Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1790 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1790/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπατσίλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "HELLENIC FUELS S.A.", πρώην "ΒΡ HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΒΡ HELLAS Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16271/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2504/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2504/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 16271/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 27.12.2017 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 250 περ. 1 ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων, οι οποίες αφορούν το αντίτιμο για τα εμπορεύματα που μεταβίβασαν (ΟλΑΠ 842/1977). Κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δυο προηγούμενα άρθρα, από τα οποία το άρθρο 251 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 1137/2022).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ένστασης κλπ, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή των προτάσεων, αντίστοιχα, από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο ή σε εκείνο των προτάσεων, προκειμένου για ένσταση, όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 8 του ίδιου άρθρου) με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής, της επίδικης αξιώσεως για το έτος 2011, λόγω της αοριστίας της. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 31.3.2018 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή εξέθετε ότι η επίδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, που αφορά στις μη αποδοθείσες ετήσιες απολογιστικές εκπτώσεις των καυσίμων για το έτος 2011 έχει παραγραφεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον από την λήξη του έτους 2011 που κατέστη η αξίωση απαιτητή μέχρι την άσκηση της αγωγής (28-12-2017) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένσταση παραγραφής είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από διατάξεις των άρθρων 251, 253, 261 ΑΚ στοιχεία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος που γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η επίδικη αξίωση και ο χρόνος ασκήσεως της ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ορισμένη την ένσταση παραγραφής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251 και 253 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η πενταετής παραγραφή για τις ετήσιες απολογιστικές εκπτώσεις των τιμολογίων έτους 2011 άρχισε την 1-1-2012 και παρήλθε την 1-1-2017, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η επίδικη αξίωση του έτους 2011 κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την 1-1-2012 και η παραγραφή της άρχισε την 1-1-2013.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 8.3.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίστηκε αρχικά μεταξύ του Γ. Μ. του Σ., ατομικώς. με την εναγόμενη εταιρία υπό την τότε επωνυμία της "ΒΡ HELLAS Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" [η οποία τροποποιήθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον δ.τ. "HELLENIC FUELS S.A." και στη συνέχεια σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον δ.τ. "ΕΚΟ Α.Β.Ε.Ε.", η οποία αλλαγή επωνυμίας εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 17992/2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Βορείου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο ΓΈΜΗ την 31.8.2016 με αριθ. 742615], συμφωνήθηκε η αποκλειστική προμήθεια καυσίμων για τη λειτουργία του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων που διατηρούσε ο πρώτος στην Ν. Ιωνία Αττικής, επί της Λ. Κύμης, αριθ. 43. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε πενταετής, από 1.1.2006 έως 31.12.2010. Δυνάμει του από 24.8.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως δημοσιευθέντος στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. ....2007) συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Π. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία τροποποιήθηκε δυνάμει της από 30.3.2012 τροποποίησης καταστατικού Ο.Ε. σε "Δ. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. 5506/2012), η οποία υπεισήλθε ατύπως και με τη συγκατάθεση της εναγομένης εταιρείας στη θέση του αρχικώς αντισυμβαλλομένου της Γ. Μ. στην ως άνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Με τον υπ' αριθ. 4 όρο της ως άνω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία θα προμήθευε την ενάγουσα πρατηριούχο εταιρεία με υγρά καύσιμα και η τιμολόγηση θα γινόταν με τις αντίστοιχες τιμές χονδρικής πώλησης του οικείου τιμοκαταλόγου της, που θα ίσχυαν κατά την ημέρα παράδοσης των καυσίμων βάσει εκείνων με τις οποίες η εναγόμενη εταιρεία προμηθεύονταν εκάστοτε τα καύσιμα αυτά από τα ελληνικά ή ξένα διυλιστήρια Με τις από 8.3.2006 επιστολές της, οι οποίες αποτέλεσαν ενιαίο σύνολο με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, η εναγόμενη εταιρεία γνωστοποίησε στην πρατηριούχο, η οποία συμφώνησε ανεπιφύλακτα, τη χορήγηση εκπτώσεων μεταξύ των οποίων (α) ετήσια απολογιστική έκπτωση ποσού 0.033 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ανά λίτρο για βενζίνες 95 και 100 οκτανίων, η οποία θα χορηγούνταν με πιστωτικό τιμολόγιο κάθε έτος, κατά τη συμβατική διάρκεια της συνεργασίας τους από 31.12.2006 έως 31.12.2010 (β) μηνιαία επιβοηθητική έκπτωση ποσού 0,030 ευρώ ανά λίτρο για βενζίνες 95 και 100 οκτανίων και (γ) εκπτώσεις στις τιμές χονδρικής πώλησης του τιμοκαταλόγου της βενζίνης και πετρελαίου και συγκεκριμένα 0,029 ευρώ ανά λίτρο βενζίνης σπέσιαλ, αμόλυβδης και σούπερ αμόλυβδης, και 0,020 ευρώ ανά λίτρο ακάθαρτου πετρελαίου κίνησης. Μετά την πάροδο της 31.12.2010 η ως άνω σύμβαση παρατάθηκε σιωπηρώς μέχρι την καταγγελία της εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας, δυνάμει της από 12.11.2012 εξωδίκου καταγγελίας της, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία στις 13.11.2012, δυνάμει της υπ' αριθ. ....2012 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ν. Ν. Μετά τη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, κατά την εκκαθάριση των μεταξύ τους απαιτήσεων οι διάδικες εταιρείες διαφώνησαν, μεταξύ άλλων, ως προς την συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης για τη χορήγηση ή μη των προαναφερόμενων εκπτώσεων μετά το έτος 2010, αλλά και ως προς το ύψος αυτών. Για την επίλυση των ως άνω συμβατικών διαφορών τους επί των αναλυτικώς προαναφερόμενων εκπτώσεων, η ενάγουσα εταιρεία άσκησε όπως προαναφέρθηκε την από 27.12.2017 [αριθ. κατάθ. δικογρ. 612689/12184/27.12.2017] αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 16271/31.12.2019 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα. Κατά της εκκαλουμένης, εκτός της κρινόμενης έφεσης που άσκησε η ενάγουσα εταιρεία λόγω της εν μέρει ήττας της, η εναγόμενη ηττηθείσα εταιρεία άσκησε την με αριθ. εκθ. κατ. ενδ. μέσου 969/757/29.1.2020 έφεσή της, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω αγωγή, η οποία έφεση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4.3.2021 (όπως αρχικώς είχε οριστεί η ως άνω δικάσιμος και για την κρινόμενη έφεση της ενάγουσας εταιρείας, προκειμένου οι εφέσεις αυτές να συνεκδικαστούν. καθώς στρέφονταν κατά της ίδιας εκκαλουμένης απόφασης). Κατόπιν της ματαίωσης της συζήτησης αμφότερων των ως άνω εφέσεων, οι οποίες δεν συνεκφωνήθηκαν, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COV1D-19, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς προαναφερόμενα, δικάσιμος της ως άνω εφέσεως της εναγόμενης εταιρείας ορίστηκε η 18.11.2021, οπότε εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, ενώ η παρούσα υπό κρίση έφεση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας 2.12.2021), οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε από το παρόν Δικαστήριο. Επί της με αριθ. εκθ. κατ. ενδ. μέσου 969/757/29.1.2020 έφεσης της εναγόμενης εταιρείας (δεδομένου ότι αυτή δεν συνεκδικάστηκε με την υπό κρίση έφεση) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 44/10.1.2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), με την οποία κρίθηκαν τα ανωτέρω και απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού εξετάστηκε ο μοναδικός της λόγος, ο οποίος ανάγονταν στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ειδικότερα, με την τελεσίδικη αυτή απόφαση έγιναν δεκτά, με ισχύ δεδικασμένου, τα εξής : [ι] Ότι η ως άνω σύμβαση μετά τη λήξη της διάρκειας της (31.12.2010) παρατάθηκε σιωπηρά αορίστως, με τους ίδιους όρους συνεργασίας, [ιι] Ότι με τις ως άνω από 8.3.2006 επιστολές της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο με την ως άνω σύμβαση, συμφωνήθηκαν οι προαναφερόμενες εκπτώσεις μεταξύ των οποίων (α) ετήσια απολογιστική έκπτωση ποσού 0,033 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ανά λίτρο για βενζίνες 95 και 100 οκτανίων, η οποία θα χορηγούνταν με πιστωτικό τιμολόγιο κάθε έτος, κατά τη συμβατική διάρκεια της συνεργασίας τους από 31.12.2006 έως 31.12.2010, (β) μηνιαία επιβοηθητική έκπτωση ποσού 0,030 ευρώ ανά λίτρο για βενζίνες 95 και 100 οκτανίων, η οποία θα χορηγούνταν κάθε μήνα με πιστωτικό τιμολόγιο εκδόσεως της εναγομένης εταιρείας αρχίζοντας η έκδοσή του από την 31.1.2006 και (γ) εκπτώσεις στις τιμές χονδρικής πώλησης του τιμοκαταλόγου της βενζίνης και πετρελαίου και συγκεκριμένα 0,029 ευρώ ανά λίτρο βενζίνης σπέσιαλ αμόλυβδης και σούπερ αμόλυβδης, και 0,020 ευρώ ανά λίτρο ακάθαρτου πετρελαίου κίνησης, [ιιι] Ότι η ενάγουσα εταιρεία αγόρασε από την εναγόμενη εταιρεία κατά τα έτη 2011 και 2012 τις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης (απλής και σούπερ), για τις οποίες οφείλει τις ως άνω μη αποδοθείσες απολογιστικές εκπτώσεις (ετήσιες και μηνιαίες), καθώς ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρείας ότι οι ως άνω εκτιθέμενοι όροι περί χορήγησης εκπτώσεων, είχαν καταργηθεί από την 1.5.2010, με προφορική συμφωνία μεταξύ του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας εταιρείας Γ. Μ. και της εναγομένης εταιρείας, λόγω αντικατάστασής τους με νέα χαμηλή τιμολόγηση, με βάση την τιμή Διυλιστηρίων Ελληνικών Πετρελαίων (ΔΕΠ) πλέον των προαναφερόμενων ποσών, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. [ιν] Ότι εφόσον δεν καταργήθηκαν οι ως άνω εκπτώσεις αναφορικά με την τιμή πώλησης των ως άνω υγρών καυσίμων (ετήσια έκπτωση 0,033 ευρώ ανά λίτρο πλέον ΦΠΑ και μηνιαία έκπτωση 0,030 ευρώ ανά λίτρο πλέον ΦΠΑ) για τα έτη 2011 και 2012, η εκκαλουμένη δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, η παραβίαση της συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους της εφεσίβλητης εταιρείας για την απόδοση των ετησίων και μηνιαίων απολογιστικών εκπτώσεων, με την έκδοση των αντίστοιχων ετήσιων και μηνιαίων πιστωτικών τιμολογίων, κατά την ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενη ιστορική βάση και επίδικη σχέση των διαδίκων εταιρειών, κρίθηκαν τελεσίδικα με την ανωτέρω υπ' αριθ. 44/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία παράγει δεδικασμένο ως προς τα προαναφερόμενα αναλυτικώς ζητήματα και ιδίως ως προς το γεγονός ότι η εφεσίβλητη εταιρεία όφειλε την απόδοση των ετησίων εκπτώσεων (των ετών 2011 και 2012) με την έκδοση αντίστοιχου ετήσιου πιστωτικού τιμολογίου, το αναγκαίο δε αυτό προδικαστικό ζήτημα, δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ και την υπό στοιχείο [II] νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ως εκ τούτων, με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων εταιρειών ως προς την χορήγηση ετησίων απολογιστικών δαπανών, για την προμήθεια υγρών καυσίμων (βενζίνες 95 και 100 οκτανίων) για το έτος 2011, συνολικής ποσότητας 1.103.722 λίτρων οφείλονταν στην ενάγουσα εταιρεία για τις μη αποδοθείσες ετήσιες απολογιστικές εκπτώσεις ποσό 36.422,82 ευρώ (1.103.722 It X 0,033 ευρώ), πλέον ΦΠΑ. Η εναγόμενη εταιρεία όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, την ως άνω συμφωνηθείσα έκπτωση κατά τη λήξη του έτους (31 Δεκεμβρίου) μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αντίστοιχη αξίωση με την έκδοση του αντίστοιχου πιστωτικού τιμολογίου εκ μέρους της. Ως εκ τούτων, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, που είναι πενταετής, άρχισε από τη λήξη του έτους 2011 κατά το οποίο κατέστη απαιτητή η συμφωνηθείσα απολογιστική ετήσια έκπτωση, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο πιστωτικό τιμολόγιο είχε συμφωνηθεί να εκδίδεται μετά την πάροδο της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς ο λογιστικός απολογισμός των εταιριών, το κλείσιμο των ισολογισμών, και η καταμέτρηση των προϊόντων τους (καταμέτρηση αποθηκών κλπ) ολοκληρώνεται πάντοτε την τελευταία ημέρα εκάστου ημερολογιακού έτους και όχι την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους.
Συνεπώς, το ως άνω ποσό ήταν καταβλητέο κατά την 31η Δεκεμβρίου 2011, οπότε κατέστη ληξιπρόθεσμα η αξίωση της ενάγουσας εταιρείας, ημερομηνία η οποία δεν αποτελεί προθεσμία η παρέλευση της οποίας ήταν απαραίτητη για την δικαστική επιδίωξη της επίδικης αξίωσης όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει με τον σχετικό δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της η εκκαλούσα εταιρεία. Έτσι, ενόψει του ότι η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 27.12.2017 και επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία την 28.12.2017, και η πενταετής παραγραφή για την ως άνω αξίωση της ενάγουσας εταιρείας, άρχισε την 1.1.2012 (άρθρο 253 ΑΚ) και συμπληρώθηκε την 1.1.2017, ήτοι πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η σχετική αξίωση της ενάγουσας εταιρείας για την απόδοση της ετήσιας απολογιστικής έκπτωσης του έτους 2011, εκ ποσού 36.422,82 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 250 αριθ.1 ΑΚ και η ως άνω αξίωση της ενάγουσας εταιρείας κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31.12.2011, δεν τελεί υπό την αναβλητική προθεσμία της παρέλευσης της ως άνω ημερομηνίας προκειμένου να καταστεί δικαστικώς επιδιώξιμη, και συνεπώς επί της επίδικης απαίτησης της απόδοσης της ετήσιας απολογιστικής εκπτώσεως του έτους 2011, που έπρεπε να έχει πιστωθεί, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος (2011), μέσα στο οποίο συμπίπτει η λήξη του χρόνου πιστώσεως της εκπτώσεως, απορριπτομένου του σχετικού δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 16271/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251 και 253 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, με βάση την συμφωνία των διαδίκων ως προς την χορήγηση ετήσιων απολογιστικών δαπανών για την προμήθεια υγρών καυσίμων για το έτος 2011, οφειλόταν στην αναιρεσείουσα για τις μη αποδοθείσες ετήσιες απολογιστικές δαπάνες έκπτωση ποσού 36.422,82 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, την οποία η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα κατά την λήξη του έτους 2011 (στις 31 Δεκεμβρίου), μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση με την έκδοση του αντίστοιχου πιστωτικού τιμολογίου εκ μέρους της και κατέστη απαιτητή. Επομένως, η πενταετής παραγραφή της ως άνω αξιώσεως άρχισε από την λήξη του έτους 2011, κατά το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, δηλαδή την 1-1-2012 και συμπληρώθηκε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 28-12-2017. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 2086/2017).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι έπρεπε πρώτα να λήξει το έτος για να υπολογιστούν όλες οι εντός αυτού καταναλώσεις και στην συνέχεια να χορηγηθούν οι ετήσιες εκπτώσεις που το αφορούσαν, δηλαδή να λήξει και η τελευταία ημερολογιακή ημέρα του έτους που θα υπήρχαν καταναλώσεις, με το να δεχθεί ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31.12.2011, ημέρα κατά την οποία ολοκληρώνεται ο λογιστικός απολογισμός των εταιρειών, το κλείσιμο των ισολογισμών και η καταμέτρηση των ευρισκόμενων στις αποθήκες τους προϊόντων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.7.2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2504/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης