ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1792/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1792/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1792/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1792 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1792/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "WASP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΗΠΙΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (πρώην "WASP ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ") και το διακριτικό τίτλο "WASP", που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που ανακάλεσε την από 8/3/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Μπόντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "THINK AND PRINT ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "THINK AND PRINT ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε." (πρώην "ΑΝΑΠΤΥΞΗ10 ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ", με διακριτικό τίτλο "ΑΝΑΠΤΥΞΗ 10 Α.Ε."), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Μ. Σ. του Γ. - Κ., συζύγου Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2015 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14321/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1585/2020 και 2229/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1182/2021). Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Όμως οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με τα άρθρα 556 παρ.1 και 558 ΚΠολΔ ορίζεται αντιστοίχως ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή κατά ένα μέρος στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ... η αναίρεση δε, απευθύνεται κατ` εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους και αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε όχι δε και ο ομόδικός του, ο οποίος νικήθηκε επίσης, και ο οποίος έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος μπορεί να μετάσχει στην κατ` αναίρεση δίκη (με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς), εκτός εάν λόγω της φύσεως της δίκης ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη περί διανομής, ή η απόφαση διέλαβε διάταξη υπέρ των ομοδίκων βλαπτική για τον αναιρεσείοντα. Τα ίδια ισχύουν και επί της αναγκαστικής ομοδικίας, που υπάρχει και στην περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά της εκτελέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 76 παρ.1 και 936 παρ.2 ΚΠολΔ, οπότε η αναίρεση κατά την έννοια του άρθρου 558 εδ. β` ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, που ήταν αναγκαίοι ομόδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι όμως κατά των δικών του ομοδίκων, αφού με την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο του αναιρεσείοντα, θεωρούνται από τον νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομίμως απαράδεκτο (ΟλΑΠ 15 - 16/1996, ΟλΑΠ 24/1997, ΑΠ 1070/2005, ΑΠ 394/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης για διάρρηξη των καταδολιευτικών πωλήσεων του ακινήτου της τρίτης αναιρεσίβλητης, αρχικά προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και στη συνέχεια προς την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Η έφεση της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των ως άνω αντιδίκων της, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαίας παθητικής ομοδικίας, έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσίαν και απαγγέλθηκε η διάρρηξη ως καταδολιευτικών των συμβάσεων πωλήσεως. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα και η δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ήταν εφεσίβλητες στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι η απόφαση αυτή διέλαβε διάταξη βλαπτική για την ίδια και υπέρ των ομοδίκων της, η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως απευθύνθηκε κατά της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται : α) η αντιμωλία της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης και ερήμην των λοιπών αναιρεσιβλήτων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1585/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 14321/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε την από 8.12.2015 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και κατά των αναγκαίων ομοδίκων της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, και β) η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 2229/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκαν οι ανακοπές ερημοδικίας που άσκησαν η δεύτερη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων κατά της, υπό στοιχείο α, υπ' αριθ. 1585/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί της αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1585/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1300/2019), πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ. ΑΠ 709/1974, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 928/2014, ΑΠ1720/2014, ΑΠ 278/2011), και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 928/2014). Η γνώση αυτή τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 708/2017).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 928/2014). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (ΑΠ 707/2022, ΑΠ 663/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω της αοριστίας της, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν περιστατικά θεμελιωτικά της γνώσης της αναιρεσείουσας ότι η οφειλέτρια τρίτη αναιρεσίβλητη, απαλλοτρίωνε το επίδικο ακίνητο προς βλάβη της δανείστριάς της πρώτης αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", της οποίας κατέστη ειδική διάδοχος, συνεβλήθη με την πρωτοφειλέτιδα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Δ. - ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και συνήψε σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, ύψους 400.000 ευρώ, στην οποία συνεβλήθησαν ως εγγυητές η πρώτη εναγόμενη και ο Γ. Δ. Ότι ακόμη, η ίδια τραπεζική εταιρία συνήψε σύμβαση επιχειρηματικού δανείου με την ως άνω ανώνυμη εταιρία και με αντικείμενο την χορήγηση δανείου, ύψους 400.000 ευρώ, στην οποία, ομοίως, συνεβλήθησαν ως εγγυητές η πρώτη εναγόμενη και ο Γ. Δ. Ότι η ως άνω τραπεζική εταιρία κατήγγειλε και έκλεισε οριστικά τους τηρούμενους για την εξυπηρέτηση των παραπάνω συμβάσεων λογαριασμούς, λόγω ασυνέπειας της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών στις υποχρεώσεις τους. Ότι η πρώτη εναγόμενη ενημερώθηκε για την καταγγελία των ως άνω συμβάσεων την 31- 5-2012, και ότι για την αιτία αυτή εξεδόθησαν οι υπ' αριθμ. .../2012 και .../2012 Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών, με τις οποίες και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 209.862,83 ευρώ και 383.361,36 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, αντίστοιχα, αντίγραφο εξ απογράφου των οποίων, με επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη στις 26-7-2012. Ότι περαιτέρω και μετά τη μεταβίβαση της έννομης σχέσης από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" προς την ενάγουσα τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμοί, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 285.758,07 ευρώ και 553.683,14 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι ακόμη, η ίδια ως άνω πρωτοφειλέτιδα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Δ. -ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" είχε συμβληθεί με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", της οποίας η ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος και συνήψε σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αντικείμενο την παροχή πίστωσης, ύψους 600.000 ευρώ, στην οποία ομοίως συνεβλήθησαν ως εγγυητές η πρώτη εναγόμενη και ο Γ. Δ. Λόγω ασυνέπειας της πρωτοφειλέτριας και των εγγυητών στις υποχρεώσεις τους η παραπάνω τραπεζική εταιρεία κατήγγειλε και έκλεισε οριστικά τους υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμούς, που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης. Ότι η πρώτη εναγόμενη ενημερώθηκε για την καταγγελία της παραπάνω σύμβασης την 18-7-2011 και ότι για την αιτία αυτή εξεδόθη η υπ' αριθμ. .../2011 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών, με την οποία και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 216.342,08 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ότι αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω Διαταγής Πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη στις 19-9-2011. Ότι περαιτέρω και μετά τη μεταβίβαση της έννομης σχέσης από την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" προς την ενάγουσα, τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμοί, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 400.367,94 ευρώ και 5.229,72 ευρώ αντίστοιχα. Ότι, επίσης, εν γνώσει των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η πρώτη εναγόμενη, ως εγγυήτρια από τις παραπάνω συμβάσεις έναντι της ενάγουσας τράπεζας και με πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντά της (ενάγουσας) και να ματαιώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, μεταβίβασε, στις 30-12-2010, λόγω πώλησης, το λεπτομερώς περιγραφόμενο στο αγωγικό δικόγραφο ακίνητο (αγροτεμάχιο με την επ' αυτού οικία), που κείται στην περιοχή "ΕΛΑΙΩΝΕΣ" Πυλαίας, στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία, συντάχθηκε δε προς τούτο το υπ' αριθμ. .../2010 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ. Κ. Ότι το τίμημα της ως άνω συναλλαγής συμφωνήθηκε στο ποσό των 500.027 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν και η αντικειμενική αξία του ακινήτου, εκ του οποίου, ποσό 58.027 ευρώ καταβλήθηκε μετρητοίς κατά την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 442.000 ευρώ πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί ατόκως σε οκτώ δόσεις, η κατοχή δε και η χρήση του ακινήτου θα παρέμενε στην πρώτη εναγόμενη μέχρι την 30-6-2011. Ότι η δεύτερη εναγόμενη, αφού προηγουμένως προέβη σε σύνταξη πράξης εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου και άρσης όρου διαλυτικής αίρεσης, καταχωρώντας αυτή νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, την 5-7-2011, μεταβίβασε περαιτέρω το παραπάνω ακίνητο την 7-7-2011 λόγω πώλησης, στην τρίτη εναγόμενη εταιρία, συντάχθηκε δε προς τούτο το υπ' αριθμ. .../2011 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ. Ότι το τίμημα της ως άνω συναλλαγής συμφωνήθηκε στο ποσό των 550.000 ευρώ, εκ του οποίου, ποσό 30.000 ευρώ καταβλήθηκε μετρητοίς κατά την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης, ενώ αντί καταβολής του υπολοίπου τιμήματος των 520.000 ευρώ, η πωλήτρια εξέδωσε τέσσερις (4) συναλλαγματικές. Ότι η πρώτη εναγόμενη γνώριζε κατά το χρόνο της κατάρτισης των άνω συμβάσεων πώλησης, ότι η ανωτέρω πρωτοφειλέτιδα εταιρία υπέρ της οποίας εγγυήθηκε βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ότι με την πώληση του παραπάνω ακινήτου της προς τη δεύτερη εναγόμενη θα αποστερούσε την ενάγουσα ως δανείστρια από τη δυνατότητα ικανοποίησης των απαιτήσεών της σε βάρος της, ως εγγυήτριας και ότι η ίδια θα περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε θα καθίστατο παντελώς αναξιόχρεη και αφερέγγυα, καθώς η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία της δεν θα επαρκούσε για την εξόφληση των χρηματικών ποσών. Ότι η δεύτερη εναγόμενη γνώριζε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, τις οφειλές της πρώτης εναγόμενης, καθώς και ότι η μεταβίβαση προς αυτήν έγινε με σκοπό να αποστερήσει την ενάγουσα από την δυνατότητα είσπραξης των απαιτήσεων της. Ότι και η τρίτη εναγόμενη, γνώριζε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, όταν αποκτούσε το επίδικο ακίνητο, ότι η μεταβίβαση γινόταν προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας ως δανείστριας, η δε γνώση της αποδεικνύεται από το ότι και η συγκεκριμένη δεύτερη πώληση έγινε χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δεδομένου ότι το αναγραφόμενο τίμημα των 550.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει την αντικειμενική αξία του ακινήτου μόνο κατά το ποσό των 49.973 ευρώ, υπολείπεται σε πολύ μεγάλο βαθμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου, που ανέρχεται σε 1.500.000 ευρώ τουλάχιστον, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το ελάχιστο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης της πρώτης πώλησης και της κατάρτισης του συμβολαίου της δεύτερης πώλησης και του τρόπου της δήθεν εξόφλησης του τιμήματος της δεύτερης πώλησης, καθιστούν την γνώση της τρίτης εναγομένης πέραν πάσης αμφιβολίας βεβαία. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη των συγκεκριμένων δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 παρ. 1 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα ως προς την γνώση της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκθέτει ότι αυτή γνώριζε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, όταν αποκτούσε το επίδικο ακίνητο, ότι η μεταβίβαση γινόταν προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας ως δανείστριας, η δε γνώση της αποδεικνύεται από το ότι και η συγκεκριμένη δεύτερη πώληση έγινε χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δεδομένου ότι το αναγραφόμενο τίμημα των 550.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει την αντικειμενική αξία του ακινήτου μόνο κατά το ποσό των 49.973 ευρώ, υπολείπεται σε πολύ μεγάλο βαθμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου, που ανέρχεται σε 1.500.000 ευρώ τουλάχιστον, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το ελάχιστο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης της πρώτης πώλησης και της κατάρτισης του συμβολαίου της δεύτερης πώλησης και του τρόπου της δήθεν εξόφλησης του τιμήματος της δεύτερης πώλησης, καθιστούν την γνώση της τρίτης εναγομένης πέραν πάσης αμφιβολίας βεβαία. Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε παραδεκτή την αγωγή και την ερεύνησε κατ' ουσίαν δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1445/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ, 18 παρ. 1, 2 και 2 παρ. 1, 3 Ν.2190/1920, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της είχαν γνώση του καταδολιευτικού χαρακτήρα της επίδικης μεταβίβασης, τελούντες σε συμπαιγνία μετά των λοιπών εναγομένων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρία ΛΙΜΙΤΕΔ" (πιστοδότριας), της οποίας η ενάγουσα κατέστη ειδική διάδοχος λόγω πώλησης και μεταβίβασης συντρεχουσών και των λοιπών νομίμων όρων, και της εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Δ. Πρότυπος Βιομηχανία Γραφικών Τεχνών Ανώνυμη Εταιρία" με τον διακριτικό τίτλο "Α.Α."(πιστούχου), η πρώτη παρέσχε στην δεύτερη, πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου, μετά το κλείσιμο της πίστωσης, εγγυήθηκαν η πρώτη εναγόμενη, η οποία ήταν και μέλος του Δ.Σ της ως άνω εταιρίας και ο Γ. Δ., σύζυγός της, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες με την πιστούχο, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως και λοιπών ενστάσεων κατά της τράπεζας και δεσμευόμενοι από κάθε μελλοντική αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο (άρθρο 20 της σύμβασης). Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ...-2011 πρόσθετη πράξη η πίστωση μειώθηκε στο ποσό των 400.000 ευρώ. Για τη λειτουργία της πίστωσης τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, ο οποίος την 30-6-2011 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 352.548,31 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε η πιστούχος εγγράφως. Ο ανωτέρω λογαριασμός λειτούργησε μέχρι το κλείσιμό του, την 30-12-2011, με χρεωστικό υπόλοιπο 232.322,98 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ο δε λογαριασμός αυτός την 29-5-2012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 232.322,98 ευρώ. Επειδή η πιστούχος περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σύμβασης, η ενάγουσα, την 29-5-2012, κατήγγειλε την σύμβαση πίστωσης, έκλεισε τον λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο 209.862,83 ευρώ, γεγονός που γνωστοποίησε εγγράφως στην πιστούχο και στους εγγυητές (μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγόμενη) και τους κάλεσε να προβούν σε εξόφληση της οφειλής τους αυτής (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2012, ...-2012 και ...-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ε. Σ. της εξώδικης δήλωσης καταγγελίας της σύμβασης και πρόσκλησης). Ακολούθως, η πιστοδότρια προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η πιστούχος και οι εγγυητές υποχρεώθηκαν, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 209.862,83 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, αντίγραφο δε της διαταγής αυτής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νομότυπα στην πρώτη εναγόμενη την 26-7-2012 (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2012 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή).

Περαιτέρω, η ίδια πιστοδότρια παρέσχε στην ίδια πιστούχο, με την υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση, επιχειρηματικό δάνειο ποσού 400.000 ευρώ, την πλήρη δε εξόφληση του υπολοίπου του εγγυήθηκαν η πρώτη εναγόμενη και ο Γ. Δ., ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρο με την πιστούχο (άρθρο 10 της σύμβασης), παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως και δεσμευόμενοι από κάθε μελλοντική αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο. Για τη λειτουργία της πίστωσης τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος την 30-6-2011 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 400.000 ευρώ, το οποίο την ίδια ημέρα αναγνώρισε η πιστούχος, εγγράφως. Ο ανωτέρω λογαριασμός λειτούργησε μέχρι το κλείσιμό του την 30-12-2011 και το χρεωστικό υπόλοιπό του μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ο οποίος την 29-5-2012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 383.361,36 ευρώ. Επειδή η πιστούχος περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σύμβασης, η ενάγουσα την 29-5-2012 κατήγγειλε την σύμβαση πίστωσης, έκλεισε τον λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο 383.361,36 ευρώ, γεγονός που γνωστοποίησε εγγράφως στην πιστούχο και στους εγγυητές και τους κάλεσε να προβούν σε εξόφληση της οφειλής τους αυτής (βλ. τις υπ' αριθμ ...-2012, ...-2012 και ...-2012 εκθέσεις επίδοσης του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή). Ακολούθως, η πιστοδότρια προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η πιστούχος και οι εγγυητές υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 383.361,36 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, αντίγραφο δε της διαταγής αυτής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νομότυπα στην πρώτη εναγόμενη την 26-7-2012 (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2012 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. ...-2002 σύμβαση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (πιστοδότριας), της οποίας η ενάγουσα είναι καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης και της προαναφερόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Δ. Πρότυπος Βιομηχανία Γραφικών Τεχνών Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Α." (πιστούχου), η πρώτη παρέσχε στην δεύτερη πίστωση μέχρι του ποσού των 600.000 ευρώ. Την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου, μετά το κλείσιμο της πίστωσης εγγυήθηκαν η πρώτη εναγόμενη και ο Γ. Δ., ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες με την πιστούχο, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως και δεσμευόμενοι από κάθε μελλοντική αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο. Για τη λειτουργία της πίστωσης τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμοί, οι οποίοι την 14-7-2011 παρουσίαζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 216.342,08 ευρώ (ήτοι 206.173,33 ευρώ και 10.168,75 ευρώ αντίστοιχα). Επειδή η πιστούχος περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σύμβασης, η ενάγουσα την 14-7-2011 κατήγγειλε την πίστωση, έκλεισε τους λογαριασμούς με το προαναφερθέν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο (216.342,08 ευρώ), γεγονός που γνωστοποίησε εγγράφως στην πιστούχο και στους εγγυητές και τους κάλεσε να προβούν σε εξόφληση της οφειλής τους αυτής (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2011, ...-2011 και ...-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Ζ.). Ακολούθως, η πιστοδότρια προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η πιστούχος και οι εγγυητές υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 216.342,08 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, αντίγραφο δε της διαταγής αυτής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νομότυπα στην πρώτη εναγόμενη την 19-9-2011 (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Σ. Π.). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ανωτέρω πιστώσεων, η πρώτη εναγόμενη, ενώ γνώριζε τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ευθυνόμενη εις ολόκληρον ως εγγυήτρια, με το υπ' αριθμ. ...-2010 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ. Κ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, την 23-6-2011, με αριθμό 1519, πώλησε, κατά πλήρη κυριότητα, στην δεύτερη εναγόμενη εταιρία, ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 4.758 τετρ. μέτρων, μετά της επ' αυτού οικίας, που αποτελείται από υπόγειο και ισόγειο όροφο, επιφάνειας 254,87 τετρ. μέτρων ο καθένας και βρίσκεται στην τοποθεσία "ΕΛΑΙΩΝΕΣ", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, φέρει ΚΑΕΚ 191042806032/00, αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. κτηματολογίου 21701 αγρού και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Σ., που προσαρτάται στον προαναφερόμενο τίτλο. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ύψος της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, το οποίο κατά την υπογραφή του συμβολαίου (30-12-2010) ανέρχονταν σε 500.027 ευρώ, από το οποίο, κατά την υπογραφή του συμβολαίου καταβλήθηκε το ποσό των 58.027 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 442.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ (8) άτοκες μηνιαίες δόσεις και συγκεκριμένα α) 60.000 ευρώ μέχρι 31-1-2011, β) 60.000 ευρώ μέχρι 28-2- 2011, γ) 60.000 ευρώ μέχρι 31-3-2011, δ) 60.000 ευρώ μέχρι 30-4-2011, ε) 60.000 ευρώ μέχρι 31-5-2011, στ) 60.000 ευρώ μέχρι 30-6-2011, ζ) 60.000 ευρώ μέχρι 31-7-2011 και η) 22.000 ευρώ μέχρι 31-8-2011, η δε μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας συμφωνήθηκε υπό την διαλυτική αίρεση της ολοσχερούς καταβολής του τιμήματος. Επίσης συμφωνήθηκε να παραμείνει η πωλήτρια στην κατοχή και χρήση του ακινήτου μέχρι την 30-6-2011. Ακολούθησε η εξής επιλήψιμη διαδοχική μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου από την δεύτερη εναγομένη στην τρίτη ομόδικό της εταιρία και ειδικότερα, η δεύτερη εναγόμενη με την υπ' αριθμ. ...-2011 πράξη εξόφλησης τιμήματος της ανωτέρω αγοραπωλησίας και άρσης του όρου της διαλυτικής αίρεσης, στις οποίες προέβη δια του εκπροσώπου της Κ. Μ. με αυτοσύμβαση, ενεργώντας και για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, προέβη σε εξόφληση του τιμήματος και άρση του όρου της διαλυτικής αίρεσης, προσκόμισε δε έγγραφες αποδείξεις της πωλήτριας (πρώτης εναγόμενης) για ολοσχερή εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος των 442.000 ευρώ και η πράξη αυτή καταχωρήθηκε στα προαναφερόμενα κτηματολογικά βιβλία, την 5-7-2011, με αριθμό 1590. Στη συνέχεια, η δεύτερη εναγόμενη με το υπ' αριθμ. ...-2011 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ., που καταχωρήθηκε στα προσναφερόμενα κτηματολογικά βιβλία, την 8-7-2011, με αριθμό 1630, πώλησε το ως άνω ακίνητο στην τρίτη εναγόμενη εταιρία, έναντι τιμήματος 550.000 ευρώ, από το οποίο συμφωνήθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ να καταβληθεί με τη σύνταξη του συμβολαίου και για το υπόλοιπο πιστωθέν ποσό των 520.000 ευρώ, η πωλήτρια (δεύτερη εναγόμενη) εξέδωσε σε διαταγή της, την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου, τέσσερες (4) συναλλαγματικές με τη ρήτρα "ανέξοδος επιστροφή", ποσού 130.000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία λήξης 30-8-2011, 30-9-2011, 30-10-2011 και 30- 11-2011. Τις συναλλαγματικές αυτές αποδέχθηκε αυθημερόν η αγοράστρια (τρίτη εναγόμενη) και συμφωνήθηκε ότι με την αποδοχή αυτή εξοφλείται ολοσχερώς το πιστωθέν τίμημα, ως δόση αντί καταβολής και συνεπώς, ότι δεν υφίσταται ενοχή από την πώληση για την καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, παρά μόνο ενοχή από τις συναλλαγματικές αυτές. Η εναντίον της πρώτης εναγόμενης απαίτηση των ως άνω τραπεζικών εταιριών, που ήταν γεννημένη με τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων, την εκταμίευση των πιστώσεων και με το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, που τηρήθηκαν για τη λειτουργία τους, μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής (24-4-2017) κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Οι μεταβιβάσεις του ως άνω ακινήτου, το οποίο ήταν μεγάλης αξίας, ανερχόμενης στο ποσό του 1.235.000 ευρώ, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, διότι με τις απαλλοτριώσεις αυτές η πρώτη εναγόμενη - οφειλέτης γνώριζε ότι θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε θα καθίστατο παντελώς αναξιόχρεη και αφερέγγυα, αφού η εναπομείνασα εμφανής περιουσία της (αγροτεμάχιο έκτασης 12.000 τετρ. μέτρων στη θέση "Καρατροπάκι" στο Λάκκωμα Χαλκιδικής), δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, όπως αυτή προαναφέρθηκε, η αφερεγγυότητα δε αυτή της οφειλέτιδος υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η απαλλοτριωτική πράξη της οφειλέτιδος, πρώτης των εναγομένων, έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και ότι η δεύτερη εναγόμενη υπέρ της οποίας έγινε η επαχθής απαλλοτρίωση (τρίτος), αλλά και η τρίτη εναγόμενη (ειδική διάδοχος του τρίτου), στην οποία περαιτέρω μεταβιβάσθηκε δι' επαχθούς ομοίως δικαιοπραξίας, το επίδικο ακίνητο, γνώριζαν ότι συνδράμουν την πρώτη εναγόμενη στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας από κατάσχεση και αναγκαστική εκτέλεση στο ακίνητο αυτό, ήτοι, κατά το χρόνο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου ενήργησαν καταδολιευτικά, με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας. Η τοιαύτη γνώση των λοιπών εναγόμενων περί του καταδολιευτικού χαρακτήρα των δικαιοπραξιών συνάγεται από τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: Το επίδικο ακίνητο αποτελεί πολυτελή κατοικία, η πραγματική αξία του οποίου, κατά το χρόνο μεταβίβασής του στις εναγόμενες εταιρίες ανερχόταν σε 1.235.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 20-7-2011 έκθεση εκτίμησης των μηχανικών Δ. Χ. και Μ. Σ., που έλαβε χώρα για λογαριασμό της τραπεζικής εταιρίας "EUROBANK E.F.G. ERGASIAS ΑΕ", επίσης πιστοδότριας της ίδιας ως άνω πιστούχου (με εγγυητές τους ίδιους παραπάνω αναφερόμενους), λαμβανομένης υπόψη, για την ως άνω αξία, της κρίσης που έπληξε την αγορά των ακινήτων και της μειωμένης τους, πλέον, ζήτησης. Η δεύτερη εναγόμενη στην οποία μεταβιβάσθηκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα το ακίνητο της πρώτης εναγομένης, συστάθηκε την 31-8-2010, με μετοχικό κεφάλαιο 60.000 ευρώ, η καταβολή του οποίου πιστοποιείται με το ΦΕΚ 13935/10-12-2010 και δραστηριοποιείται κατά κύριο σκοπό στη δημιουργία, λειτουργία και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και με την αγορά, αξιοποίηση και εκμετάλλευση ακινήτων. Η τρίτη εναγόμενη συστάθηκε το έτος 2004 και δραστηριοποιείται κατά κύριο σκοπό στην παραγωγή, κατασκευή, μεταποίηση, εμπορία και εγκατάσταση υλικών εξοπλισμών που σχετίζονται με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και με την εμπορία, εκμετάλλευση ακινήτων και την κατασκευή κτιρίων. Την 28-6-2011, ήτοι πριν την δεύτερη απαλλοτρίωση, η πιστούχος εταιρία και οι εγγυητές αυτής, ήτοι ο Γ. Δ. και η πρώτη εναγόμενη, υπέβαλαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση υπαγωγής της πιστούχου εταιρίας στη διαδικασία της συνδιαλλαγής, κατ' άρθρο 99 του ν. 3588/2007, ζητώντας ταυτόχρονα την έκδοση προσωρινής διαταγής απαγόρευσης λήψης οποιουδήποτε ατομικού μέτρου δίωξης, αναγκαστικής εκτέλεσης, λήψης ασφαλιστικών μέτρων κ.λ.π. τόσο υπέρ της πιστούχου, όσο και υπέρ των εγγυητών, η οποία (προσωρινή διαταγή) έγινε δεκτή, μόνο για την πιστούχο, και όχι για τους εγγυητές. Έτσι, η δεύτερη εναγόμενη, που ιδρύθηκε μόλις τέσσερις (4) μήνες πριν από την ανωτέρω πρώτη απαλλοτρίωση, με μετοχικό κεφάλαιο μόνο το ποσό των 60.000 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. ...-2010 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ.), τέσσερις (4) μήνες αργότερα αγοράζει ακίνητο, αντικειμενικής αξίας 500.027 ευρώ και πραγματικής αξίας 1.235.000 ευρώ, ήτοι ακίνητο σημαντικά υπέρτερης, του μετοχικού κεφαλαίου της, αξίας, και ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Κ. Μ. είναι φίλος του αδελφού του συζύγου της πρώτης εναγόμενης. Το ίδιο δε συμβαίνει και με την τρίτη εναγόμενη εταιρία, η οποία ιδρύθηκε το έτος 2004, με μετοχικό κεφάλαιο 80.000 ευρώ και η οποία αγόρασε το ανωτέρω ακίνητο στην τιμή των 550.000 ευρώ, δηλαδή κατά ποσό μόλις 49.973 ευρώ μεγαλύτερο από την πρώτη πώληση - απαλλοτρίωση, σημαντικά όμως υπέρτερης, του εταιρικού της κεφαλαίου, αξίας, χωρίς να αποδεικνύεται ότι στο μεσοδιάστημα έλαβε χώρα αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της ή δανεισμός της για τη χρηματοδότηση της ένδικης συναλλαγής, ώστε να δικαιολογείται η δυνατότητα αποπληρωμής του ποσού του συμφωνηθέντος τιμήματος, πολλώ δε μάλλον, εάν ληφθεί υπόψη ότι, από την ίδρυσή της μέχρι το έτος 2010 στους ισολογισμούς της εμφανίζει μόνο ζημίες. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μεσούσης της οικονομικής κρίσης, η τρίτη εναγόμενη ήθελε να εγκαταστήσει στο ως άνω ακίνητο επιχείρηση τένις - κλαμπ. Ακόμη, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του πιστωθέντος τιμήματος στην πρώτη μεταβίβαση καταβλήθηκε, πριν τη συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής, παρά τις αιτιάσεις της δεύτερης εναγόμενης για ύπαρξη νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, η αγοράστρια δεύτερη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε την 6η, 7η, και 8η δόση του πιστωθέντος τιμήματος, από 60.000, 60.000 και 22.000 ευρώ, αντίστοιχα, που ήταν καταβλητέες την 30-6-2011, 30-7-2011 και 31-8-2011, πριν το τέλος Ιουνίου 2011. Στη συνέχεια δε το ακίνητο μεταβιβάζεται για δεύτερη φορά, εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών, λόγω πωλήσεως στην τρίτη εναγόμενη, με το ίδιο σχεδόν τίμημα (όπως το φερόμενο τίμημα της πρώτης πώλησης 500.027 ευρώ, ίσο δηλαδή με την αντικειμενική του αξία, της δε δεύτερης πώλησης 550.000 ευρώ, ήτοι μόλις 49.973 ευρώ μεγαλύτερο). Σημειώνεται ότι η δεύτερη σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε, μόλις παρήλθε η ημερομηνία, που είχε συμφωνηθεί να παραμείνει στη χρήση αυτού η αρχική πωλήτρια και δικαιοπάροχος όλων των εναγομένων, πρώτη εναγόμενη, Μ. Σ. Το ανωτέρω επιπλέον ποσό των 49.973 ευρώ, που φέρεται ότι έλαβε η δεύτερη εναγόμενη από την πώληση του ακινήτου στην τρίτη εναγόμενη, δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα, στα οποία αυτή υποβλήθηκε από την προηγούμενη εκ μέρους της αγορά του ίδιου ακινήτου, με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι η πώληση έγινε με οικονομική ζημία της, γεγονός που δεν δικαιολογείται για νεοσύστατη εταιρία. Ενδεικτικό του γεγονότος αυτού είναι ότι το ποσό του φόρου μεταβίβασης που κατέβαλε η δεύτερη εναγόμενη, για την αγορά του ακινήτου από την πρώτη εναγόμενη ανέρχονταν σε 51.090,78 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. .../2010 διπλότυπο της Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης προσαρτώμενο στο υπ' αριθμ. .../2010 συμβόλαιο), χωρίς να υπολογίζονται τα λοιπά έξοδα της μεταβίβασης (δικηγόρος, συμβολαιογράφος, κτηματολογικό γραφείο), ήτοι προέβη σε πώληση του ακινήτου με προφανή βλάβη των συμφερόντων της και συνακόλουθα, προς όφελος της τρίτης εναγόμενης, της, κατά τους ισχυρισμούς της, παντελώς άγνωστης, σ' αυτήν εταιρίας, το οποίο οπωσδήποτε δεν συνάδει με τα κρατούντα στις συναλλαγές και τη συμπεριφορά του μέσου συνετού συναλλασσομένου, πολλώ δε μάλλον όταν αυτός είναι μία ανώνυμη εταιρία, όπως εν προκειμένω.

Εξάλλου, και η καταχώρηση του υπ' αριθμ. .../30- 12-2010 πωλητηρίου συμβολαίου, στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, έλαβε χώρα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών, ήτοι στις 23-6-2011 (βλ. κτηματολογικό φύλλο) και ενόψει της νέας μεταβίβασης αυτού, γεγονός επίσης ασυνήθιστο στη συναλλακτική πρακτική, καθώς είθισται οι αγοραστές να σπεύδουν να προβούν στις ενέργειες αυτές, μετά τις οποίες επέρχεται κατά νόμο η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, έχοντας προφανές έννομο συμφέρον και προς δική τους εξασφάλιση, και δη αμέσως και αμελλητί, αφού στο μεσοδιάστημα είναι δυνατή η επιβάρυνση ή η μεταβίβαση του ακινήτου από τον πωλητή σε άλλον, με βάση την ισχύουσα στο εμπράγματο δίκαιο αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο οικονομικός σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης, Π. Κ., που ήταν μέλος του εκάστοτε Διοικητικού Συμβουλίου της πιστούχου από 30-6-2007 έως 1-4-2011, από την οποία αποχώρησε οικειοθελώς (βλ. ΦΕΚ 2405/4-5-2011 τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), υπογράφει ο ίδιος όλους τους ισολογισμούς της τρίτης εναγόμενης, για τις εταιρικές χρήσεις 2005 - 2009 είτε ως οικονομικός σύμβουλος - λογιστής, ατομικά ο ίδιος, είτε ως υπεύθυνος λογιστηρίου της εταιρίας αυτής, είτε δια της εταιρίας FMS ΕΠΕ, στην οποία συμμετέχει σε ποσοστό 90%, δηλαδή ο προαναφερόμενος υπήρξε λογιστής και οικονομικός σύμβουλος της πιστούχου και της τρίτης εναγόμενης αλλά και οικονομικός σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να εκληφθούν ως τυχαία και συμπτωματικά. Αντιθέτως, καταδεικνύουν ότι μεταξύ των εναγόμενων υφίστατο συμπαιγνία, ώστε η πρώτη εναγόμενη να αποξενωθεί από το επίδικο, σημαντικής αξίας και ελεύθερο βαρών, περιουσιακό της στοιχείο. Σημειωτέον δε ότι με την υπ' αριθμ. 4603/2015 απόφαση του ιδίου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διατάχθηκε η διάρρηξη και των δύο επίδικων απαλλοτριώσεων, επί αγωγής των τραπεζικών εταιριών "EUROBANK E.F.G. ERGASIAS ΑΕ" και "HSBC BANK L.C." εναντίον των ίδιων εναγόμενων της υπό κρίση αγωγής. Συνακόλουθα, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 14321/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και απήγγειλε την διάρρηξη ως καταδολιευτικών υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης των συμβάσεων πώλησης με τις οποίες η τρίτη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και στη συνέχει η τελευταία προς την αναιρεσείουσα το ακίνητο (αγροτεμάχιο μετά της επ' αυτού οικίας). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 939, 941 ΑΚ, 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1, 3 του Ν.2190/1920 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη Μ. Σ., ενώ γνώριζε τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τις συμβάσεις πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και από τη σύμβαση δανείου, για την εξόφληση του καταλοίπου των οποίων είχε εγγυηθεί ως αυτοφειλέτης, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως του επίδικου ακινήτου της προς την δεύτερη εναγομένη εταιρεία, αντί τιμήματος ίσου με την αντικειμενική αξία του ακινήτου, που ανερχόταν σε 500.027 ευρώ, από το οποίο κατά την υπογραφή του συμβολαίου καταβλήθηκαν 58.027 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 442.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ δόσεις, με την συμφωνία η πωλήτρια να παραμείνει στη κατοχή και χρήση του ακινήτου μέχρι τις 30-6-2011, στη συνέχεια δε στις 7-7-2011 η δεύτερη εναγομένη πώλησε το ακίνητο στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αντί τιμήματος 550.000 ευρώ, από το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί το ποσό των 30.000 ευρώ με την σύνταξη του συμβολαίου, ενώ για το υπόλοιπο τίμημα η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε τέσσερις συναλλαγματικές ποσού 130.000 ευρώ εκάστη. Η πρώτη εναγομένη προέβη στην απαλλοτρίωση του ακινήτου της με πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον γνώριζε ότι θα καταστεί αφερέγγυα, αφού η υπόλοιπη εμφανής περιουσία της δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων γνώριζαν ότι η πρώτη εναγόμενη μεταβιβάζει με σκοπό την ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα η δεύτερη εναγόμενη, η οποία ιδρύθηκε μόλις τέσσερις μήνες πριν την πρώτη απαλλοτρίωση, με μετοχικό κεφάλαιο μόνο το ποσό των 60.000 ευρώ, αγοράζει το επίδικο ακίνητο, αντικειμενικής αξίας 500.027 ευρώ, πραγματικής όμως αξίας 1.235.000 ευρώ, ο δε νόμιμος εκπρόσωπός της είναι φίλος του αδελφού του συζύγου της πρώτης εναγομένης, η δε τρίτη εναγόμενη-αναιρεσείουσα, η οποία ιδρύθηκε το 2004 με μετοχικό κεφάλαιο 80.000 ευρώ, αγόρασε το επίδικο ακίνητο αντί του τιμήματος 550.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το εταιρικό της κεφάλαιο, ενώ στους ισολογισμούς της από την ίδρυσή της έως το 2010 εμφανίζει μόνο ζημίες. Επίσης, ο οικονομικός σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, που ήταν μέλος του εκάστοτε Δ.Σ της πιστούχου εταιρείας, υπογράφει όλους τους ισολογισμούς της αναιρεσείουσας για τις εταιρικές χρήσεις 2005-2009, είτε ως οικονομικός σύμβουλος ατομικά ο ίδιος, είτε ως υπεύθυνος του λογιστηρίου της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αρθμ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ1423/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχόμενου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α (και όχι από τον αριθ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα την από 20.7.2011 έκθεση εκτίμησης των μηχανικών Δ. Χ. και Μ. Σ. παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν ανυπόγραφη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 514/2018). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : 1) την με αριθ. 20633/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 2) την με αριθ. 2414/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 3) την από 18.2.2014 Έκθεση Εκτίμησης του Ορκωτού Εκτιμητή - Πιστοποιημένου από το Υπουργείο Οικονομικών Κ. Θ. Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "και τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την εκτίμηση της ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύονται ή όχι ειδικά", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπετε καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που πρόβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε κατ' έφεση, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μέχρι το έτος 2015 δεν είχε αποπειραθεί να προβεί σε εκτέλεση στην ατομική περιουσία της εγγυήτριας Μ. Δ. με συνέπεια η τελική οφειλή να επιβαρυνθεί με ποσό μεγαλύτερο των 400.000 ευρώ και να ανέλθει κατά την άσκηση της αγωγής στο ποσό του 1.245.038 ευρώ, ενώ μόλις στις 6.12.2016 η πρώτη αναιρεσίβλητη επέβαλε κατάσχεση σε ακίνητο της προαναφερόμενης εγγυήτριας Μ. Δ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και μάλιστα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά αποτελεί επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Β. Επί της αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2229/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 του ΚΠολΔ το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει τη προσβαλλομένη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει της προσβαλλομένης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 552, 553 παρ.1, 559 και 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, η δεύτερη ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, η τρίτη των οποίων διαλαμβάνει κατά τρόπο περιοριστικό τους λόγους αναίρεσης και η τέταρτη των οποίων ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι εάν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, σαφώς προκύπτει ότι μεταξύ των θετικών διαδικαστικών προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι και η θεμελίωση αυτής σε τουλάχιστον ένα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 262/2016, ΑΠ 2026/2007). Ως λόγοι δε αναίρεσης που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ νοούνται οι υπό τη μορφή παραπόνου διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως εάν η αίτηση αναίρεσης δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναίρεσης, ακόμα και απαράδεκτο ή αβάσιμο, ήτοι κάποια νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, ως λόγο αναίρεσης, αυτή απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 612/2017, ΑΠ1510/2017).

Με την κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2229/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις ίδιες πλημμέλειες, όπως και η πρωτόδικη απόφαση καθ' ο μέτρο εκ του αποτελέσματος έστω επικύρωσε την πρώτη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εξαφανισθεί αυτή για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν και υπό τους 1ο έως και 5ο λόγους της ένδικης αναίρεσης. Με το περιεχόμενο αυτό εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω υπ' αριθ. 2229/2022 αποφάσεως δεν διαλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναιρέσεως, ήτοι νομική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ακόμα και αβάσιμο ή απαράδεκτο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί ελλείψει σχετικού αιτήματος των απουσών δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.12.2022 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "WASP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΗΠΙΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" κατά των υπ' αριθμόν 1585/2020 και 2229/2022 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή