ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1787/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1787/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1787/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1787 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1787/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ... 2.Μ. Σ. του Η., κατοίκου ..., 3.Θ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 4.Σ. Σ. του Η., κατοίκου ..., 5.Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6.Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 8)Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., και 9.Σ. Κ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ερμιονίδας", που εδρεύει στο Κρανίδι Αργολίδας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριλένα Αλεξοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 487/2022 μη οριστική και 157/2024 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, 104,568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι: α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπαγγέλτως το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, και εφόσον δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολιπομένου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, εφόσον δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ή από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1674/2024,ΑΠ 797/2020).

Εν προκειμένω από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι άπαντες οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργόπουλο (Δ.Σ. Ναυπλίου), ο οποίος προσκόμισε σχετικώς το ...-2024 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κ. Χ. - Μ., που αποδεικνύει την παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, όγδοο και ένατο των αναιρεσειόντων, ενώ ειδικώς για τον έβδομο εξ αυτών (Ι. Σ.) προσεκόμισε το ...-2025 πληρεξούσιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Το πληρεξούσιο όμως αυτό φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της δικασίμου και επομένως ο παραπάνω δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν είχε την ιδιότητα του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου κατά τη συζήτηση αυτής.

Συνεπώς ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε όπως ο νόμος ορίζει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών, διότι το πληρεξούσιο πρέπει να είναι προγενέστερο της δικασίμου (ΑΠ 206/2017). Η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, πλην όμως ο παριστάμενος για τον έβδομο αναιρεσείοντα πληρεξούσιος δικηγόρος, αφ' ενός δεν αποδεικνύει την εκ μέρους του τελευταίου χορήγηση νόμιμης πληρεξουσιότητας προς αυτόν για επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφ' ετέρου δεν προκύπτει ότι ο κλήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή από το αναιρεσίβλητο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί ως προς τον έβδομο αναιρεσείοντα απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι τελούν με τον αναιρεσείοντα σε σχέση απλής ομοδικίας. Με την υπό κρίση, από 24-11-2024(48/2024), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, 157/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (και ενός ακόμα ενάγοντος, που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με την οποία εδίωκαν να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, με το οποίο είχαν καταρτίσει διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, δήθεν, ορισμένου χρόνου, συνδέονται από τον αναφερόμενο από καθένα τους χρόνο με μία ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αγωγή αυτή απερρίφθη ως νόμω αβάσιμη με την 283/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου την από 10-11-2021 έφεση οι ήδη αναιρεσείοντες, επί της οποίας εξεδόθη στις 26-6-2024 η προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτούνται οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26-11-2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά.

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), και, τέλος, τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19-7-2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας.

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).

Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011).

Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης, καθ' όσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 25/2025, 1610/2022). Ωσαύτως, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω π.δ.164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Επομένως, εάν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 25/2025, 1610/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, 3/2022). Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεσή τους, επειδή έκρινε μη νόμιμη την αγωγή τους, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την είχε απορρίψει για το λόγο αυτό, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 648 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 σε συνδ. με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-8-2019 (αρ. εκθ. καταθ. ΕΓ/1028/19-8-2019) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, οι ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Ερμιονίδας" άπαντες συνδέονται από τα έτη 2006 και εντεύθεν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ειδικότερα οι πρώτος και έκτος από τις 9-11-2015, ο δεύτερος από 15-5-2009, ο τρίτος από 19-7-2013, ο τέταρτος από 23-12-2014, ο πέμπτος από 3-7-2006, ο όγδοος από 26-10-2015 και η ένατη από 10-5-2010, καθ' υποκρυπτόμενο και ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε καταρτίσει ο καθένας τους με το εναγόμενο προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του και περαιτέρω, επικαλούμενοι οι αναιρεσείοντες ότι τούτο αμφισβητείται από το τελευταίο, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι ο καθένας τους συνδέεται μαζί του έκτοτε με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 283/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) άσκησαν την από 10-11-2021 (αριθ.εκθ.καταθ.283/2021) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αρχικά, η, ερήμην του εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ, με αριθμό 487/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, και ακολούθως εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 157/2024, απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή διότι: "...οι επίδικες συμβάσεις ..... καταρτίσθηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (6.4.2001), οπότε πλέον ισχύει ότι οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με ΟΤΑ, με ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν ήθελε ακολουθηθεί η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψη της, αφενός μεν είναι άκυρη και αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή της σε αορίστου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η -κατ' άλλο τρόπο και χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατυπώσεων- μονιμοποίηση των συμβασιούχων και, κατ' επέκταση, η δικαστική αναγνώριση ύπαρξης μιας τέτοιας (παράνομης) εργασιακής σχέσης.

Ούτε εξάλλου συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 164/2004 και ειδικότερα του (μεταβατικού χαρακτήρα) άρθρου 11 αυτού, αφού οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα και, επομένως, ο εφεσίβλητος/εναγόμενος Δήμος δεν είχε τη νομική δυνατότητα να καταρτίσει με τους εκκαλούντες/ενάγοντες σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε καταλειπόταν πεδίο εκτίμησης από το δικαστήριο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι εκκαλούντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθ' ου η κλήση/έφεση του". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004 και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ και 8 Ν. 2112/1920, οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, επειδή οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στην αγωγή τους ότι άπαντες συνδέονται με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τα έτη 2006 και εντεύθεν (και δη από το 2015 οι 1ος, 6ος και 8ος, από το 2009 ο 2ος, από το 2013 ο 3ος, από το 2014 ο 4ος, από το 2006 ο 5ος και από το 2010 η 9η), κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έκτοτε κατάρτισαν μαζί του, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος τόσο του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), όσο και του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), δεν είναι δυνατή η αιτούμενη "κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό" αναγνώριση αυτών των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Λόγω των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθμ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλουν το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν.2112/1920 δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής για τις επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων υπό την ισχύ του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και μετά την έναρξη ισχύος του Π.δ/τος 164/2004 (19-7-2004), σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τα προβλεπόμενα δε, προς εφαρμογή της άνω Οδηγίας, δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του πδ 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολούμενων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται (ΑΠ 25/2025).

Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, εκ του αρ.1 του άρθρου 559αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως αποδεικτικά μέσα (έγγραφα). Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή προσήκει σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έχει προβεί σε αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της υποθέσεως (ΑΠ 1155/2018). Αυτό δεν έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση, αφού το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω (και όχι ουσία) αβάσιμη και ως εκ τούτου, μη υπεισερχόμενο στην ουσία της υποθέσεως, δεν κατέστη αναγκαίο να λάβει υπ' όψιν του τα προσκομιζόμενα (και φερόμενα ως αγνοηθέντα) έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλους αναιρετικούς λόγους, πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Ερμιονίδας", που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 282 παρ.2 του ν.3463/2006 "Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, δοθέντος ότι κατετέθη κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το με κωδικό πληρωμής ... παράβολο, αν και αυτό δεν απαιτείται στις εργατικές υποθέσεις (άρθρο 495 παρ. 3, συνδ. 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), θα διαταχθεί η επιστροφή του στους αναιρεσείοντες, ανεξαρτήτως της ήττας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς τον έβδομο αναιρεσείοντα [Ι. Σ.] τη συζήτηση της από 24-11-2024 (48/2024) αίτησης για την αναίρεση της 157/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης και την πρόοδο της δίκης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Απορρίπτει την από 24-11-2024 (48/2024) αίτηση αναιρέσεως κατά της 157/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που ασκείται από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, όγδοο και ένατη των αναιρεσειόντων.

Επιβάλλει εις βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του με κωδικό πληρωμής ... παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή