Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1805 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1805/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. συζ. Η. Ζ., το γένος Ι. και Θ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Υφαντή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Ε. και της Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Μεράντζα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη, με αρ. καταθ. 6/7-9-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 51/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 9/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άρτας με την οποία έγινε δεκτή η από 9-11-2016 αγωγή διατάραξης νομής επί ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 7-9-2021, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης στις 8-7-2021, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 και 147 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α', 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: α) για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ' ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής. Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού (ΑΠ 1420/2003). Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι (ΑΠ 1025/02). Η νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή (ΑΠ 1260/98). Η διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος. Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ' αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 95/2019, ΑΠ 1717/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης καθώς και του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου (που είναι ταυτόσημοι με τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1810/2024, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 472/2017).
Περαιτέρω η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί τον εκ του αρ. 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σχ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικό ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 828/2017).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016). Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017). Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1376/2011). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχος του αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 156/2017). Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008).
3.-Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση με το πρώτο σκέλος αυτού, η πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (κατ ορθή υπαγωγή του επικαλουμένου λόγου του αρ. 19 του 559 ΚΠολΔ), της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 980, 981, 982, 984, 987 και 989 του ΑΚ περί νομής και προστασίας αυτής από διατάραξη και αποβολή, λόγω έλλειψης αιτιολογίας άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την παραδοχή ότι νομέας του επιδίκου ακινήτου είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, υπό τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, τα οποία αν εκτιμούσε ορθά θα κατέληγε σε παραδοχή της έφεσής της και με το δεύτερο σκέλος του, η πλημμέλεια εκ του αρ. 1β του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 1β του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα), της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί νομής, ως προς τις παραδοχές ότι από τη σύνταξη του με αρ. 442/1962 προικοσυμφώνου και μετά, οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου και από το 1986 ο ίδιος, ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου έως την διατάραξη αυτής από την αναιρεσείουσα το 2016. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του της εκ του αρ. 1β του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αίτησης ποιά διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν κατά την ερμηνεία των άρθρων 974, 980, 981, 982, 984, 987 και 989 του ΑΚ , σε τι συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα κοινής πείρας επίσης υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αναιρεσείουσα αναφέρεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για τις πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αληθώς δε από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων άρθρων 974, 980, 981, 982, 984, 987 και 989 του ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν αυτό. Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του της εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας είναι απαράδεκτος, διότι αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δίκασαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: " Το επίδικο τμήμα εμβαδού 727 τ.μ. αποτελεί τμήμα του υπ' αριθ. 82 οικοπέδου του με αριθ. 4 Ο.Τ. της διανομής του συνοικισμού Αγίου Σπυρίδωνος Άρτας και συνορεύει γύρωθεν και βόρεια με ιδιοκτησία Θ. Ζ., νότια με ιδιοκτησία Χ. & Κ. Ζ., ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγοντος (ήδη εφεσίβλητου) και πέραν αυτής (ανατολικά) με δημοτική οδό, δυτικά δε με δημοτική οδό (όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α- Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α-Μ-Α και στο από μηνός Αυγούστου 2012 τοπ. διάγραμμα του τοπογράφου - μηχ/κού Β. I. Δ.). Το επίδικο τμήμα αποτελεί - όπως προαναφέρθηκε - τμήμα μείζονος ακινήτου και δη του υπ' αριθ. 82 οικοπέδου του με αριθ. 4 Ο.Τ. της διανομής του συνοικισμού Αγίου Σπυρίδωνος Άρτας, έκτασης τριών (3) περίπου στρεμμάτων, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του προπάππου του ενάγοντος - Θ. Ζ. του Α. (παππού της εναγομένης - ήδη δε εκκαλούσας) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1954 τίτλου του Υπ. Γεωργίας (Δ/νσης Εποικισμού), νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας (στον τόμο "Δ' δις" & με α/α "438"), εκδόθηκε δε βάσει της υπ' αριθ. 62/28 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Άρτας. Το εν λόγω ακίνητο (οικοπεδικός κλήρος) έκτασης τριών (3) περίπου στρεμμάτων, ο αρχικός κληρούχος - Θ. Α. Ζ. διένειμε στους υιούς του Σ., Γ. & στην θυγατέρα του τρίτου υιού του Ι. (εγγονή του - μητέρα ενάγοντας), κατανέμοντάς το σε τρία (3) διαιρετά τμήματα του ενός (1) στρέμματος το καθένα (τμήμα). Ειδικότερα δε δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1962 προικοσυμφώνου του εκτελούντος χρέη συμβ/φου Ειρηνοδίκη Θεσπρωτικού Σ. Π. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας (στον τόμο "Ε' δις" & με α/α "420"), μεταβίβασε (δώρησε χάριν προικός) κατά ψιλή κυριότητα ένα (1) στρέμμα και δη το μεσαίο από το προαναφερόμενο ακίνητο στην εγγονή του - μητέρα του ενάγοντος Δ. (ή Δ.) Ζ. και κατ' επικαρπία στον πατέρα του ενάγοντος Ε. Π. Δ.- εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1969 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβ/φου Φιλιππιάδας Γ. Α. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας (στον τόμο "31" & με αριθ. "17"), μεταβίβασε ένα (1) στρέμμα και δη το βόρειο τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου στον υιό του Σ. Ζ. και δυνάμει του υπ' αριθ. 12690/7-11-1969 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του ίδιου ως άνω Συμβ/φου, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθ/κείου (στον τόμο "31" & με αριθ. "18"), μεταβίβασε το υπόλοιπο ένα (1) στρέμμα και δη το νότιο τμήμα του παραπάνω ακινήτου στον υιό του Γ. Ζ.
Περαιτέρω δε αποδεικνύεται ότι από τότε που το εν λόγω διαιρετό τμήμα του ενός (1) στρέμματος - μεσαίο τμήμα του προαναφερόμενου μείζονος έκτασης ακινήτου (οικοπεδικού κλήρου) - περιήλθε στους γονείς του ενάγοντος (εφεσίβλητου) και δη από τον 10° /1962 (βάσει του άνω προικοσυμφώνου), ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του και δη κατασκεύασαν καινούργια - καθόσον προϋπήρχε παλαιό - οικία, τσιμεντόστρωσαν την αυλή, είχαν στάβλο μέσα σ' αυτό (ακίνητο) και στο επίδικο τμήμα (εμβαδού 727 τ.μ.) φύτευσαν δένδρα - κηπευτικά, το οποίο καλλιεργούσαν ως κήπο, εν συνεχεία δε μετά του υιού τους - ενάγοντος επέκτειναν την υφιστάμενη παλαιά πέτρινη οικία. Περί το 1985-1986, όταν ο ενάγων τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία, η μητέρα του Δ. Ζ. (πλέον αποκλειστική κυρία του αυτού ακινήτου, δοθέντος ότι μετά την εφαρμογή του ν. 1329/1983 καταργήθηκε ο θεσμός της προίκας και τα προικώα αποδόθηκαν κατά πλήρη κυριότητα - νομή & κατοχή στις συζύγους) μεταβίβασε σ' αυτόν (υιό της) άτυπα το προαναφερόμενο ακίνητο του ενός (1) στρέμματος - συμπεριλαμβανομένου του επίδικου τμήματος (που αποτελεί τον κήπο εν λόγω διαιρετού τμήματος - οικοπέδου), από τότε δε ο τελευταίος (ενάγων) ασκεί σ' αυτό (ακίνητο) - εν συνεχεία των δικαιοπαρόχων του - πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν ειδικότερα δε κατοικεί στην οικία που υφίσταται εντός αυτού (ακινήτου) και στο παρελθόν διατηρούσε αρτοποιείο στο ισόγειο αυτής (οικίας), στο δε επίδικο τμήμα (εμβαδού 727 τ.μ.) καλλιεργεί κήπο, φύτεψε εσπεριδοειδή, τοποθέτησε καινούργια περίφραξη και κατασκεύασε γύρωθεν του κήπου του (επίδικου τμήματος) αποστραγγιστικό αύλακα (με έξοδα δικά του και του θείου του - όμορου ιδιοκτήτη - Θ. Ζ. του Γ. που τυγχάνει και ανεψιός της εναγομένης). Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, την 4-7-2016, η εναγομένη - εντελώς αυθαίρετα - παράνομα - προκάλεσε ζημίες στο επίδικο τμήμα, αφού προέβη στην εκρίζωση των κολοκυθιών που είχε φυτέψει ο ενάγων σ' αυτό, διαταράσσοντας έτσι τη νομή του επ' αυτού (επίδικου τμήματος - κήπου). Μετά από αυτά, ο ενάγων (τότε αιτών) άσκησε κατά της εναγομένης (τότε καθ' ης) - ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας - την από 5-7-2016 & με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ...-2016 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων περί προστασίας της νομής του επί του αυτού τμήματος, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 11/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και αναγνώρισε τον ενάγοντα (τότε δε αιτούντα) προσωρινό νομέα του επίδικου τμήματος· κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη (τότε καθ' ης) άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 88/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η αίτηση απερρίφθη για νομικούς λόγους.
Εξάλλου, την τελευταία 5ετία (πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής), η εναγομένη (με την συνδρομή του συζύγου της) προσέλαβε επανειλημμένος τη νομή του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα (κήπο), μάλιστα δε επί προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής - κατόπιν άσκησης της από 20-7-2015 & με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 43/21-7-2015 αίτησης της εναγομένης (ήδη δε εκκαλούσας - τότε απούσας) κατά του ενάγοντος (τότε καθ' ου), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας, περί προσβολής της νομής της επί του επίδικου τμήματος - εξεδόθη η υπ' αριθ. 31/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η αίτηση της τότε απούσας (εναγομένης) και έγινε δεκτή η ασκηθείσα προφορικά ανταίτηση του ενάγοντος (τότε ανταπούντος), με την αναγνωρίστηκε αυτός προσωρινά νομέα του επιδίκου- κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη (τότε απούσα - καθ' ης η ανταίτηση) άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 121/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απερρίφθησαν αίτηση & ανταίτηση για νομικούς λόγους. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται σαφώς και ανενδοιάστως από το υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου - δεόντως εκτιμώμενο και σταθμιζόμενο - αποδεικτικό υλικό και δη (μεταξύ άλλων) από τα συμβ/κά έγγραφα (τίτλους) μετά των επισκοπούμενων φωτογραφιών, όπου εμφαίνεται το ακίνητο του ενάγοντος και το επίδικο τμήμα (κήπος), σε συνδ. με τις επ' ακροατηρίω καταθέσεις του Θ. Γ. Ζ. (θείου του ενάγοντος & ανεψιού της εναγομένης) που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ανταπόδειξης & απόδειξης αντίστοιχα στις προρρηθείσες δίκες ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί των οποίων εξεδόθησαν οι άνω αντίστοιχες υπ' αριθ. 31/2015 & 11/2016 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Άρτας (σ. οι καταθέσεις αυτές χρησιμεύουν εν προκειμένω ως δικαστικά τεκμήρια). Ειδικότερα ο εν λόγω μάρτυρας (που τυγχάνει συγγενής αμφοτέρων των πλευρών), με σαφήνεια και πληρότητα, βεβαίωσε την εν συνεχεία των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από πλευράς του τελευταίου (ενάγοντος) και την μη άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από την εναγομένη, καθώς και ότι αυτή προσέλαβε τη νομή του ενάγοντος στο επίδικο κατά τους προαναφερόμενους χρόνους (βλ. τα υπ' αριθ. 31/2015 & 11/2016 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Άρτας). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο τμήμα (εμβαδού 727 τ.μ.) ανήκει στην αναμφισβήτητη νομή και κατοχή του ενάγοντος, επιρρωνύεται και από τα όσα καταθέτει ο Κ. Γ. του Ε. (κάτοικος/γείτονας - γνώστης της περιοχής) στην υπ' αριθ. ...-2015 ένορκη βεβαίωσή του (δοθείσα νόμιμα στα πλαίσια της 1ης δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 31/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας). Η πλευρά της εναγομένης (εκκαλούσας) διατείνεται ότι ο πατέρας της - Ι. Ζ. του Θ. (πατέρας και της μητρός του ενάγοντος) κατέστη κύριος της μείζονος έκτασης του ενός (1) στρέμματος, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (727 τ.μ.), αφού από το έτος 1950, κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα του - Θ. Α. Ζ., είχε εγκατασταθεί σ' αυτό και εν συνεχεία παραχώρησε ατύπως - προς αποκατάστασή της λόγω σύναψης γάμου - στην μητέρα του ενάγοντος - Δ. Ζ. εδαφικό τμήμα αυτού εμβαδού 300 τ.μ. (μετά της παλαιός οικίας), συνεχίζοντας ο ίδιος να νέμεται μέχρι τον θάνατο του - που επήλθε το έτος 1977 - το υπόλοιπο επίδικο τμήμα, διαμένοντας στην οικία που είχε κατασκευάσει πλησίον του επιδίκου και καλλιεργώντας το επίδικο και μετά τον θάνατο της μητρός της - που επήλθε το έτος 2002 - το νέμεται αποκλειστικό η ίδια κατά ρητή επιθυμία του πατρός της (Ι. Ζ.), την οποία σεβάστηκαν ο ενάγων και η αδελφή του Θ. Ε. Δ., που υπεισήλθαν μετ' αυτής (εναγομένης) ως μοναδικοί κληρονόμοι στην περιουσία που τους κατέλειπαν οι ανωτέρω. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης τυγχάνει καταφανώς αστήρικτος και συνακόλουθα απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε κάτι τέτοιο- αντιθέτως αποδείχθηκε ότι με το προαναφερθέν προικοσύμφωνο (...-1962) μεταβιβάστηκε στην μητέρα του ενάγοντος το μεσαίο διαιρετό τμήμα - ακίνητο (οικόπεδο) έκτασης ενός (1) στρέμματος, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (εμβαδού 727 τ.μ.), ενώ τα λοιπά εναπομείναντα δύο (2) στρέμματα μεταβιβάσθηκαν στους αδελφούς της μητρός του ενάγοντος - Σ. & Γ. Ζ., όπως εκτίθεται παραπάνω μάλιστα δε στο εν λόγω προικοσύμφωνο, ο Ι. Ζ. του Θ. - πατέρας της εναγομένης και της μητρός του ενάγοντος - ως εκ τρίτος συμβαλλόμενος, παραιτήθηκε παντός δικαιώματος του επ' αυτού, δηλώνοντας επί λέξει ότι"... συναινεί εις την εκ μέρους του πατρός του προς την θυγατέραν του Δ. σύστασιν της ανωτέρω προικός και της προς αυτήν μεταβίβασιν της κυριότητας, νομής και κατοχής του ανωτέρω περιγραφόμενου αγρού και του ωσάνω οικοπέδου. Δέχεται όπως η ανωτέρω θυγάτηρ του έχει εις την αποκλειστικήν χρήσιν και κατοχήν της την εις το μεσαίον τμήμα του ανωτέρω περιγραφομένου οικοπέδου υπάρχουσαν οικίαν, την οποία έκτισεν δαπάναις του και παραιτείται υπέρ αυτής παντός εν γένει δικαιώματος του επί του ανωτέρω αγρού και επί της ως άνω οικίας" (βλ. το υπ' αριθ. ...-1962 προικοσύμφωνο/σελ. 3).
Συνεπώς από την εν λόγω συναίνεση - παραίτηση του πατρός της εναγομένης από κάθε δικαίωμά του επί του επίμαχου διαιρετού τμήματος του ενός (1) στρέμματος υπέρ της έτερης θυγατέρας του - μητρός του ενάγοντας (έχοντας πλήρη επίγνωση περί τούτου) καταρρίπτονται οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης περί παραχώρησης στην αδελφή της - μητέρα του ενάγοντας μόνο των 300 τ.μ. και περί επιθυμίας του πατρός τους να περιέλθει σ' αυτήν το επίδικο τμήμα μετά τον θάνατο του- επίσης δεν αποδείχθηκε ούτε το γεγονός ότι αυτή εγκαταστάθηκε - έστω με δική της μόνο θέληση - το έτος 1997 στο επίδικο, καθόσον - όπως προαναφέρθηκε - από το έτος 1962 τη νομή στο τμήμα των 727 τ.μ. (επίδικο) ασκούσαν οι γονείς του ενάγοντας, καλλιεργώντας το ως κήπο σε συνέχεια της τσιμεντοστρωμένης αυλής τους και από το έτος 1986 το φροντίζει - νέμεται ο υιός τους ενάγων.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο (κήπος) ήταν οι διαταρακτικές πράξεις σε βάρος της νομής του ενάγοντας, στις οποίες προέβαινε η εναγομένη (με τη συνδρομή του συζύγου της) και τις οποίες απέτρεπε κάθε φορά ο ενάγων, προστατεύοντας το αυτό τμήμα (επίδικο) ως τμήμα του ακινήτου του. Κατά συνέπεια, τα όσα καταθέτει η μάρτυρας ανταπόδειξης (Α. Τ. του Σ.) στην υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωσή της (ληφθείσα νόμιμα στα πλαίσια της αυτής δίκης), τα οποία είχε υποστηρίξει και επ' ακροατηρίω ως μάρτυρας ανταπόδειξης στην δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 11/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, δεν κρίνονται πειστικά (ανακρούονται από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό σε συνδ. με τα διδάγματα της κοινής πείρας) και δη μεταξύ άλλων ότι η ίδια καλλιεργούσε το επίδικο και εργαζόταν σ' αυτό, διότι σε άλλο σημείο των όσων υποστηρίζει στις καταθέσεις της, αναφέρει ότι η εναγομένη και ο σύζυγος της φρόντιζαν και καλλιεργούσαν το επίδικο, επιπλέον δε - κατά την κρίση του Δικαστηρίου - δεν προέκυψε κάποιος σοβαρός λόγος να προσλαμβάνεται η εν λόγω μάρτυρας (ανταπόδειξης) και μάλιστα επ' αμοιβή, αφού η εναγόμενη μπορούσε με τον σύζυγο της να το φροντίσει, όπως μη πειστική τυγχάνει η κατάθεσή της περί του ότι ο σύζυγος της εναγομένης πότιζε το επίδικο με βαρέλια γεμάτα νερό που κουβαλούσε με το τρακτέρ, λαμβανομένου υπόψη ότι το ακίνητο της εναγομένης απέχει τουλάχιστον περί τα 300 μ. από το επίδικο (σ. όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φωτογραφικού υλικού, η μοναδική πηγή ύδρευσης πλησίον του επίδικου είναι η βρύση με λάστιχο που βρίσκεται στην τσιμεντοστρωμένη αυλή του ενάγοντος σε επαφή με το επίδικο τμήμα, από την οποία βρύση και το ποτίζει). Ομοίως και η επ' ακροατηρίω κατάθεση του συζύγου της εναγομένης, που δόθηκε στα πλαίσια προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 31/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, κρίνεται μη πειστική, διότι η κατάθεσή του δεν συμπορευόταν με τους τότε ισχυρισμούς της εναγομένης συζύγου του (τότε αιτούσας - καθ' ης η ανταίτηση), διότι ενώ η τότε αιτούσα (εναγομένη) υποστήριζε ότι ήταν συννομέας στο επίδικο, αυτός κατέθεσε ότι αυτή ήταν νομέας στο επίδικο και βεβαίωνε επί λέξει "... εμείς είμαστε στο επίδικο 25 χρόνια ... η αιτούσα το έχει από τους γονείς της ... Η γυναίκα μου είναι η νόμιμη κληρονόμος ... Τα τελευταία 4-5 χρόνια το φυτεύαμε με μαρούλια, καμπρολάχανα, κολοκυθάκια κ.α. ... Υπάρχει προικοσύμφωνο στην εγγονή του, αλλά το χωράφι είναι της γυναίκας μου ... Από το έτος 2014 άρχισε να κλαδεύει τα δέντρα η γυναίκα μου ..." (βλ. τα υπ' αριθ. 31/2015 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Άρτας).
Εξάλλου, η επικαλούμενη ως άνω άτυπη παραχώρηση του Θ. Α. Ζ. προς τον υιό του Ι. Ζ. δεν επικυρώνεται με το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ...-1961 δημόσιας διαθήκης του πρώτου (Θ. Ζ.), που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβ/φου Φιλιππιάδας Γ. Α. Τ. και που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. ...-1979 πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη (με τις προτάσεις της)· Ειδικότερα ο Θ. Ζ. (αποβιώσας το έτος 1971) με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη του (...- 1961) εγκατέστησε κληρονόμους τα εκ του νομίμου γάμου του τέκνα του Ι., Σ., Γ., Ε., Α. και τον εγγονό του Θ. - υιό του τέκνου του Γ., καθορίζοντας το κληρονομικό δικαίωμα έκαστου αυτών κατά τις εκεί διακρίσεις, καταλείποντας δε στους υιούς του - μεταξύ άλλων - το επίμαχο μείζονος έκτασης των τριών (3) στρεμμάτων ακίνητο (οικοπεδικός κλήρος) εν συνεχεία δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1979 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Φιλιππιάδας Ν. Χ. Τ., νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας (στον τόμο "89" & με αρ. "69"), τα τέκνα του Θ. Ζ. (Ι., Σ., Γ., Ε. & Α.) αποδέχθηκαν την κληρονομιά του μόνον ως προς την έκταση του 1/5 εξ αδιαιρέτου έκαστος του υπ' αριθ. 351 Α' κατηγορίας κληροτεμαχίου - αγρού κείμενου στη θέση "Λουριά" Αγίου Σπυρίδωνος Άρτας έκτασης 25.625 τ.μ., ενώ οι υιοί του (Ι., Σ. & Γ.) δεν αποδέχθηκαν το προαναφερόμενο ακίνητο έκτασης τριών (3) στρεμμάτων, δοθέντος ότι ο πατέρας τους είχε ήδη μεταβιβάσει και διανείμει το αυτό ακίνητο μετά τη σύνταξη της διαθήκης του με τα προαναφερόμενα υπ' αριθ. ...-1962 προικοσύμφωνο, υπ' αριθ. ...-...-1969 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή (κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα)· ακολούθως (αυθημερόν) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1979 προικοσυμφώνου του ίδιου ως άνω Συμβ/φου, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθ/κείου (στον τόμο "89" & με αρ. "70"), ο Ι. και τα αδέλφια του Σ., Γ., Ε. & Α. μεταβίβασαν (χάριν προικός) κατά ψιλή κυριότητα ένα τμήμα του προαναφερόμενου κληροτεμαχίου (351) έκτασης 8.000 τ.μ. στην εναγομένη - θυγατέρα του πρώτου (Ι.) & ανεψιά των λοιπών και κατ' επικαρπία στον σύζυγο της Η. Ζ. του Χ., το οποίο διαιρετό τμήμα - ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1992 συμβολαίου γον. παροχής του Συμβ/φου Φιλιππιάδας Ν. Χ. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας (στον τόμο "191" & με αριθ. "36"), μεταβίβασε στην κόρη της Ε. Ζ. του Η. Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τυγχάνει νομέας του διαιρετού τμήματος (ακινήτου) του ενός (1) στρέμματος, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου εμβαδού 727 τ.μ.". Κατόπιν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974, 980, 981, 982, 984 και 989 του ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους εν λόγω κανόνες ουσιαστικού δικαίου ενώ ορθά δεν εφήρμοσε το άρθρο 987 ΑΚ περί αποβολής από τη νομή κρίνοντας ότι πρόκειται για διατάραξη νομής. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι τo επίδικο ακίνητο των 727 τ.μ., αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου ενός στρέμματος που είχε μεταβιβαστεί στην μητέρα του αναιρεσιβλήτου με το με αρ. 442/1962 νόμιμα μεταγεγραμμένο προικοσύμφωνο, ότι οι γονείς αυτού ασκούσαν πράξεις νομής συνεχώς από το έτος 1962 και ακολούθως τις ίδιες πράξεις νομής, που διαλαμβάνονται λεπτομερώς στην απόφαση, συνέχισε να ασκεί και ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1986 οπότε μεταβιβάστηκε άτυπα σ αυτόν η νομή του έως τις 4-7-2016 που η αναιρεσείουσα διατάραξε τη νομή του, εισερχόμενη αυθαίρετα εντός του ακινήτου και προκαλώντας ζημιές στα κηπευτικά ενώ αυτή από πενταετίας αμφισβητεί τη νομή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου, ισχυριζόμενη ότι η νομή ανήκει στην ίδια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επίσης στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις κατά τα ήδη εκτεθέντα, και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού και ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά καθώς και από τις αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, και η απόφαση έχει επαρκείς χωρίς ελλείψεις και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός της εναγομένης ότι αυτή ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, παρεκτός της αοριστίας τους διότι δεν διαλαμβάνουν τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, υπό τις αιτιάσεις ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που εσφαλμένα δεν έγιναν δεκτές ως αληθείς από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι απαράδεκτοι.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που ο τελευταίος, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του και με δήλωσή του στο ακροατήριο όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης (άρθρα 176,183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2021 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 51/2021 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ