ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1804/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1804/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1804/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1804 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1804/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., αμφοτέρων ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ε. Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού αναιρεσείοντα Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηχιώτη-Κακολίρη, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κυριακίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2019 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αναιρεσείων με την από 8-7-2022 αίτησή του η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 7-2-2024 κατά την οποία επήλθε η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, με την από 7-3-2024 κλήση, των υπεισελθόντων στην θέση του αρχικώς αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομιάς τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (ΑΠ 41/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, Κ. Χ. του Ν., απεβίωσε στις ...-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά της 34/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκάνησου, που κατατέθηκε στις 13-07-2022 και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης (ως προς το ποσοστό συγκυριότητας του στο επίδικο ακίνητο) από την Ε. Χ. Κ. του Ι. (γεννηθείσα στις ...-2010), νόμιμα εκπροσωπουμένη από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της, Ι. Κ. του Α. και Σ. Χ. του Ν. (βλ. αντίγραφο της υπ' αριθμ. .../2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Καρπάθου και υπ' αριθμ. ...-2020 δημόσια διαθήκη του αναιρεσείοντος δημοσιευθείσα στις ...-2023 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου με τα υπ' αριθμ. 5/2023 πρακτικά). Ο θάνατος του αναιρεσείοντος, ως λόγος βίαιης ως προς αυτόν διακοπής της δίκης (άρθρα 286 περ. α, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Μηχιώτη - Κακολίρη, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά την αρχική δικάσιμο της 07-02-2024, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ' αριθμ. ΠΡ 15/2024 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια με την από 07-03-2024 κλήση επανέφεραν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, οι ανωτέρω. Οι τελευταίοι παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, καθόσον η υπό αυτούς εκπροσωπούμενη ανήλικη κόρη τους, υπεισήλθε στη δικονομική θέση του δικαιοπαρόχου της, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από 08-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ. 34/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 24-09-2020 έφεσης του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) που δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 409/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία είχε απορρίψει ως αόριστη (κατά την κύρια και επικουρική βάση της) την από 02-04-2019 αγωγή του, αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), ενώ ο αναρεσείων κατέβαλε το οριζόμενο με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ. παράβολο για την άσκηση αυτής. Μετά ταύτα, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή κατ' άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. 1. Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198, και 1199 Α.Κ. προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφ' όσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Από τις διατάξεις αυτές και ενόψει των ορισμών των άρθρων 1094 Α.Κ. και 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η διεκδικητική ακινήτου αγωγή (ή η αναγνωριστική κυριότητας), στην περίπτωση που η κτήση της κυριότητας του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της όσον και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη πλην άλλων και η εκ μέρους του ενάγοντος γενόμενη και από δημόσιο έγγραφο προκύπτουσα αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της σχετικής περί αποδοχής δήλωσής του ή το κληρονομητήριο, χωρίς να απαιτείται και η αναφορά του τόμου και των λοιπών στοιχείων της μεταγραφής, των οποίων η απόδειξη μπορεί να γίνει κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής με την προσκόμιση των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, καθώς και μόνη η ιδιότητα του κληρονομουμένου ως κυρίου του ακινήτου, χωρίς περαιτέρω καθορισμό του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τον τελευταίο, εκτός αν η κυριότητα του αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε απαιτείται να αναφέρονται, είτε στην αγωγή καθ' υποφοράν είτε στις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζήτησης κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 εδβ Κ.Πολ.Δ.) τα παραγωγικά της κυριότητας του ή των δικαιοπαρόχων του γεγονότα ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης μέχρι την πρωτότυπη κτήση, όπως είναι συνήθως η έκτακτη χρησικτησία, για την οποία πρέπει να έχει συμπληρωθεί, κατά μεν το προϊσχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, τριακονταετής καλόπιστη νομή, κατά δε τον ήδη ισχύοντα από 23-2-1946 Αστικό Κώδικα, εικοσαετής απλώς νομή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου (άμεσου ή και απώτερου) του ενάγοντος. Τις πράξεις νομής πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, να αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 1088/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου μετά της επ' αυτού οικίας στην περιοχή "Πιτίνι" του Δήμου Σύμης, όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται στην αγωγή και εμφανίζεται στο συνημμένο σε αυτήν απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος. Ότι απέκτησε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1954 πατέρα του, δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα, καθώς και ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με τον ίδιο τρόπο και για την ίδια αιτία από τη μητέρα του. Ότι το ακίνητο αυτό ανήκε πάντοτε στον πατέρα του, ο οποίος περί τα έτη 1930-1935 ξεκίνησε την κατασκευή πετρόχτιστης οικίας, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε λόγω μετανάστευσης, έκτοτε δε η κατάστασή του παρέμεινε αμετάβλητη, ήτοι χωρίς περίφραξη, πόρτες και παράθυρα. Ότι από την περιέλευσή του στον ίδιο (κατά το ως άνω ποσοστό) και στον αδελφό του, επισκέπτεται κάθε χρόνο και περιποιείται το ακίνητο, το τοπογραφεί, συντηρεί τα οροθέσια και το προστατεύει από καταπατητές. Ότι έχει τη συννομή του ακινήτου συνεχώς και αδιαλείπτως από την κτήση της από τον ίδιο, ενώ προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, το δικαίωμά του ανάγεται σε χρόνο άνω της εκατονταετίας. Ότι κατά την κτηματογράφηση του Δήμου Σύμης η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αυθαίρετα δήλωσε το παραπάνω ακίνητο ως ιδιοκτησία της, το οποίο έχει καταχωρηθεί ως τέτοιο με την αρχική εγγραφή κατά ποσοστό 100%, η δε εγγραφή αυτή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητάς του.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του κατά ποσοστό 50% (όπως το αίτημά του παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις του) στο επίδικο ακίνητο και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή που αφορά σε αυτό, ώστε να εγγραφεί ο ίδιος ως συγκύριος του ακινήτου κατά το παραπάνω ποσοστό με αιτία κτήσης την κληρονομική διαδοχή, άλλως την έκτακτη χρησικτησία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 409/2020 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη τόσο ως προς την κύρια (παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας) όσο και ως προς την επικουρική (πρωτότυπος τρόπος) βάση αυτής. Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου επιλαμβανόμενο έφεσης του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) εξέδωσε την προσβαλλομένη 34/2022 απόφαση του, με την οποία το μεν επικυρώθηκε η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά την κύρια βάση της, το δε εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της (παράγωγος τρόπος, κληρονομική διαδοχή), δεν είναι νομικά επαρκής, κατά το μέρος που θεμελιώνεται η αγωγική αξίωση στην κληρονομία των γονέων του ενάγοντος. Από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι αυτή ρητώς αμφισβήτησε την κυριότητα των αμέσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.

Παρά την αμφισβήτηση αυτή, που συνιστά ουσιώδες ζήτημα συναρτώμενο με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του ενάγοντος, στον οποίο και στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ο τελευταίος δεν προέβη, ως όφειλε, με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στη συμπλήρωση της αγωγής, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου οι δικαιοπάροχοί του φθάνοντας μέχρι τον πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, στο δικόγραφο της αγωγής αλλά και αυτά των προτάσεων και της προσθήκης αυτών, δεν γίνεται μνεία καμίας συγκεκριμένης πράξης νομής από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος. Η γενικόλογη αναφορά ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε της οικογένειας του, ότι οι γονείς του νέμονταν και κατείχαν το ακίνητο προ του έτους 1930, ότι ουδέποτε αυτός και η οικογένειά του αποξενώθηκαν από το επίδικο ακίνητο, ότι αυτό ανοικοδομήθηκε από την οικογένειά του, ότι επιβλεπόταν, κατά το χρόνο της απουσίας του από τους συγγενείς του, δεν αρκεί. Έτσι η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και στους οποίους θεμελιωνόταν η ένδικη αξίωση του ενάγοντος.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ.1 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ., σχετικός με τις παραπάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

2. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 472/2017).

Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές. Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύονται στο δικόγραφο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, παρά μόνον αποσπασματικά και κατ' επιλογή τoυ αναιρεσείοντος και συνεπώς είναι αόριστος, αφετέρου δε, καθόσον οι αιτιάσεις του, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, ο προβαλλόμενος λόγος ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, ότι δηλαδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση, μάλιστα, μόνο τα μνημονευόμενα από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα και τα δικά του επιχειρήματα. Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τον άνω λόγο πλημμέλεια, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρεί ως αληθινά ο αναιρεσείων.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν η καλούσα (υπεισελθούσα στη θέση του αναιρεσείοντος), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08-07-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την καλούσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή