Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1786 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1786/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντοσέα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Α. του Δ. και 2.Α. Α. του Δ., κατοίκων ... Αμφότεροι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Ζαμπέλη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 829/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 26-7-2024 αίτηση αναιρέσεως (6979/678/2024) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, εκδοθείσα 829/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και του τότε εναγομένου, δικαιοπαρόχου των εδώ αναιρεσιβλήτων, αιτήθηκε την καταβολή δεδουλευμένων, πλην μη καταβληθεισών, αποδοχών, συνολικού ύψους 150.701,64 ευρώ. Με την 1046/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία και την ίδια ειδική διαδικασία, η αγωγή απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 7-11-2023 έφεσή του, επί της οποίας εξεδόθη στις 27-2-2024 η προσβαλλομένη απόφαση, με αριθμό 829/2024, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Ήδη με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων αιτείται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αίτηση αυτή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26-7-2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε το εμπρόθεσμο αυτής αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
1) Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (αρθ.648 παρ.1 ΑΚ), μπορεί να λυθεί είτε με καταγγελία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, η οποία είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει και από τον εργαζόμενο, ρητά ή σιωπηρά (οικειοθελής αποχώρηση) (ΑΠ 1400/2021, ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 2238/2013), είτε με σύμβαση, και δη με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (εργοδότη και εργαζομένου), που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ισχύουσας και στο εργατικό δίκαιο αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθ.361 ΑΚ), για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου (ΑΠ 853/2024, ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 573/2018).
2α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω δε λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 4/2021).
β) Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (OλΑΠ 2/2022,ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 94/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 991/2024, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020). Με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, όπως το περιεχόμενό τους εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεσή του κατ' ουσίαν, αφού έκρινε, ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω λύσης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με νεότερη συμφωνία του ιδίου και του αρχικού εναγομένου-δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, υφισταμένης έκτοτε μεταξύ τους νέας συνεργασίας, στα πλαίσια άλλης, ρυθμιζόμενης από το άρθρο 361, συμβάσεώς τους, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 648, 654 ΑΚ και 361 του ιδίου κώδικα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τις παρακάτω, ανέλεγκτες ως προς την ουσιαστική του κρίση, παραδοχές, που συνάπτονται με τις παραπάνω αποδιδόμενες πλημμέλειες: "Ο ενάγων είναι επαγγελματίας οδηγός και χειριστής βαρέων μηχανημάτων. Ο Δ. Α. του Β. (αρχικώς εναγόμενος), πατέρας των νυν εναγομένων υιών του Β. και Α. Α. του Δ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην θέση του, ήταν ελεύθερος επαγγελματίας, ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση με έδρα το Μαρκόπουλου Αττικής, στο 27° χιλ. λεωφόρου Παιανίας-Μαρκοπούλου και με αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων οδοποιίας, που αναλάμβανε ως εργολάβος ή υπεργολάβος. Ο ενάγων από την 11-1-1993 όταν και προσλήφθηκε εργάσθηκε στην επιχείρηση του αρχικώς ενάγοντος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του εργοδότη του, ως οδηγός και χειριστής βαρέων μηχανημάτων. Αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος ήταν η οδήγηση και ο χειρισμός των βαρέων οχημάτων και μηχανημάτων που διέθεσε η επιχείρηση, προς εκτέλεση των εργασιών οδοποιίας και τη μεταφορά των αναγκαίων υλικών. Την 31-1-2012 μετά από συμφωνία του αρχικού ενάγοντος Δ. Α. και του ενάγοντος λύθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του τελευταίου, γεγονός που ο Δ. Α. δήλωσε στον ΟΑΕΔ. Μετά την άνω λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτίστηκε νέα σύμβαση, ελεύθερης συνεργασίας επιτρεπτώς καταρτιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 361 Α.Κ. μεταξύ του ενάγοντος και του Δ. Α., κατά την οποία ο τελευταίος προσέφερε τα μηχανήματα του, τα έξοδα κίνησης και συντήρησης τους, ανέλαβε τις φορολογικές υποχρεώσεις και ο ενάγων προσέφερε την προσωπική εργασία του, χωρίς καμία άλλη υποχρέωση, προς εκτέλεση των έργων, που αναλάμβανε ο πρώην εργοδότης του. Η αμοιβή πλέον του ενάγοντα συμφωνήθηκε σε ποσοστό 30% επί των κερδών, ενώ ο ενάγων προσέφερε την εργασία του όχι υπό συνθήκες προσωπικής και νομικής εξάρτησης, μη υπακούοντας σε εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, μάλιστα ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του και σε άλλες επιχειρήσεις όπως στην ατομική επιχείρηση του Α. Α. υιό του Δ. Α. αλλά και στην επιχείρηση του ενόρκως βεβαιώσαντα Γ. Κ., ενώ όπως καταθέτει ο ενόρκως βεβαιώσας Κ. Α. σαν ελεύθερος επαγγελματίας έκανε δουλειές και σε άλλους όπως τον "κο Τ. και το κο Γ." δίνοντας καλύτερες προσφορές από τον Δ. Α. Στα πλαίσια μάλιστα της άνω συμφωνίας καταβλήθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 36.025,30 ευρώ με κατάθεση σε τράπεζα και επιπλέον χρήματα σε μετρητά. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αναιρεθούν από το γεγονός ότι ο Δ. Α. ασφάλισε τον ενάγοντα για έξι ημέρες τον μήνα Ιούλιο του έτους 2018 και για 22 ημέρες τον μήνα Αύγουστο του έτους 2018 στον Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (...). Η ανωτέρω ασφάλιση έγινε ενόψει το γεγονότος ότι ο Δ. Α. είχε αναλάβει την εκτέλεση έργων στο Λαύριο για λογαριασμό της εταιρείας DOWHELLAS στο εργοτάξιο της οποίας δεν μπορούσε να εργαστεί κάποιος αν δεν ήταν είτε ελεύθερος επαγγελματίας είτε υπάλληλος, ενώ ο ενάγων εξέδωσε τιμολόγιο και έλαβε την αμοιβή του την 10-11-2018. Μάλιστα μετά την έναρξη εργασιών φυσικού προσώπου - επιτηδευματία εκ μέρους του ενάγοντος την 18-9-2018 συνεχίστηκε η συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών. Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγων ενώ ισχυρίζεται ότι επί μακρό χρόνο δεν του καταβλήθηκαν οι αποδοχές τους ήτοι μηνιαίοι μισθοί, επιδόματα εορτών και αδείας και δεν του χορηγήθηκαν κανονικές άδειες και συνεπεία αυτού του γεγονότος αποδοχές αδείας, δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε διαμαρτυρία του [ή] οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια, αλλά συνέχιση της κατά τους ισχυρισμούς του σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε, όπως και η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος με αντικείμενο την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών του, δυνάμει της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεχόμενο λύση αυτής με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, ήτοι κατ' άρθρο 361 ΑΚ, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 361 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι: η από 11-1-1993 μεταξύ του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και του αρχικού εναγομένου-δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Δ. Α., ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων-αναιρεσείων παρείχε από της καταρτίσεώς της τις υπηρεσίες του στον ανωτέρω εργοδότη του ως οδηγός χειριστής βαρέων οχημάτων και μηχανημάτων, λύθηκε στις 31-1-2012, με την από 31-1-2012 συμφωνία του ενάγοντος-εργαζομένου και του αρχικώς εναγομένου Δ. Α. - εργοδότη. Έτσι το Εφετείο δέχθηκε λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μεταγενέστερη αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων σε αυτή ανωτέρω διαδίκων, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων που ισχύει και στο εργατικό δίκαιο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε. Κατόπιν τούτων με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούται το πραγματικό της διάταξης 361 ΑΚ και δικαιολογείται η, κατά παραδοχή του ανωτέρω εκ του άρθρου 361 ΑΚ ισχυρισμού, ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών του μεταγενέστερου της ανωτέρω, από 31-1-2012, συμβατικής λύσης της εκ του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ προβλεπόμενης ένδικης σύμβασης εργασίας, επιδίκου διαστήματος (από 1-1-2014 έως 18-9-2018). Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 361 ΑΚ, αναφορικά με τη μεταγενέστερη της καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συμβατική λύση της, ορθά δε ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 654 ΑΚ. Και τούτο διότι η τελευταία διάταξη που προβλέπει συμφωνημένο μισθό εργαζομένου επί ποσοστού των κερδών του εργοδότη στα πλαίσια συμβάσεως εργασίας, δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, αφού με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η συμφωνία για αμοιβή του ενάγοντος με ποσοστό επί των κερδών του αρχικού εναγομένου δεν αποτελούσε όρο της από 11-1-1993 ένδικης σύμβασης εργασίας, αλλά της, μετά τη συμβατική λύση της στις 31-1-2012, νέας συμβάσεως συνεργασίας των μερών.
Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω εφαρμοστέες διατάξεις (των άρθρων 648 και 361 ΑΚ), ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα μεταγενέστερης της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατάρτισης μεταξύ των συμβαλλομένων, του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και του αρχικού εναγομένου-δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, στις 31-1-2012 συμφωνίας για τη λύση της, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα. Η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τη μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας άλλης μορφής συνεργασία των μερών, συνιστά πραγματικό επιχείρημα του Εφετείου προς ενίσχυση της κρίσης του και προς επιβεβαίωση, της, κατά τις παραδοχές του, για την επελθούσα από τις 31-1-2012, συμβατικής λύσης της σχέσης εξαρτημένης εργασίας που τους συνέδεε μέχρι τότε. Το πραγματικό αυτό επιχείρημα του δικαστηρίου, ως και ο αναφερόμενος νομικός χαρακτηρισμός, της νέας, μη επίδικης, συμβατικής σχέσης των μερών, δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διαμορφωτικές του αποδεικτικού της πορίσματος της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, λόγω της από 31-1-2012 συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας, και επομένως δεν συνιστούν αιτιολογίες της ικανές να ελεγχθούν αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα, με συνέπεια οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος να μην ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο. Τέλος είναι απαράδεκτες και οι λοιπές περιεχόμενες στους κρινόμενους λόγους (2ο και 3ο) αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττονται, υπό την επίφαση των αναιρετικών πλημμελειών, εκ του αρ. 1 και 19 οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 167/2019). Κατά συνέπεια, αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
3) Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 109/2012). Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Αντίθετα λόγοι της έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (AΠ 278/2022, ΑΠ 75/2014).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αγνόησε τον, καθ' υποφοράν με την αγωγή του, προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή ισχυρισμό του (αντένσταση) που επαναφέρθηκε και με λόγο της έφεσής του, ότι η δήλωση του εργοδότη του στις 31-1-2012 στον ΟΑΕΔ και στο ΙΚΑ για δήθεν οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του που επέφερε τη λύση της σύμβασης εργασίας του, είναι εικονική, καθόσον ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται, χωρίς μεταβολή των όρων της παροχής της εργασίας του και αμοιβής του, και μετά την ημέρα εκείνη. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν είναι αυτοτελής και δεν συνιστά αντένσταση και συνεπώς "πράγμα". Ειδικότερα, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και την κατά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λύθηκε με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων, στις 31-1-2012, και ακολούθως, κατά παραδοχή αυτού, του εκ του άρθρου 361 ΑΚ, αυτοτελούς ισχυρισμού (ένσταση), η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ο ιστορούμενος στον κρινόμενο λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ο οποίος, πράγματι διαλαμβάνεται στην από 15-6-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 55196/1374/2019) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, ουδόλως αναφέρεται, στην ανωτέρω, εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένσταση, της συμφωνίας των διαδίκων για λύση της μεταξύ τους ένδικης εργασιακής σχέσης και δεν την αντικρούει, όπως απαιτείται για να συνιστά αντένσταση, προβληθείσα καθ' υποφοράν με την αγωγή. Με τον ισχυρισμό αυτό ο αναιρεσείων-ενάγων, πλέον της απαιτούμενης επίκλησης για την νομική θεμελίωση της αγωγής του, της παροχής εκ μέρους του της εργασίας του το επίδικο διάστημα σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση εργασίας, εκ περισσού αναφέρει ότι ο ίδιος ουδέποτε αποχώρησε από την εργασία του επιφέροντας έτσι τη λύση της σύμβασής του, όπως αναληθώς διέλαβε στην από 31-1-2012 δήλωση του ο εργοδότης του προς τους αναφερόμενους φορείς, την οποία χαρακτηρίζει, για το λόγο αυτό, ως "εικονική". Η επικαλούμενη αυτή "εικονικότητα", η οποία δεν αφορά στη σύμβαση των μερών για λύση της μεταξύ τους σχέσης εργασίας για να επηρεάζει το κύρος της σύμβασης αυτής, κατ'άρθρο 138 παρ.ΑΚ, δεν συνιστά ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και δη αντένσταση, αλλά νομικά μη αξιολογήσιμο, αλυσιτελή ισχυρισμό που δεν είναι "πράγμα".
Συνεπώς, η επικαλούμενη παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη και να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ιδρύει την εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, και ο περί του αντιθέτου σχετικός κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. 4) Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αυτό συμβαίνει όταν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού το δικαστήριο στηρίχτηκε αποκλειστικά στο παραμορφωθέν έγγραφο (ΑΠ 595/2016) ή κυρίως σε αυτό, διότι το συνεκτίμησε μεν μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εξήρε όμως στην απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (ΟλΑΠ 2/2008). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 287/2018, ΑΠ 365/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα των δελτίων οικονομικών στοιχείων (έντυπα Ε3) των ετών 2010-2018 που είχε προσκομίσει η αντίδικη πλευρά ως προς τα έσοδα της καθώς και τα έγγραφα κινήσεως του τραπεζικού του λογαριασμού στην ΑΛΦΑ τράπεζα (ετών 2012 έως και 2018) προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, της συμβατικής λύσης της σύμβασης εργασίας, και της εντεύθεν νέας συμφωνία τους, για αμοιβή 30% επί των καθαρών κερδών, ενώ από τα ανωτέρω έγγραφα δεν προκύπτει καμία τέτοια αντιστοιχία μεταξύ των εσόδων του αρχικώς εναγομένου και των καταβολών προς αυτόν ως δήθεν ποσοστιαία αμοιβή. Ο λόγος όμως αυτός- πέραν της όποιας αοριστίας του-κατά το μέρος που αφορά στην απόδειξη και ανταπόδειξη, με τα αναφερόμενα έγγραφα, μόνο του ουσιώδους ισχυρισμού (ένσταση) της συμφωνίας λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 31-1-2012- και όχι και της μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης νέας συνεργασίας των μερών, που δεν είναι, κατά τα άνω, ουσιώδης ισχυρισμός-όπως απαιτείται για την ίδρυση του από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου (ΑΠ 1435/2018), είναι αβάσιμος. Και τούτο, πρωτίστως, διότι, αναφορικά με τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό, κατά παραδοχή του οποίου το Εφετείο κατέληξε, κατά τα άνω, στο επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του, από τις προπαρατεθείσες (κατά την εξέταση των 2ου - 3ου λόγων) παραδοχές της προσβαλλόμενης καθίσταται σαφές ότι στο ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε το Εφετείο από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ίδιο ζήτημα, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα επικαλούμενα, φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους, έγγραφα (ΑΠ 287/2018). Επομένως και ο εκ του παραπάνω αριθμού (20) προβαλλόμενος λόγος απορριπτέος τυγχάνει. 5) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1864/2017). Ειδικά, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο ή ενώπιον προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (καταργήθηκε από την 1-1-2016 με το 1 άρθρο άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν.4335/2015), και ήδη από τα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015, αρχικά και το ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α'/190/13-10-2021) στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1174/2024, ΑΠ 1135/2024, ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 422 παρ.3 ΚΠολΔ και 424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 22 του ν.4842/2021 με έναρξη ισχύος την 1-1-2022, και σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.1β'του ίδιου νόμου (όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021), εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς δίκες, όπως και η παρούσα ένδικη, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας" (αρθ.422 παρ.3) και ότι " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου" (αρθ.424 ΚΠολΔ). Υπό τη διατύπωση της άνω διάταξης του άρθρου 424 ΚΠολΔ, καθίσταται σαφές ότι απαράδεκτο της ένορκης βεβαίωσης απαγγέλλεται αποκλειστικά για τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά υπό στοιχ. α' έως δ' στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις, μόνον εφόσον διαπιστώνεται δικονομική βλάβη του αντιδίκου (ΑΠ 196/2025, 1283/2023, ΑΠ 1645/2023).
Εξάλλου, η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 ΚΠολΔ έγινε γιατί, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν. λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη" ( ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1645/2023). Έτσι υπό την ισχύ της νέας διάταξης του άρθρου 424 ΚΠολΔ κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου προσκομίστηκε ως αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση, το απαράδεκτο αυτής απαγγέλλεται αποκλειστικά για τους λόγους που αριθμούνται περιοριστικά υπό στοιχ. α' έως δ' στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις μόνον εφόσον διαπιστώνεται δικονομική βλάβη του αντιδίκου (ΑΠ 196/2025, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1905/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11α` του άρθρου 559 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του, έλαβε υπόψη και τις 6 ένορκες βεβαιώσεις (τις υπ' αρ. 53, 54, 55, 56, 57 και 58/17-2-22 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κρωπίας), που είχαν ληφθεί από τους ήδη αναιρεσίβλητους προς αντίκρουση της αγωγής του και προσκομίστηκαν από τους ίδιους ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, λόγω υπέρβασης του επιτρεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 442 παρ.3, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 22 του ν.4842/2021, αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά, το σφάλμα δε αυτό προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν ιδρύεται. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 23 του ν.4842/2021, και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 116 παρ.1 περ.β' του ίδιου νόμου, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν.4871/2021 (ΦΕΚ Α 246/10-12-2021), εφαρμόζεται δε και εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε υπό την ισχύ της (στις 27-2-2024), η λήψη υπόψη από το Εφετείο το πρώτον των αναφερόμενων έξι ενόρκων βεβαιώσεων (των υπ' αρ. 53, 54, 55, 56, 57 και 58/17-2-22 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κρωπίας), που προσκόμισαν ενώπιόν του οι δύο εφεσίβλητοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, μετά από νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους, καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων (3 και 2 για την αντίκρουση) του άρθρου 422 παρ.3 ΚΠολΔ- και ανεξάρτητα του ότι ο αριθμός αυτός προβλέπεται για κάθε διάδικο-δεν καθιστούν τις άνω ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο. Η περίπτωση αυτή δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους που αριθμούνται υπό τα στοιχ. α' έως δ' στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, για τους οποίους και μόνο απαγγέλλεται το απαράδεκτο ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε. Για το απαράδεκτο των άνω ενόρκων βεβαιώσεων, που κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 422 παρ.3 ΚΠολΔ ελήφθησαν υπόψη, το πρώτον από το Εφετείο, ενώ υπερέβαιναν τον επιτρεπόμενο από τη διάταξη αυτή αριθμό, απαιτείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 εδ.β' ΚΠολΔ), η συνδρομή δικονομικής βλάβης του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, την οποία όμως ο ίδιος δεν επικαλείται στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης και δη ως παραδεκτώς προσβληθείσα ενώπιον του Εφετείου, αλλά ούτε και την προέβαλε με την από 13-2-2024 προσθήκη των προτάσεών του επί της εφέσεώς του, μετά την προσκόμιση το πρώτον ενώπιόν του Εφετείου των ανωτέρω έξι ένορκων βεβαιώσεων από τους εφεσίβλητους-αναιρεσίβλητους μετά από επίκληση με τις από 5-12-2024 προτάσεις τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ των άνω διαδικαστικών εγγράφων. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς επίκληση του στοιχείου της δικονομικής βλάβης από τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα εκ της υπέρβασης του επιτρεπόμενου αριθμού, δεν είναι απαράδεκτες και συνεπώς η λήψη αυτών υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αρ.11α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, και ο περί του αντιθέτου κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτησηνα απορριφθεί στο σύνολό της.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2024 (6979/678/2024) αίτηση αναιρέσεως κατά της 829/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ύψους χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ