ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1806/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1806/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1806/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1806 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1806/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Δεμερούκα, και κατέθεσε προτάσεις.

Η δικηγόρος Γ. Σ., με τις από 18-3-2025 κατατεθειμένες προτάσεις της, δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την κατατεθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, και ότι την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Γ. Μ. του Σ., 2) Χ. Π. του Γ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ιδία ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2147/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αρχικός αναιρεσείων με την από 14-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 10-10-2023 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκειμένη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 14-4-2022 με αριθμ. καταθ. 3364/52/14-4-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 337/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 4ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το αριθμ. πρωτ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και ορίσθηκε ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο από τον γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων ενώ η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται με ανάρτηση στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων ως και στην κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με την από 14-4-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 337/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε κατ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και απέρριψε κατ ουσίαν την αντέφεση του εναγομένου κατά της με αρ. 2147/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 5-1-2017 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ε. Κ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Π. ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ερεύνησε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως κατ ουσίαν βάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι το τέλος της συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνο με την επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 870/2024, ΑΠ 7...022, ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της συζήτησης και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων Γ. Π. Η συζήτηση της υπόθεσης επισπεύσθηκε από την πληρεξούσια προς τούτο, δυνάμει του με αρ. ...-2022 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ. Κ., δικηγόρο του απολιπομένου αναιρεσείοντος, Γ. Σ., (με αρ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Τ.) (άρθρο 101 ΚΠολΔ). Με τις από 18-3-2025 προτάσεις, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι Γ. Μ. και Χ. Π. δήλωσαν νόμιμα και παραδεκτά, τον επισυμβάντα στις ...-2022 θάνατο του αναιρεσείοντα Γ. Π., συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι ίδιοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, προσκομίζοντας και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα. Για την παράστασή τους στο ακροατήριο υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, κατατέθηκε από 18-3-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από το με αρ. πρωτ. ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, από το με αρ. πρωτ. .../2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ασπροπύργου, από το με αρ. ...-2025 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και τα με αρ. ...-2025 και 7941/17-3-2025 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης κληρονομιάς, προκύπτει ότι ο Γ. Π. απεβίωσε στις ...-2022 χωρίς διαθήκη και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Μ. Γ. του Σ. και το μοναδικό τέκνο του Π. Χ. του Γ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ αυτούς κληρονομιά, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος. Κατόπιν τούτων πρέπει να συνεχισθεί η διακοπείσα, λόγω του θανάτου του αναιρεσείοντος, δίκη με τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Γ. Μ. και Χ. Π.

Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 14-4-2022 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται την επίδοση αυτής και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 14-1-2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 14-4-2022 δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.- Από τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "εκείνος που έχει στην νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος", προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται και ή συνδρομή του στοιχείου του νομίμου τίτλου, ήτοι περιστατικού παραγωγικού κατά νόμο κυριότητας, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγράφεί και παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου. Τυχόν ελαττώματα του, κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής. Απαιτείται ακόμη και καλή πίστη, ήτοι πεποίθηση του νομέως η οποία δεν οφείλεται σε βαρεία αμέλειά του πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής ενώ άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέως να το εξουσιάζει. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι αν το συγκεκριμένο ακίνητο, στο οποίο ασκείται η νομή, δεν περιλαμβάνεται στα όρια του ακινήτου που μεταβιβάστηκε με τον τίτλο, δεν υπάρχει ως προς αυτό νόμιμος τίτλος, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του εγκύρου τίτλου, αφού η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν το καταλαμβάνει.

Στην περίπτωση αυτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζόμενος τίτλος, κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, όπως όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση από αυτή που του πωλήθηκε, ή πίστεψε δικαιολογημένα ότι το ακίνητο που περιήλθε στη νομή του περιλαμβάνεται στον τίτλο του, ο οποίος όμως (τίτλος) αφορά άλλο συνεχόμενο ακίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαρεία αμέλεια υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. Αυτός που επικαλείται τέτοιον τίτλο πρέπει να αποδείξει και τα στοιχεία που τον θεμελιώνουν ( ΑΠ 235/2020, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 147/2012).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 845/2024).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 845/2024, ΑΠ 2724/2024, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 208/2020).

Τέλος, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης που είναι ταυτόσημος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).

Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1699/2024, ΑΠ 585/2024, ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 5-1-2017 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία αρνήθηκε ο εναγόμενος και περαιτέρω πρόεβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας στηριζόμενη στην τακτική χρησικτησία και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο - Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την με αρ. 2147/2018 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε κατ ουσίαν την αγωγή. Μετά την άσκηση της από 16-5-2018 έφεσης του ενάγοντoς, που συνεκδικάσθηκε με την από 8-12-2020 αντέφεση του εναγομένου-εφεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 337/2022 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό .../2001 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Κ.-Γ., που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 750 και αυξ. αριθμό 3, ο εκκαλών απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου ορόφου επιφάνειας 64,80τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 30/1000 επί του οικοπέδου, το υπό στοιχεία 1-1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου επιφάνειας 64,80τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 323/1000 επί του οικοπέδου και το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 64,80τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 323/1000 επί του οικοπέδου. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες έχουν ανεγερθεί επί τμήματος οικοπέδου, το οποίο αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία, έχει εμβαδό 190τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% στο όλο οικόπεδο, εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε-Γ-Δ-Ζ-Ε στο από Νοεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Ο. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Ε-Γ μήκους 13,10 μ. με ιδιοκτησία Γ. Κ., νότια σε πρόσωπο πλευράς Ζ-Δ μήκους 12,85 μ. με οδός ..., ανατολικά σε πλευρά Γ-Δ μήκους 14,70 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Π. (εναγόμενου) και δυτικά σε πλευρά Ε-Ζ μήκους 14,65 μ. με την έτερη κάθετη ιδιοκτησία υπό στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ-Α. Επίσης, δυνάμει του με αριθμό .../2007 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 906 και αυξ. αριθμό 142, ο εκκαλών απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου ορόφου, καθώς και το υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 64,80τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 324/1000 επί του οικοπέδου, μετά δε το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα του, την ...-2015 (βλ. τη με αριθμό .../2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου) κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτών. Οι ως άνω κάθετες ιδιοκτησίες έχουν συσταθεί δυνάμει του με αριθμό ...-2000 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 743 και αύξ. αριθμό 58, επί ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στον Ασπρόπυργο Αττικής, στο ΟΤ 129, επί της οδού ..., αριθμός 15, το οποίο έχει επιφάνεια 380τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει σύμφωνα με αυτό βόρεια σε πλευρά Β-Γ μήκους 26,20μ. με ιδιοκτησία Γ. Κ., νότια σε πρόσωπο πλευράς Α-Δ μήκους 25,70μ. οδός ... πλάτους 10 μ., ανατολικά σε πλευρά Γ-Δ μήκους 14,70μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Π. (εναγόμενου) και δυτικά σε πλευρά Α-Β μήκους 14,60μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ. Στο βορειοανατολικό άκρο του ως άνω ακινήτου η απώτερη δικαιοπάροχος του εκκαλούντος γιαγιά του Σ. σύζ. Ε. Κ. το γένος Β. είχε ανεγείρει προπολεμικά και δη το έτος 1936 έναν στάβλο, επιφάνειας 33,39τ.μ., μια ισόγεια οικία, επιφάνειας 54,59τ.μ. και εφαπτόμενο με αυτή έτερο στάβλο επιφάνειας 50,88τ.μ. σε συνέχεια του οποίου και προς το νότο κατασκευάσθηκε μανδρότοιχος στη βάση από πέτρες και πάνω από αυτές από πλίνθους, ίσου πλάτους με το πλάτος του εξωτερικού τοίχου του στάβλου, ο οποίος (μανδρότοιχος) κατέληγε στο νοτιοανατολικό όριο του ως άνω οικοπέδου. Όμοιας κατασκευής μανδρότοιχος (από πέτρες στη βάση και πάνω από αυτές από πλίνθους) υπήρχε τόσο στη δυτική πλευρά του όλου οικοπέδου επιφάνειας 380τ.μ., όσο και στη νότια πλευρά αυτού, στην οποία κατέληγαν οι προπεριγραφέντες μανδρότοιχοι, ενώ προς βορρά η ως άνω ιδιοκτησία οριοθετείτο από τον εξωτερικό τοίχο της οικίας Κ..

Ο εφεσίβλητος απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα δυνάμει του με αριθμό ...-1986 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Περιστεριού Β. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 523 και αυξ. αριθμό 333, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στον Ασπρόπυργο Αττικής, επί της οδού ..., αριθμός 11, το οποίο έχει επιφάνεια 595τ.μ και εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Γ. Π. και συνορεύει σύμφωνα με αυτό βόρεια σε πλευρά Γ-Δ μήκους 17μ. με ιδιοκτησία Γ.Χ. Π., νότια επί προσώπου πλευράς Α-Β μήκους 17μ. με την οδό ..., ανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 35μ. με ιδιοκτησία Γ.Χ. Π. και δυτικά σε πλευρά Α-Δ μήκους 35μ. με ιδιοκτησία Ε. Κ. (εκκαλούντος), κατέστη δε αποκλειστικός κύριος αυτού το έτος 1988, οπότε και απεβίωσε η επικαρπώτρια μητέρα του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος μανδρότοιχος, ο οποίος έχει μήκος 14,56μ., πλάτος 0,43μ. και συνολική επιφάνεια 6,26τ.μ. έχει κτισθεί εξ ολοκλήρου επί του εδάφους της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Ειδικότερα, τμήμα κατά μήκος του επίδικου μανδρότοιχου, περίπου 5μ. και προς το βόρειο σύνορο της ιδιοκτησίας του, όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Ε-Δ και δ'-δ στο τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Β. Β., αποτελούσε βασικό δομικό στοιχείο παλαιού κτίσματος (στάβλου) και συγκεκριμένα, ήταν ο ανατολικός τοίχος αυτού, τμήμα του οποίου κατεδαφίστηκε για να ανεγερθεί νέα διώροφη οικοδομή εντός των ορίων της συνιδιοκτησίας Κ. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο λαμβάνοντας ιδίως υπόψιν: 1) την τιτλοφορούμενη "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" του ως άνω αγρονόμου τοπογράφου Β. Β. (390 ΚΠολΔ) και το από 10-12-2004 τοπογραφικό διάγραμμα αυτού, από τα οποία προκύπτει ότι όλο το μήκος του επίδικου μαντρότοιχου περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία Κ. και αποτελεί το ανατολικό όριο προς την πλευρό της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου, ότι τα κτίσματα που υφίστανται εντός της τελευταίας εφάπτονται του επίδικου μαντρότοιχου και είναι όλα μεταγενέστερα του παλαιού και ήδη κατεδαφισθέντος κτίσματος, καθώς και ότι το εμβαδόν του ακινήτου του εκκαλούντος είναι 424,4 τ.μ. και του εφεσίβλητου 592,45 τ.μ., 2) την με ημερομηνία 3-6-2004 τεχνική του έκθεση του διπλ. πολιτικού μηχανικού Σ. Β., σύμφωνα με την οποία στο εγκεκριμένο απόσπασμα του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του Δήμου Ασπροπύργου, το μήκος του προσώπου του οικοπέδου του εκκαλούντος είναι 25,70μ, στα οποία περιλαμβάνεται ο επίδικος μαντρότοιχος, όσο δηλαδή το μήκος στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Ο. που συνοδεύει τους τίτλους κτήσης, ενώ η πλευρά του οικοπέδου του εφεσίβλητου επί της ως άνω οδού είναι μεγαλύτερη των 17 μ. χωρίς να περιλαμβάνεται το πλάτος του μανδρότοιχου, ενώ στον τίτλο κτήσης του αυτή η πλευρά έχει μήκος 17μ, 3) την από Οκτώβριο του 2004 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας αγροτεμαχίου του διπλ. αγρ. και τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., σύμφωνα με την οποία ο συντάκτης της εκτιμά ότι από τα στοιχεία των αεροφωτογραφιών, σε συνδυασμό με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Ασπρόπυργου και την αυτοψία που διενεργήθηκε, ο ανατολικός μανδρότοιχος (Γ-Δ) ανήκει στην ιδιοκτησία Κ., αφού ο ανατολικός τοίχος του στάβλου που εντοπίζεται στα έτη 1977-1988 αποτελεί μέρος του ανατολικού μανδρότοιχου Γ-Δ, δηλαδή το ανατολικό όριο (Γ-Δ) "χτυπάει" πάνω στο προαναφερόμενο κτίσμα και η νότια πλευρά Α-Δ καταμετρημένη σήμερα, συμπεριλαμβανομένου του πλάτους του μαντρότοιχου, είναι 25,70μ (μήκος που αναφέρεται στα συμβόλαια της ιδιοκτησίας Κ.), 4) τη με αριθμό ...-2017 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ., ιδιοκτήτη ακινήτου όμορου των ως άνω ακινήτων των διαδίκων, ο οποίος γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως όσα ανέφερε και με σαφήνεια κατέθεσε ότι από την ανατολική πλευρά η ιδιοκτησία του εφεσίβλητου είχε ως όριο τον εξωτερικό τοίχο του στάβλου και στη συνέχεια αυτού προς νότο κατασκευάσθηκε μαντρότοιχος από πέτρες, ίσου πλάτους με το πλάτος του εξωτερικού τοίχου του στάβλου, ο οποίος κατέληγε στο νοτιοανατολικό όριο του οικοπέδου του και προς βορρά είχε όριο, από το 1936 έως και το χρόνο που λήφθηκε η βεβαίωση, τον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού του όμορου ιδιοκτήτη, ότι μετά την ρυμοτόμηση ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος κατασκεύασε κολώνα από τσιμέντο εντός της ιδιοκτησίας του και στο ανατολικό άκρο όπου κατέληγε ο επίδικος μαντρότοιχος, ότι ο εφεσίβλητος, αλλά και οι δικαιοπάροχοί του, ουδέποτε έχτισαν τοιχίο για να οριοθετήσουν την ιδιοκτησία τους τόσο από αυτή του εκκαλούντος όσο και από τη δική του, αντιθέτως οι δικαιοπάροχοί του εκκαλούντος έχουν χτίσει τον επίδικο μανδρότοιχο από πέτρες και πλίνθους και στη συνέχεια αυτού προς βορρά, ο ίδιος ο μάρτυρας (Ι. Κ.) έχει χτίσει το δικό του μανδρότοιχο από τσιμεντόλιθους, και τέλος, ότι η επίδικη μάντρα προς βορρά δε συνεχίζει ευθεία, αλλά κάνει ένα "δοντάκι" και πέφτει πάνω στην αποθήκη του μάρτυρα, που είναι πιο μέσα από την μάντρα του εκκαλούντος, 5) το με αριθμ.πρωτ. ...-1982 έγγραφο του Δήμου Ασπρόπυργου, σύμφωνα με το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό ...-1982 χρηματικό ένταλμα του Δήμου για την πληρωμή του ποσού των 100.000 δρχ. στον εκκαλούντα ως αποζημίωση κατεδαφίσεως του μανδρότοιχου προς διαπλάτυνση της οδού ..., καθώς και το με αριθμό 11 πρακτικό, στο οποίο ο εκκαλών δήλωσε προς το Δημοτικό Συμβούλιο ότι η κατεδάφιση θα γίνει με δαπάνες του Δήμου και η δημιουργία νέου μαντρότοιχου ή συρματοπλέγματος θα γίνει με δική του δαπάνη, 6) το με αριθμ.πρωτ.οικ. 2500/1 -12- 1999 πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπου κτίσματος και το πρακτικό κατεδάφισης ετοιμόρροπου, από τα οποία προκύπτει ότι κατεδαφίστηκαν τμήμα του σταύλου διαστάσεων 9,6X5,30 και τμήμα της οικίας διαστάσεων 1,6Χ5,30μ και 7) τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα φωτογραφίες με αριθμούς 14α, β, γ, ια, ιβ, ιγ, ιγ, από τις οποίες προκύπτει ότι η ιδιοκτησία του εφεσίβλητου ουδόλως περιβάλλεται από μανδρότοιχο, παρά μόνον στη δυτική πλευρά αυτής, στο όριο με την ιδιοκτησία του Ι. Κ., ο εφεσίβλητος έχει τοποθετήσει περίφραξη από συρματόπλεγμα. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι τα δικά του βοηθητικά κτίσματα, ήτοι η αποθήκη και το πλυσταριό, είχαν ανεγερθεί επί τμήματος του ως άνω μανδρότοιχου δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού αφ' ενός μεν στην τιτλοφορούμενη "δεύτερη τεχνική έκθεση αναλυτική με συντεταγμένες" του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ. (390 ΚΠολΔ) αναφέρεται ότι ο μανδρότοιχος αποτελεί τοιχίο άλλων κτισμάτων (λουτρού και κουζίνας), αφ' ετέρου σύμφωνα με τη με αριθμό .../2017 ένορκη βεβαίωση της αδερφής του Α. συζ. Δ. Κ., τόσο το λουτρό, που κατασκευάσθηκε το έτος 1952 από τους γονείς τους, όσο και η γούρνα, που κατασκευάσθηκε μεταγενέστερα από τον ίδιο τον εφεσίβλητο, απλώς εφάπτονται στον επίδικο μανδρότοιχο. Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του περί του ότι ο πατέρας του, κατά τη διάνοιξη της οδού ..., ανήγειρε τοιχίο από μπετόν με τρεις (3) όμοιες κολώνες συνδεδεμένες με αυτό, εκ των οποίων η μια βρίσκεται στο νότιο άκρο του επίδικου μανδρότοιχου, αφού, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα με αριθμό 14δ και 14ε φωτογραφίες, η κολώνα που αποτελεί προέκταση του επίδικου μανδρότοιχου προς την οδό ... είναι σοβατισμένη με τον ίδιο τρόπο που έχει σοβατιστεί τόσο η πρόσοψη του ακινήτου του εκκαλούντος όσο και οι λοιποί τοίχοι της περίφραξής του, όπως αυτοί περιγράφηκαν ανωτέρω και εμφαίνονται στις με αριθμούς 14στ, ζ και η φωτογραφίες που προσκομίζει και επικαλείται ο τελευταίος. Η δε μάρτυρας Ε. Γ., που τυγχάνει κουνιάδα του εφεσίβλητου (αδερφή της γυναίκας του), κατέθεσε στην με αριθμό ...-2017 ένορκη βεβαίωσή της ότι η περίφραξη του εκκαλούντος είναι διαφορετική από εκείνη του εφεσίβλητου, διότι έχει κατασκευασθεί με ευτελέστερα υλικά από πολύ μικρότερους πλίνθους χωρίς θεμέλια από πέτρα και σοβάντισμα για ενίσχυση, καθώς και ότι η εμπρόσθια περίφραξη του εφεσίβλητου καταστράφηκε από την ένταξη της περιοχή στο σχέδιο πόλεως και ξανακτίσθηκε από τον εφεσίβλητο με νεότερα υλικά μαζί με δύο κολώνες, πλην όμως τα ανωτέρω σημεία της κατάθεσής της δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του, από την κατασκευή του ως άνω μανδροτοίχου και εντεύθεν, έχοντας την πεποίθηση ότι αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας τους πράγματι χρησιμοποιούσαν την ανατολική πλευρά του και συγκεκριμένα, προέβαιναν σε εργασίες συντήρησης και ασβεστώματος αυτού, και σε επαφή με τμήμα του ανεγέρθηκαν το λουτρό και η γούρνα, πλην όμως η χρήση αυτή δε μπορεί να θεμελιώσει το επικαλούμενο από τον εφεσίβλητο δικαίωμα νομής επί του ανατολικού τμήματος του μανδρότοιχου, που ανήκει αποκλειστικά στον κύριο του εδάφους, δηλαδή στον εκκαλούντα, ο οποίος και έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης αυτού, δικαίωμα το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα και τη νομή του επ' αυτού και δε μπορεί να γίνει αντικείμενο χωριστής διάθεσης. Ο τελευταίος άλλωστε, αποζημιώθηκε για την κατεδάφισή του, προκειμένου να γίνει η διαπλάτυνση της οδού ..., γεγονός για το οποίο ο εφεσίβλητος δε δίνει καμία πειστική εξήγηση. Η χρήση δε του αριστερού τμήματος του μανδρότοιχου από τον εφεσίβλητο θα μπορούσε να στηρίζεται μόνο σε παραχώρηση δικαιώματος χρήσης με ενοχική ή εμπράγματη (δικαίωμα δουλείας) σύμβαση (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΕρΝομΑΚ, υπό το άρθρο 1021, αρ.5), περίπτωση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω. Ούτε επικαλείται ο εφεσίβλητος δικαίωμα μεσοτοιχίας οπότε θα μπορούσε, ενδεχομένως, να έχει καταστεί κύριος και νομέας του τμήματος που χωρίζεται με νοητή γραμμή διαμέσου του τοίχου, η οποία αποτελεί το όριο των δυο ιδιοκτησιών των διαδίκων, το οποίο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο επίδικος μανδρότοιχος έχει ανεγερθεί εξ ολοκλήρου επί εδάφους που ανήκει στον εκκαλούντα, μπορούσε να αποκτηθεί μετά από σχετική συμφωνία μεταξύ των κυρίων των όμορων ιδιοκτησιών, η οποία, από το έτος 1955 και μετά, έπρεπε να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 του β.δ της 9ης/21-4-1836 "περί εκτελέσεως του σχεδίου της πόλεως Αθηνών", η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε και στις λοιπές πόλεις κώμες και χωριά με το β.δ. της 8.5/25-6-1842 και το ν.ΣΚΒ/1867, 11 παρ.6 του π.δ. της 3ης/25-4-1929 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους, 50 παρ.1εδ.β του β.δ. 9.8/30-9- 1955 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους", όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 4 παρ.1 του β.δ. της 26-7/19-8-1959, περίπτωση που ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω. Άλλωστε, μέχρι το έτος 1955, δικαίωμα μεσοτοιχίας επί του επίδικου μανδρότοιχου μπορούσε καταρχήν να αποκτηθεί και με χρησικτησία, αν γινόταν χρησιμοποίησή του ως μεσότοιχου με διάνοια κυρίου και εφόσον συνέτρεχαν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου, περίπτωση που επίσης δε συντρέχει εν προκειμένω, αφού από το έτος 1936 που ανεγέρθηκε ο επίδικος μανδρότοιχος έως την εισαγωγή του ΑΚ (23-02-1946) δε συμπληρώθηκε νομή επί του ανατολικού τμήματος αυτού επί τριακονταετία με καλή πίστη, ούτε, μετά την εισαγωγή του ΑΚ και έως το έτος 1955, αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2004 προέκυψε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων για τη νομή του επίδικου μανδρότοιχου, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να προσφύγει στα δικαστήρια. Με την με αριθμό 4309/2004 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών πιθανολόγησε ότι ο τοίχος αυτός κατασκευάσθηκε το έτος 1936 από τη δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου και εντός της τότε ιδιοκτησίας της και ότι έκτοτε η ίδια και στη συνέχεια, ο εφεσίβλητος ασκούσαν τις αναγκαίες πράξεις συντήρησης και φροντίδας αυτού, ενώ επί τμήματος του τοίχου αυτού είχαν ανεγερθεί από το έτος 1936 τα παλιά βοηθητικά κτίσματα της οικίας (αποθήκη και πλυσταριό) και ακολούθως, επί του ίδιου τμήματος ανεγέρθηκε και εφάπτεται νεότερο κτίσμα. Με βάση αυτά τα περιστατικά αναγνώρισε τον εφεσίβλητο προσωρινά νομέα του επιδίκου τμήματος του μαντρότοιχου μήκους 12,45 μ. και πλάτους 0,45 μ. και υποχρέωσε τον εκκαλούντα να παραλείπει στο μέλλον κάθε διατάραξη της νομής του εφεσίβλητου. Ο ηττηθείς στη δίκη εκείνη καθ' ου η αίτηση και ήδη εκκαλών άσκησε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την έφεση με τη με αριθμό 567/2005 απόφασή του. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 29-3-2005, όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../2005 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Π. Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι έκτοτε προβαίνει καλόπιστα σε όλες τις πράξεις νομής με πλήρη διάνοια μόνου και αποκλειστικού κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν έως και την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής, ήτοι πάνω από 10 έτη, έχοντας νόμιμο τίτλο κυριότητας το με αριθμό .../1986 συμβόλαιο και το με αριθμό .../1933 προικοσύμφωνο αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νομίμως, χωρίς ο εκκαλών να αμφισβητήσει την κυριότητά του, αλλά συνομολογώντας την κατά πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητάς του επ' αυτού. Με τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος επιχείρησε να στηρίξει επικουρικά την ένσταση ιδίας κυριότητας στις διατάξεις της τακτικής χρησικτησίας, μη αποδεικνυομένης της κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο. Ωστόσο, δεν εκθέτει ποιο είναι το ελάττωμα του τίτλου που επικαλείται, ώστε να κριθεί αν πρόκειται για νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο και ειδικά για την τελευταία περίπτωση, δεν εκθέτει ότι τελεί σε καλή πίστη τόσο ως προς την ύπαρξη ισχυρού και νόμιμου τίτλου όσο και ως προς το ότι απέκτησε κυριότητα, καθώς και ότι αυτή η καλή πίστη υπήρχε κατά την κτήση της νομής, δηλαδή τον Μάρτιο του 2005. Για να αποκτηθεί όμως, η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, τα ως άνω στοιχεία, και δη αφ' ενός μεν νόμιμος τίτλος, που είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, ο οποίος φέρει εξωτερικά όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για το κύρος του στοιχεία, πλην όμως είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση της κυριότητας, τέτοια δε είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντας, όπως π.χ. το μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται, για νόμιμη αιτία, η κυριότητα και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τα δε τυχόν εκτός αυτού ελαττώματα του (κατά τα ανωτέρω η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντας), καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί παραπάνω νόμιμοι όροι αυτής. Αφ' ετέρου δε αρκεί και νομιζόμενος τίτλος, δηλαδή εκείνος ο οποίος κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, υπολαμβάνεται από αυτόν ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα ουδόλως υπήρξε, οπότε απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος. Στην κρινόμενη υπόθεση όμως, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν με τρόπο ορισμένο την ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας, η οποία συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Και τούτο διότι αποδεικνύεται ότι ο ενιστάμενος επιχείρησε να στηρίξει την ένσταση ιδίας κυριότητας σε νομιζόμενο τίτλο, ενώ δεν τελούσε σε καλή πίστη κατά το χρόνο κτήσης της νομής τόσο ως προς την ύπαρξη του τίτλου όσο και ως προς την κτήση κυριότητας, αφού υπήρχε διαμάχη γι' αυτό και με την προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε προσωρινά σε ποιον ανήκε η νομή και αυτή του αποδόθηκε και όχι το δικαίωμα της κυριότητας (πρβλ. ΑΠ 423/2020, ηλεκτρον.σελ.ΑΠ). Με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι κύριος του επίδικου ακινήτου και πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή του, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητάς του επ' αυτού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος να του τον αποδώσει, απορριπτομένης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που στηρίζεται σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης αυτής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενο ότι ο ενιστάμενος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος κατέχει επί δεκαετία τον επίδικο μαντρότοιχο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αφού πίστευε δικαιολογημένα ότι αυτός αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του, πεποίθηση που του ενίσχυσαν οι παρεμπίπτουσες κρίσεις των ως άνω αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων περί του ότι ο επίδικος μανδρότοιχος περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με τακτική χρησικτησία αφού συνέτρεξαν στο πρόσωπό του όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και συγκεκριμένα, νομιζόμενος τίτλος, ήτοι το με αριθμό .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Β. Κ. που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, το οποίο δε δύναται να αποτελέσει νόμιμο τίτλο, αφού στα όριά του δεν περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, πλην όμως, ο εναγόμενος δικαιολογημένα πίστεψε ότι περιλαμβάνεται, και υπερδεκαετή νομή με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, αφού εκτελούσε ανενόχλητος κάθε ενέργεια που προσιδιάζει στη φύση του συγκεκριμένου εδαφικού τμήματος και ειδικότερα, άσπριζε, καθάριζε και επισκεύαζε αυτό. Έτσι που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δη τις διατάξεις των άρθρων 1041επ. ΑΚ και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αποδεικτικά μέσα για την παραδοχή της στηριζόμενης στις εν λόγω διατάξεις ένστασης ιδίας κυριότητας ως και ουσιαστικά βάσιμης και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της εφέσεως, καθώς με την επικαλούμενη από τον εκκαλούντα εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας και υπό την επίφαση αυτών, στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης, ενώ δεν εκθέτει ποιου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν αυτά τα διδάγματα που το Δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ώστε να στηρίξει αντίστοιχο λόγο έφεσης (βλ. ΑΠ 667/2018, ηλεκτρον.σελ.ΑΠ) και επιπρόσθετα, πρέπει να απορριφθεί και η αντέφεσή κατά τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο της. Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να κρατηθεί και δικασθεί η αγωγή, προς απόκρουση της οποίας ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος παραδεκτά, κατ' άρθρο 240ΚΠολΔ, επαναφέρει ενώπιον του Δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, τον και πρωτοδίκως προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών αμφισβήτησε για πρώτη φορά τη νομή και κυριότητα του εναγομένου στον επίδικο μαντρότοιχο την 15η-4-2004, οπότε άρχισε να καλουπώνει και επιχείρησε να ρίξει μπετόν προκειμένου να αυξήσει το ύψος του, από την κοινοποίηση όμως, στις 29-3-2005 της με αριθμό 567/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε κατ' έφεση την αίτηση αποβολής του εναγομένου και τότε αιτούντος από τη νομή, ο ενάγων συμμορφώθηκε στο διατακτικό της και δεν αμφισβήτησε ξανά την νομή του έως την 9-12-2016, μετά την παρέλευση 12 ετών, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργήσει τον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κανένα δικαίωμά του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται νομικά βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί τα πιο πάνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου καταχρηστική, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης προηγηθείσας συμπεριφοράς του ενάγοντα, η οποία καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, όπως απαιτείται, μόνη δε η επικαλούμενη μακρά αδράνεια του ενάγοντας δεν αρκεί για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά! τα οποία, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, επειδή αντιτίθεται στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες μ' αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται για την απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρύ χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της εν λόγω κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (βλ. ΟλΑΠ 6/16, ΑΠ 719/2020, ηλεκτρον.σελ.ΑΠ).". Στη συνέχεια το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε ως κατ ουσίαν βάσιμη. Με τους, πρώτο εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και δεύτερο εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1043 του ΑΚ, υπό την επίκληση, α) της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, κατά την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητος με τακτική χρησικτησία την οποία προέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων καθόσον από το 1988 που απέκτησε το επίδικο με παράγωγο τρόπο, είχε την πεποίθηση ότι είναι αποκλειστικός κύριος αυτού, η δε πεποίθησή του ενισχύθηκε με την έκδοση της απόφασης περί ασφαλιστικών μέτρων νομής το 2004, που τον αναγνώρισε προσωρινό νομέα και β) ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών περί του στοιχείου της καλής πίστης αυτού κατά την άσκηση νομής προς κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία.

Όπως προκύπτει από την, κατά τα ανωτέρω, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι: i) η επίδικη εδαφική λωρίδα επί της οποίας υφίσταται μαντρότοιχος, έχει ανεγερθεί εξ ολοκλήρου επί τμήματος εδάφους εκτάσεως 6,26 τ.μ. του μείζονος ακινήτου συγκυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία απέκτησε αυτός με παράγωγο τρόπο λόγω γονικής παροχής και συστάσεως καθέτου και οριζοντίου ιδιοκτησίας κατά τα έτη 2001 και 2007 και αποτελεί το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του με την ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και συνέχεια του εξωτερικού τοίχου του κτίσματος-στάβλου του ενάγοντος, ii) η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου, στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, είναι αόριστη και σε κάθε περίπτωση ουσιαστικά αβάσιμη διότι δεν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε την καλή πίστη του κατά το χρόνο κτήσης της νομής τόσο ως προς την ύπαρξη του τίτλου κτήσης κυριότητας όσο και ως προς το στοιχείο της, διανοία κυρίου, άσκησης πράξεων νομής από το έτος 1988 και σε κάθε περίπτωση από το έτος 2005, ενώ η εκδοθείσα το 2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής, που αναγνώρισε αυτόν προσωρινό νομέα, δεν έκρινε επί δικαιώματος κυριότητας και ο ενάγων συμμορφούμενος με την εν λόγω απόφαση και όχι εξ ιδίας βουλήσεως, απείχε από την άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1043 του ΑΚ. Τούτο διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ότι στο επίδικο εδαφικό τμήμα συγκύριος κατά το 1/2 είναι ο ενάγων με παράγωγο τρόπο και η αδιαμαρτύρητη αποχή αυτού από την άσκηση πράξεων νομής μετά το έτος 2005, οπότε του κοινοποιήθηκε η με αρ. 4309/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Αθηνών που αναγνώρισε νομέα τον εναγόμενο, συνιστά συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση και όχι εκδήλωση της βούλησής του ότι δεν είναι ο ίδιος νομέας.

Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο το 2001 και το 2007 και έκανε δεκτή την διεκδικητική κυριότητας αγωγή αυτού ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου ότι είναι κύριος με παράγωγο τρόπο από το έτος 1988 και την ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού με βάση τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας. Οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού πλήττουν ευθέως και χωρίς επιφάσεις, την ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και συνακόλουθα και την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό τις αιτιάσεις αντίστοιχα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του: α) την, προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση ιδίας κυριότητας στηριζόμενη στην τακτική χρησικτησία και ειδικά τον ισχυρισμό του περί της καλής πίστης ως προς την κτήση της νομής και ως προς την ύπαρξη τίτλου κτήσης της κυριότητας, β) τον ισχυρισμό του ότι σε κανένα σημείο του τίτλου κτήσης του ενάγοντος δεν γίνεται αναφορά σε μαντρότοιχο ως συστατικό του ακινήτου του ή ως όριο αυτού αλλά ο μαντρότοιχος αποτελεί όριο του ακινήτου κυριότητάς του και γ) την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (281 ΑΚ) την οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη και ειδικότερα τον ισχυρισμό του περί του ότι ο ενάγων αμφισβήτησε την κυριότητά του για πρώτη φορά στις 15-4-2004 και από το 2005, με την κοινοποίηση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής που έκρινε ότι η νομή ανήκει στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και για δώδεκα έτη, ο ενάγων δεν αμφισβήτησε τη νομή του ενώ επικαλέσθηκε όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την ανωτέρω ένσταση στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ένσταση ιδίας κυριότητος και τους περί καλής πίστεως ισχυρισμούς του ενισταμένου - εναγομένου και απέρριψε αυτή ως αόριστη, με επάλληλη δε αιτιολογία την απέρριψε και ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον ο ισχυρισμός ότι, σε κανένα σημείο του τίτλου κτήσης του ενάγοντας δεν γίνεται αναφορά σε μαντρότοιχο ως συστατικό ή ως όριο του ακινήτου αλλά αντίθετα αναφέρεται στον δικό του τίτλο κυριότητας, δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του νόμου κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη αλλά επιχείρημα προς απόκρουση της αγωγής και στήριξη της ένστασης ιδίας κυριότητας ενώ υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττει στην ουσία την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου περί τις αποδείξεις.

Τέλος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη ενώ από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έλαβε υπόψη του καθώς και όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέβαλε ο εναγόμενος προς στήριξή της και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δεν υπέπεσε στη εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι του αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 19:1 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2022 και με αρ. κατάθ. 3364/52/2022 αίτηση, για αναίρεση της με αρ. 337/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή