ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1869 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1869/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Θ. και της Ο. και 2) Ε. Κ. του Μ. και της Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο τους δικηγόρο Ηλία Ηλιακόπουλο (ΑΜ Δ.Σ.Αλεξανδρούπολης 35) με την από 17-2-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, που υποβλήθηκε στις 18-2-2025 μαζί με προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Ιωάννη Γιαννάτο (ΑΜ Δ.Σ.Α.24164) με την από 17-2-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, που υποβλήθηκε στις 17-2-2025 μαζί με προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. Τ19/12-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/31-10-2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/27-4-2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ως και της μετ' αυτής συμπροσβαλλόμενης 409/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με αρ. κατ. 3/27-6-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 §1 εδ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 469/2025).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, με την έννοια αυτή, επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 667/2024). Μόνο δε, αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το Εφετείο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 864/2024), εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής. Με την κρινόμενη με αρ. κατ. 3/27-6-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 123/27-4-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των νυν αναιρεσειόντων που στρεφόταν εναντίον της, επίσης προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, 406/31-10-2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε την με αρ. κατ. Τ13/12-3-2018 διεκδικητική κυριότητας αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου, αναφορικά με εδαφική λωρίδα εμβαδού 474,698 τμ του με ΚΑΕΚ 11 003 69 19 013 γεωτεμαχίου. Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της 406/31-10-2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 577 §2 ΚΠολΔ). Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου προσβλήθηκε με έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, σε αναίρεση να υπόκειται μόνο η απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου, που ερεύνησε το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της έφεσης και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν -και όχι για τυπικούς λόγους- την έφεση, οπότε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση θεωρείται ότι έχει επικυρωθεί και ενσωματωθεί στην απόφαση του -δικάσαντος ως Εφετείου- Μονομελούς Πρωτοδικείου, που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, στο μέτρο που στρέφεται εναντίον της 123/27-4-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά την επίδοση της προσβαλλομένης στις 29-5-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχο με τον προβλεπόμενο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 και ΟλΑΠ 6/2017).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Επίσης, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017).

ΙΙΙ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη με του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2095/2009). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 2095/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 473/2021).

IV. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την πρωτόδικη 406/31-10-2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, καθώς και την 123/27-4-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1045 ΑΚ και 1 §1 του αν.431/1968, που καταργήθηκε με το άρθρο 37 § 1 στ.β του ν.4061/2012, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι με το να απορρίψουν (οι ως άνω αποφάσεις) την προβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση ιδίας κυριότητας ποσοστού 7,42% εξ αδιαιρέτου επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 11 003 69 19 013, που αντιστοιχεί στην επίδικη εδαφική λωρίδα εμβαδού 474,698 τμ, την οποία (κυριότητα) απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενοι τούτη συνεχώς και αδιάλειπτα ήδη από το 1993 μέχρι και την έγερση της ένδικης αγωγής (2018), οι ως άνω αποφάσεις υπέπεσαν στις πλημμέλειες τις προβλεπόμενες από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παρ.Ι της παρούσας. Κατά το μέρος δε, που στρέφεται κατά της εφετειακής απόφασης επειδή απέρριψε τον λόγο έφεσης τους ως αλυσιτελώς προβληθέντα περί του ότι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 11 003 69 19 013 είναι κληροτεμάχιο και ως τέτοιο μπορούσε να χρησιδεσποσθεί από τρίτο πρόσωπο όπως οι ίδιοι- πλην του κληρούχου- μετά το 1968 δυνάμει του άρθρου 1§1 του αν.431/1968, η δε απαγόρευση κατάτμησής του καταργήθηκε με το ν.4061/2012, είναι απαράδεκτος (ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης), διότι εν προκειμένω επάλληλες αιτιολογίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία από αυτές το διατακτικό της απόφασης και με λόγο αναίρεσης δεν πλήττεται αποτελεσματικά η κύρια αιτιολογία (ΟλΑΠ 14/2012). Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες δεν βάλλουν παραδεκτά και βάσιμα κατά της κύριας αιτιολογίας με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας με την αναιρεσιβαλλομένη, που είναι η μη συμπλήρωση 20ετούς νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας εκ μέρους των (αναιρεσειόντων), καθώς σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου η κατάληψη της επίδικης εδαφολωρίδας έλαβε χώρα το 2005 (και όχι το 1993), όταν οι εναγόμενοι και νυν αναιρεσείοντες, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του αναιρεσίβλητου "ανακατασκεύασαν" την περίφραξη του δικού τους αγροτεμαχίου "μεταθέτοντας προς την βορειοδυτική πλευρά το όριο της ιδιοκτησίας τους κατά 8,68 μ. σε βάρος της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου- ενάγοντος από το οποίο κατέλαβαν τελικώς τμήμα συνολικής εκτάσεως 474,30 τμ". Οι δε 2ος και 6ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για την αυτή πλημμέλεια εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επίσης είναι απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρ. ΙΙΙ της παρούσας. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες με τον μεν 2ο λόγο εκθέτουν ότι με αντιφατικές αιτιολογίες, με τον δε 6ο λόγο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας αναφορικά με το χρόνο κατάληψης του επιδίκου και ιδίως εκθέτουν ότι η προρρηθείσα "περίφραξη κατασκευάστηκε μία φορά το 1993 ή έστω το 1995 με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αλλά ποτέ δεν ανακατασκευάστηκε το έτος 2005" και ότι "δεν προκύπτει ότι η επίδικη έκταση ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο του καθού (ενν. τον ενάγοντα) που είναι ο Σ. Σ.".

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι τις αυτές πλημμέλειες εκ των αρ.1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη διότι κακώς απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281) που προέβαλαν, παρά το ότι "αποδεικνύεται ότι δεν έγινε καμία καταπάτηση του επίδικου τμήματος το έτος 2005, ούτε και ανακατασκευή του τοιχίου...το τμήμα αυτό έχει εκχερσώσει και καλλιεργήσει ο δικός μας (ενν.των εναγομένων) δικαιοπάροχος Δ. Τ. και πάντως πριν το έτος 1992...μη αιτιολογώντας γιατί από το 1995 (χρόνος έκδοσης δικής μας οικοδομικής άδειας) μέχρι και την άσκηση της αγωγής 16-3-2018 ο εναγόμενος (προφανώς ενν. τον ενάγοντα) δεν είχε διαμαρτυρηθεί καμία φορά, απλά προσέφυγε μόνο στο κτηματολογικό γραφείο για προσδιορισμό των ορίων του δικού του οικοπέδου". Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης (ΟλΑΠ 14/2015), καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης -με τον οποίο επαναφέρθηκε η πρωτοδίκως προβληθείσα και απορριφθείσα ως αόριστη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος-, όχι επί της ουσίας, αλλά ως μη νόμιμο, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι -εκκαλούντες ουδόλως επικαλέστηκαν ότι τους δημιουργήθηκε από την συμπεριφορά του ενάγοντος, σε συνάρτηση με την δική τους, η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τις εξουσίες που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητάς του, τα δε επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες από την συμπεριφορά του ενάγοντος. V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ.5 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά τελεσίδικης απόφασης ειρηνοδικείου και κατά απόφασης πρωτοδικείου που εκδίδεται επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, ακόμη και αν η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε νωρίτερα, δηλ. πριν την ισχύ του ν.4335/2015 (ΑΠ 1779/2017) είναι ταυτόσημος με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγο. Ειδικότερα ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται ειδικότερα και αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ). Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 1631/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον 3ο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, νοηματικά εκτιμώμενο ως μομφή για ποσοτική αοριστία εκ του αρ.5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη διότι έκρινε την αγωγή ορισμένη αναφορικά με την βάση της την στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, αν και αυτή ήταν αόριστη διότι δεν αναφέρονταν στο αγωγικό δικόγραφο τα στοιχεία μεταγραφής στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου του τίτλου κτήσης του ενάγοντος, ήτοι του ...-1991 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θ. Κ., όπως και του άμεσου δικαιοπαρόχου του δηλ. του .../1990 συμβολαίου πώλησης του ιδίου συμβολαιογράφου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες τις αιτιάσεις αυτές δεν τις επικαλέστηκαν ούτε πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους, ούτε με την έφεση, όπως προκύπτει κατ' επιτρεπτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αλλά απεναντίας οι ίδιοι αναφέρουν σε αυτά τα στοιχεία μεταγραφής των τίτλων κτήσης του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, δεν συνιστούν "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 926/2019). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ...-2019 ένορκη βεβαίωση του Κ. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ. και τους περιεχόμενους σε αυτή πραγματικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός έχει την έννοια της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, και πάλι είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναίρεσης στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ κατά αποφάσεων μονομελών πρωτοδικείων, που δίκασαν έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου VΙ Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495§ 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 3/27-6-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 123/27-4-2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου και της συμπροσβαλλόμενης 406/31-10-2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή