Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1864 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1864/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαννή Σίδερη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PHOENIX NPL Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη - Εμμανουήλ Σταμαδιάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο, καθώς και με τις προτάσεις της, κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 396/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9313/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2020 αίτησή του και τον από 8-8-2024 πρόσθετο λόγο αυτής, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 13-12-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28.12.2020 και με αρ. κατ. 4070/5/22.1.2021 αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 8.8.2024 και με αριθμό καταθ. 118/9.9.2024 πρόσθετοι αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9313/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 396/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 107/2024, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Αθήνα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PHOENIX NLP Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων και της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, δυνάμει της από 21.07.2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 293/22.7.2020, όπως η ως άνω σύμβαση συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης αντίγραφο της οποίας, ομοίως, έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 892/24.11.2022, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PHOENIX NLP", που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει του από 23.12.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, όπως έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 538/24.12.2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με τον αναιρεσείοντα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα: α) με αριθμ. ....2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Σ., ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 28.12.2020, αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 17.2.2023, επιδόθηκε από αυτόν (αναιρεσείοντα) νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ) κατόπιν δε αναβολής της συζήτησης για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έγινε αναγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, η οποία επέχει θέση κλητεύσεως κατά το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., σε συνδ. με το άρθρο 575 εδ. β' του ΚΠολΔ, και β) με αριθμ. ....2024 έκθεση επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο των προσθέτων αυτής λόγων επιδόθηκε επίσης στην ως άνω αναιρεσίβλητη νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, θεωρείται, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9313/2020 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 29.3.2013 αίτησή του, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την καθ' ής η αίτηση, πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Στην ως άνω ανοιγείσα δίκη άσκησε κύρια παρέμβαση η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και ήδη αναιρεσίβλητη. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 396/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, το οποίο απέρριψε την αίτηση, αφού δέχθηκε την ένσταση περί δόλου, που πρότεινε η κυρίως παρεμβάσα, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την ένδικη αίτησή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 11.9.2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9313/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους αυτής, μεταξύ των οποίων και εκείνον περί αοριστίας της προβληθείσας ενστάσεως δόλου και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του ενδεχόμενο δόλο, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος (02-04-2013) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του....". Ειδικότερα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου πρέπει να συντρέχει και αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, είτε και μετά από αυτήν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η, συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον ισχυρισμό αυτόν κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, δεν είναι ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020). Τέλος, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, ο ήδη αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ., παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, ενώ στην πραγματικότητα, η περί δόλου ένσταση, που πρότεινε η κυρίως παρεμβάσα και ήδη αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, είναι απαράδεκτη ως αόριστη, παρά ταύτα δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 396/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, το οποίο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου και απέρριψε την ένδικη αίτηση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η κυρίως παρεμβάσα, ειδική διάδοχος της καθής η αίτηση, μετά τη θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, πιστώτρια τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, πρότεινε κατά την προφορική συζήτηση, αλλά και με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την καταχωρισθείσα, στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής καταχωρήθηκε πρωτοβαθμίου, την οποία επανέφερε με τις κατ'έφεση προτάσεις της υποστηρίζοντας ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με ατομικό πλέον εισόδημα 800 ευρώ και βιοτικές ανάγκες αντιστοίχου ύψους δεν δικαιολογείται να καταβάλλει 170 ευρώ μηνιαίως, πλην αν υφίσταται έτερη πηγή εισοδήματος, που δεν μνημονεύεται και ότι "στην κρινόμενη αίτηση από κανένα σημείο δεν προκύπτει ο χρόνος λήψεως των δανειακών προϊόντων, ενώ δεν αποδεικνύεται πώς, κατά το χρόνο ανάληψης των επιδίκων οφειλών, ο αιτών ήταν σε θέση να ανταποκρίνεται στις δανειακές του υποχρεώσεις.
Ο ίδιος, εξάλλου, συνομολογεί ότι κατέφυγε περισσότερο από όσο επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες στον τραπεζικό δανεισμό. Προσέφυγε, συνεπώς, σε δανεισμό δυσανάλογο με τα εισοδήματα και τις ανάγκες του, στοιχεία τα οποία παραλείπει εξάλλου επαρκώς και με σαφήνεια να παραθέσει. Ως εκ τούτου, καθίσταται κατάδηλο κατά τις αντιλήψεις του μέσου συνετού συναλλασσομένου και εχέφρονος καλόπιστου οφειλέτη, ότι θα ήτο αδύνατη η προσήκουσα εκπλήρωση των δανειακών του υποχρεώσεων, γεγονός που συνηγορεί στη συγκρότηση δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, ήδη κατά το χρόνο ανάληψης του εγχειρήματος λήψεως των επιδίκων δανείων". Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα η επίκληση από την πιστώτρια τράπεζα της εκ μέρους του αιτούντος - οφειλέτη ανάληψης δυσανάλογων προς το ως άνω εισόδημά του από 800 ευρώ και τις αντιστοίχου ύψους βιοτικές του ανάγκες, οικονομικών υποχρεώσεων και το ότι ο αιτών, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο και ότι ο δανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, την οποία είχε αποδεχθεί, είναι επαρκής και δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου του αιτούντος. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - οφειλέτη.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, και ο πρόσθετος λόγος αυτής εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, πέραν του απαραδέκτου τους, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ότι πρότεινε την αοριστία της ένστασης του δόλου ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών, γεννηθείς το έτος 1969, είναι έγγαμος από την ....2013 με την Α. Κ. και από τον γάμο του αυτόν έχει αποκτήσει ένα τέκνο, γεννηθέν την 11.02.2016 (...). Κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (28.2.2018) ο αιτών δεν εργαζόταν και δεν ελάμβανε επίδομα ανεργίας (....). Σήμερα εργάζεται ως εργάτης παραγωγής στην εταιρεία "ΕΛΑΣΤΟΊΈΤ ΜΟΝΩΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ - ΜΟΝΩΣΕΙΣ Α.Ε.", με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 764,63 ευρώ (.....). Στο παρελθόν, από τις 18.07.2003 έως τις 14.10.2015, ο αιτών εργαζόταν στην εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Η σύζυγος του αιτούντος δεν εργάζεται, είναι εγγεγραμμένη στον ΟΑΕΔ και δεν λαμβάνει επίδομα ανεργίας (...). Μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2018 ο αιτών λάμβανε Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, ύψους 190,00 ευρώ περίπου, εκ των οποίων το ήμισυ αφορούσε σε παροχές σε είδος (....). Το συνολικά δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος κατά το οικονομικό έτος 2007, ήταν 8.495,44 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008, 8.664,63 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009, 8.651,81 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010, 9.664,65 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, 11.070,58 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, 12.226,84 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013, 12.473,72 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, του αιτούντος 12.678,50 ευρώ και της συζύγου του 4.034,13 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014, του πρώτου 12.955,08 ευρώ και της δεύτερης 0,30 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015, του πρώτου 10.463,61 ευρώ και της δεύτερης 8,86 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016, του πρώτου 1.220,15 ευρώ και της δεύτερης μηδενικό και το φορολογικό έτος 2018 του πρώτου 3.065,22 ευρώ και της δεύτερης 11,37 ευρώ, σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Δεν προσκομίζεται εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2017. Ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος μίας αυτοτελούς, ανεξάρτητης, οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήτοι ενός διαμερίσματος, με στοιχεία ΑΛΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ (Α-1), εμβαδού 93,90 τ.μ., του πρώτου (Α') ορόφου πάνω από το ισόγειο, μιας οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ζεφυρίου Αττικής, και κατά τον τίτλο κτήσης στη θέση "ΑΛΕΠΟΤΡΥΠΑ ή ΖΟΦΡΙΑ της πρώην περιοχής Ζεφυρίου του Δήμου Αγίων Αναργύρων Αττικής, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης του Δήμου Ζεφυρίου Αττικής, στο υπ' αριθμόν ενενήντα οκτώ οικοδομικό Τετράγωνο (98 Ο.Τ.), που περικλείεται από τις οδούς ..., με πρόσοψη επί της οδού ... (....). Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 33.804,00 ευρώ (...). Επίσης, ο αιτών είναι κύριος του με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. δικύκλου, εργοστασίου κατασκευής Ρ. Τ. KAWASAKI, τύπου ΚΑΖΕ - R, κυβισμού 111 κ.εκ., με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 01/07/1999 (....). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση το εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010), Ειδικότερα, το έτος 2006 ο αιτών συνήψε με την καθ' ης η αίτηση τράπεζα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της οποίας ειδική διάδοχος κατέστη η κυρίως παρεμβαίνουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ήδη εφεσίβλητη: 1) την υπ' αρ. ... σύμβαση δανείου, υπολοίπου την 11.11.2015, 88.035,71 ευρώ. Για την εξασφάλιση δε αυτού του δανείου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω περιγραφόμενου διαμερίσματος στο Ζεφύρι Αττικής (οδός ...), και 2) την υπ' αρ. ... σύμβαση δανείου, υπολοίπου την 11.11.2015, 1.713,39 ευρώ. οι συνολικές δε οφειλές του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 89.749,10 ευρώ. Από την προεκτεθείσα ανάλυση, προέκυψε ότι ο αιτών προέβη σε αλόγιστο για τις οικονομικές του δυνάμεις δανεισμό, συνάπτοντας δανειακές συμβάσεις στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης συνολικού ποσού 89.749,10 ευρώ, ενώ το εισόδημά του δεν του επέτρεπε να είναι συνεπής έναντι των δανειακών του υποχρεώσεων, ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις βιοτικές του ανάγκες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο τον αιτούντα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, το έτος 2006 (......), αλλά και τα επόμενα έτη, μέχρι το έτος 2008, το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος κυμαινόταν στο ποσό των 700,00 ευρώ, ενώ τα επόμενα έτη, έως το 2012, στο ποσό των 800 - 1.000 ευρώ, περίπου. Η, δε, συνολική μηνιαία δόση των δανείων ανερχόταν, όπως κατέθεσε ο ίδιος ο αιτών, κατά την ανωμοτί εξέτασή του ακροατήριο, στο ποσό των 420 - 500 ευρώ περίπου. Ο δε, ισχυρισμός του αιτούντος ότι αποκόμιζε από την εργασία του το ποσό των 1.400 - 1.500 ευρώ μηνιαίως δεν κρίνεται βάσιμος. Τούτο διότι η προσκομιζόμενη από τον αιτούντα βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, Γ. Λ., που συντάχθηκε για τραπεζική χρήση, και σύμφωνα με την οποία οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 1.300,00 ευρώ - και όχι των 1.400-1.500 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος - φέρει ημερομηνία 25.09.2005, ήτοι ανάγεται στο προηγούμενο του έτους ανάληψης των επίδικων δανείων έτος, ενώ δεν διευκρινίζει αν τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά αφορούν καθαρές ή μικτές αποδοχές, τακτικές ή έκτακτες. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο αιτών κατέθεσε ότι το επιπλέον των 700 ευρώ ποσό αφορούσε σε "bonus", τα οποία ελάμβανε ως πωλητής και δεν φαίνονταν στις φορολογικές του δηλώσεις. Πλην όμως και σε κάθε περίπτωση, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, οι επιπλέον αυτές αμοιβές δεν είναι σταθερές, καθώς αφορούν τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις και την εν γένει απόδοση του εργαζομένου.
Συνεπώς, το μόνο σταθερό εισόδημα του αιτούντος κατά τον χρόνο λήψης των δανείων ήταν ο μηνιαίος μισθός του, που δεν ξεπερνούσε το ποσό των 700,00 ή 1.000 ευρώ, που δεν επαρκούσε ποτέ για την κάλυψη και των δανειακών του υποχρεώσεων και των αναγκών διαβίωσης του ίδιου και αργότερα της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής υπήρχε για αυτόν εξ ορισμού από τον χρόνο ήδη της λήψης των ανωτέρω πιστωτικών προϊόντων. Εν όψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δημιουργία των ως άνω χρεών οφείλεται σε δόλο του αιτούντος, ο οποίος προέβη σε υπέρογκο δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας έτσι το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό, ήτοι της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του, ως πιθανό και, μολαταύτα, το αποδέχθηκε. Δηλαδή, γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του, που διαρκώς διογκώνονταν, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα. Κρίνεται, δε, ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Ο αιτών έλαβε υπ' όψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και, αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη σύναψη δανειακών συμβάσεων και, μάλιστα, χωρίς να έχουν συμβεί έκτακτα περιστατικά στη ζωή του, τέτοια που να είναι ικανά να τον αναγκάσουν να οδηγηθεί στην ανάληψη τόσο μεγάλου ύψους οφειλών. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον ο αιτών περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του με δική του υπαιτιότητα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν,....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 396/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εξαιτίας του υπερδανεισμού του. Ειδικότερα με πληρότητα αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι ο αιτών - αναιρεσείων α) έλαβε δύο (2) πιστωτικά προϊόντα από την καθής πιστώτρια τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, και συγκεκριμένα ανέλαβε οφειλές προερχόμενες από ένα (1) στεγαστικό δάνειο το έτος 2006 και ένα καταναλωτικό, προς κάλυψη καταναλωτικών και στεγαστικών αναγκών, υπολοίπου την 11.11.2015, 88.035,71 ευρώ και 1.713,39 ευρώ αντίστοιχα, β) ότι τις δόσεις των δανείων αδυνατούσε να εξοφλήσει, καθόσον τα ως άνω μηνιαία εισοδήματά του, καθ' όλα τα έτη του δανεισμού του, ανέρχονταν στα ποσά που αναλυτικά παρατίθενται στις ανωτέρω παραδοχές ενώ από τις 14.10.2015 έπαψε να εργάζεται και ελάμβανε επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης από 190 ευρώ μηνιαίως, γ) ότι παρά το ότι τα έσοδά του δεν του επέτρεπαν την αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων, αυτός προέβη στην ανάληψη και άλλης δανειακής υποχρέωσης με την έκδοση πιστωτικής κάρτας, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτό τα μηνιαία έξοδά του, δ) ότι τα εισοδήματά του, με βάση τα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών αναγκών του, δεν του επέτρεπαν την καταβολή των μηνιαίων δόσεων των οφειλών του, δεδομένου ότι η μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή τους ανερχόταν στο ποσό των 420 - 500 ευρώ, και ότι ενόψει του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων που έλαβε, κρίνεται ότι ο δανεισμός του υπερβαίνει κατά πολύ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μέτρο του συνετού καταναλωτή.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης. Τα αναφερόμενα στη συνέχεια του ιδίου λόγου αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.12.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 08-08-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της υπ' αριθμ. 9313/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ