Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1803 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1803/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Β. Γ. του Κ. χας Κ. Γ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Μ. Κ. Γ., κατοίκου ..., 2) Π. Κ. Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. Γ., κατοίκου ..., 4) Π. Κ. Γ., κατοίκου ..., ατομικά ο καθένας για τον εαυτό του και ως καθολικών και μοναδικών κληρονόμων, του κατά την ...-2022, αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Κ. Μ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παππά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου-καθ'ου η κλήση: Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Χατζημωυσιάδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Κ. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2017 του ίδιου δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, 16/2019 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 14/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικός αναιρεσείων, με την από 14-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη δικάσιμο της 7-12-2022, ζητήθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι υπεισελθόντες στην θέση του αρχικού αναιρεσείοντος, με την από 12-5-2023 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομιάς τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (ΑΠ 41/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, Κ. Γ. του Μ., απεβίωσε στις ...-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά της 14/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που κατατέθηκε στις 15-06-2021 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, σύζυγο και τέκνα του: 1. Β. Γ., χήρα Κ. Γ., 2. Π. Γ. του Κ., 3. Α. Γ. του Κ. , 4. Π. Γ. του Κ. και 5. Μ. Γ. του Κ. (βλ. αντίγραφα της από ...-2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Καρδίτσας, του από ...-2022 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Καρδίτσας, των πιστοποιητικών περί μη δημοσίευσης διαθήκης των Πρωτοδικείων Καρδίτσας και Αθηνών και των πιστοποιητικών περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Καρδίτσας). Ο θάνατος του αναιρεσείοντος, ως λόγος βίαιης ως προς αυτόν διακοπής της δίκης (άρθρα 286 περ. α, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Κούρτη, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά την αρχική δικάσιμο της 07-12-2022, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ' αριθμ. ΠΡ 57/2022 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια με την από 12-05-2023 κλήση επανέφεραν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, οι ανωτέρω μοναδικοί κληρονόμοι του. Οι τελευταίοι παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενοι στη δικονομική θέση του δικαιοπαρόχου τους, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από 14-04-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ. 14/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 15-10-2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 16/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 22-09-2016 αγωγή του για την αναγνώριση της ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, του αναφερομένου σε αυτήν πωλητηρίου συμβολαίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), ενώ ο αναρεσείων κατέβαλε το οριζόμενο με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ. παράβολο για την άσκηση αυτής. Μετά ταύτα, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή κατ' άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
1. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα (όπως εκτίθενται στο σχετικό λόγο) και τα προκύπτοντα από αυτά πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της αγωγής του περί ακυρότητας λόγω εικονικότητας της επίμαχης δικιαοπραξίας. Ο υπό κρίση λόγος έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά αποδεικτικά μέσα-έγγραφα και το περιεχόμενό τους- καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά και από την αξιολόγηση του περιεχομένου τους και δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) τον πίνακα που συνέταξε ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο σημειώνει ο ίδιος ότι πλήρωσε συνολικά με δικά του χρήματα 500 ευρώ, 2) φωτοαντίγραφα (82) αποδείξεων πληρωμής των δόσεων του δανείου, 3) την με χρονολογία 04-08-2011 επιστολή του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, Κλεάνθη Συργιάνη, 4) το με χρονολογία 11-04-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και σωρευτικής αναδοχής χρέους, 5) την με χρονολογία 28-11-2014 επιστολή του αναιρεσιβλήτου, 6) την κοινοποιηθείσα στον αναιρεσίβλητο την ...-2015, με την υπ'αριθμ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Καρδίτσας Π. Λ., με χρονολογία ...-2015 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία, Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π.1711/2008, 325/2007). Τέλος, κατά ο άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περιεχομένη στις κατατεθείσες στις 05-10-2018 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον υπό τα περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν υφίσταται δικαστική ομολογία υπό την ρηθείσα έννοια και το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου (αρνητικούς της αγωγής) δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που του αποδίδεται. Επίσης, σε περίπτωση μη αμφισβήτησης πραγματικού ισχυρισμού εναπόκειται στο ουσιαστικό δικαστήριο να κρίνει εάν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, εν προκειμένω δε το Εφετείο δεν εδέχθη την συναγωγή ομολογίας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου.
3. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων. Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ... και ...-2017 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον της Συμβ/φου Καρδίτσας Α. Λ. - Κ., σχετικά με τη δύναμη αυτών ως αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια, ενώ κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της παραβίασης αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
4. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ12/2016, Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για την πληρότητα των άνω από τους αριθμούς 1α'και 19 λόγους πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2020, ΑΠ1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 517/2021, ΑΠ1373/2019, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 1305/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, την απόφαση του οποίου αναιρεσιβάλλει, διότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν. Επίσης, δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο εκφραζόταν η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ήτοι η μεταβίβαση του αναφερομένου σε αυτό ακινήτου από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο, λόγω πώλησης, παρά μόνο, περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές αυτής, που, όμως, δεν αρκούν.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείντα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι καλούντες (υπεισελθόντες στη θέση του αναιρεσείοντος), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-04-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους καλούντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ