Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1800 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1800/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Μυτιλήνης Βοστάνειο", που εδρεύει στη Μυτιλήνη (Ε. Βοστάνη 55) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Κίνδερλη, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. ή Α. Μ. του Ν. και της Π., 2) Π. συζ. Μ. Π. - Κ., το γένος Ν. και Π. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πελαγία Ανδριώτου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2021 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20-05-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 2/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης την από 05-03-2012 αγωγή εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νοσοκομείου, στην οποία εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δύο ακινήτων, που βρίσκονται στη Μυτιλήνη, στη θέση "Κάτω Χάλικας" (όπισθεν του εναγομένου) έκτασης 2.497,31 τ.μ. και 2.372,61 τ.μ., αντίστοιχα, τη συγκυριότητα δε αυτών απέκτησαν τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο. Ότι, με την με αρ. 1098815/5684/0010 ΚΥΑ των Υπουργών Υγείας Πρόνοιας και Οικονομικών κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 11.545 τ.μ. για τις ανάγκες του εναγόμενου νοσοκομείου, η οποία (απαλλοτρίωση) περιλάμβανε μέρος των ως άνω ακινήτων τους και συγκεκριμένα ένα τμήμα έκτασης 1.569 τ.μ., που βρίσκεται στη νότια πλευρά. Ότι μετά το πέρας της απαλλοτρίωσης, στις αρχές του έτους 2005, διαπίστωσαν ότι το εναγόμενο, κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα, καθ' υπέρβαση των ορίων της απαλλοτρίωσης, τμήματα των ως άνω ακινήτων και συγκεκριμένα από το πρώτο ακίνητο έκταση 599,25 τ.μ. και από το δεύτερο 1.322,83 τ.μ., ήτοι συνολική έκταση 1.922,08 τ.μ., αρνούμενο έκτοτε να τους τα αποδώσει. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν α) να αναγνωριστούν συγκύριοι, τόσο οι ίδιοι όσο και αδελφός τους Π. Μ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των επιδίκων τμημάτων, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους αποδώσει τα επίδικα τμήματα και να επαναφέρει με δικές του δαπάνες τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, γ) επικουρικά και σε περίπτωση που είναι ανέφικτη η απόδοση των ως άνω καταληφθέντων τμημάτων, συνολικής έκτασης 1.922,08 τ.μ., να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει ως αποζημίωση σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 64.069 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας των καταληφθέντων τμημάτων, η οποία (αξία) ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 192.208 ευρώ (100 ευρώ/τ.μ. X 1.922,08 τ.μ.), κατά το χρόνο κατάληψης, άλλως και όλως επικουρικώς, να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δ) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 2.800 ευρώ, ως ωφελήματα που απέκτησε μέσω της αποκλειστικής χρήσης των επιδίκων. Η αγωγή δικάστηκε, αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 354/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 483/2018 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων στην απόφαση εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 555,98 τ.μ. και 1.043,45 τ.μ. και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν των εναγόντων το ποσό των 37.320 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των επίδικων εδαφικών τμημάτων. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με την εν λόγω απόφαση, έγιναν δεκτές, τυπικά και κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας των εδαφικών τμημάτων που περιγράφονται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και συγκεκριμένα τμήματος εμβαδού 617,46 τ.μ. από το πρώτο ακίνητο και τμήματος εμβαδού 1.127,03 τ.μ. από το δεύτερο, ήτοι συνολικής έκτασης 1.744,49 τ.μ. και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσόν των 34889,80 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των επίδικων εδαφικών τμημάτων και το ποσό των 2.240€ ως ωφελήματα, ήτοι συνολικά 37.129,80€. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετουμένου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2017), κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 384/2019, ΑΠ 927/2018, ΑΠ 983/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας, συνολικής έκτασης 1.922,08 τ.μ. (αποτελουμένης από μερικότερα εδαφικά τμήματα) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να τους την αποδώσει και επικουρικά σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης αυτής να καταβάλει, σε καθένα από αυτούς, ως αποζημίωση το ποσόν των 64.069 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου συνολικής έκτασης 1.744,49 τ.μ. και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσόν των 34.889,80 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της εν λόγω έκτασης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους μικρότερης εν συνόλω έκτασης από την αιτούμενη και επιδίκασε σε αυτούς μικρότερη από την αιτηθείσα αποζημίωση, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον των αιτηθέντων και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019 ).
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο και το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενο αντιφατικότητα των αιτιολογιών αυτής. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που κατ' αυτό φέρονται εκ πλαγίου παραβιασθείσες, ενώ εξάλλου αναφέρει τελείως αποσπασματικά τις παραδοχές του δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 368 370,372,376,377, 379, ...,383, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ, ελεύθερα εκτιμώνται από το δικαστήριο και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από όλες τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο η πραγματογνωμοσύνη, όσο και οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων εκτιμώνται ελεύθερα, από το δικαστήριο. Η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου (όπως και των τεχνικών εκθέσεων) δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και συνεπώς δεν ελέγχεται με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 179/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το νοηματικά πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της προκείμενης υπόθεση δεν εκτίμησε δεόντως τις τεχνικές εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών Κ. Α. και Θ. Δ., εκ των οποίων η μεν πρώτη θα έπρεπε (κατά το αναιρεσείον) να εκτιμηθεί ελεύθερα από το Δικαστήριο, ενώ η δεύτερη ως πραγματογνωμοσύνη. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους τεχνικών εκθέσεων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ενώ το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4445/2016), σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αίτησης αναίρεσης και, για το λόγο αυτό, δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-05-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ