ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1873/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1873/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1873/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1873 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1873/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια της Αργυρώς Κουσκουμβεκάκη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Τ. του Α. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του δικηγόρο Γεωργία Πετουσάκη (ΑΜ Δ.Σ. Ρεθύμνου 104) με την από 16-1-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, που υποβλήθηκε αυθημερόν μαζί με προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ΜΤ 163/22-8-1019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/11-8-2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/23-11-2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την με αρ. κατ. 3/26-1-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο νυν αναιρεσίβλητος με την με αρ. κατ. ΜΤ 163/22-8-1019 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 41 041 03 05 017, εμβαδού 10.097 τμ, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τούτο από το 1965 δυνάμει άτυπης μεταβίβασης από τον πατέρα του Ανδρέα, ο οποίος το είχε αποκτήσει με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο αγοράς) το 1954, και β) τη διόρθωση των σχετικών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, καθόσον τούτο καταχωρίσθηκε ανακριβώς στα οικείο κτηματολογικό φύλλο ότι του ανήκει μόνο κατά ποσοστό 50%, το δε υπόλοιπο 50% με την ένδειξη "άγνωστος". Εκδόθηκαν οι α) 151/11-8-2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που δέχθηκε την αγωγή και β) 175/23-11-2023 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο . Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 3/26-1-2024, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός μηνός από την επίδοσή της στις 28-12-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 και ΟλΑΠ 6/2017).

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί αγωγής ιδιώτη, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής ή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών(6§2 του ν.2664/1998), ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, ιδίας δηλ. κυριότητας, π.χ. είτε γιατί είναι δάσος ή δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση, είτε γιατί είναι αδέσποτο κλπ., όπως και ότι για το λόγο αυτό είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1125/2018), αποτελούν ενστάσεις, για την παραδεκτή των οποίων προβολή μετά το ν.4033/2015 με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατ' άρθρα 237 και 262 του ΚΠολΔ απαιτείται σαφής επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τις θεμελιώνουν. Κατά δε το άρθρο 561 §2 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως δε αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, πλην όμως για τη διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο (ΑΠ 1257/2021,ΑΠ 756/1996).

Στην προκείμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62 του ν.998/1979, 3 του "Νόμου περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστ.έτους 1856), 2 του ν.147/1914, 293,295,1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, του ν.ΔΞΗ/1912, 21 του ν.δ.22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Άμυνας" και 51 του ΕισΝΑΚ, με το να απορρίψει τον λόγο έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραπονούνταν επειδή το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του, περί ιδίας κυριότητας λόγω του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και ανεπίδεκτου χρησικτησίας μετά το 1915, ως απαράδεκτους ένεκα αοριστίας. Η από το αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι δεν προσκομίζονται τα αναγκαία διαδικαστικά έγγραφα και δη οι προτάσεις του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δηλ. του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ώστε να δυνηθεί ο Άρειος Πάγος να ελέγξει εάν ορθά απορρίφθηκαν οι σχετικές ενστάσεις ένεκα νομικής αοριστίας.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, το άρθρο 62 του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 §1 του ν. 4280/2014, ορίζει "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ' ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ' αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του. Κατ' εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης". Με τη διάταξη αυτή εξαιρέθηκε η Κρήτη από το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών, που ισχύει στις Νέες Χώρες κατ' εφαρμογή του άρθρου 2§5 του ν.147/1914 σε συνδυασμό με το άρθρο του "Νόμου περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστ.έτους 1856).Ως εκ τούτου προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στη Κρήτη, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο, προβλεπόμενο είτε από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα, είτε από ειδικούς νόμους είτε μετά το 1946 από τον ΑΚ (ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 349/2024, ΑΠ 23/2021). Τέλος, η ανωτέρω ερμηνευτική άποψη επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 §1 περ. IV του ν. 3208/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 152 του ν. 4819/2021, σύμφωνα με την οποία "Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (δηλ. του ν.998/1979, εννοεί τις χορτολιβαδικές) που:...IV. Περιλαμβάνονται σε περιοχές του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 του ν. 998/1979 (Α` 289) (μεταξύ των οποίων και η Κρήτη), για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, όπως πράξεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλης εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας της έκτασης ως δημόσιας και, συγχρόνως, οι διεκδικούντες την έκταση διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι έχουν συνταχθεί μέχρι την 1η.7.2001 το αργότερο, έστω και εάν έχουν μεταγραφεί μεταγενέστερα. Εκκρεμείς εμπράγματες αγωγές του Δημοσίου που αφορούν στις εν λόγω εκτάσεις και οι οποίες βασίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του παρόντος άρθρου.

Σε περίπτωση που το δικαίωμα της κυριότητας επί των ανωτέρω εκτάσεων έχει καταχωρηθεί υπέρ ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα κτηματολογικά βιβλία των οικείων κτηματολογικών γραφείων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επ' αυτών και δεν ασκεί τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 2664/1998 (Α` 275).". Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 62 του ν. 998/1979 σε συνδυασμό με άρθρα 3 του "Νόμου περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστ.έτους 1856), 2 του ν.147/1914, 293,295,1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, του ν.ΔΞΗ/1912, 21 του ν.δ.22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Άμυνας" και 51 του ΕισΝΑΚ, "περιλαμβάνοντας ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες" εφόσον ουδέν διαλαμβάνει για τον χαρακτήρα που επιδίκου και την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού πριν την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στην Κρήτη στις 14-11-1912 . Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη ότι "Ο εφεσίβλητος είναι κύριος, κατά ποσοστό 100%, ενός ακινήτου που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας Γερανιού της δημοτικής ενότητας Νικηφόρου Φωκά, του Δήμου και περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου, εκτός των ορίων του οικισμού, στην ειδικότερη θέση "Ανδρουλιδιανός", το οποίο έχει έκταση 10.433,45 τ.μ., ....και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ. Β., με ιδιοκτησία Π. Ν., με ιδιοκτησία Μ. Μ., με ιδιοκτησία Ε. Τ. και με αγροτικό δρόμο. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην νομή του το έτος 1965, με άτυπη μεταβίβαση από τον πατέρα του, Α. Τ. του Ε. και της Μ., έκτοτε δε το νέμεται μέχρι σήμερα αδιαλείπτως, ασκώντας διανοία κυρίου τις προσιδιάζουσες σε αυτό διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, το σπέρνει με σιτηρά και ψυχανθή, σε ένα τμήμα του διατηρεί αιγοπρόβατα, το έχει περιφράξει γύρω γύρω με πλέγμα και σιδεροπασσάλους, το επισκέπτεται τακτικά, το προστατεύει από παρεμβάσεις τρίτων κλπ. Έτσι, κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρώνοντας συνεχή χρόνο στην νομή του άνω των 20 ετών. Από τα έγγραφα που προσκόμισε το εκκαλούν δεν συνάγεται διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς, βάσει των εγγράφων αυτών, το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει σε γνωστό, καταγεγραμμένο μέχρι σήμερα δημόσιο κτήμα, αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών, ο δε ισχυρισμός περί δασικού χαρακτήρα του ακινήτου - και ορισμένως προβληθείς και αληθής υποτεθείς - δεν σημαίνει αυτοδίκαιη κυριότητα αυτού, όπως προαναφέρθηκε, ενώ προκύπτει ότι το ακίνητο δεν προστατεύεται ως μνημείο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές, το εν λόγω άνω ακίνητο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ 410410305017/0/0, καταχωρήθηκε εσφαλμένως ως ανήκον στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος μόνο κατά ποσοστό 50%, ενώ το υπόλοιπο 50% φέρεται εσφαλμένως καταχωρημένο ως ανήκον σε "άγνωστο ιδιοκτήτη"". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, όπως και το πρωτόδικο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης περί κακής εκτίμησης αποδείξεων, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προρρηθείσες διατάξεις και ιδίως την διάταξη του άρθρου 62 του ν.998/1979, εφόσον-όπως εκτέθηκε- στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας- το αναιρεσείον δεν πρότεινε παραδεκτά την ένσταση ιδίας κυριότητας δηλ. ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα λόγω της δασικής του μορφής και ως εκ τούτου δεν όφειλε το Εφετείο να διαλάβει παραδοχές περί της αγροτικής ή μη μορφής του, ούτε για τυχόν άσκηση πράξεων νομής από ιδιώτες πριν τις 14-11-1912, ώστε να εκφύγει της δημόσιας κτήσης δια της χρησικτησίας της προβλεπόμενης από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα. Αντίθετα το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, αλλά για περιφραγμένο καλλιεργήσιμο αγρό, περιβαλλόμενο από ιδιωτικές εκτάσεις, που από το 1965 και εντεύθεν ασκεί επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου ο ενάγων, με συνέπεια να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθρο 1045 του ΑΚ.

IV. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με αρ. κατ. 3/26-1-2024 αίτηση για αναίρεση της 175/23-11-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 3/26-1-2024 αίτηση για αναίρεση της 175/23-11-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή