Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1853 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1853/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράπτη.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μπρεάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3234/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2172/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-9-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 7900/2021, ΕΑΚ 985/2021, αριθ.δικ. 2516/2021) προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων της αναίρεσης, υπ'αριθμ 2172/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ "ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της", επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής. Η σύμβαση αυτή, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (Ολ. ΑΠ 104/1975, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1819/2014). Η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του κτηθέντος πράγματος ή δικαιώματος εξαρτάται από το περιεχόμενο της εντολής. Έτσι αν το πράγμα ή το δικαίωμα αποκτήθηκε κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσωπεύσεως, ο εντολέας γίνεται άμεσα κύριος ή δικαιούχος και ο εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση μόνο της κατοχής του πράγματος, αν όμως το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ο εντολοδόχος υποχρεούται στην μεταβίβαση του πράγματος, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του εξαναγκάζεται σε τούτο, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως, κατόπιν αγωγής του εντολέα (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 1332/2017, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009). Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του αποκτηθέντος απ' αυτόν πράγματος προϋποθέτει η κτήση να έγινε σε εκτέλεση της εντολής, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (με δικαιοπραξία ή υλική πράξη) ή την φύση του αντικειμένου (κινητό, ακίνητο κλπ), και για λογαριασμό του εντολέα, όχι δε απλώς επ' ευκαιρία της εντολής και χωρίς καμιά εσωτερική με την εντολή συνάφεια. Επομένως, η υποχρέωση απόδοσης δεν περιλαμβάνει ό,τι ο εντολοδόχος απέκτησε με μέσα μεν του εντολέα αλλά για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1569/2012). Οι επιμέρους όροι της σύμβασης, εξειδικεύονται μέσω οδηγιών που παρέχονται από τον εντολέα ή τρίτο νομιμοποιούμενο πρόσωπο. Πρόκειται για μονομερείς, απευθυντέες δηλώσεις βουλήσεως του εντολέα προς τον εντολοδόχο, με περιεχόμενο τον τόπο, τον τρόπο, τα μέσα, το χρόνο διεξαγωγής της υπόθεσης. Οι οδηγίες συνήθως παρέχονται ρητώς κατά τη σύναψη τη σύμβασης, οπότε ο εντολοδόχος υποχρεούται να συμμορφωθεί με αυτές.
Εξ άλλου, όταν, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 111, 118 παρ. 4, 216 παρ. 1 και 335 του Κ.Πολ.Δ., για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής να προσδιορίζονται σ' αυτή, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενο της και δη το είδος της υποθέσεως που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, καθώς και ό,τι o τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της. Άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως, οι δαπάνες κτήσεως του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ' όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής (ΑΠ 185 / 2015, Α.Π. 1122/2010).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 19/11/2013 αγωγή (με αριθμό ΓΑΚ 154405/2013 και ΕΑΚ 4463/2013) στην οποία εκθέτει ότι γνωρίστηκε με την εναγόμενη (αναιρεσίβλητη), τον ... του 1997, ενώ ο ίδιος ήταν ακόμα έγγαμος με την Α. Α. με την οποία οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες. Ότι η γνωριμία με την εναγόμενη εξελίχθηκε σε συναισθηματικό δεσμό και κατέληξε, αφενός, στην απόκτηση, στις 22-1-2001, του κοινού τέκνου τους, Δ., αφετέρου, στην τέλεση, στις 3-11-2002, του γάμου τους. Ότι το έτος 1997 ο ίδιος είχε στην κυριότητά του την, αναφερόμενη στην αγωγή, κινητή και ακίνητη περιουσία και ότι στις 31-12-1999 είχε μετοχές συνολικής αξίας 682.636,00 ευρώ, σε κωδικό που τηρούσε στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "Eurobank ΑΧΕ" και μετοχές συνολικής αξίας 1.696.221,00 ευρώ, σε κωδικό που τηρούσε στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "BETA ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σε αντίθεση με την εναγόμενη, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο (έτος 1999) είχε ετήσιο εισόδημα ύψους 10.000,00 ευρώ. 'Ότι επειδή στις 4-7-2000 η τότε σύζυγός του, Α. Α., προέβη σε συντηρητική κατάσχεση, μέρους των κατατεθειμένων στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "BETA ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" μετοχών του, αξίας 24.000.000 δραχμών (=70.432,86 ευρώ), ο ίδιος, φοβούμενος ενδεχόμενη περαιτέρω κατάσχεση από εκείνη, των περιουσιακών του στοιχείων, μεταβίβασε, στις 4-7-2000, στην εναγόμενη, εικονικά, λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης που της είχε, την κυριότητα των αναλυτικά αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή (κατά ποσότητα, τιμή μετοχής, συνολική αξία και εκδότρια εταιρεία) άυλων μετοχών του, συνολικής αξίας 146.474.050 δραχμών (= 429.857,80 ευρώ), που βρίσκονταν κατατεθειμένες στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "Eurobank ΑΧΕ". Ότι ειδικότερα η με τη σύμφωνη γνώμη της εναγόμενης εικονική μεταβίβαση της κυριότητας των λεπτομερώς ανωτέρω άυλων μετοχών της ιδιοκτησίας του προς αυτήν καταρτίστηκε μεταξύ τους στις 04/07/2000 με σύμβαση εικονικής αγοραπωλησίας ως εξής: Η Eurobank Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία προέβη αρχικώς στις 04/07/2000, κατόπιν σχετικής εντολής του ενάγοντος βάσει της υπ' αριθμόν ... συμβάσεως, σε εκποίηση μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών των ανωτέρω μετοχών, αντί συνολικού τιμήματος μετά από αφαίρεση εξόδων και φόρων ποσού 145.042.691 δραχμών που κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό του ίδιου με την εναγόμενη στην τράπεζα Eurobank Α.Ε., τον οποίο είχε ανοίξει ο ίδιος και στον οποίο κατέθετε όλα τα χρήματά του. Την ίδια ημέρα (04/07/2000) η Eurobank Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία προέβη κατόπιν σχετικής εντολής της εναγόμενης ως εικονικής δικαιούχου βάσει της υπ' αριθμόν ... συμβάσεως, σε αγορά μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο όνομά της των αυτών ως άνω μετοχών αντί τιμήματος 147.026.565 δραχμών για την αγορά από την εναγόμενη των λεπτομερώς ανωτέρω αναφερομένων μετοχών, το οποίο αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τον ως άνω υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό. Ότι μετά τη λήξη της διαμάχης με την πρώην σύζυγό του, το έτος 2002 δεν ζήτησε από την εναγόμενη, την επιστροφή των ανωτέρω, των οποίων αυτή εμφαίνετο δικαιούχος, καθόσον ήδη είχαν αποκτήσει το κοινό τους τέκνο και σκόπευαν να παντρευτούν και ότι αυτός αφοσιώθηκε στην οικογένειά του με την εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη, της οποίας η περιουσία αυξανόταν, κατά τη διάρκεια του γάμου, με δικές του δαπάνες, ενώ εκείνη ήλεγχε εξονυχιστικά όλα τα εισοδήματα και τις δαπάνες του. Ότι παρόλα αυτά, η έγγαμη συμβίωση δεν εξελίχθηκε ομαλά, εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης και ότι ο ίδιος, στο τέλος του 2011, της ζήτησε την αξία των άνω, εικονικά, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, μεταβιβασθεισών σ' αυτήν, άυλων μετοχών. 'Οτι η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη), όχι μόνο αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του, αλλά του γνωστοποίησε ότι έχει από πολύ καιρό ρευστοποιήσει τις επίδικες μετοχές και έχει καταθέσει το τίμημά τους σε προσωπικό της τραπεζικό λογαριασμό. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, με την τροπή τους, από καταψηφιστικά, σε έντοκα αναγνωριστικά ζητούσε: 1) Να αναγνωρισθεί ότι η καταρτισθείσα, στις 4-7-2000, μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης, σύμβαση αγοραπωλησίας των, ως άνω, αναφερόμενων στην αγωγή, άυλων μετοχών ιδιοκτησίας του, ήταν εικονική και επομένως άκυρη και να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία υποχρεούτο να του καταβάλει ποσό ίσο με την αξία τους, κατά το χρόνο της εικονικής μεταβίβασης (4-7-2000), ήτοι το ποσό των 146.474.050 δραχμών, που ισοδυναμεί με 429.857,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. 2) Άλλως επικουρικώς και κατά τις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης καταρτίσθηκε σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης δυνάμει της οποίας στις 04/07/2000 μεταβίβασε στην εναγόμενη κατά κυριότητα τις αναφερόμενες την αγωγή μετοχές του συνολικής αξίας 146.474.050 δραχμών (ή 429.857,80 Ευρώ), οι οποίες ήταν κατατεθειμένες στην Eurobank Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία. 3) Άλλως και επικουρικώς στην περίπτωση που κριθεί δεν είναι άκυρη αυτή ως εικονική, ή αν ήθελε κριθεί ότι δεν καταρτίσθηκε στις 04/07/2000 μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό 429.857,80€ με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923,411,489,490,491 και 493 ΑΚ καθόσον η ανάληψη από την εναγόμενη έγινε από τον κοινό τους λογαριασμό και 4) Άλλως, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης (αναιρεσίβλητης) να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 146.474.050 δραχμών ή 429.857,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού αυτή κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 3234/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της καθώς και ως προς την πρώτη και δεύτερη επικουρική βάση και τα αντίστοιχα επικουρικά αιτήματα, ενώ κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη (αόριστη), κατά την τρίτη επικουρική βάση.
Περαιτέρω, κρίθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και την πρώτη επικουρική και έγινε δεκτή εν μέρει προς τη δεύτερη επικουρική βάση, κατά τη διάταξη του άρθ. 493 Α.Κ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (429.857,80 : 2 =) 214.928,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν τις από 15/10/2019 και από 09/12/2019 αντιστοίχως αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2172/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η από 15-10-2019 έφεση (ο πρώτος λόγος) της εναγόμενης (αναιρεσίβλητης) και απορρίφθηκε η από 9-12-2019 έφεση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η από 19-11-2013 αγωγή του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"...Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανάγνωση και εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, κατά τα ανωτέρω, προκύπτει ότι σ' αυτό εκτίθεται σαφώς ότι μεταξύ των διαδίκων δεν συνήφθη απευθείας σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών που εκτίθενται στην αγωγή, ούτε θα μπορούσε να έχει καταρτιστεί τέτοια σύμβαση πώλησης, για μετοχές που είναι διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών και αποτελούν αντικείμενο χρηματιστηριακής συναλλαγής, κατά τα άρθρα 15, 16 και 18 επ. του τότε ισχύοντος ν. 3632/1928, αλλά ότι ο ενάγων, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών έδωσε την από 4.7.2000 εντολή (παραγγελία) χρηματιστηριακής πώλησης των εν λόγω μετοχών, στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "Eurobank Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία" και αντίστοιχα, η εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα εφεσίβλητη έδωσε εντολή (παραγγελία), στην ίδια εταιρία, αγοράς ίδιας ποσότητας μετοχών και έτσι οι μεν μετοχές του ενάγοντας, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος πωλήθηκαν μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις 4.7.2000 και αυτός εισέπραξε το τίμημα μείον την προμήθεια, με πίστωσή του στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων και η εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, αγόρασε και απέκτησε ίδιας ποσότητας και αξίας μετοχές, την ίδια ημέρα, ήτοι την 4.7.2000, αναλαμβάνοντας το ποσό που κατέβαλε για το τίμημα των μετοχών αυτών, από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων. Υπό τα άνω όμως εκτιθέμενα παρέπεται ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης μετοχών μεταξύ των διαδίκων, όπως ο ενάγων, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών ισχυρίστηκε με την αγωγή, αβασίμως, αλλά πωλήθηκαν και αγοράστηκαν, αντίστοιχα, από τους διαδίκους, ίδιας ποσότητας μετοχές, με χωριστές χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι οποίες εκτελέστηκαν μέσω της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας ("Eurobank Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία"), που ενεργούσε δυνάμει χωριστών εντολών, δηλαδή συμβάσεων παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, τις οποίες κατήρτισε, αντίστοιχα, με τον ενάγοντα και την εναγόμενη. Με αυτά τα δεδομένα, όμως, και σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, οι άνω διαδοχικές, πώληση και αγορά μετοχών, δεν συνιστούν "εικονική συναλλαγή", όπως εκτίθεται στην αγωγή, διότι αφ' ενός, πρόκειται για δύο (2) διαδοχικές συναλλαγές, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα και όχι μία, αφ' ετέρου δε, καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβηση χρηματιστηριακής εταιρείας, η οποία δεν γνώριζε την εικονικότητα, όταν ενήργησε δυνάμει εντολών που της δόθηκαν, ούτε, εξάλλου, εκτίθεται στην αγωγή ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, κατά τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των σχετικών εντολών, ήταν σε γνώση της εικονικότητας. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, η αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής και το κύριο αίτημα, δηλαδή ν' αναγνωρισθεί ότι η καταρτισθείσα στις 4-7-2000, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση αγοραπωλησίας των, στην αγωγή αναφερόμενων, άυλων μετοχών, ήταν εικονική και επομένως άκυρη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούτο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό ίσο με την αξία τους, κατά το χρόνο της εικονικής μεταβίβασης (4-7-2000), ήτοι το ποσό των 146.474.050 δραχμών, που ισοδυναμεί με 429.857,80 ευρώ, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ένθεν, ομοίως απορριπτέα ως μη νόμιμη, ήταν η αγωγή και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση και το πρώτο επικουρικό της αίτημα, να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ των διαδίκων, καταρτίσθηκε, στις 4-7-2000, σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού κάτω από την εικονική μεταβίβαση, υποκρύπτετο έγκυρη τοιαύτη σύμβαση και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να επιστρέφει στον ενάγοντα, ποσό ίσο με την αξία των μετοχών, κατά το χρόνο της σύστασης της παρακαταθήκης, ήτοι το ποσό των 146.474.050 δραχμών, που ισοδυναμεί με 429.857,80 ευρώ, καθόσον, από το μείζον στο έλασσον, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για εικονική σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών, μεταξύ των διαδίκων, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για σύναψη, υποκρυπτόμενης στην εικονική σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών, έγκυρης σύμβασης παρακαταθήκης. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή, ως προς την κύρια βάση και το κύριο αίτημα και την πρώτη επικουρική βάση και το αντίστοιχο αίτημα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, ως προς το αποτέλεσμα, έσφαλε, όμως, ως προς την αιτιολογία, η οποία θα πρέπει να αντικατασταθεί. κατ' άρθ. 534 Κ.Πολ.Δ. και ν' απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής και το κύριο αίτημα, όπως και η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής και το αντίστοιχο αίτημα, ως νομικά αβάσιμα, κατά τα άνω, λόγος για τον οποίο πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος της από 9-12-2019 (αρ. έκθ. καταθ. 109132/8593/11-12- 2019) έφεσης του ενάγοντος, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου εκκαλούντος, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις.....Στην προκειμένη περίπτωσή, από την ανάγνωση και εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, κατά τα ανωτέρω, προκύπτει ότι αντικείμενο της αγωγής και της αξίωσης του ενάγοντος ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητου - εκκαλούντος, δεν ήταν το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, την 4η.7.2000, ούτε το υπόλοιπο του λογαριασμού, κατ' εκείνη την ημέρα, το οποίο άνευ δικαιώματος ανέλαβε η εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, αλλά το ποσό των 146.474.050 δρχ. (429.857,80 ευρώ) που πιστώθηκε στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, και, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς προήρχετο από το τίμημα της πώλησης των μετοχών του ενάγοντος, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, στις 4.7.2000 (το οποίο η αντίδικός του ανέλαβε την ίδια εκείνη ημέρα). Όμως, υπό τα ανωτέρω, στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι η, στο εισαγωγικό δικόγραφο εξιστορούμενη, ανάληψη από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, έγινε χωρίς δικαίωμα, από την εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, αλλά, κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητο - εκκαλούντα και με την εντολή του, για να πληρώσει η πρώτη, την αξία των μετοχών που αγόρασε μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, των οποίων (μετοχών) ο δεύτερος επιθυμούσε να εμφανίζεται δικαιούχος η πρώτη. Δηλαδή, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η εσωτερική σχέση των διαδίκων, που τηρούσαν τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ήταν αυτή της εντολής, κατ' άρθ. 713 επ. Α.Κ., σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, υπήρξε, δηλαδή μεταξύ τους, μια ειδική συμφωνία, αυτή της ανάληψης του αναφερόμενου στην αγωγή ποσού, από τον κοινό λογαριασμό, με σκοπό την αγορά των μετοχών, από την εναγομένη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα - εφεσίβλητη την οποία (ειδική συμφωνία) η τελευταία τήρησε και εκτέλεσε, ενώ ο αντίδικός της δεν ισχυρίστηκε ότι αυτή ανέλαβε τα χρήματα του κοινού λογαριασμού, κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής. Σύμφωνα, όμως, με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής, της ύπαρξης της ειδικής, ως άνω, συμφωνίας, ως προς την ανάληψη του αιτούμενου ποσού, από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό και τη διαχείριση αυτού, αποκλείει το δικαίωμα της αναγωγής, μεταξύ των συνδικαιούχων, με βάση την έννομη σχέση του κοινού λογαριασμού και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 493 ΑΚ. Να σημειωθεί ότι με βάση την εκτιθέμενη στην αγωγή, εσωτερική σχέση των διαδίκων αυτή της εντολής, ο ενάγων ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών, θα είχε κατά της αντιδίκου του την αξίωση, όπως, μετά την καταγγελία της σύμβασης της εντολής, που τους συνέδεε (το έτος 2011 υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα), για καταβολή οποιουδήποτε πράγματος ή ποσού, το οποίο η εντολοδόχος έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της κατά τη διάταξη του άρθ. 719 Α.Κ., αίτημα, όμως, που δεν περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αγωγή.
Συνεπώς, η αξίωση του ενάγοντος, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, να του καταβάλει η αντίδικός του το ποσό των 429.857,80 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 1 παρ. 1 και 2 ν. 5368/1932 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 489, 490 491 Α.Κ., δηλαδή η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής και το αντίστοιχο επικουρικό αίτημα, καθίστατο νομικά αβάσιμο, ένθεν, νομικά αβάσιμος και για τούτο απορριπτέος καθίσταται ο πρώτος λόγος της από 9- 12-2019 (αρ. έκθ. καταθ. 109132/8593/11-12-2019) έφεσης του υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος. Περαιτέρω, ως προς τον τρίτο λόγο της ως άνω εφέσεως, λεκτέα τα εξής: Ο ενάγων, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών, με την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής επιχείρησε να θεμελιώσει την αξίωσή του στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον, όπως η ίδια η εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, παραδέχθηκε (το έτος 2011), υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, αυτή διέθεσε/ρευστοποίησε, κατά βούληση τις μετοχές που απέκτησε από τον αντίδικό της, πλουταίνοντας χωρίς νόμιμη αιτία. Όμως, για το ορισμένο της σχετικής αγωγικής βάσης, έπρεπε ο ενάγων να αναφέρει πότε και με ποιο χρηματιστηριακό τίμημα διέθεσε τις μετοχές η αντίδικός του, ώστε να μπορεί να υπολογισθεί το ύψος του πλουτισμού της, δεδομένου ότι, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό αυτού, είναι ο χρόνος που περιήλθε σ' αυτόν που πλούτισε ο πλουτισμός, χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 1703/2014 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 600/1986). Ο ενάγων, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών, όμως, ζητεί ως αδικαιολόγητη ωφέλεια της αντιδίκου του, το ποσόν των 146.474.050 δραχμών, ήτοι 429.857,80 ευρώ, που ισούται με τη θετική ζημιά που αξιώνει με την κύρια αγωγική και τις λοιπές επικουρικές βάσεις της αγωγής. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 904 του Α.Κ., η έννοια της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ως στοιχείο της ευθύνης, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αποκλείεται να συντρέχει, αν υφίσταται αναγνωριζόμενη από το νόμο ευθύνη, γιατί τούτο δε, στοιχειοθετείται η αρχή της επικουρικότητας της, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ευθύνης, η οποία έχει όχι δικονομικό, αλλά ουσιαστικό χαρακτήρα. Συνεπεία δε της αρχής αυτής είναι και το ότι αν σε αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αγωγική βάση περιλαμβάνει γεγονότα θεμελιωτικά αναγνωριζόμενης από το νόμο ευθύνης, η εν λόγω αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι μη νόμιμη (Α.Π. 922/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών, επικαλείται μόνο ευθύνη της αντιδίκου του, αναγνωριζόμενη από το νόμο, ήτοι ευθύνη της από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, ενώ η υποκείμενη σχέση των διαδίκων ήταν εντολή, κατά τα άνω, χωρίς να επικαλείται ακυρότητα, επί παραδείγματι. της εσωτερικής αυτής σχέσης. Με αυτά τα δεδομένα η τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, απορριπτέα τυγχάνει, πρωτίστως, ως αόριστη, αλλά και ως νομικά αβάσιμη, υπό την ανωτέρω έννοια. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε απορριπτέα ως αόριστη, την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, δεν έσφαλε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο. Επομένως, ο σχετικός λόγος τρίτος έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ο ενάγων - εκκαλών, προσβάλλοντας την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτέος τυγχάνει, ως μη νόμιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, απορριπτέα τυγχάνει στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 9-12-2019 (αρ. έκθ. καταθ. 109132/8593/11-12- 2019) έφεση του ενάγοντος, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, λόγω του ότι, κατά τα άνω, άπαντες οι λόγοι αυτής είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. Κατόπιν των ανωτέρω, επί των λόγων της από 15-10-2019 (αρ. εκθ. καταθ. 99518/7867/14-11-2019) έφεσης της εναγομένης, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσας, οι οποίοι, κατά τα άνω, κρίθηκαν νόμιμοι, λεκτέα τα εξής: Από την ανάγνωση και εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, αποδεικνύονται τα κάτωθι πραγματικά : Όπως και ανωτέρω εκτίθεται, στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της αγωγής, εκτίθεται σαφώς ότι η, στο εισαγωγικό δικόγραφο αναφερόμενη, ανάληψη από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, που έγινε από την εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα, την 4-7-2000, δεν έγινε χωρίς δικαίωμα απ' αυτήν, αλλά, κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητο και με την εντολή του, για να πληρώσει η πρώτη, την αξία των μετοχών που αγόρασε, μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, των οποίων (μετοχών), ο δεύτερος επιθυμούσε να εμφανίζεται δικαιούχος η πρώτη.
Δηλαδή, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η εσωτερική σχέση των διαδίκων, που τηρούσαν τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ήταν αυτή της εντολής, κατ' άρθ. 713 επ. Α.Κ., υπήρξε, δηλαδή μεταξύ τους, μια ειδική συμφωνία, αυτή της ανάληψης του αναφερόμενου στην αγωγή ποσού, από τον κοινό λογαριασμό, με σκοπό την αγορά των μετοχών, από την εναγόμενη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα, την οποία (ειδική συμφωνία) η τελευταία τήρησε και εκτέλεσε, ενώ ο αντίδικός της δεν ισχυρίστηκε ότι αυτή ανέλαβε τα χρήματα του κοινού λογαριασμού, κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής. Η αναφορά, όμως, στο δικόγραφο της αγωγής, της ύπαρξης της ειδικής, ως άνω, συμφωνίας, ως προς την ανάληψη του αιτούμενου, με την αγωγή, ποσού, από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό και τη διαχείριση αυτού, αποκλείει το δικαίωμα της αναγωγής, μεταξύ των συνδικαιούχων, με βάση την έννομη σχέση του κοινού λογαριασμού και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής, εν προκειμένω, του άρθρου 493 ΑΚ. Τούτο ανεξαρτήτως του ότι, με βάση την, εκτιθέμενη στην αγωγή, εσωτερική σχέση των διαδίκων, αυτή της εντολής, ο ενάγων ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος, θα είχε κατά της αντιδίκου του, την αξίωση, όπως, μετά την καταγγελία της σύμβασης της εντολής, που τους συνέδεε (το έτος 2011, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα), για καταβολή οποιουδήποτε πράγματος ή ποσού, το οποίο η εντολοδόχος έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, κατά τη διάταξη του άρθ. 719 Α.Κ., αίτημα, όμως, που δεν περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αγωγή.
Επομένως, γίνεται φανερό ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι εν προκειμένω, έπρεπε να εφαρμοστεί, μεταξύ των διαδίκων, συνδικαιούχων κοινού τραπεζικού λογαριασμού, το τεκμήριο της διάταξης του άρθ. 493 ΑΚ και με βάση το τεκμήριο αυτό (ότι το ποσό του κοινού λογαριασμού τεκμαίρετο ότι ανήκε σε έκαστο των δύο συνδικαιούχων κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστο), αναγνώρισε ότι η εναγομένη, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητο, ποσό 214.928.90 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και ως την εξόφληση, ενώ αν ορθά είχε ερμηνεύσει το νόμο θα είχε απορρίψει την αγωγή, ως νομικά αβάσιμη, όπως βάσιμα, με το σχετικό πρώτο λόγο της από 15-10-2019 (αρ. έκθ. κατάθ. 99518/7867/14-11-2019) έφεσης, παραπονείται η υπό στοιχ. (Α) εναγομένη - εκκαλούσα. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον ουσιαστικά βάσιμος, τυγχάνει ο νόμιμος πρώτος λόγος της από 15-10-2019 (αρ. έκθ. κατάθ. 99518/7867/14/11/2019) έφεσης, της εναγομένης, ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσας (παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου και τρίτου λόγου έφεσης), πρέπει να απορριφθεί η από 9-12-2019 (αρ. εκθ. καταθ. 109132/8593/11-12-2019) έφεση του ήδη υπό στοιχ. (Β) ενάγοντος εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, κατά τα άνω και να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 15-10-2019 (αρ. έκθ. κατάθ. 99518/7867/14-11-2019) έφεση της ήδη υπό στοιχ. (Α) εκκαλούσας - εναγομένης να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με αριθμό 3234 /2019 του Π.Π.Α. τακτικής διαδικασίας, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικάσει το Δικαστήριο επί της από 19-11-2013 (αρ εκθ. καταθ. 154405/4463/2013) αγωγής και να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της, ως νομικά αβάσιμη..." .
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν εφάρμοσε τον ορθό κανόνα δικαίου και δη αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι υφίσταται σχέση εντολής μεταξύ των διαδίκων όφειλε ανεξαρτήτου νομικής βάσης της αγωγής να του αποδώσει το αιτούμενο ποσό με βάση τις διατάξεις περί εντολής, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αγωγή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί εντολής καθόσον δεν εκτίθενται στην αγωγή τα απαραίτητα στοιχεία (αναγκαίο περιεχόμενο) για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, αφού δεν αναφέρεται σε αυτή ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής και με ποιο περιεχόμενο, καθώς και σχετικό αίτημα απόδοσης κατ'άρθρο 719 ΑΚ. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. 719 ΑΚ με τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής, ούτε με την εφαρμογή αυτών, καθόσον τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υποδηλώνουν εφαρμοστέες διατάξεις αλλά συνιστούν υπόδειξη εκ μέρους του Δικαστηρίου για πιθανή θεμελίωση αξίωσής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στις διατάξεις περί εντολής. Επομένως ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2021 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2172/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ