προκειμένω του γερμανικού δικαίου και δη των διατάξεών του που διέπουν την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας, την οποία κατήρτισε στη Γερμανία η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με τους ασφαλισμένους της γερμανούς υπηκόους, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων. Ο ίδιος εξάλλου ιστορεί στον οικείο κρινόμενο λόγο, ότι κατά την προσβαλλόμενη απόφαση-αλλά και με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της τελευταίας- η αγωγή του θεμελιώνεται στην από 8-3-1999, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας αξιώνει νόμιμη δικηγορική αμοιβή για τις γενόμενες ενέργειές του. Κατόπιν τούτων οι υπό κρίση, πρώτος λόγος αναίρεσης και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση όλων των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές, αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης ως εντολέως του αναιρεσείοντος δικηγόρου στην ασκηθείσα από τον τελευταίο κατ'αυτής της ένδικης αγωγής για καταβολή νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, οι οποίες (παραδοχές) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έλλειψη ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 713 ΑΚ, 57, 58 επ. του ν. 4194/2013, και την ανάγκη ή μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την διαλαμβανόμενη στην από 8-3-1999 επιστολή δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης. Και τούτο διότι το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ενόψει της άρνησης από την αναιρεσίβλητη της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δικηγορικής εντολής μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος δικηγόρου στην οποία θεμελιωνόταν η παθητική της νομιμοποίηση, ο αναιρεσείων (που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε) δεν απέδειξε την κατάρτισή της. Είναι δε αβάσιμες οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά και αντιφατικές, δεχόμενο ταυτόχρονα το μεν ότι "η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα, στις 08-03-1999, επιστολή, με την οποία επιβεβαίωνε ότι οι παθόντες-ασφαλισμένοι της-είχαν συνάψει ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας με την ίδια για την κάλυψη νομικών ενεργειών οποιασδήποτε φύσης", το δε ότι "ουδεμία μεταξύ τους-του ιδίου και της αναιρεσίβλητης-συμβατική σχέση υφίσταται". Και τούτο διότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκείς και πλήρεις, καθόσον προς τούτο αρκούσε και μόνη η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων που θεμελίωνε την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης και περαιτέρω οι ανωτέρω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως αντιφατικές αιτιολογίες δεν συγκρούονται, ούτε αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους ώστε να αποδυναμώνεται η κρίση της απόφασης για τη μη υπαγωγή της εν λόγω ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Τα διαλαμβανόμενα δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι : "το γεγονός δε ότι, πράγματι, στο πλαίσιο εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς υπήρξε συνεννόηση και αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας και του ενάγοντος, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου των άνω ασφαλισμένων γερμανών υπηκόων, για την καταβολή της αμοιβής του εξωδικαστικά, ενόψει του ότι η εναγομένη θα κατέβαλε δευτερογενώς στους ασφαλισμένους της οφειλόμενη (ενν.από αυτούς) στον ενάγοντα αμοιβής, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι η τελευταία νομιμοποιείτο παθητικώς στην ένδικη αγωγή...", δεν συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασής του, και δη αντιφατικές με τις ανωτέρω, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Είναι πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, κατά την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και προς ενίσχυση της ουσιαστικής του κρίσης ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε σύμβαση δυνάμει της οποίας αξιώνεται με την ένδικη αγωγή από την αναιρεσίβλητη νόμιμη δικηγορική αμοιβή, προκειμένου, συνεπεία τούτου, να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της και συνεπώς αυτά δεν υπόκεινται στον προκείμενο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, δεν συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγκαίες για τη κρίση της επί της ένδικης διαφοράς, οι ιστορούμενες και εκφερόμενες εκ περισσού δυνητικές περιπτώσεις θεμελίωσης της ευθύνης της αναιρεσίβλητης προς καταβολή ισόποσου με το αιτούμενο ποσού σε άλλη νομική και ιστορική αιτία από αυτή της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, ο υπό κρίση τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αβασιμότητα της αγωγής του, λόγω έλλειψης της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, τα παρακάτω έγγραφα, που είναι επικυρωμένα αντίγραφα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τους, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, και προσκόμισε, με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του, προς απόδειξη της αμφισβητούμενης παθητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου του, και συγκεκριμένα: 1) την από 18-12-2003 επιστολή της αναιρεσίβλητης, με οποία γίνεται αναφορά σε έμβασμα ποσού 1.000 ευρώ στο λογαριασμό του 2) την από 22-2-2006 επιστολή της ιδίας, με διαλαμβανόμενο αίτημα χορήγησης πληροφοριών για την πορεία της υπόθεσης προκειμένου να προβεί, προς το συμφέρον του, στην παρακράτηση πληρωμών 3) τις από 1-3-2016 και 1-4-2016 επιστολές της ιδίας, από τις οποίες προκύπτουν δύο πληρωμές απευθείας στον ίδιο για τη συγκεκριμένη υπόθεση των ασφαλισμένων της 4) την από 11-12-2018 επιστολή του ιδίου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αντιδίκου του και την από 9-1-2019 επιστολή του τελευταίου προς τον ίδιο, από τις οποίες προκύπτει συζήτησή τους για τα απαιτούμενα έξοδα και τέλη, ως και προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της υπόθεσης των ασφαλισμένων φυσικών προσώπων με παραίτηση από την έκδοση απόφασης 6) την από 11-4-2019 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που περιέχει επιβεβαίωση της αποδέσμευσης ποσού των 21.500 ευρώ ως τελική αμοιβή του για την ίδια υπόθεση 7) την από 22-2-2000 επιστολή της αναιρεσίβλητης για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη με την μεταξύ αυτής και των ασφαλισμένων της σύμβαση νομικής προστασίας, των νομικών ενεργειών στα πλαίσια ποινικής δίκης 8) την από 14-11-2003 επιστολής της ιδίας, με νέα επιβεβαίωση της χορήγησης ασφαλιστικής κάλυψης των νομικών εργασιών για συμπληρωματική αγωγή των ασφαλισμένων της και προκαταβολή, με έμβασμα, ποσού 1.000 ευρώ στον λογαριασμό του 9) την από 17-1-2011 επιστολή της αναιρεσίβλητης όπου αναφέρεται η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων για την αντίκρουση αγωγής εις βάρος του ενός των ασφαλισμένων της 10) την από 11-4-2016 επιστολή της ιδίας με αίτημα ενημέρωσής της σχετικά με τα δικόγραφα και τα διαδικαστικά έγγραφα που αφορούν τους ασφαλισμένους της 11) την από 7-5-2019 δική του επιστολή με την συνημμένη εκδοθείσα ερήμην απόφαση εις βάρος της αναιρεσίβλητης και τέλος 12) το λοιπό περιεχόμενο, της από 8-3-1999 επιστολής της αναιρεσίβλητης που ελήφθη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστάμενο α) στην αναφορά συμφωνημένων Γενικών Όρων για την Ασφάλιση Νομικής Προστασίας και β) στην αναφορά ασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους της των ασφαλισμένων της, για την περίπτωση που καταστεί απαραίτητη μια δικαστική διαδικασία, και την αιτούμενη ενημέρωσή της για το ύψος των απαιτουμένων δαπανών της νομικής τους προστασίας, εάν δε το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση. Από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (6ο φύλλο πίσω σελίδα) ότι για το αποδεικτικό πόρισμα το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά α) στην από 8-3-1999 επιστολή της αναιρεσίβλητης για επιβεβαίωση της ασφαλιστικής σύμβασης νομικής προστασίας μεταξύ αυτής και των ασφαλισμένων της φυσικών προσώπων για κάλυψη των νομικών ενεργειών οποιασδήποτε φύσης και β) στην αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας και του αναιρεσείοντος, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ασφαλισμένων της γερμανών υπηκόων, με το αναφερόμενο αντικείμενο (7ο φύλλο εμπρόσθια σελίδα), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν αποδεικνυόταν η παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος δικηγόρου για καταβολή νόμιμης αμοιβής για τις γενόμενες επίδικες ενέργειές του δύναμη σύμβασης δικηγορικής εντολής, με συνέπεια, την μετά, από εξαφάνιση κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την κατ'ουσία απόρριψή της. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία των ανωτέρω εγγράφων και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, χωρίς εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα την οποία προσέδωσε σε καθένα των εγγράφων που έλαβε υπόψη, που είναι ισοδύναμα μεταξύ τους αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ). Σημειώνεται δε ότι τα επικαλούμενα στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης έγγραφα-εκτυπωμένα ηλεκτρονικά μηνύματα της αναιρεσίβλητης με το εκτιθέμενο περιεχόμενο, δεν συνιστούν, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, εξώδικη ομολογία της-η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της ουσίας, αλλά εκτιμάται και αυτή ελεύθερα, κατ'άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ-καθόσον στα έγγραφα αυτά δεν ομολογείται από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εντολής μεταξύ αυτής και αναιρεσείοντος και η εξ αυτής υποχρέωσή της για καταβολή της αιτούμενης νόμιμης αποζημίωσης, αλλά, όπως ο ίδιος ιστορεί στον κρινόμενο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τα εν λόγω έγγραφα "είναι εξώδικη ομολογία της, απορρέουσας εκ του νόμου, υποχρέωσή της για καταβολή της αμοιβής του για τις γενόμενες ενέργειές του υπέρ των ασφαλισμένων της, χωρίς να απαιτείται ο ίδιος να απευθυνθεί για το λόγο αυτό στους ίδιους".
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο ίδιος ότι έχουν, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, καθόσον η εκτίμηση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Για να θεμελιώνεται δε ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 372/2024, ΑΠ 20/2021).
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω στον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αναλυτικά αναφερομένων εγγράφων-ηλεκτρονικών επιστολών που αντάλλαξαν με την αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και συγκεκριμένα, παραμορφώνοντας το περιεχόμενό τους, δέχθηκε ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας η ένδικη σύμβαση εντολής στην οποία θεμελιωνόταν η αγωγή του για επιδίκαση της αιτούμενης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής και η παθητική νομιμοποίηση της αντιδίκου του. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα, που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση ο αναιρεσείων και φέρεται να παραμόρφωσε κατά περιεχόμενο, αλλά τα συνεκτίμησε απλώς με όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό τους έναντι των λοιπών σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα. Άλλωστε, με βάση το ιστορούμενο από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, στον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων-ηλεκτρονικών επιστολών, αυτά αναφέρονται σε εξωδικαστικές επικοινωνίες των διαδίκων με τις οποίες η αναιρεσίβλητη απλώς: α) επιβεβαίωσε την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης νομικής προστασίας μεταξύ αυτής και των ασφαλισμένων της δύο φυσικών προσώπων-παθόντων σε τροχαίο ατύχημα β) προσδιόρισε το είδος και το εύρος της χορηγούμενης από την ίδια ασφαλιστικής κάλυψης των ασφαλισμένων της για τις γενόμενες δικαστικές ενέργειες του αναιρεσείοντος στο όνομά τους και γ) προέβη εξωδίκως σε καταβολές προς στον ίδιο, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ανωτέρω ασφαλισμένων της, αμοιβής και εξόδων του για νομικές ενέργειές του, σε εκπλήρωση συμβατικής της υποχρέωσης προς αυτούς (τους ασφαλισμένους της), απορρέουσας από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας.
Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο ότι τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύουν την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης για καταβολή της αιτούμενης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής στην οποία θεμελιωνόταν η παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, δεν ανέγνωσε το περιεχόμενό τους εσφαλμένως, αλλά μετά από σωστή ανάγνωση αυτού, συνήγαγε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ο οποίος μετά ταύτα με τη σχετική αιτίασή του προβάλλει παράπονο για την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου και δεν ιδρύει τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο.
Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, για την περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και παραπομπής της υπόθεσης στο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση και προκειμένου να μην ερευνηθεί τότε από το Εφετείο ο τέταρτος λόγος της έφεσης της αναιρεσίβλητης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου του τέταρτου πρόσθετου αυτού λόγου έφεσης της αντιδίκου του. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν πληρούται η αίρεση υπό την οποία αυτός προβάλλεται, καθόσον δεν κρίθηκε βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται και δεν παραπέμπεται η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου για περαιτέρω εκδίκαση. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, πρέπει να απορριφθούν, και πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προστάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2024 (αριθ.καταθ.7/29-1-2024) αίτηση και τους 20-8-2024 (αριθ.καθ.112/23-8-2024) πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 29/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (διαδικασίας περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ