Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1866 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1866/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. (K.) Χ. (H.) του Τ. - Κ. (G. - K.), συζ. Ε. Ν. και 2) Ε. Ν. του Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Νικολακέα και ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Α. και 2) Α. Δ. του Δ., συζ. Χ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λειβαδίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-10-2020 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 615/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5020/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-5-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο 2ος των αναιρεσειόντων και πληρεξούσιος της 1ης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4/5/2023 (αριθμ. καταθ. 4070/405/2023) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5020/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 591, 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 7/4/2023 (βλ. τις υπ' αριθμ. ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Σ. Γ., που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που την εξέδωσε, στις 8/5/2023, ήτοι εντός της κατ' άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοσή της.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5020/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18/6/2020 (αριθμ. καταθ. 37094/656/2020) αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία εξέθεσαν ότι με το από 18/9/2015 μισθωτήριο επαγγελματικής στέγης, εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αποτελούμενο από τέσσερα συνεχόμενα καταστήματα, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί ως κέντρο ξένων γλωσσών, αντί μισθώματος ανερχόμενου σε 750 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2015 έως 30/9/2016, σε 1.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2016 έως 30/9/2017, σε 1.250 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2017 έως 30/9/2018 και σε 1.500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2018 έως 30/9/2019, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε ετησίως βάσει τιμαρίθμου, ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε εξαετής, από 1/10/2015 έως 1/10/2021 και ότι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) συνεβλήθη ως εγγυητής υπέρ της μισθώτριας. Ότι στις 30/9/2019 τους επιδόθηκε η από 27/9/2019 εξώδικη δήλωση των αντιδίκων τους, με την οποία αυτοί κατήγγειλαν τη σύμβαση μίσθωσης λόγω μεταμέλειας. Ότι οι ίδιοι, με την από 1/10/2019 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στους αντιδίκους τους στις 10/10/2019, δήλωσαν ότι η καταγγελία είναι άκυρη διότι στο μισθωτήριο δεν προβλέπεται καταγγελία της μίσθωσης λόγω μεταμέλειας και ο ν. 4242/2014 δεν προβλέπει τέτοια καταγγελία και ζήτησαν την καταβολή των μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της μίσθωσης. Ότι η πρώτη εναγομένη τους κατέβαλε τα μισθώματα μέχρι 31/12/2019 και αποχώρησε από το μίσθιο, το οποίο τους παρέδωσε στις 14/1/2020 και αυτοί το παρέλαβαν επιφυλασσόμενοι παντός νομίμου δικαιώματός τους, οφείλει δε για μισθώματα του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου 2020-Ιουνίου 2020 το ποσό των (1.500 Χ 6) 9.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 324 ευρώ. Επίσης, ότι κατά την παραλαβή του μισθίου διαπίστωσαν φθορές που δεν οφείλονταν στην συνηθισμένη χρήση του, για την αποκατάσταση των οποίων δαπάνησαν το συνολικό ποσό των 2.320,50 ευρώ. Με βάση τα εκτιθέμενα, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της μίσθωσης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 11.644,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο εκάστου επιμέρους κονδυλίου, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής.
Επίσης, η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 22/10/2020 (αριθμ. καταθ. 77935/1526/2020) αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία εξέθεσε ότι η προαναφερόμενη σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης έληξε στις 31/12/2019, μετά την καταγγελία της, κατ' άρθρο 13 § 1 εδ. γ' του ν. 4242/2014, δυνάμει της από 27/9/2019 εξώδικης δήλωσής της, που επέδωσε στους αντιδίκους της στις 30/9/2019 (το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο στην αγωγή), γι' αυτό, άλλωστε, στις 14/1/2020, η ίδια παρέδωσε το μίσθιο στους αντιδίκους της, οι οποίοι το παρέλαβαν και συντάχθηκε σχετικά η από 14/1/2020 απόδειξη παραλαβής μισθίου και των κλειδιών αυτού, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων από δημόσια αρχή, ότι η ίδια τήρησε πιστά τους όρους της μισθωτικής σύμβασης και ως εκ τούτου έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση για την απόδοση του ποσού της εγγυοδοσίας, ποσού 1.500 ευρώ, που είχε καταβάλει κατά τη σύναψη της μίσθωσης. Με βάση τα εκτιθέμενα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 1.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31/12/2019, έως εξοφλήσεως.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 615/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε η από 22/10/2020 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και β) έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 18/6/2020 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 27/9/2019 καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 4.662 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες, για μισθώματα του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου-Ιουνίου 2020, συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου, με το νόμιμο τόκο εκάστου επιμέρους μισθώματος. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 10/2/2022 (αριθμ. καταθ. 11639/720/2022) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5020/2022 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995,όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Με την διάταξη αυτή παρέχεται στον μισθωτή κάθε μίσθωσης, που υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω π.δ., το δικαίωμα να την καταγγείλει (καταγγελία μεταμέλειας), με τους όρους που προβλέπονται σε αυτό. Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι καταγγέλλει τη μίσθωση χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Ακολούθησε ο ν.4242/2014, ο οποίος ισχύει για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 28-2-2014. Κατά το άρθρο 13 παρ 1. Ν.4242/2014: "Οι μισθώσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6,16-18, 20- 26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου αυτού "Με τις προτεινόμενες διατάξεις εναρμονίζεται η νομοθεσία των εμπορικών μισθώσεων με τις σύγχρονες απαιτήσεις και παρέχεται η ελευθερία στα συμβαλλόμενα μέρη να ρυθμίζουν την διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης για όσο χρόνο τα ίδια επιθυμούν. Η τριετής διάρκεια που προβλέπει η ρύθμιση δεν δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν οι ίδιοι θέλουν, να συμφωνήσουν μεγαλύτερη διάρκεια και με νεότερη συμφωνία είναι δυνατή η λύση της σύμβασης και πριν από τη λήξη της τριετούς διάρκειας. Ορίζεται επιπλέον, ότι οι μισθωτικές συμβάσεις που συνάπτονται στο εξής θα διέπονται από τη συμφωνία των μερών και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες διατάξεις του π.δ. 34/1995 που δεν αφορούν τη διάρκεια και το δικαίωμα καταγγελίας". Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του άρθρου 13 του ν. 4242/2014, από τις διατάξεις του οποίου δεν προκύπτει ότι παρέχεται στον μισθωτή δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης οποτεδήποτε και μάλιστα εντελώς αζημίως πλέον γι' αυτόν, κατά παράβαση της νόμιμης τριετούς διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, ενώ δεν είναι δυνατή η παραίτηση των εκμισθωτών από την δέσμευση της τριετούς διάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται και στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν.4242/2014. Επίσης, δεν παρέχεται από την ως άνω διάταξη η δυνατότητα καταγγελίας μίσθωσης με συμβατική διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, μετά την πάροδο της νόμιμης τριετούς διάρκειας, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, που δεσμεύουν τους συμβαλλομένους.
Προφανώς, η προβλεπόμενη στο νόμο τρίμηνη προθεσμία εφαρμόζεται στην περίπτωση που, μετά την λήξη της τριετίας και την παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο, η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου, κατ' άρθρο 611 ΑΚ (ΑΠ641/2025, ΑΠ971/2022).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 του ΑΚ, τα οποία, σύμφωνα, με τα άρθρα 15 και 44 ΠΔ/τος 34/1995, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για σπουδαίο λόγο. Τα συγκροτούντα τον σπουδαίο λόγο περιστατικά πρέπει να αποτελούν περιεχόμενο της καταγγελίας. Αν οι επικαλούμενοι με την καταγγελία λόγοι δεν συντρέχουν, αυτή είναι άκυρη, μη επιφέρουσα την λύση της μίσθωσης, συνεπώς, ο μισθωτής οφείλει μίσθωμα, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιεί το μίσθιο ή όχι (ΑΠ378/2023). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 596 του Α.Κ. (σε συνδυασμό με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995) προκύπτει ότι επί μίσθωσης ορισμένης διάρκειας, ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στον εκμισθωτή και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο πριν από την λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι την λήξη υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της εγκατάλειψης του μισθίου (ΑΠ378/2023, ΑΠ1548/2018).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 § 1 ΑΚ και 44 του π.δ. 34/1995, συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής μίσθωσης μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία υπάρχει και όταν, πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει ανεπιφύλακτα, με σκοπό την λύση της μίσθωσης (ΑΠ971/2022, ΑΠ57/2020, ΑΠ526/2017, ΑΠ362/2017) ή και με επιφύλαξη, που δεν ενέχει εναντίωση στην πρόωρη λύση της μίσθωσης, αλλά έχει την έννοια διατήρησης εκ μέρους του εκμισθωτή αξίωσης για τα οφειλόμενα μισθώματα ή ως προς την κατάσταση του μισθίου (ΑΠ362/2017, ΑΠ998/2006).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406, 407 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής "εγγύησης" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσίας), για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή (ΑΠ808/2021), διέπεται δε, ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη με την λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται, αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά (ΑΠ236/2010).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ3/2020, ΑΠ1545/2024, ΑΠ55/2023, ΑΠ1208/2023, ΑΠ164/2021). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ1545/2024, ΑΠ1227/2023, ΑΠ549/2022).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ1545/2024, ΑΠ55/2023, ΑΠ224/2023, ΑΠ1342/2023, ΑΠ909/2022, ΑΠ162/2020, ΑΠ162/2020). Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ57/1990, ΑΠ1545/2024, ΑΠ1198/2023, ΑΠ1230/2023, ΑΠ1492/2022).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει του καταρτισθέντος στην Δροσιά Αττικής από 18-09-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, νομίμως δηλωθέντος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2015 απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, οι ενάγοντες - εναγόμενοι εκμίσθωσαν στην πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα, στην οποία συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος υπέρ της μισθώτριας συζύγου του και εγγυητής ως προς την εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων ο δεύτερος των εναγόμενων τις κάτωθι τέσσερις (4) αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα), που κείνται στον πρώτο όροφο πολυώροφης οικοδομής στη Δροσιά Αττικής, επί της Λεωφόρου ..., και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, δώμα και τον περιβάλλοντα χώρο και των οποίων τυγχάνουν επικαρπωτές κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, ήτοι: 1) το υπό. στοιχεία ΑΚ-1 κατάστημα, επιφάνειας 32,05 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και αποτελείται από έναν (1) χώρο και WC, 2) το υπό στοιχεία ΑΚ-2 κατάστημα, επιφάνειας 32,49 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και αποτελείται από έναν (1) χώρο και WC, 3) το υπό στοιχεία ΑΚ-3 κατάστημα, επιφάνειας 22,91 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και αποτελείται από έναν (1) χώρο και WC και 4) το υπό στοιχεία ΑΚ-4 κατάστημα, επιφάνειας 34,75 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και αποτελείται από έναν (1) χώρο και WC. Τα ως άνω αυτοτελή και ανεξάρτητα καταστήματα, τα οποία είναι συνεχόμενα το ένα δίπλα στο άλλο, εκμισθώθηκαν στην πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα, προκειμένου αυτή να τα χρησιμοποιήσει ως κέντρο ξένων γλωσσών και ιδίως εκμάθησης της Αγγλικής γλώσσας, αλλά και γενικότερα παροχής υπηρεσιών της Αγγλικής Γλώσσας (π.χ. μεταφράσεις, αιτήσεις για σπουδές σε Αγγλικά Πανεπιστήμια, σεμινάρια κ.α.). Η διάρκεια της εν λόγω επαγγελματικής μίσθωσης ορίστηκε εξαετής, ήτοι για το χρονικό διάστημα από την 01η.10.2015 έως την 01η.10.2021. Επίσης ρητά συμφωνήθηκε ότι το μηνιαίο μίσθωμα για όλα τα ως άνω καταστήματα θα ανέρχεται στο ποσό των 750 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% για το χρονικό διάστημα από 01-10-2015 έως και 30-09-2016, στο ποσό των 1.000 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3.6% για το χρονικό διάστημα από 01-10-2016 έως και 30-09-2017, στο ποσό των 1.250 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3.6% για το χρονικό διάστημα από 01-10-2017 έως και 30-09-2018, στο ποσό των 1.500 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3.6% για το χρονικό διάστημα από 01-10-2018 έως και 30-09-2019, και ότι για το χρονικό διάστημα από 01-10-2019 και εφεξής το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως βάσει τιμαρίθμου, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα προκαταβάλλεται τις πρώτες δέκα (10) ημέρες κάθε ημερολογιακού μήνα σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων - εναγόμενων εκμισθωτών, που τηρούν στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η δε καταβολή του μισθώματος θα αποδεικνύεται πλήρως με την απόδειξη κατάθεσης της τράπεζας, αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού του όρκου.
Κατά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως ρητά ορίζεται στον όρο 3 αυτού, η μισθώτρια κατέβαλε το ποσό των 1.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε δύο (2) μισθώματα (750 X 2) κατά την υπογραφή της σύμβασης, του ως άνω συμφωνητικού επέχοντος απόδειξη καταβολής της ως άνω εγγύησης εκ μέρους της, ρητά δε συμφωνήθηκε ότι το εν λόγω ποσό εγγύησης θα της επιστραφεί κατά την αποχώρησή της από το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και υπό την προϋπόθεση εκπλήρωσης όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεών της, καθώς και της εκκαθάρισης όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών και της παράδοσης του μίσθιου ελεύθερου στους εναγόμενους - εκμισθωτές. Σύμφωνα με τον όρο 6 της από 18-09-2015 μίσθωσης η πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα εξέτασε το μίσθιο και το βρήκε της τέλειας αρέσκειάς της και απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε και οι ενάγοντες - εναγόμενοι - εκμισθωτές παρέδωσαν αυτό σε άριστη κατάσταση. Στον όρο 7 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίστηκε ότι η πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα μισθώτρια και τα έλκοντα δικαιώματα από αυτήν πρόσωπα υποχρεούνται σε καλή χρήση του μίσθιου. Άλλως σε περίπτωση κακής χρήσης αυτού, θα ευθύνεται σε αποζημίωση για φθορές και βλάβες, που προκλήθηκαν στο μίσθιο, είτε από αμέλεια αυτής ή του προσωπικού της, είτε από χρήση του μίσθιου πέραν από τη συμφωνημένη, τυχόν, δε φθορές και βλάβες, που προκληθούν στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και μόνον από τη συμφωνημένη - συνήθη χρήση του μίσθιου από τη μισθώτρια, βαρύνουν αποκλειστικά τους εκμισθωτές.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τα τέλη του έτους 2015 παρουσιάστηκαν προβλήματα στο μίσθιο και ειδικότερα προβλήματα διαρροής ομβρίων υδάτων στο χώρο υποδοχής του μίσθιου (reception), τα οποία συσσωρεύονταν στο έδαφος με αποτέλεσμα η χρήση του εν λόγω μίσθιου να καθίσταται δυσχερής, τόσο από την ίδια την μισθώτρια, όσο και από τους πελάτες του φροντιστηρίου, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι νεαρής ηλικίας, κυρίως μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με συνέπεια την ακαταλληλότητα του μίσθιου για χρήση λόγω ολισθηρότητας του δαπέδου και επέλευσης κινδύνου ηλεκτροπληξίας τόσο της ίδιας (ενάγουσας), όσο και των μαθητών της και των γονέων - κηδεμόνων αυτών. Τα εν λόγω προβλήματα οφείλονταν στην έλλειψη επαρκούς στεγανοποίησης της οροφής του μίσθιου προς αποφυγή διαρροής ομβρίων υδάτων και εισχώρησης υγρασίας. Η πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα μισθώτρια και ο συμβληθείς ως εγγυητής σύζυγός της με την από 27-09-2019 εξώδικη δήλωσή τους κοινοποιηθείσα στους ενάγοντες - εναγόμενους - εκμισθωτές την 30-09-2019, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτούς υπ' αριθμόν ...-2019 και ...-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Ε. Π. σε συνδυασμό με την επισημείωση αυτού (Δικαστικού Επιμελητή) στο περιθώριο αυτής κατά το άρθρο 139 του ΚΠολΔ, ανέφεραν ότι καταγγέλλουν τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης κατ' άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 4242/2014, τα αποτελέσματα δε της καταγγελίας τους θα επέλθουν μετά από παρέλευση τριμήνου από την επομένη της περιέλευσης προς αυτούς της καταγγελίας, δηλαδή την 31.12.2019, οπότε η μίσθωση θα λυθεί αυτόματα και χωρίς άλλη διατύπωση. Επίσης ανέφεραν ότι προτίθενται να καταβάλουν το μηνιαίο μίσθωμα, που κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ευρώ για το τρίμηνο προ της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και ζήτησαν, επειδή η καταγγελία τους βασιζόταν σε ειδική διάταξη νόμου και δεν μπορεί να θεωρηθεί παράβαση συμβατικού όρου, όπως αποδοθεί στην πρώτη εναγόμενη κατά το χρόνο λύσης της μίσθωσης το ποσό της καταβληθείσας εγγυοδοσίας, το οποίο καθίσταται ληξιπρόθεσμο με τη λύση της μίσθωσης, ήτοι την 31.12.2019. Κάλεσαν δε τους εκμισθωτές, όπως κατά το χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ήτοι στις 31.12.2019 να προσέλθουν για την απόδοση του μίσθιου σε αυτούς και την υπογραφή πρωτοκόλλου παραλαβής - παράδοσης του μίσθιου, καθώς και την απόδοση κατά την ως άνω δήλη ημέρα της καταβληθείσας εγγυοδοσίας των 1.500 ευρώ. Ακολούθως οι ενάγοντες - εναγόμενοι εκμισθωτές επέδωσαν στην εναγόμενη την από 01-10-2019 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία τους, που κοινοποιήθηκε σε αυτή με τις υπ' αριθμόν ....2019 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, στην οποία ανέφεραν ότι στο από 18-09-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης δεν προβλέπεται καταγγελία της μίσθωσης από το μισθωτή λόγω μεταμέλειας. Επίσης με το νέο νόμο περί επαγγελματικών μισθώσεων (ν. 4242/2014), που διέπει την ως άνω μίσθωση, δεν προβλέπεται καταγγελία μίσθωσης από το μισθωτή λόγω μεταμέλειας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η μισθώτρια στην ως άνω εξώδικη δήλωση - καταγγελία της και ως εκ τούτου η γενόμενη από αυτή καταγγελία είναι άκυρη και ουδέν αποτέλεσμα παράγει, επισημαίνοντας ότι η ένδικη μίσθωση έχει εξαετή διάρκεια και λήγει στις 01-10-2021 και ως εκ τούτου τους δεσμεύει μέχρι τότε και πρέπει να τους καταβάλλουν κανονικά το συμφωνηθέν μίσθωμα, κάθε μήνα και εμπρόθεσμα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης. Όσον αφορά τη δοθείσα εγγύηση ποσού 1.500 ευρώ, ανέφεραν ότι δεν είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στις 31-12-2019, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι στην εξώδικη δήλωση - καταγγελία τους καθόσον βάσει του ως άνω μισθωτηρίου, έχουν υποχρέωση να την επιστρέφουν μόνο στην περίπτωση, που έχουν τηρηθεί από αυτούς όλοι οι όροι του ως άνω μισθωτηρίου - μεταξύ των οποίων και αυτός της χρονικής διάρκειας της μίσθωσης, - της εμπρόθεσμης καταβολής των μισθωμάτων κλπ...". Η πρώτη των εναγόμενων - ενάγουσα στις 14-01-2020 απέδωσε τη χρήση του μίσθιου στους ενάγοντες -εναγόμενους συνταχθείσας σχετικώς της από 14-01-2020 "απόδειξης παραλαβής μίσθιου και των κλειδιών αυτού", με θεώρηση του γνήσιου των υπογραφών των συμβαλλόμενων μερών από δημόσια αρχή. Συγκεκριμένα στο πλαίσιο της ως άνω απόδειξης αναγράφεται ότι ο πρώτος των εναγόντων - εναγόμενων ενεργών το μεν ατομικώς, το δε κατ' εντολή και για λογαριασμό της συζύγου του, παρέλαβε με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος του ίδιου και της συζύγου του το μίσθιο, που αναφέρεται στο από 18-09-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, καθώς και τα κλειδιά αυτού από τη μισθώτρια, που ενεργεί το μεν ατομικώς, το δε κατ' εντολή και για λογαριασμό του συζύγου της δεύτερου των εναγόμενων, που το παρέδωσε με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος αυτής και του συζύγου της. Από το περιεχόμενο της ως άνω αναφερόμενης από 14-01-2020 "απόδειξης παραλαβής μίσθιου και των κλειδιών αυτού" ουδόλως προκύπτει συμφωνία των διαδίκων μερών περί λύσης της μίσθωσης ή αποδοχή από τους ενάγοντες - εναγόμενους της πρότασης των εναγόμενων για λύση της μίσθωσης, αφού οι ενάγοντες - εναγόμενοι - εκμισθωτές παρέλαβαν απλά τα κλειδιά του μίσθιου, όχι χωρίς εναντίωση, αλλά με γενικότερη επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός τους (όχι μόνο ως προς την κατάσταση του μίσθιου). Ως εκ τούτου, αφού στην ένδικη υπόθεση, η μισθώτρια δεν είχε εμποδιστεί με κανένα τρόπο στη χρήση των μίσθιων καταστημάτων των εναγόντων - εναγόμενων και μπορούσε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί αυτά, ως είχε συμφωνηθεί με τη μισθωτική σύμβαση και κατά την ορισθείσα διάρκειά της, η καταγγελία της μίσθωσης χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου, στερείται περιεχομένου και υπερέχει το συμφέρον των αντισυμβαλλόμενων εκμισθωτών, οι οποίοι επιθυμούσαν τη διατήρηση της σχέσεως μέχρι την κανονική λύση της. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχεία I νομική σκέψη, η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, δεν παράγει τα αποτελέσματά της και δεν επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης μισθώσεως, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη καθόσον ενώ οι ίδιοι βάσισαν την καταγγελία τους στη διάταξη του άρθρου 13 § 1γ του ν. 4242/2014, με βάση την οποία ο μισθωτής μπορεί να καταγγείλει οποτεδήποτε τη μίσθωση, μετά το πέρας της ελάχιστης χρονικής δέσμευσης - διάρκειας των τριών (3) ετών, αρκεί η καταγγελία να γίνει εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματα της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η από 27-09-2019 εξώδικη δήλωση - καταγγελία συνιστά καταγγελία μεταμέλειας, αφού οι τελευταίοι ουδόλως αναφέρθηκαν στη συνδρομή οποιουδήποτε λόγου καταγγελίας, αλλά απλά κατήγγειλαν τη μίσθωση με αποτέλεσμα τη λύση αυτής. Ωστόσο η λύση της ένδικης μίσθωσης, διά της από 27.09.2019 καταγγελίας, δεν μπορούσε να επέλθει ούτε κατ' άρθρο 13 § 1γ του ν. 4242/2014, που επικαλούνται οι εναγόμενοι δοθέντος ότι αφ' ενός μεν, σύμφωνα υπό στοιχεία I νομική σκέψη, η ένδικη μίσθωση συμφωνήθηκε για διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, οπότε ο σχετικός όρος είναι ισχυρός και δεσμεύει τους συμβαλλομένους, αφετέρου δε ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα καταγγελίας στις μισθώσεις που συνάπτονται υπό το καθεστώς του ως άνω νόμου, ως η προκειμένη, αποδεσμεύεται από τις προϋποθέσεις που θέτει το π.δ. 34/1995, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις ρητώς εξαιρούνται, μεταξύ δε των εξαιρούμενων διατάξεων είναι και η διάταξη του άρθρου 43 αυτού, σύμφωνα με την (δια υπό στοιχεία I νομική σκέψη, η μισθώτρια δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να καταγγείλει τη μίσθωση λόγω μεταμέλειας με βάση το ως άνω άρθρο 43 του π,δ. 34/1995, αφού η διάταξη αυτή δεν ισχύει πλέον για μισθώσεις που συνάπτονται υπό το καθεστώς του ν. 4242/2014, ως η προκειμένη (...). Συνακόλουθα, αφού η από 27- 09-2015 καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, που επιδόθηκε στους εκμισθωτές στις 30-09-2015 δεν επέφερε, κατά τα προαναφερόμενα, τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, η εναγόμενη - ενάγουσα μισθώτρια και ο υπέρ αυτής εγγυητής, οφείλουν τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουάριου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, και Ιουνίου 2020, συμπεριλαμβανομένου και του τέλους χαρτοσήμου 3,6% συνολικού ποσού 9.323 ευρώ (1.500 X 6 = 9.000 + 1.500 X 3,6% = 54 X 6). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι εναγόμενοι της υπό στοιχείο Α αγωγής με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο της από 14-01-2020 απόδειξης παραλαβής μίσθιου και των κλειδιών αυτού, ουδόλως προκύπτει συμφωνία των διαδίκων μερών περί λύσης της μίσθωσης ή αποδοχή από τους ενάγοντες - εναγόμενους της πρότασης των εναγόμενων για λύση τη μίσθωσης, μολονότι το έγγραφο αυτό αποτελεί έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, αφού φέρει θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής από δημόσια αρχή και δη από υπάλληλο του ΚΕΠ Κηφισιάς στις 14- 01-2020 και αποδεικνύει ότι στις 14-01-2020 παραδόθηκε το μίσθιο στους εφεσίβλητους κενό και εκείνοι το παρέλαβαν μαζί με τα κλειδιά αυτού, πράξη που ισοδυναμεί με de facto λύση της μίσθωσης, ενώ η εκκαλουμένη παραλείπει να ερμηνεύσει το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 4242/2014, κατά το οποίο οι μισθώσεις που διέπονται από το ν. 4242/2014, όπως η επίδικη ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο και μπορεί να λυθούν με νεώτερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και εφόσον έχει αποδοθεί το μίσθιο από το μισθωτή, δεν απαιτείται απόδειξη της λύσης με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Το γεγονός όμως ότι οι ενάγοντες - εναγόμενοι - εκμισθωτές παρέλαβαν το μίσθιο, δεν αποδεικνύει ότι συμφώνησαν για τη λύση της μίσθωσης, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της απόδειξης παραλαβής μισθίου και των κλειδιών αυτού δεδομένου ότι η παραλαβή του έγινε με την επιφύλαξη παντός δικαιώματός τους.
Εξάλλου η έλλειψη συμφωνίας τους στην πρόωρη λύση της μίσθωσης προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 01-10-2019 εξώδικης απάντησης - διαμαρτυρίας τους που κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους. Επίσης, η εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 4242/2014 αφορά μισθώσεις, που η βούληση των συμβαλλόμενων είναι να ισχύσουν για χρονικό διάστημα μικρότερο της τριετίας, οπότε η μίσθωση μπορεί να λυθεί με νεώτερη συμφωνία των συμβαλλομένων, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Από τη θέση στην οποία έχει τεθεί το παραπάνω εδάφ. γ' (καταγγελία) στη διάταξη του άρθρου 13, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η τρίμηνη προθεσμία αφορά την περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης μετά την πάροδο της τριετίας. Όμως, δεν προβλέπεται πάλι δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης μετά την πάροδο τριετίας χωρίς σπουδαίο λόγο (βλ. νομική σκέψη υπό στοιχεία II), εφόσον η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας. Ίσως τότε ο νομοθέτης να εννοούσε ότι η τρίμηνη προθεσμία εφαρμόζεται στην περίπτωση που, μετά την πάροδο τριετίας, ο μισθωτής παραμένει στο μίσθιο, οπότε η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 611 του ΑΚ (...). Ωστόσο εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη μίσθωση συμφωνήθηκε για διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, ο σχετικός όρος είναι ισχυρός και δεσμεύει τους συμβαλλομένους, οπότε δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα ανωτέρω. Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόμενων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η εκκαλουμένη με τις ως άνω παραδοχές της ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Οι εναγόμενοι της υπό στοιχεία Α αγωγής με τον τρίτο λόγο έφεσης παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι αφού δεν έληξε η ένδικη μίσθωση και δεν εκπλήρωσαν οι εναγόμενοι τις εξ αυτής υποχρεώσεις τους, η αξίωση της πρώτης εξ αυτών - ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής για επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας δεν είναι ληξιπρόθεσμη και δεν μπορεί να αποδοθεί, ενώ βασίμως προέβη στην ως άνω καταγγελία κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1, εδάφ. γ', της οποίας τα αποτελέσματα επήλθαν στις 31-12-2019, ήτοι τρεις (3) μήνες από την επομένη της κοινοποίησης της ως άνω καταγγελίας της μίσθωσης στους εκμισθωτές και κατά την αποχώρηση της από το μίσθιο τήρησε όλες τις υποχρεώσεις της, τις απορρέουσες από τη μεταξύ τους μισθωτική σχέση, εξοφλώντας όλες τις οφειλές της. Ωστόσο αφού η από 27.09.2015 καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δεν επέφερε, κατά τα προαναφερόμενα, τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, η μισθώτρια και ο υπέρ αυτής εγγυητής, οφείλουν τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Ιουνίου 2016, συνολικού ποσού 9.323 ευρώ.
Περαιτέρω, αφού δεν έληξε η μίσθωση και δεν εκπλήρωσαν οι εναγόμενοι της υπό στοιχεία Α αγωγής τις εξ αυτής υποχρεώσεις τους, η αξίωσή τους για επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας δεν είναι ληξιπρόθεσμη και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό, ως αβασίμως επικαλούνται, έναντι της ένδικης αξίωσης των εκμισθωτών για τα οφειλόμενα μισθώματα, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχεία IV νομική σκέψη. Επομένως η αξίωση της πρώτης των εναγόμενων της υπό στοιχεία Α αγωγής, ενάγουσας της υπό στοιχεία Β αγωγής για επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας δεν είναι ληξιπρόθεσμη και δεν μπορεί να αποδοθεί και οι ως άνω ισχυρισμοί που προβάλουν με τον τρίτο λόγο έφεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί" ...". Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 4242/2014, 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 § 1 ΑΚ και 44 του π.δ. 34/1995 και 404, 405, 406, 407 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη ότι α) η ένδικη σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης καταρτίσθηκε με το από 18/9/2015 ιδιωτικό συμφωνητικό και η διάρκειά της ορίσθηκε εξαετής, από 1/10/2015 έως 1/10/2021, β) η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη μίσθωση επικαλούμενη, στην από 27/9/2019 έγγραφη καταγγελία της, το άρθρο 13 § 1γ' του ν. 4242/2014 και όχι κάποιον άλλο λόγο που να την δικαιολογεί, ως εκ τούτου η καταγγελία είναι άκυρη, γ) η παράδοση του μισθίου στις 14/1/2020 από την πρώτη αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους και η παραλαβή του από αυτούς, δεν έγινε χωρίς εναντίωση των τελευταίων, αλλά με γενικότερη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους (και όχι μόνο ως προς την κατάσταση του μισθίου) και άρα δεν υπήρξε συμφωνία των συμβληθέντων περί λύσης της μίσθωσης, ε) ότι η μίσθωση δεν λύθηκε και λήγει την 1/1/2021 και, κατ' ακολουθία, οι αναιρεσείοντες οφείλουν τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Ιουνίου 2020, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα δεν έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση για την απόδοση της εγγύησης που αυτή κατέβαλε κατά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, με αιτιάσεις οι οποίες συνοψίζονται στο ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) με την παραδοχή ότι η από 27/9/2019 καταγγελία της μίσθωσης από την πρώτη αναιρεσείουσα, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 13 § 1 εδ. γ' του ν. 4242/2013, είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή (πρώτος λόγος και δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης), β) με την παραδοχή ότι η παράδοση του μισθίου από την πρώτη αναιρεσείουσα και η παραλαβή του από τους αναιρεσίβλητους στις 14/1/2020 δεν συνιστά νεότερη συμφωνία τους για τη λύση της μίσθωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης) και γ) με την παραδοχή ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης δεν λύθηκε και άρα η απαίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας για την απόδοση της εγγύησης που αυτή κατέβαλε κατά τη σύναψη της σύμβασης δεν είναι ληξιπρόθεσμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 4242/2014, 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 § 1 ΑΚ και 44 του π.δ. 34/1995, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 401-407 ΑΚ (πέμπτος λόγος αναίρεσης) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα των αμέσως προηγούμενων λόγων, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ζήτημα της λύσης ή μη της μίσθωσης με την παράδοση του μισθίου από τη μισθώτρια (πρώτη αναιρεσείουσα) στους εκμισθωτές (αναιρεσίβλητους) και την παραλαβή του από αυτούς, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η καταγγελία της μίσθωσης, εξαετούς διαρκείας, που λήγει την 1/10/2021 είναι άκυρη και η μίσθωση ισχύει και δεσμεύει τα συμβληθέντα μέρη, καθώς και ότι υπερέχει το συμφέρον των εκμισθωτών, οι οποίοι επιθυμούσαν τη διατήρηση της σχέσεως μέχρι την κανονική λύση της και της παραδοχής ότι οι αναιρεσίβλητοι, στις 14/1/2020, παρέλαβαν από την πρώτη αναιρεσείουσα το μίσθιο κενό με τα κλειδιά του και συντάχθηκε σχετικά η από 14/1/2020 απόδειξη παραλαβής του μισθίου, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των συμβαλλομένων από δημόσια αρχή, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εκ μέρους των αναιρεσίβλητων παραλαβή του μισθίου δεν έγινε χωρίς εναντίωση και με σκοπό τη λύση της μίσθωσης, προϋποθέσεις οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να συντρέχουν, εκτός από την απλή παραλαβή του μισθίου, ώστε να προκύπτει λύση της μίσθωσης με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με τις αιτιάσεις ότι περιέχει "ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες", είναι απορριπέος ως αβάσιμος, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση (ΑΠ1962/2024, ΑΠ1810/2024, ΑΠ476/2024, ΑΠ465/2023, ΑΠ376/2022). Οι μερικότερες διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η μίσθωση είναι ενεργή, θα μπορούσαν να αρνηθούν την παραλαβή του μισθίου, συμμορφούμενοι στην από 1/10/2019 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι η μίσθωση δεν λύθηκε αλλά εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την 1/10/2021, ενώ αυτοί, όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την παραλαβή του μισθίου, του οποίου οι αναιρεσείοντες δεν είχαν οποιαδήποτε δυνατότητα χρήσης, αλλά τον Αύγουστο 2021 το διέθεσαν σε άλλον μισθωτή, προτού παρέλθει η συμβατική διάρκεια της σύμβασης, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη του προβληθέντος από αυτούς ισχυρισμού περί λύσης της σύμβασης μίσθωσης με την εκ μέρους της πρώτης από αυτούς παράδοση του μισθίου και την παραλαβή του από τους αναιρεσίβλητους, ο οποίος, όμως, δεν έγινε δεκτός από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό. Με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το προαναφερόμενο ζήτημα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ8/2013, ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ1798/2023).
Επίσης, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΑΠ387/2022). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού και δεν πληρούται εάν ο υπόχρεος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ1726/2022, ΑΠ1313/2018, ΑΠ536/2017). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων τους, την οποία παραδεκτώς προέβαλαν στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν στην κατ' έφεση δίκη, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος έχει, κατά πιστή αντιγραφή από το αναιρετήριο, ως εξής: "Ο ισχυρισμός των αντιδίκων, τον οποίο αποδέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "η μεταξύ μας μίσθωση δεν λύθηκε λόγω ακυρότητας της από μέρους μας καταγγελίας και ότι δήθεν ισχύει η συμβατική της διάρκεια", ενώ αποδείχθηκε από όλα τα επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι ενόσω εκκρεμούσε η υπό κρίση αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι αντίδικοι εκμίσθωναν εκ νέου το μίσθιο τους σε τρίτο, είναι εντελώς καταχρηστικός και προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και στις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, γεγονός το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ουδόλως έλαβε υπόψιν της η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό της δικανικής της κρίσης.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα έπρεπε να δεχθεί τον ισχυρισμό μας ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε σε κάθε περίπτωση από τις 14/01/2020 και έπειτα, ημερομηνία κατά την οποία συντελέστη με καθόλα σύννομο τρόπο η παράδοση του μισθίου και των κλειδιών αυτού στους αντιδίκους και θα έπρεπε για τον λόγο αυτό, να απορρίψει την αγωγή τους καθ' ημών. Η παντελώς καταχρηστική συμπεριφορά των αντιδίκων αποδείχθηκε τόσο από το χρόνο που επέλεξαν να ασκήσουν την αγωγή τους, όσο και από το ότι ζήτησαν να τους καταβάλουμε τα "κορωνομισθώματα" των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Mαΐου και Ιουνίου 2020. Πιο συγκεκριμένα, οι αντίδικοι επέλεξαν να ασκήσουν την αγωγή τους τον Ιούνιο 2020, δηλαδή, τον πρώτο μήνα μετά την σταδιακή χαλάρωση των μέτρων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο αντιμετώπισης της πανδημίας covid - 19 και την άρση της αναστολής λειτουργίας συγκεκριμένων κλάδων και επαγγελμάτων, όπως ήταν και η δραστηριότητα της πρώτης ημών μισθώτριας - φροντιστήριο διδασκαλίας αγγλικής γλώσσας με Κωδικό Αριθμό κύριας δραστηριότητας (ΚΑΔ) ... Το Κράτος με την ΠΝΠ 20.3.2020 αποσκοπούσε στην ανακούφιση των πληττόμενων επιχειρήσεων από την πανδημία. Για τις επιχειρήσεις που επλήγησαν και ανεστάλη η δραστηριότητά τους, όπως η δική μου, η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση άρχισε με την αναγκαστική μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 40% για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2020, με δυνατότητα παράτασης (...). Δηλαδή, οι αντίδικοι ενώ γνώριζαν πολύ καλά ότι αντίστοιχες επιχειρήσεις με τη δική μου απαλλάχθηκαν τουλάχιστον κατά 40% από το ποσό των μισθωμάτων που έπρεπε να καταβάλλουν για τους ανωτέρω μήνες από Μάρτιο έως και Ιούνιο 2020, παρά ταύτα κατέθεσαν την επίδικη αγωγή τους επιδιώκοντας παντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά να εισπράξουν τα εν λόγω μισθώματα από εμάς στο σύνολό τους, ήτοι στο 100%. Αυτό μάλιστα, παρότι το μίσθιο βρισκόταν κενό και ελεύθερο στην κατοχή τους κατά τους μήνες αυτούς και θα μπορούσαν να το έχουν εκ νέου εκμισθώσει. Κάτι τέτοιο συνιστά ευθεία παραβίαση της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, και υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος από πλευράς τους και για το λόγο αυτό πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί η αγωγή τους για αυτά τα αιτούμενα "κορωνομισθώματα" ως καταχρηστικώς ασκηθείσα και ως εκ τούτου να ακυρωθεί και εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν έλαβε καθόλου υπόψιν της ούτε την πανδημία, ούτε την ανωτέρω καταχρηστική συμπεριφορά των αντιδίκων. Η πανδημία και η λόγω αυτής αναστολή λειτουργίας όλων των φροντιστηρίων της χώρας συνιστούν Ανωτέρα Βία (FORCE MAJUERE) για όλες τις πολιτισμένες έννομες τάξεις του κόσμου, η οποία από μόνη της ισοδυναμεί με χρονική περίοδο πλήρους αναστολής των συμβατικών υποχρεώσεων, δηλαδή περίοδο, που ipso facto, χωρίς άλλο τι δεν θα έπρεπε να καταβάλουμε κανένα μίσθωμα στους εκμισθωτές. Ως τέτοια περίοδο Ανωτέρας Βίας την αναγνώρισε και ο Έλληνας Νομοθέτης εξαιρώντας για τον λόγο αυτό τους ιδιοκτήτες φροντιστηρίων από την καταβολή των συνόλου των μισθωμάτων τους προς τους εκμισθωτές. Δυστυχώς, τόσο οι αντίδικοι, όσο και η προσβαλλόμενη απόφαση αγνοούν παντελώς το γεγονός αυτό της πανδημίας, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ, και για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως αντίθετη σε κανόνες δημόσιας τάξεως, όπως είναι ο κανόνας ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα! Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός από το Σεβαστό Δικαστήριό Σας ο δεύτερος λόγος εφέσεως μας ως ουσιαστικά και νομικά βάσιμος, να εξαφανιστεί η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί η αγωγή των εφεσίβλητων συλλήβδην και να γίνει δεκτή στο σύνολο της η δική μας αγωγή". Με βάση τα παραπάνω οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάμβανε υπόψη την ανωτέρω ένσταση περί καταχρηστικής συμπεριφοράς των αντιδίκων τους, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, έπρεπε να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό τους περί λύσεως της ένδικης σύμβασης από τις 14/1/2020, που παραδόθηκε το μίσθιο μαζί με τα κλειδιά του, ελεύθερο και να απορρίψει την αγωγή των αντιδίκων τους "ως νόμω και ουσία αβάσιμη, παράνομη και ασκηθείσα ιδιαιτέρως καθ' υπέρβαση των επιταγών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατ' άρθρο 281 ΑΚ". Οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, αληθείς υποτιθέμενοι, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, αφού, με αυτούς, αμφισβητείται το δικαίωμα των τελευταίων να επιδιώξουν την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου-Ιουνίου 2020, με την επίκληση, αφενός μεν της λύσης της μίσθωσης ήδη από 14/1/2020, αφετέρου της εξαίρεσης από το νόμο των ιδιοκτητών φροντιστηρίων από την καταβολή του συνόλου των μισθωμάτων προς τους εκμισθωτές λόγω της πανδημίας covid-19 και της αναστολής λειτουργίας των φροντιστηρίων, ενώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, προϋπόθεση για τη νομική θεμελίωση της κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, είναι η κατάφαση της ύπαρξης του δικαιώματος του ενάγοντος από τον ενιστάμενο εναγόμενο.
Συνεπώς, αφού η εν λόγω ένσταση είναι μη νόμιμη και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη της υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ιδρύει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/5/2023 (αριθμ. καταθ. 4070/405/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5020/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ