ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1814/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1814/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1814/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1814 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1814/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "METROPOLITAN EVENTS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΣΥΝΕΔΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΩΝ", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Αικατερίνη Ήμελλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Αλέξανδρο Φαρχούντ, που ανακάλεσε την από 19/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2213/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2213/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 2122/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 11.1.2016 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 931/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν καθίστανται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως, ώστε η αναιρεσείουσα να υποχρεούται στην καταβολή του συμβατικού τιμήματος προς την αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη: α) την με αριθμ. πρωτ. ....2014 κατάσταση έργων που παρέδωσε προς αυτήν (αναιρεσείουσα) ο αρχικός φορέας Ελληνικός Οργανισμός Εξωτερικού Εμπορίου (Ο.Π.Ε. Α.Ε.) και β) την από 20.04.2015 (και με αριθμ. καταθ. 7698/2015) προσφυγή της κατά του Δήμου Αθηναίων για την ακύρωση της με αριθμ. πρωτ. ....2014 πράξης του Δημάρχου Αθηναίων περί ανάκλησης της απόφασης ένταξης, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε. Από την βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη: "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν νομότυπα και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας αυτών των εγγράφων στο έβδομο και ένατο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α)με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από τον νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ178/2012, ΑΠ 179/2007). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 527/2023).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017). Η αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αφορά αποκλειστικά τα ελαττώματα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, επομένως η σχετική διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως αόριστο ή μη νόμιμο, ενώ τυχόν σφάλμα συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 1935/2017). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 παρ. 1, 297, 298, 200, 288 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) ουδέν έπραξε προκειμένου να λάβει την χρηματοδότηση, ώστε να εξοφλήσει την αναιρεσίβλητη, αλλά παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε απαιτούμενη ενέργεια προς ολοκλήρωση της διαδικασίας, με αποτέλεσμα να συντρέξουν όλες οι προϋποθέσεις πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως κατ' άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, ώστε πλέον αυτή (αναιρεσείουσα) να υποχρεούται στην καταβολή του συμβατικού τιμήματος προς την αναιρεσίβλητη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα "Αττική", η Πράξη με τίτλο "Ενίσχυση της Εξωστρέφειας των Αθηναϊκών Επιχειρήσεων", με δικαιούχο τον "Ελληνικό Οργανισμό Εξωτερικού Εμπορίου (ΟΠΕ)", με φορέα διαχείρισης την "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ - ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ". Η συνολική δαπάνη ορίστηκε στο ποσό των 4.700.000 ευρώ, με δικαιούχο τον "Ελληνικό Οργανισμό Εξωτερικού Εμπορίου (ΟΠΕ)". Είχαν προηγηθεί: α) η υπ' αριθ. 17192/ΕΥΣ2382/6.4.2012 (ΦΕΚ 1277/Β/11.4.2012) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας "Εκχώρηση αρμοδιοτήτων διαχείρισης για πράξεις του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος "Αττική" του ΕΣΠΑ στην παραπάνω Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών - Αναπτυξιακή Ανώνυμος Εταιρεία Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΕΔΑ) του Δήμου Αθηναίων, β) η υπ' αριθ. πρωτ. 961/ΕΦ310/5.7.2013 πρόσκληση της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του επιχειρησιακού προγράμματος "Αττική" για την υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο του άξονα προτεραιότητας "02 - Αειφόρος Ανάπτυξη και Βελτίωση της Ποιότητας Ζωής", όπως αυτή ισχύει, γ) η υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 αίτηση χρηματοδότησης της Πράξης του Δικαιούχου "Ελληνικού Οργανισμού Εξωτερικού Εμπορίου (ΟΠΕ)" προς την παραπάνω "Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών, Αναπτυξιακή Ανώνυμος Εταιρεία Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΕΔΑ)", που αξιολογήθηκε θετικά. Η "Πράξη" ήταν συγχρηματοδοτούμενη και με την υπ' αριθ. ....2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εντάχθηκε στο ΠΔΕ 2013 και στη ΣΑΕ 028/9 με ονομασία "Επιχορήγηση του ΕΟΕΕ ΟΠΕ Α.Ε. για την "Ενίσχυση της Εξωστρέφειας των Αθηναϊκών Επιχειρήσεων". Στο φυσικό αντικείμενο της παραπάνω Πράξης προβλέφθηκε ένα σύνολο δράσεων, που αποσκοπούν στην ενίσχυση της εξωστρέφειας των Αθηναϊκών επιχειρήσεων με την τόνωση της εξαγωγικής τους δραστηριότητας, την αναβάθμιση των γενικότερων διεθνών τους εμπορικών και τεχνολογικών συνεργασιών, τη διεθνή δικτύωσή τους και την αναζήτηση συνεργατών, τεχνολογιών, κεφαλαίων κλπ και ειδικότερα προβλέφθηκε η ανάπτυξη δράσεων προβολής και προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών των αθηναϊκών επιχειρήσεων σε διεθνούς εμβέλειας εμπορικές εκθέσεις, η παροχή ευρείας τεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης για την τόνωση της εξωστρέφειάς τους, η διοργάνωση στοχευμένων επιχειρηματικών αποστολών και προσκλήσεων αγοραστών, καθώς και η ανάπτυξη λοιπών προωθητικών δράσεων σε επιλεγμένες αγορές - στόχους. Για την υλοποίηση όλων των ανωτέρω, ορίστηκαν τα ακόλουθα υποέργα : 1) ΥΠΟΕΡΓΟ 1 Συμμετοχή σε διεθνούς εμβέλειας εμπορικές εκθέσεις, που περιλαμβάνει α) μία έκθεση προϊόντων και υπηρεσιών εξωστρέφειας στην Αθήνα (Metropolitan Expo), στο πλαίσιο της δράσης "Made in Greece", β) ένα συνέδριο εξωστρέφειας και παράλληλες με την έκθεση εκδηλώσεις στην Αθήνα (Metropolitan Expo), στο πλαίσιο της δράσης "Made in Greece", γ) έντυπο και οπτικοακουστικό υλικό προβολής και διαφήμισης της έκθεσης και του συνεδρίου της δράσης "Made in Greece", δ) είκοσι διεθνείς εκθέσεις για την προβολή των αθηναϊκών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, είκοσι μία εκθέσεις πεπραγμένων (1 σχετικά με την έκθεση και το συνέδριο εξωστρέφειας στην Αθήνα και 20 για τις διεθνείς εκθέσεις) - απολογισμός των εκδηλώσεων : Λίστα συμμετεχόντων και επισκεπτών, φωτογραφικό και οπτικό υλικό από τις εκθέσεις και τις λοιπές εκδηλώσεις προώθησης και διατύπωση προτάσεων για την αποτελεσματική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων από την υλοποίηση των δράσεων του Υποέργου 1 συνολικά, 2) ΥΠΟΕΡΓΟ 2 ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ MARKETING ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ, εκθέσεις - φάκελοι παροχής υπηρεσιών συμβουλευτικής, 3) ΥΠΟΕΡΓΟ 3 ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ, εκθέσεις πεπραγμένων - υπολογισμού θεματικών επιχειρηματικών αποστολών, 4) ΥΠΟΕΡΓΟ 4 Φιλοξενία ξένων αποστολών στην Αθήνα και διοργάνωση roadshow με b2b match-making εκδηλώσεις προβολής αθηναϊκών προϊόντων και υπηρεσιών, εκθέσεις πεπραγμένων - απολογισμού εκδηλώσεων φιλοξενίας, 5) ΥΠΟΕΡΓΟ 5 In store promotion στο εξωτερικό για επιχειρήσεις του κλάδου τροφίμων και ποτών, πρόγραμμα προώθησης επιλεγμένων προϊόντων στις αγορές - στόχους του εξωτερικού και επικοινωνιακό σχέδιο προσέλκυσης αγοραστών, 6) ΥΠΟΕΡΓΟ 6, δράσεις προετοιμασίας, συντονισμού και διοίκησης των υποέργων, τριμηνιαίες εκθέσεις απολογισμού και προγραμματισμού παρεχόμενων υπηρεσιών, τελική απολογιστική έκθεση, 7) ΥΠΟΕΡΓΟ 7, εξωτερική αξιολόγηση, αρχικό ενδιάμεσης τελικής - απολογιστικής εξωτερικής αξιολόγησης, 8) ΥΠΟΕΡΓΟ 8, πλατφόρμα προβολής προϊόντων, διαδικτυακή πλατφόρμα. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. ....2013 απόφαση του Προέδρου του ΔΣ και Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΠΕ, ανατέθηκαν στην καθ' ης η ανακοπή, κατόπιν διαπραγμάτευσης, χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, οι υπηρεσίες υποστήριξης διοργάνωσης συνεδρίου εξαγωγών και έκθεσης προϊόντων και υπηρεσιών εξωστρέφειας προς τις αθηναϊκές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του εκθεσιακού γεγονότος "Made in Greece", της 29/11 έως 1/12/2013 : διάθεση εκθεσιακού χώρου και κατασκευή τουλάχιστον 110 περιπτέρων για επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εξωστρέφειας προς τις αθηναϊκές επιχειρήσεις, διμερή επιμελητήρια και φορείς εκπροσώπησης της επιχειρηματικότητας, εξασφάλιση όλων των υπηρεσιών για τη λειτουργία των περιπτέρων όπως ηλεκτροδότηση, καθαριότητα κ.α., εξασφάλιση προέλευσης επισκεπτών με ενέργειες δημοσιοποίησης της εκδήλωσης και διευκόλυνσης της μετακίνησης, διοργάνωση του συνεδρίου που περιλαμβάνει : ενοικίαση και διαμόρφωση χώρου διεξαγωγής, χρονοδιάγραμμα δράσεων και πρόγραμμα εργασιών, προσκλήσεις και επικοινωνία με συμμετέχοντες, εκδηλώσεις, γεύματα, επίσημοι προσκεκλημένοι, φάκελοι συνέδρων, οπτικοακουστικά μέσα, μεταφράσεις, τεχνικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός, σήμανση, φωτογράφηση - βιντεοσκόπηση, μέτρα ασφαλείας, παραγωγή οδηγών του συνεδρίου και της έκθεσης καθώς και τευχών παρουσιάσεων ομιλητών του συνεδρίου. Οι ανωτέρω δράσεις που ανατέθηκαν στην καθ' ης αποτελούν τις δράσεις α, β γ του Υποέργου 1 και το τίμημα για την παραπάνω ανάθεση αυτών ορίστηκε σε ποσό 965.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, δηλαδή συνολικά 1.186.950 ευρώ. Βάσει δε της παραπάνω υπ' αριθ. ....2013 απόφασης, η εταιρία "ΟΠΕ Α.Ε." σύναψε με την καθ' ης εταιρία (ανάδοχο) την από 21.11.2013 σύμβαση "για την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης διοργάνωσης συνεδρίου εξαγωγών και έκθεσης προϊόντων και υπηρεσιών εξωστρέφειας προς τις Αθηναϊκές Επιχειρήσεις στο πλαίσιο του εκθεσιακού γεγονότος "Made in Greece", της 29ης Νοεμβρίου έως 1ης Δεκεμβρίου 2013. Ταυτόχρονα υπεγράφη και το παράρτημα I - συγγραφή υποχρεώσεων και το παράρτημα II - αναλυτικό αντικείμενο. Στη συγγραφή υποχρεώσεων, στο άρθρο 12 όρος 2 αναφέρεται ότι "η σύμβαση δεν θα θεωρείται ότι έχει εκτελεστεί πλήρως μέχρι να υπογραφεί από τον εργοδότη το πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής χωρίς καμία επιφύλαξη" και στο άρθρο 18 αυτής συμφωνήθηκε ότι "καμία πληρωμή δεν θα γίνει μέχρι την καταβολή του αναλογούντος ποσού στον Οργανισμό από το πρόγραμμα ΠΕΠ Αττικής 2007 - 2013, Άξονας Προτεραιότητας 2, πράξη : ενίσχυση της εξωστρέφειας των αθηναϊκών επιχειρήσεων, με κωδικό MIS .... Το σύνολο του συμβατικού τιμήματος θα καταβληθεί εντός 10 ημερών, εφόσον ο ανάδοχος έχει εκπληρώσει όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έχει υπογράφει το αντίστοιχο πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής χωρίς επιφυλάξεις και έχει επιπλέον καταβληθεί το αναλογούν ποσό από το παραπάνω αναφερόμενο πρόγραμμα προς τον εργοδότη". Ακολούθησε η υπογραφή του από 11.12.2013 πιστοποιητικού οριστικής παραλαβής μεταξύ της τριμελούς επιτροπής παρακολούθησης και παραλαβής της "ΟΠΕ Α.Ε." και της καθ' ης η ανακοπή, στο οποίο πιστοποιητικό βεβαιώθηκε η άρτια και εμπρόθεσμη υλοποίηση όλου του συμβατικού αντικειμένου της από 21.11.2013 σύμβασης μεταξύ του ΟΠΕ και της METROPOLITAN EVENTS Α.Ε. για την παροχή των υπηρεσιών της τελευταίας στο πλαίσιο του εκθεσιακού γεγονότος "MADE IN GREECE" της 29ης Νοεμβρίου έως 1ης Δεκεμβρίου 2013. Ταυτόχρονα, η καθ' ης η ανακοπή εξέδωσε το υπ' αριθ. ....2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, αναφέροντας στα στοιχεία του υπόχρεου προς πληρωμή αυτού τον ΟΠΕ Α.Ε., ποσού 965.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23 % προς 221.950 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσού 1.186.950 ευρώ, το οποίο δεν έχει καταβληθεί στην τελευταία.

Περαιτέρω, στα άρθρα 1, 2 και 3 Ν. 4242/2014 με τίτλο "ενιαίος φορέας εξωστρέφειας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 50/Α/28-2-2014) ορίζεται ότι: Άρθρο 1 "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε." (Ν. 2372/1996) μετονομάζεται σε "Ελληνική Εταιρία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο στην αγγλική γλώσσα "Enterprise Greece"", άρθρο 2 παρ. 1 "Η εταιρία "Ελληνικός Οργανισμός Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.", που συστάθηκε με το Ν. 528/1977, λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση από 31-3-2014, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο παρών νόμος και συμπληρωματικώς το άρθρο 49 κ.ν. 2190/1920....", άρθρο 2 παρ. 3 α "Από 31-3-2014 το σύνολο των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της "Ελληνικός Οργανισμός Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε." μεταβιβάζεται αυτοδικαίως, χωρίς την τήρηση οποιοσδήποτε τύπου πράξης, άδειας ή έγκρισης, στο Υπουργείο Οικονομικών....", άρθρο 3 παρ.. 4 "Η Ελληνική Εταιρία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε." αναλαμβάνει από 31-3-2014 τη συνέχιση και ολοκλήρωση των προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων ή μη, δράσεων, υπηρεσιών και έργων της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικός Οργανισμός Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.", όλες τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από τα ή συνδέονται με αυτά. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση παρόντος, ο ΟΠΕ παραδίδει στον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας πλήρη κατάσταση των υφιστάμενων κατά τη δημοσίευση του παρόντος προγραμμάτων, δράσεων, υπηρεσιών και έργων που εκτελούνται μετά την 31-3-2014, καθώς και των συνδεόμενων με αυτά συμβάσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων". Η ανακόπτουσα προσκομίζει το έγγραφο που της παραδόθηκε από τον ΟΠΕ Α.Ε. (υπ' αριθ. πρωτ. 241/10.3.2014 έγγραφο του ΟΠΕ) και περιλάμβανε την υποβολή φακέλου με πλήρεις καταστάσεις προγραμμάτων, δράσεων, υπηρεσιών και έργων ΟΠΕ Α.Ε. και συνοδευόμενων με αυτά συμβάσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στον προσκομιζόμενο αυτό κατάλογο δεν περιλαμβάνεται η παραπάνω επίδικη "Πράξη". Η καθ' ης η ανακοπή, λόγω του ότι δεν της είχε καταβληθεί το ποσό του ανωτέρω τιμολογίου, μολονότι από την έκδοση του τιμολογίου έως τη λύση και εκκαθάριση του οργανισμού αυτού (ΟΠΕ) και την ανάληψη από 31.3.2014 της συνέχισης και ολοκλήρωσης των προγραμμάτων εκ μέρους της ανακόπτουσας, είχε παρέλθει διάστημα τριών μηνών (31.12.2013 έως 31·3·2014), προέβη στην αποστολή της από 28.7.2014 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας και πρόσκλησης προς την ανακόπτουσα, που της κοινοποιήθηκε την 30.7.2014. Στην παραπάνω εξώδικη, η καθ' ης ανέφερε ότι έχει εκτελέσει εγκαίρως και προσηκόντως το "Υποέργο 1" που είχε αναλάβει με την από 21.11.2013 σύμβαση που είχε συνυπογράψει με τον ΟΠΕ, έχοντας λάβει και το από 11.12.2013 πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής εκ μέρους του ΟΠΕ και έχοντας εκδώσει και το παραπάνω τιμολόγιο, που συγκοινοποιήθηκε στην αιτούσα. Η καθ' ης ζητούσε από την ανακόπτουσα να της καταβάλλει, λόγω της υποκατάστασης της τελευταίας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ΟΠΕ, το ποσό του τιμολογίου, καθώς η καθ' ης επιβαρύνεται με μεγάλο ποσό ΦΠΑ. Την ίδια εξώδικη κοινοποίησε και στον ΟΠΕ Α.Ε., την 1.8.2014. Σημειωτέον δε ότι η καθ' ης η ανακοπή είχε λάβει και την υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 επιστολή επιβεβαίωσης πληρωτέου ποσού από τον ΟΠΕ, υπογεγραμμένη από τον Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών, Β. Λ. Στην παραπάνω επιστολή αναφερόταν ότι οι διενεργούντες έλεγχο στον ΟΠΕ ορκωτοί λογιστές επιβεβαιώνουν ότι το ποσό που οφείλει ο ΟΠΕ είναι 1.186.950 ευρώ, όπως απεικονίζεται στα βιβλία του ΟΠΕ και καλούσε την καθ' ης ν' αποστείλει την απάντηση προς επιβεβαίωση σε έντυπο που ενσωμάτωνε στην επιστολή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λίγες ημέρες πριν η καθ' ης κοινοποιήσει στην ανακόπτουσα το παραπάνω εξώδικο, προηγήθηκε η αποστολή στην ανακόπτουσα του υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 εγγράφου από την "Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών - Αναπτυξιακή Α.Ε. ΟΤΑ", δηλαδή τον Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης, με θέμα "Αποκλίσεις στην υλοποίηση του ενταγμένου έργου "Ενίσχυση της εξωστρέφειας των Αθηναϊκών Επιχειρήσεων με κωδικό ΟΠΣ ...". Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι ο ΟΠΕ είχε υποβάλλει αίτηση χρηματοδότησης της παραπάνω πράξης και εκδόθηκε αρμοδίως η απόφαση ένταξης στο Χρηματοδοτούμενο έργο του Δήμου Αθηναίων, χωρίς όμως να έχει σταλεί κανένα στοιχείο σχετικά με την υλοποίησή του και χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις στο Σύμφωνο Αποδοχής Όρων. Μάλιστα, η ανωτέρω εταιρία στο ίδιο έγγραφο τόνιζε ότι ο ΕΦΔ (ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης) θα προέβαινε σε απόφαση ανάκλησης της παραπάνω απόφασης ένταξης. Η ανακόπτουσα λαμβάνοντας την ανωτέρω επιστολή, απάντησε προς την "Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών - Αναπτυξιακή Α.Ε. ΟΤΑ", με την υπ' αριθ. πρωτ. 8001/29.7.2014 επιστολή, στην οποία ανέφερε ότι επιθυμεί τη συνέχιση της υλοποίησης του έργου, δηλώνοντας έκπληξη για την έλλειψη ενημέρωσης από τον ΟΠΕ σχετικά με το έργο και ορίζοντας συνάντηση με εκπρόσωπο του ΟΠΕ για την 12η Αυγούστου προκειμένου να εξετασθεί και να προγραμματιστούν οι δράσεις σχετικά με το ενταγμένο έργο. Ακολούθως η ανακόπτουσα προέβη στην υποβολή ερωτήματος, δυνάμει του υπ' αριθ. πρωτ. 3490/7.8.2014 εγγράφου του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ. Παναγιώτη Μηταράκη προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ως άνω Υπουργείου. Τα ερωτήματα στο παραπάνω έγγραφο εστιάζονταν α) στο ποια εταιρία, η ανακόπτουσα ή η υπό εκκαθάριση εταιρία ΟΠΕ Α.Ε., οφείλει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την εκταμίευση του ποσού του τιμολογίου της καθ' ης η ανακοπή (αναδόχου) σχετικά με το έργο που είχε αναλάβει η τελευταία και το οποίο είχε ολοκληρωθεί και παραληφθεί οριστικώς και β) σε τι είδους έλεγχο οφείλει να προβεί ο υπόχρεος για την εξόφληση του ανωτέρω τιμολογίου. Με βάση τα παραπάνω ερωτήματα συνεδρίασε την 24.11.2014 το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (τμήμα Β) και εξέδωσε την υπ' αριθ. 363/20Ι4 Γνωμοδότηση, την οποία το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ως άνω Υπουργείου) απέστειλε προς το Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (Γραφείο Υφυπουργού κ. Μηταράκη) και κοινοποίησε προς το ΝΣΚ, βάσει του υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 εγγράφου. Στην ανωτέρω γνωμοδότηση, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα, στο πλαίσιο του νέου της εταιρικού σκοπού, αναλαμβάνει και ολοκληρώνει από 31-3-2014 το σύνολο των υπό εκτέλεση προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων ή μη, δράσεων, υπηρεσιών και έργων της λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση εταιρίας ΟΠΕ Α.Ε., καθώς και το σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν ή συνδέονται με αυτά. Επιπλέον, στη γνωμοδότηση αναφέρεται ότι το έργο που ανατέθηκε στην καθ' ης από τον ΟΠΕ Α.Ε., αποτελεί μέρος μόνον του Υποέργου 1 της "Πράξης" που εντάχθηκε με την απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Αττική", μέσω του ενδιάμεσου φορέα και επομένως το έργο αυτό συνιστά υπό εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενο έργο κατά την παρ. 4 του άρθρου 3 Ν. 4242/2014, δηλαδή το έργο αυτό εντάσσεται στα έργα που ανέλαβε από 31-3-2014 να συνεχίσει και να ολοκληρώσει η ανακόπτουσα. Αμέσως μετά αναφέρεται στη γνωμοδότηση ότι το έργο αυτό που φέρεται να έχει εκτελεστεί και παραληφθεί πριν την παραπάνω ημερομηνία (δηλαδή πριν την 31-3-2014), δεν συνεπάγεται ότι μπορεί να χωριστεί και να υπαχθεί στη διαδικασία της εκκαθάρισης ως αυτοτελές χρέος, αφού αυτό υπόκειται σε μία ειδική διαδικασία ελέγχου και χρηματοδότησης, όπως τούτο προβλέπεται και στο άρθρο 18 της συγγραφής υποχρεώσεων της σύμβασης μεταξύ ΟΠΕ Α.Ε. και καθ' ης η ανακοπή. Στην ως άνω γνωμοδότηση αναφέρεται επίσης ότι η ανακόπτουσα, που ανέλαβε τη συνέχιση και ολοκλήρωση της παραπάνω "Πράξης", στην οποία εντάσσεται το ως άνω έργο της καθ' ης, υποχρεούται να προωθήσει τα νόμιμα παραστατικά στον Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης ("Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών - Αναπτυξιακή ΑΕ ΟΤΑ"), που θα επιληφθεί για την εκταμίευση του ως άνω ποσού, ώστε ν' ακολουθήσει η πληρωμή της καθ' ης η ανακοπή και συνακόλουθα η εξόφληση του ως άνω τιμολογίου. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, που κοινοποιήθηκε προς τον ΟΠΕ από την "Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών - Αναπτυξιακή Α.Ε. ΟΤΑ", αποφασίσθηκε η ανάκληση της υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 απόφασης ένταξης της παραπάνω "Πράξης" διότι κατά τη διαδικασία παρακολούθησης της προόδου της πράξης και την περιοδική αξιολόγηση της πορείας υλοποίησής της, διαπιστώθηκαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, μεγαλύτερες των έξι (6) μηνών σε σχέση με την προγραμματισθείσα πρόοδο ή και αποκλίσεις σε σχέση με τους όρους απόφασης ένταξης. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει αποσταλεί κανένα στοιχείο σχετικά με την υλοποίηση της πράξης από τον δικαιούχο, δεν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες, από το σύμφωνο αποδοχής όρων, υποχρεώσεις του δικαιούχου και δεν έχει τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα της πράξης από το δικαιούχο. Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι τόσο η "ΟΠΕ ΑΕ" όσο και η ανακόπτουσα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της τελευταίας (μετά τις 31.3.2014) δεσμεύονταν από την πλήρωση της αίρεσης όσον αφορά την καταβολή της αμοιβής προς την καθ' ης η ανακοπή, καθόσον όφειλαν να συμπράξουν για την πλήρωση της αίρεσης και ειδικότερα, όφειλαν ν' αποστείλουν εμπρόθεσμα στον Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης όλα τα απαραίτητα στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε η ολοκλήρωση των δράσεων του προαναφερόμενου υπ' αριθ. 1 υποέργου, που είχαν ανατεθεί στην καθ' ης η ανακοπή δυνάμει της από 21.11.2013 συμβάσεως, η οποία (καθ' ης η ανακοπή) είχε εκπληρώσει στο ακέραιο τις απορρέουσες από την εν λόγω σύμβαση δικές της υποχρεώσεις, είχε εκδώσει το σχετικό παραστατικό (τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών) επιβαρυνόμενη με την καταβολή προς το Ελληνικό Δημόσιο του ΦΠΑ, εκ ποσού 221.950 ευρώ, και είχε υπογραφεί το πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής, ανέμενε δε ότι και η αντισυμβαλλόμενή της στην ως άνω σύμβαση θα έπραττε ό,τι χρειάζονταν, προκειμένου να επέλθει η πλήρωση της αιρέσεως, ήτοι να καταβληθεί το αναλογούν ποσό των 1.186.950 ευρώ από τον προαναφερόμενο πρόγραμμα (ΠΕΠ Αττικής 2007-2013, Άξονας Προτεραιότητας 2 Πράξη "Ενίσχυση της Εξωστρέφειας των Αθηναϊκών Επιχειρήσεων") προς τον Εργοδότη του συγκεκριμένου έργου, ώστε ακολούθως ο τελευταίος να το καταβάλει στην Ανάδοχο καθ' ης η ανακοπή. Πλην όμως ενώ είχαν παρέλθει τρεις μήνες από τη σύνταξη του πιστοποιητικού οριστικής παραλαβής και την έκδοση του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και ενώ από 31.3.2014 είχε πλέον υπεισέλθει στην ως άνω σύμβαση η ανακόπτουσα, η τελευταία επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, ήτοι στην αντίληψη του μέσου ευπρεπώς φερόμενου ανθρώπου στο συγκεκριμένο συναλλακτικό κύκλο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δικαιοπραξία συνήφθη με την εκατέρωθεν προσδοκία ότι τα μέρη θα πράξουν όσα πρέπει για την πλήρωση της αιρέσεως και εν προκειμένω η ανακόπτουσα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της "ΟΠΕ ΑΕ" δεν έπραξε τα δέοντα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Σημειωτέον δε ότι ακόμη και μετά τις εξώδικες οχλήσεις τόσο εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή όσο και εκ μέρους του Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης, η ανακόπτουσα ουδέν έπραξε προκειμένου να λάβει τη χρηματοδότηση, ώστε ακολούθως να εξοφλήσει την καθ' ης η ανακοπή, αντιθέτως παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε απαιτούμενη ενέργεια προς ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας, με αποτέλεσμα δυνάμει της υπ' αριθ. ....2014 απόφαση του Δημάρχου Αθηνών ν' ανακληθεί η υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 απόφαση ένταξης της παραπάνω "Πράξης", διότι κατά τη διαδικασία παρακολούθησης της προόδου της πράξης και την περιοδική αξιολόγηση της πορείας υλοποίησής της, διαπιστώθηκαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, μεγαλύτερες των έξι (6) μηνών σε σχέση με την προγραμματισθείσα πρόοδο ή και αποκλίσεις σε σχέση με τους όρους απόφασης ένταξης. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει αποσταλεί κανένα στοιχείο σχετικά με την υλοποίηση της πράξης από το δικαιούχο, δεν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες, από το σύμφωνο αποδοχής όρων, υποχρεώσεις του δικαιούχου και δεν έχει τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα της πράξης από τον δικαιούχο. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η προαναφερόμενη απόφαση της ανακόπτουσας να υποβάλει προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το από 7.8.2014 ερώτημα δεν αναιρούσε την υποχρέωσή της να ενεργήσει σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμβάσεως και το σκοπό των μερών, ήτοι ν' αποστείλει στον Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν την υλοποίηση του συγκεκριμένου υποέργου, λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη από 23.7.2014 είχε οχληθεί σχετικά από τον ως άνω Φορέα με την επισήμανση ότι θα προβεί σε ανάκληση της Απόφασης Ένταξης. Η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ανακόπτουσα άσκησε την από 20.4.2015 (αριθ. κατ. 7698/2015) προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ανακλητικής πράξης ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων προς θεμελίωση του έννομου συμφέροντος προς άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου ότι "... Η ανάκληση της πράξης ένταξης της συγχρηματοδοτούμενης δράσης συνεπάγεται την ανάκληση της χρηματοδότησής της, γεγονός που θα οδηγήσει στην επιβάρυνση του προϋπολογισμού της εταιρείας μας για τις δαπάνες που έχουν ήδη υλοποιηθεί στο πλαίσιο υλοποίησης της δράσης (ενδεικτικά ανωτέρω αναφέρεται η υλοποίηση του Υποέργου 1, συνολικής τιμολογημένης δαπάνης ποσού 965.000.000 € πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι συνολικού τιμήματος 1.186.950,00 €)....". Ενόψει λοιπόν, των προεκτεθέντων, συνέτρεξαν όλες οι προϋποθέσεις πλασματικής πληρώσεως της αίρεσης κατ' άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, ώστε πλέον η ανακόπτουσα να υποχρεούται στην καταβολή του συμβατικού τιμήματος προς την καθ' ης η ανακοπή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ότι η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή τελεί υπό αίρεση, καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ περί πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης λόγω της τυχόν ενάντια στην καλή πίστη συμπεριφοράς της ΟΠΕ ΑΕ, διότι η τελευταία δεν εμπίπτει στην έννοια του "ζημιούμενου από την πλήρωση της αίρεσης" σύμφωνα με το άρθρο 207 του ΑΚ, καθόσον η ΟΠΕ ΑΕ δεν υφίσταται ζημία από την τυχόν πλήρωση της αίρεσης, ήτοι από την παροχή της χρηματοδότησης της πράξης από το πρόγραμμα ΠΕΠ Αττικής 2007-2013, αντιθέτως, η ΟΠΕ ΑΕ ωφελούνταν από την πλήρωση της ανωτέρω αίρεσης και ακολούθως ν' απορρίψει την προβληθείσα εκ της ως άνω διατάξεως αντένσταση της καθ' ης η ανακοπή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. Μετά δε ταύτα, αφού γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης, που αναφέρεται στον τέταρτο λόγο ανακοπής, και επειδή, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατά τούτο, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να εξεταστεί στην ουσία της η ένδικη ανακοπή και ν' απορριφθεί ο κατά τα ανωτέρω λόγος αυτής, που βάλλει τόσο κατά της διαταγής πληρωμής όσο και κατά της επιταγής προς εκτέλεση. Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το τίμημα στο τιμολόγιο που εξέδωσε η καθ' ης η ανακοπή και ούτε αυτό μπορεί να θεωρηθεί ληξιπρόθεσμο. Ότι η ανάθεση του εν λόγω έργου στην καθ' ης έγινε παράνομα και χωρίς την τήρηση της διαγνωστικής διαδικασίας που προβλέπεται από το Π.Δ. 60/2007, όπως ισχύει, αφού λόγω του υπέρογκου χρηματικού ποσού του τιμήματος που η καθ' ης ζητά, έπρεπε να προκηρυχθεί διεθνής ανοιχτός διαγωνισμός, κατά άρθρο 6 παρ. 1 περ. β του ΠΔ 60/2007 και αντ' αυτού η ανάθεση έγινε χωρίς διαγωνισμό, η δε ανακόπτουσα όταν της ετέθη ζήτημα καταβολής του ποσού του τιμολογίου, δεν είχε παραλάβει έως τότε κάποιο παραστατικό ούτε είχε ενημέρωση γι' αυτό από τον ΟΠΕ, ενώ ούτε και συνέτρεχαν στην καθ' ης οι διατάξεις του άρθρου 25 ΠΔ 60/2007 για τη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και βέβαια από το φάκελο της ανάθεσης του έργου αυτού στην καθ' ης δεν προκύπτει η μοναδικότητα του συγκεκριμένου αναδόχου που να δικαιολογεί την παρέκκλιση από την υποχρέωση προκήρυξης διαγωνισμού, αφού, ακόμα και εάν αυτό συνέβαινε, θα προϋπέθετε την παροχή σύμφωνης γνώμης της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (υποπερίπτωση δδ της παρ. 2 του άρθρου 2 Ν. 4013/2011, όπως ισχύει), ενώ στον φάκελο της καθ' ης δεν υφίσταται η σύμφωνη γνώμη της Αρχής αυτής και ως εκ τούτου η από 21.11.2013 σύμβαση μεταξύ ΟΠΕ και καθ' ης πάσχει νομιμότητας και είναι ακυρωτέα. Επιπλέον η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει να προβεί στην καταβολή του τιμήματος του τιμολογίου, καθώς η σύμβαση της καθ' ης με τον ΟΠΕ συνήφθη κατά παράβαση των παραπάνω ισχυουσών διατάξεων και η ανακόπτουσα, διά των εκπροσώπων και συμβούλων της, θα είχαν να αντιμετωπίσουν ποινικές ευθύνες, εφόσον προέβαιναν στην καταβολή ενός τέτοιου ποσού, σε κάθε δε περίπτωση λόγω της διαχείρισης κρατικού χρήματος εκ μέρους της αιτούσας, για κάθε καταβολή απαιτείται η έγκριση από την επιβλέπουσα αρχή συνολικά του προγράμματος που εντάσσονταν τα υποέργα (άρθρο 18 της συγγραφής υποχρεώσεων της σύμβασης ΟΠΕ - καθ' ης).

Περαιτέρω η ανακόπτουσα αναφέρει ότι όταν της ζητήθηκε από την καθ' ης να καταβάλλει το ποσό του τιμολογίου, η ανακόπτουσα απευθύνθηκε εγγράφως στον αρμόδιο Υπουργό, που με τη σειρά του υπέβαλλε ερώτημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, που συνέταξε την υπ' αριθ. 363/2014 γνωμοδότηση, ενώ η αιτούσα απευθύνθηκε εγγράφως και προς την Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων με σχετικό ερώτημα για την καταβολή του ποσού του τιμολογίου αλλά και προς τον Ενιαίο Φορέα Διαχείρισης της Πράξης και επομένως η ανακόπτουσα σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να πληρώσει την καθ' ης πριν τη διενέργεια και ολοκλήρωση του ελέγχου νομιμότητας, ακόμα και αν θεωρηθεί ως διάδοχος του ΟΠΕ. Ο ως άνω λόγος ανακοπής προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η από 21.11.2013 σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του ΟΠΕ και την καθ' ης η ανακοπή, δεν έχει ακυρωθεί, ούτε έχει κριθεί παράνομη και κατά παράβαση των διατάξεων που ρυθμίζουν σχετικές συμβάσεις και επομένως η σύμβαση αυτή, μέχρις ότου αποφανθούν οι αρμόδιες αρχές ότι πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους των διατάξεων του νόμου παραμένει ενεργής και σε ισχύ... Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η καθ' ης άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της να αιτηθεί και να πετύχει την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής και της από 31-1-2017 διαταγής πληρωμής, διότι σε χρονικό ορίζοντα μίας διετίας γνώριζε αφενός μεν το παράνομο της ως άνω από 21.11.2013 συναφθείσας σύμβασης και αφετέρου ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την πληρωμή του τιμήματος αυτής, είτε από τον αληθώς οφειλέτη υπό εκκαθάριση ΟΠΕ είτε απ' αυτή (ανακόπτουσα), η οποία, ως προεκτέθηκε, ουδόλως διαδέχθηκε τον ΟΠΕ στην επίδικη σύμβαση, είναι, σε κάθε περίπτωση, τόσο ο έλεγχος της νομιμότητας της από 21.11.2013 σύμβασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται σε προηγούμενο λόγο ανακοπής της ανακοπής, όσο και, σε κάθε περίπτωση, η προηγούμενη καταβολή του ποσού από το οικείο πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενου έργου στην αναθέτουσα αρχή. Ότι η καθ' ης η ανακοπή κινείται εντελώς κακόπιστα κατά την και πρωτύτερα επιδειχθείσα επί σειρά ετών συμπεριφορά της και η όλη στάση της καταδεικνύει ότι οι ενέργειες της υποκρύπτουν άκρως κακόπιστη συμπεριφορά εναντίον της ανακόπτουσας, δεδομένου ότι δεν προσκομίζει στο Δικαστή και όλα τα κρίσιμα έγγραφα, αλλά ούτε καν και αυτή τη σύμβαση επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο παραστατικό της. Τυγχάνει δε έμπειρη εταιρεία στο χώρο των δημοσίων συμβάσεων και εξαρχής γνώριζε τα προβλήματα νομιμότητας της ανάθεσης προς αυτήν, αλλά τα αποσιωπά και έρχεται σε περίοδο μέγιστης οικονομικής κρίσης να απαιτεί και να υφαρπάζει δι' εκτελεστού τίτλου ένα κολοσσιαίο χρηματικό ποσό, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι σήμερα πληρωτέο από την ανακόπτουσα. Ότι οι εκπρόσωποι της ανακόπτουσας, κατ' επανάληψη, τον τελευταίο καιρό είχαν διαμηνύσει στην καθ' ης ότι δεν είναι νομικώς και συμβατικώς δυνατό να καλυφθεί το εν λόγω τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και παρότι ανεμένετο η απάντηση στο ερώτημα που ετέθη στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, όλως αιφνιδιαστικώς η καθ' ης προχώρησε δολίως στην έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και μάλιστα σε περίοδο κατά το τέλος του ημερολογιακού έτους 2015 που είναι γνωστό πως οι εταιρείες του Δημοσίου διενεργούν απολογισμό χρήσεως.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα αιτείται την ακύρωση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους της καθ' ης τυγχάνει νόμω αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Και τούτο διότι τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 του ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος διότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Στην προκειμένη δε περίπτωση η ανακόπτουσα επικαλέστηκε τα ως πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει τους λοιπούς λόγους ανακοπής της, όπως αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω και κρίθηκαν απορριπτέοι με την παρούσα, η εκ νέου επίκληση αυτών για την επιστήριξη της ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ αξιολογείται ως αιτιολογημένη άρνηση, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός του αρνητικού ισχυρισμού από την ανακόπτουσα ως ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την υπ' αριθ. 13418/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 παρ.1, 297, 298, 200, 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, σύμφωνα με τους όρους της από 21-11-2013 σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας "ΟΠΕ Α.Ε" και της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης που όριζαν ότι: "η σύμβαση δεν θα θεωρείται ότι έχει εκτελεστεί πλήρως μέχρι να υπογραφεί από τον εργοδότη το πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής χωρίς καμία επιφύλαξη και καμία πληρωμή δεν θα γίνει μέχρι την καταβολή του αναλογούντος ποσού στον Οργανισμό από το πρόγραμμα ΠΕΠ Αττικής 2007-2013 ... το σύνολο του συμβατικού τιμήματος θα καταβληθεί εντός 10 ημερών, εφόσον ο ανάδοχος έχει εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις και έχει υπογράψει το πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής χωρίς επιφυλάξεις και έχει επιπλέον καταβληθεί το αναλογούν ποσό από το παραπάνω πρόγραμμα προς τον εργοδότη", τόσο η εταιρεία "ΟΠΕ ΑΕ" όσο και η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της μετά την 31-3-2014, δεσμεύοντο από την πλήρωση της αιρέσεως όσον αφορά την καταβολή της αμοιβής προς την αναιρεσίβλητη, καθόσον αυτές όφειλαν να αποστείλουν εμπρόθεσμα στον Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης όλα τα απαραίτητα στοιχεία, από τα οποία πρόεκυπτε η ολοκλήρωση των δράσεων του υπ' αριθ. 1 υποέργου. Και ενώ η αναιρεσίβλητη είχε εκπληρώσει τις απορρέουσες από την σύμβαση υποχρεώσεις της, είχε εκδώσει το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και είχε υπογραφεί το πιστοποιητικό οριστικής παραλαβής, η αναιρεσείουσα, η οποία από τις 31-3-2014 είχε πλέον υπεισέλθει στην επίδικη σύμβαση, επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και ειδικότερα ουδέν έπραξε προκειμένου να λάβει χρηματοδότηση, ώστε στην συνέχεια να εξοφλήσει την αναιρεσίβλητη, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αποστείλει κανένα στοιχείο σχετικά με την υλοποίηση της Πράξης από τον δικαιούχο, δεν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από το σύμφωνο αποδοχής όρων υποχρεώσεις του δικαιούχου, ούτε το χρονοδιάγραμμα της Πράξης με αποτέλεσμα με την υπ' αριθ. ...-2014 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων να ανακληθεί η σχετική απόφαση ένταξης της "Πράξης". Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως, κατ' άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συμβατικό τίμημα. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ανακοπής της περί ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως λόγω μη προκηρύξεως διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την ανάδειξη του αναδόχου της υπηρεσίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερεύνησε τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον συγκεκριμένο λόγο της ανακοπής, αλλά έκρινε ότι προβλήθηκε αλυσιτελώς. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ38/2022, ΑΠ 109/2019). Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμο τον πέμπτο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : "... Η καθ' ης έρχεται εντελώς όψιμα, αδικαιολόγητα αλλά κυρίως όλως καταχρηστικώς να αιτηθεί την καταβολή του αντιτίμου ενός τιμολογίου που δεν υποχρεούμεθα να της καταβάλλουμε και όλα αυτά όταν, σε χρονικό ορίζοντα μιας διετίας, η αντίδικος γνώριζε αφενός το παράνομο της ως άνω από 21.11.2013 συναφθείσας σύμβασης και αφετέρου ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την πληρωμή του τιμήματος αυτής - είτε από τον αληθώς οφειλέτη υπό εκκαθάριση ΟΠΕ είτε και από την εταιρεία μας ακόμη, η οποία ως προελέχθη, ουδόλως διαδέχθηκε τον ΟΠΕ στην επίδικη σύμβαση - είναι, σε κάθε περίπτωση, τόσο ο έλεγχος της νομιμότητας της από 21.11.2013 σύμβασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στον αμέσως προηγούμενο λόγο ανακοπής μας, όσο και, σε κάθε περίπτωση η προηγούμενη καταβολή του ποσού από το οικείο πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενου έργου στην αναθέτουσα αρχή. Είναι προφανές ότι η αντίδικος κινείται εντελώς κακόπιστα κατά την και πρωτύτερα επιδειχθείσα επί σειρά ετών συμπεριφορά της. Η όλη στάση της καταδεικνύει ότι οι ενέργειές της υποκρύπτουν άκρως κακόπιστη συμπεριφορά εναντίον της εταιρείας μας, δεδομένου ότι δεν προσκομίζει στην κ. Δικαστή και όλα τα κρίσιμα έγγραφα, αλλά ούτε καν και αυτή τη σύμβαση επί τη βάσει της οποίας εξεδόθη το επίδικο παραστατικό της. Τυγχάνει δε έμπειρη εταιρεία στο χώρο των δημοσίων συμβάσεων και εξαρχής γνώριζε τα προβλήματα νομιμότητος της ανάθεσης προς αυτήν, αλλά τα αποσιωπά και έρχεται σε περίοδο μέγιστης οικονομικής κρίσης να απαιτεί και να υφαρπάζει δι' εκτελεστού τίτλου ένα κολοσσιαίο χρηματικό ποσό το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι πληρωτέο σήμερα από την εταιρεία μας. Μολονότι δε οι εκπρόσωποι της εταιρείας μας κατ' επανάληψιν τον τελευταίο καιρό είχαν διαμηνύσει στην καθ' ης ότι δεν είναι νομικώς και συμβατικώς δυνατόν να καλυφθεί το εν λόγω τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και παρότι ανεμένετο η απάντηση στο ερώτημα που ετέθη στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, όλως αιφνιδιαστικώς η αντίδικος προχωρά δολίως στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και μάλιστα σε περίοδο κατά το τέλος του ημερολογιακού έτους 2015 που είναι γνωστό πως οι εταιρείες του Δημοσίου διενεργούν απολογισμό χρήσεως.". Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής δεχόμενο τα εξής: "Με το περιεχόμενο αυτό ως άνω λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα αιτείται την ακύρωση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους της καθ' ης τυγχάνει νόμω αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Και τούτο διότι τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 του ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος διότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στην προκειμένη δε περίπτωση η ανακόπτουσα επικαλέστηκε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει τους λοιπούς λόγους ανακοπής της, όπως αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω και κρίθηκαν απορριπτέοι με την παρούσα, η εκ νέου επίκληση αυτών για την επιστήριξη της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ αξιολογείται ως αιτιολογημένη άρνηση, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός του αρνητικού ισχυρισμού από την ανακόπτουσα ως ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο το οποίο απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως νόμω αβάσιμο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση. Τούτο δε διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εφόσον η αναιρεσείουσα που προτείνει τον ως άνω ισχυρισμό, αρνείται ουσιαστικά τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη ότι η τελευταία γνώριζε το παράνομο της επίδικης συμβάσεως και ότι προϋπόθεση για την πληρωμή του επίδικου τιμολογίου ήταν ο έλεγχος της νομιμότητας της συμβάσεως από την αρμόδια αρχή, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το άρθρο 281ΑΚ ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατόν να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική εξέταση της προταθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από αίτηση 21.7.2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2213/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή