Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1856 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1856/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μπακρώζη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4480/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 561/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων, ενώπιων του Εφετείου Αθηνών, με την από 20-12-2022 αίτηση αναψηλάφησης, ζήτησε την εξαφάνιση της με αριθμό 4480/2019 απόφασης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 5045/2023 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Με τη διάταξη δηλαδή αυτή ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης εξαρτάται από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση.
Έτσι αν η απόφαση αυτή είναι απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση επί της αναψηλάφησης προσβάλλεται με έφεση, ενώ αν πρόκειται για απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 170/2015, ΑΠ 635/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν την δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ίδιου Κώδικα, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σε αυτό λόγους. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 § 1 και 538 επ. ΚΠολΔ, το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου που έχει εκδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (Α.Π. 245/2017, Α.Π. 870/2013). Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλάφησης διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο, το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλάφησης, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλάφησης, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητά τους. Εν συνεχεία, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, ακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 675/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 29-12-2023 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 440/2025, ΕΑΚ 31/2024, Αριθμ. Δικ. 126/2024) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 5045/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-12-2022 αίτηση αναψηλάφησης του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 4480/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 551, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-12-2016 αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και των Ν. Κ. και Α. Π., το οποίο με την αριθμό 1045/2018 οριστική του απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη εναγόμενη άσκησε την από 11.7.2018 έφεση και ο ενάγων την από 21-2-2019 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 4480/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 11-7-2018 έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 1045/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάσθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσία, ενώ απορρίφθηκε και η 21-2-2019 αντέφεση. Ο εφεσίβλητος και αντεκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 3-6-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω με αριθμό 4480/2019 απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 561/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-12-2022 αίτηση αναψηλάφησης κατά της άνω με αριθμό 4480/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 31 ν. 4842/2021, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ισχυρισμός που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί και τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να υποστηρίξει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή δεν αρκούν έγγραφα που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, εκτός αν, κατ` εξαίρεση, προκύπτει από το περιεχόμενό τους η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υπόθεσης υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή μόνον όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της απόφασης και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της, πρέπει δε ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό και να αναφέρει ότι επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της, ή ότι δεν μπορούσε, λόγω της έλλειψης του εγγράφου ή της άγνοιάς του περί την ύπαρξή του, να προβάλει το σχετικό ισχυρισμό και γ) η μη έγκαιρη προσκόμισή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε κατακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο. Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη. Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης, είναι αυτά από τα οποία προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του ΚΠολΔ.
Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, εκείνα τα έγγραφα που μπορούν απλώς να χρησιμεύσουν ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 675/2024, ΑΠ 1723/2023, ΑΠ 1884/2022, ΑΠ 112/2022, ΑΠ 103/2018, ΑΠ 1169/2017). Για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αίτησης αναψηλάφησης, που στηρίζεται στον με αρ. 7 λόγο του άρθρου 544 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται σε αυτό όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία. Ειδικότερα, για να κριθεί αν το νέο έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση: α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και β) ότι είχε ο αιτών επικαλεσθεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση, είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης, και περαιτέρω να προσδιορίζονται τα γεγονότα που κατά τον αιτούντα συνιστούν ανώτερη βία. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα περιστατικά ή τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών ότι αποτελούν ανώτερη βία, η αίτηση αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 675/2024, ΑΠ 25/2022).
Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς από την απόδειξη άλλων γεγονότων. Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1723/2023, Α.Π 1884/2022 Α.Π. 721/2014, Α.Π. 474/2011, Α.Π. 1041/2003).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008).
Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά. Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).
Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, ΑΠ 1884/2022, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ωστόσο, η υπό κρίση αίτηση αναψηλάφησης, είναι απαράδεκτη για τους κάτωθι λόγους: Όπως και στην άνω υπό στοιχείο I νομική σκέψη αναφέρθηκε, μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης είναι η κατακράτηση των εγγράφων από τον αντίδικο, εφόσον ο αιτών αγνοούσε, έστω και από αμέλεια την ύπαρξή τους και την κατοχή τους από αυτόν ως λόγο μη έγκαιρης προσκόμισης εγγράφων στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών είχε, καταρχήν, γνώση της ύπαρξης των εγγράφων της κίνησης των λογαριασμών, αφού ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του επί της επίδικης αίτησης, ότι είχε αιτηθεί από την καθής η αίτηση την χορήγησή τους, ήδη από το έτος 2018 και μετά την επίδοση της έφεσης της αντιδίκου του σε αυτόν αλλά κατά τους ισχυρισμούς του και χωρίς πάντως να προσκομίζει αντίγραφο τέτοιας αίτησης, η καθής τράπεζα αρνήθηκε την χορήγηση αυτών. Επισημαίνεται ότι δεν επικαλείται ότι υπέβαλε κάποια αίτηση επίδειξης των φερομένων νέων εγγράφων, προκειμένου να τεθούν έστω υπόψη του Εφετείου κατά την εκδίκαση της έφεσης, με δεδομένο, όπως και ο ίδιος αναφέρει, ότι δεν επρόκειτο για άγνωστα σε αυτόν έγγραφα, τα οποία εκ των υστέρων "βρέθηκαν", αλλά για έγγραφα, των οποίων και την ύπαρξη γνώριζε αλλά και την ενδεχόμενη αποδεικτική τους αξία και τα οποία η καθής προσπαθούσε, κατά τον ισχυρισμό του, να του αποκρύψει και μάλιστα, δόλια, ωστόσο, τελικά, του τα χορήγησε μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου. Το ότι όμως ο αιτών δεν επέμεινε στις, όψιμα, πάντως, επικαλούμενες προσπάθειές του χορήγησης εγγράφων από την καθής η αίτηση και στην άρνησή της - καθώς στις προσκομιζόμενες και από 2-4-2019 προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσης, καμία σχετική μνεία δεν κάνει περί αίτησης χορήγησης εγγράφων και άρνησης της καθής - να του χορηγηθούν τα επίδικα έγγραφα δεν στοιχειοθετεί άγνοιά του ως προς την ύπαρξή τους και σε καμία περίπτωση ανυπαίτια, αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε, προκειμένου να εξασφαλίσει την χορήγησή τους, με δεδομένο ότι εκείνος έφερε το βάρος απόδειξης των επιδίκων ισχυρισμών.
Ωστόσο και σε κάθε περίπτωση, τα εν λόγω προσκομιζόμενα έγγραφα της κίνησης των λογαριασμών δεν είναι κρίσιμα έγγραφα, κατά την αληθή έννοια του νόμου, επειδή και αντίθετα από τον ισχυρισμό του αιτούντα, ουδόλως παρέχουν ευθέως και άμεσα πληροφορίες, έτσι ώστε να παράγεται πλήρης δικανική πεποίθηση ως προς το αποδεικτέο γεγονός ήτοι ότι η καθής τράπεζα επανεπένδυσε παράνομα τις καταθέσεις του αιτούντα. Ειδικότερα, επικαλείται στην επίδικη αίτησή του ότι ".Την 19-5-2011 η αντίδικος τράπεζα με μια ανεξήγητη και παντελώς αόριστη εγγραφή με τον τίτλο διάφορες χρεώσεις αφαίρεσε από τον εν λόγω λογαριασμό μου το ποσό των 450.612,08 ευρώ που είχε κατά την εν λόγω ημερομηνία και το ιδιοποιήθηκε παράνομα και στη συνέχεια στις 5-7-2011 και πάλι με την ίδια ανεξήγητη και παντελώς αόριστη εγγραφή με τον τίτλο διάφορες χρεώσεις αφαίρεσε από τον λογαριασμό μου το ποσό των 971,87 που αφορούσε τους τόκους των άνω καταθέσεών μου, οι οποίοι καταχωρήθησαν την 1-7-2011 και ιδιοποιήθηκε και αυτούς παράνομα και έτσι μηδένισε το λογαριασμό μου την 5-7-2011, αρνούμενη να μου δώσει οποιαδήποτε εξήγηση ή πληροφορία όπως επίσης να μου χορηγήσει αντίγραφο των εν λόγω εγγράφων με τον τίτλο διάφορες χρεώσεις...".
Ωστόσο, παρόλο που ενδεχομένως οι άνω εγγραφές και εν γένει η αναφερόμενη κίνηση του με αριθμό -166 τραπεζικού λογαριασμού του αιτούντα, θα μπορούσαν είτε να χρησιμεύσουν ως αρχή έγγραφης απόδειξης είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αυτό δεν αρκεί για επίκληση του επίδικου λόγου αναψηλάφησης του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ αφού απαιτείται, όπως σαφώς προαναφέρθηκε στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη να προκύπτει άμεσα και αναμφίβολα ο αγωγικός ισχυρισμός του αιτούντα ήτοι ότι η καθής η αίτηση αφενός επανεπένδυσε τα αναφερόμενα στην αίτηση ποσά άνευ εντολής του και αφετέρου ότι κατέστη πλουσιότερη ήτοι αποκόμισε συγκεκριμένο ποσό κέρδους. Όμως, από την επίκληση και προσκομιδή των αναφερόμενων εγγράφων κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών καμία τέτοια άμεση και ευθεία πληροφορία δεν παρέχεται περί επανεπένδυσης ποσών κεφαλαίων και τόκων του αιτούντα, αφού δεν υπάρχει σχετική εγγραφή ούτε άλλωστε έγινε επίκληση άλλου σχετικού εγγράφου, από το οποίο να προκύπτει άμεσα και κατά πλήρη απόδειξη, κάποιο συγκεκριμένο ποσό, το οποίο παρακράτησε η καθής τράπεζα ως προμήθεια ή έσοδο πλουτίζοντας αδικαιολόγητα σε βάρος του αιτούντα. Η σημασία του όρου "διάφορες χρεώσεις" χωρίς να είναι ξεκάθαρη, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί, ωστόσο, στην αναγκαία κατά το νόμο, άμεση δικανική κρίση περί επανεπένδυσης και ακόλουθης παράνομης ιδιοποίησης, κατά τις αιτιάσεις του αιτούντα, έτσι ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση, αν τα άνω έγγραφα είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.
Επομένως, με το περιεχόμενο αυτό ο μοναδικός λόγος αναψηλάφησης αριθμού 7 του άρθρου 544 ΚΠολΔ τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αίτησης πραγματικά περιστατικά, ούτε συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας ή κατακράτησης ούτε κυρίως, συνιστούν κρίσιμα έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται παραδεκτά ο προκείμενος λόγος αναψηλάφησης. Τέλος, οι γενικά αναφερόμενοι στην αίτηση ισχυρισμοί περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 544 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγω όχι ύπαρξης αντιφατικών αποφάσεων αλλά αντιφατικής αιτιολογίας και διατακτικού ή περί μη λήψης υπόψη δικαστικής ομολογίας της καθής, ο οποίος προβλήθηκε και ως λόγος της αίτησης αναίρεσης και απορρίφθηκε με την αριθμό 561/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου ή περί εσφαλμένης μη εφαρμογής και ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων, όπως του Ν.Δ. 3745/1957 ή του Ν. 1266/1982 ή και της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, ως λόγοι αναψηλάφησης είναι όλοι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά ταύτα, ομοίως απορριπτέα ως απαράδεκτη τυγχάνει εν συνόλω η από 20.12.2022 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ 10407/11/27.12.2022 αίτηση αναψηλάφησης....". Έτσι την ως άνω απορριπτική του κρίση το Εφετείο, αναφορικά με το άρθρο 544 παρ.7 στήριξε σε επάλληλες αιτιολογίες και δη έκρινε ότι τυγχάνει απορριπτέος, ως απαράδεκτος ο λόγος αναψηλάφησης του αριθμού 7 του άρθρου 544, καθόσον τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αίτησης πραγματικά περιστατικά, α) ούτε συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας ή κατακράτησης και β) ούτε κυρίως, συνιστούν κρίσιμα έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου. Ειδικότερα σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης είναι η κατακράτηση των εγγράφων από τον αντίδικο, εφόσον ο αιτών αγνοούσε, έστω και από αμέλεια την ύπαρξή τους και την κατοχή τους από αυτόν ως λόγο μη έγκαιρης προσκόμισης εγγράφων στη δίκη. Ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών αναιρεσείων είχε, καταρχήν, γνώση της ύπαρξης των εγγράφων της κίνησης των λογαριασμών, αφού ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του επί της επίδικης αίτησης, ότι είχε αιτηθεί από την καθής η αίτηση αναιρεσίβλητη την χορήγησή τους, ήδη από το έτος 2018 και μετά την επίδοση της έφεσης της αντιδίκου του σε αυτόν αλλά κατά τους ισχυρισμούς του και χωρίς πάντως να προσκομίζει αντίγραφο τέτοιας αίτησης, η καθής αναιρεσίβλητη τράπεζα αρνήθηκε την χορήγηση αυτών. Ότι δεν επικαλείται στην αίτηση ότι υπέβαλε κάποια αίτηση επίδειξης των φερόμενων νέων εγγράφων, προκειμένου να τεθούν έστω υπόψη του Εφετείου κατά την εκδίκαση της έφεσης, με δεδομένο, όπως και ο ίδιος αναφέρει, ότι δεν επρόκειτο για άγνωστα σε αυτόν έγγραφα, τα οποία εκ των υστέρων "βρέθηκαν", αλλά για έγγραφα, των οποίων και την ύπαρξη γνώριζε αλλά και την ενδεχόμενη αποδεικτική τους αξία και τα οποία η καθής αναιρεσίβλητη προσπαθούσε, κατά τον ισχυρισμό του, να του αποκρύψει και μάλιστα, δόλια, ωστόσο, τελικά, του τα χορήγησε μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου. Το ότι όμως ο αιτών αναιρεσείων δεν επέμεινε στις, όψιμα, πάντως, επικαλούμενες προσπάθειές του χορήγησης εγγράφων από την καθής η αίτηση αναιρεσίβλητη και στην άρνησή της - καθώς στις προσκομιζόμενες και από 2-4-2019 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κατά την εκδίκαση της έφεσης, καμία σχετική μνεία δεν κάνει περί αίτησης χορήγησης εγγράφων και άρνησης της καθής αναιρεσίβλητης - να του χορηγηθούν τα επίδικα έγγραφα δεν στοιχειοθετεί άγνοιά του ως προς την ύπαρξή τους και σε καμία περίπτωση ανυπαίτια, αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε, προκειμένου να εξασφαλίσει την χορήγησή τους, με δεδομένο ότι εκείνος έφερε το βάρος απόδειξης των επιδίκων ισχυρισμών. Σύμφωνα δε με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης ο λόγος αναψηλάφησης από τον αριθμό 7 του άρθρου 544 ΚΠολΔ τυγχάνει απορριπτέος, ως απαράδεκτος καθόσον τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αίτησης πραγματικά περιστατικά, ούτε συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας ή κατακράτησης ούτε κυρίως, συνιστούν κρίσιμα έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται παραδεκτά ο προκείμενος λόγος αναψηλάφησης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά το οικείο μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασής του, σχετικά με την κρίση της ότι δεν συγκροτείται η έννοια της ανωτέρας βίας ή κατακράτησης αναφορικά με την μη έγκαιρη προσκομιδή των "νέων" εγγράφων, για το λόγο ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά ανεπάρκεια περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και την εκτίμηση του περιεχομένου της αίτησης και τυχόν σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με τα στοιχεία αυτά δεν ελέγχεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2021).
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή της μιας εξ αυτών δεν τελεσφορεί, οι αφορώντες τις λοιπές αιτιολογίες λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Α.Π. 721/2014, 1774/2011, 406/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως προεξετέθη, απέρριψε το λόγο αναψηλάφησης του άρθρου 444 παρ.7 στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση στις ως άνω επάλληλες αιτιολογίες Επομένως, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των αιτιάσεων του λόγου αναιρέσεως που αφορούσαν την ανωτέρα βία και την κατακράτηση των επίδικων εγγράφων οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δεύτερο μέρος του ιδίου αναιρετικού λόγου, υπό την επίκληση του αριθμού 12 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, τυγχάνουν αλυσιτελείς (1874/2024,ΑΠ 1167/2017, ΑΠ 721/2014).
Περαιτέρω με τον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. ...
Περαιτέρω, από τη διαγραφή κατά τη συζήτηση του, αντίστοιχου με το άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρου 538 αριθ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής από την Αναθεωρητική Επιτροπή των λέξεων "εφόσον πιθανολογείται, ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως" με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", προκύπτουν περαιτέρω οι ακόλουθες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω λόγου αναψηλάφησης: α) ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων και αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό και όχι στις αιτιολογίες, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, διότι σκοπός της συγκεκριμένης διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 549 ΚΠολΔ, β) η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε από το γεγονός ότι, ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση, η ένσταση όμως αυτή δεν προβλήθηκε, υπαιτίως ή ανυπαιτίως, ούτε αποφάνθηκε επί της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου το δικαστήριο εκείνο (ΑΠ 1863/2024, ΑΠ 42/2023). Η αίτηση αναψηλάφησης, η οποία αποτελεί ρωγμή στο απρόσβλητο του ουσιαστικού δεδικασμένου, επιτρέπεται μόνον, εφόσον συντρέχουν οι υπό του άρθρου 544 ΚΠολΔ περιοριστικώς αναφερόμενοι λόγοι και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή άλλων διατάξεων (ΑΠ 1884/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η υπ'αριθμ. 4480/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες που παράγουν εσφαλμένο δεδικασμένο και όφειλε η προσβαλλομένη να την διορθώσει με την ερμηνευτική διεύρυνση των διατάξεων περί αναψηλάφησης για την κάλυψη του κενού. Ότι παρά ταύτα η προσβαλλομένη εφάρμοσε στενά τη διάταξη του άρθρου 544 παρ.1 και απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης επικυρώνοντας ένα άδικο δεδικασμένο παρότι η εν λόγω απόφαση είχε αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1,18 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ως άνω λόγος που ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη ως απαράδεκτος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον σύμφωνα με την ως άνω μείζονα σκέψη η ως άνω διάταξη του άρθρου 544 παρ.1 αναφέρεται στην ύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων κατά τα ως άνω εκτεθέντα, οι δε λόγοι αναίρεσης είναι οι περιοριστικώς αναφερόμενοι και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην δικαστική ομολογία που περιέχονταν στις από 10-4-2017 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό του και δεν προσέδωσε επίσης πλήρη αποδεικτική δύναμη στο από 22-4-1999 έγγραφο της εναγόμενης τράπεζας. Με τις ως άνω παραδοχές ορθώς το Εφετείο με την προσβαλλομένη απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί δικαστικής ομολογίας καθόσον η δικαστική ομολογία κρίθηκε στα πλαίσια της προγενέστερης δίκης και προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης που απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ.561/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός ότι δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλομένη το από 22-4-1999 έγγραφο της τράπεζας που προσκομίστηκε και στο οποίο αναφέρονταν ότι η εναγόμενη τράπεζα επανεπένδυσε τα έντοκα γραμμάτια την 5-1-1999 καθόσον το ως άνω έγγραφο δεν είναι "νέο" ούτε περιλαμβάνεται στην αίτηση αναψηλάφησης αλλά από την παραδεκτή επισκόπηση της από 29-12-2016 αγωγής αποτελούσε περιεχόμενο αυτής και επομένως κρίθηκε στα πλαίσια της προγενέστερης δίκης.
Επομένως ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο αιτών αναφέρει στην αίτησή του ότι αποδέχτηκε το ποσό των 288.893,32 ευρώ μετά των τόκων υπερημερίας που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του, χωρίς να αναφέρει σε ποιο λογαριασμό κατατέθηκαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση. Για τον ίδιο λόγο, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί ρευστοποίησης των εντόκων γραμματίων χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη, πρόκειται δε για γεγονότα που κρίθηκαν ως άνω στην προγενέστερη δίκη και όχι στην δίκη της αναψηλάφησης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και δη στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη τράπεζα ,προς αντίκρουση της από 29-12-2016 αγωγής του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ρευστοποίησε τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου χωρίς όμως να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα και παρόλα αυτά αυτή δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είχε το βάρος της απόδειξης. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος αφού οι ως άνω αιτιάσεις αφορούν την προγενέστερη δίκη και όχι την δίκη της αναψηλάφησης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη όπου το Εφετείο κρίνει εντός των περιοριστικών λόγων της αναψηλάφησης, καθόσον η άσκηση αναψηλάφησης δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2023 αίτηση αναίρεσης του Μ. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5045/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ