Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1875 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1875/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του καθού η κλήση-αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Σταμέλου πληρεξουσίας Παρέδρου του Ν.Σ.Κ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των καλούντων-αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3) Η. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 5)Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6)Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7)
Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 8)Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 9)Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 10)Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 11)Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12)Θ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 13)Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 14) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16)Κ. Μ. του Α., κατοίκου ...,17) Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 18) Χ. Ν. του Ι., κατοίκου ... , 19) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 20) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 21) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 22) Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 23) Η. Φ. του Κ., κατοίκου ..., και 24) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1ος, 4ος,5ος, 6ος, 9ος, 10ος, 11ης, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 20ος, 21ος, 23ος, 24ος δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπάκα και όλοι δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ερνέστου Τσακαλία και Μαρίας Γεωργιτσοπούλου, οι οποίοι ανακάλεσαν την ανωτέρω δήλωση παράστασής τους και παραστάθηκαν διορίζοντας για όλους τους αναιρεσίβλητους τον παραστάντα δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα που ανακάλεσε την δήλωση παράστασής τους και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 20-10-2014 και 19-3-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές τους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1613/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 27-5-2020 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 443/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2024 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 52 του ν. 4757/2020 (ΦΕΚ Α 240/1.12.2020), που αντικατέστησε το άρθρο 26 του ν. 4427/2016 (ΦΕΚ Α 188/8.10.2016), συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό την παροχή, οργάνωση και ανάπτυξη των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τη διαχείριση και λειτουργία αεροδρομίων και υδατοδρομίων, με έδρα την Περιφέρεια Αττικής και με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δικό του προϋπολογισμό, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον νόμο αυτό και τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες διατάξεις περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. [Σημειώνεται ότι υπό την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 26 παρ. 1 του Ν. 4427/2016 η συσταθείσα με τη διάταξη αυτή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), υπαγόμενη στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, λειτουργούσε ως αυτοτελής δημόσια υπηρεσία με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια]. Σύμφωνα επίσης με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 26Α του ίδιου νόμου 4427/2016, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 53 του ν. 4757/2020 (ΦΕΚ Α 240/1.12.2020), "1. Η αυτοτελής δημόσια υπηρεσία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, καταργείται. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, στον βαθμό που αφορούν στην εν λόγω αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", που συστήνεται με το άρθρο 26. 2. Εκκρεμείς δίκες ή δικαστικές υποθέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες αφορούν στην καταργηθείσα αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο και αν βρίσκονται, ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου και εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής συνεχίζονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας". Με το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 4757/2020 ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ισχύος του η δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (1/12/2020), ωστόσο με τη διάταξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, με τον παράτιτλο "Έναρξη λειτουργίας της Υ.Π.Α.-Προσθήκη του άρθρου 30Ε στο v. 4427/2016", προστέθηκε άρθρο 30Ε, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η λειτουργία της Υ.Π.Α. ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύμφωνα με όσα προβλέπονται αρχίζει με τη συγκρότηση του Διοικητικού της Συμβουλίου σε σώμα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 30Β. Μέχρι τη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου ο διατελών Διοικητής και τα λοιπά υφιστάμενα όργανα διοίκησης της αυτοτελούς υπηρεσίας "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" συνεχίζουν να ασκούν κάθε αρμοδιότητα που τους έχει ανατεθεί βάσει της κείμενης νομοθεσίας". Τέλος, με το άρθρο 30Β του Ν. 4427/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4745/2020, με τον παράτιτλο "Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου Υ.Π.Α. Προσθήκη του άρθρου 30 Β στο ν. 4427/2016", ορίζεται στην παρ. 1, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι: "Το Διοικητικό Συμβούλιο της Υ.Π.Α. συγκροτείται σε σώμα με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και αυτού προεδρεύει ο Διοικητής. Μετά από τη συγκρότησή του το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει Αντιπρόεδρο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η έχουσα μετά τον Ν. 4475/2020 νομική προσωπικότητα Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) αρχίζει τη λειτουργία της και συνακόλουθα νομιμοποιείται η ίδια παθητικά σε δίκες που την αφορούν, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, μετά τη συγκρότηση σε σώμα του διοικητικού της συμβουλίου, καθότι τότε αρχίζει η λειτουργία της ως αυτοτελούς νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και παύει η λειτουργία της ως αυτοτελούς υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 443/2024, ΑΠ 399/2024, ΑΠ 189/2024).
Με την από 24/7/2024 (αρ. κατ. 134/25.7.2024) κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 27/5/2020 (αρ. κατ. 2914/327/2.6.2020) αίτηση αναίρεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου κατά των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατόπιν έκδοσης της υπ'αριθμ. 443/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η από 9/3/2018 (αρ. κατ. 24294/1673/12.3.2018) έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και η από 18/4/2018 (αρ. κατ. 38479/2684/20.4.2018) έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1613/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πιο πάνω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την από 20/2/2014 (αρ. κατ. 25119/624/24.2.2014) αγωγή και τις από 20/10/2014 (αρ. κατ. 119117/4063/23.10.2014) και από 19/3/2015 (αρ. κατ. 44448/1491/20.4.2015) (συμπληρωματικές) αγωγές των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), πρώην εργαζομένων, με την ειδικότητα των ιπτάμενων χειριστών, της εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ" ή θυγατρικές αυτής και μεταφερθέντων, κατά τις διατάξεις του ν. 3717/2008, στην Υ.Π.Α. με την ειδικότητα των χειριστών αεροσκαφών και μετέπειτα τεθέντων σε διαθεσιμότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 ν. 4172/2013, δέχθηκε εν μέρει τόσο την από 20/2/2014 αγωγή ως προς την κύρια βάση της, όσο και τις ως άνω από 20/10/2014 και 19/3/2015 αγωγές. Το Εφετείο, ενώπιον του οποίου μεταβιβάσθηκε με έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο έγιναν δεκτές οι αγωγές σε βάρος του, κατά το κρίσιμο για την παρούσα δίκη μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά το μέρος της αυτό προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 2/6/2020, ήτοι πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας δύο ετών από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 8/11/2019 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι νομιμοποιείται παθητικά προς συνέχιση της δίκης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον με αριθμό πρωτοκόλλου Κ.Γ./Δ9/Α/ΕΜΠ.11 από 7/1/2025 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν είχε συγκροτηθεί σε σώμα το Διοικητικό Συμβούλιο του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) και ως εκ τούτου, εφόσον δεν έχει αρχίσει η λειτουργία του ως αυτοτελούς ΝΠΔΔ, αυτό δεν έχει υπεισέλθει αυτοδικαίως, λόγω καθολικής διαδοχής, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (πρβλ. ΑΠ 1688/2024).
I. Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18/4/2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α' του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με τον Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 702/1977, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2944/2001 και στη συνέχεια με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3659/2008 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπου η πρόσληψη γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία. Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ. και άρθρο 45 παρ. 1 ΠΔ/τος 18/1989), που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από τον νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 646/2023, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 280/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ`αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας (πλήρως διακρινόμενες από τις ακυρωτικές), που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989, ΑΠ 245/2025). Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της διοίκησης, που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας και, επομένως, συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 περ. α' ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 12/1992, ΑΠ 141/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 280/2016). Σε εκτέλεση των αντίστοιχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11/6/1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημοσίου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 103/2025, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 535/2020).
Εξάλλου, τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της θέσης σε διαθεσιμότητα των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία μισθολογικών διαφορών μεταξύ των καταβαλλομένων πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα και αυτών που καταβλήθηκαν μειωμένες για όσο χρόνο διαρκούσε η διαθεσιμότητα, εφόσον και οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια, επομένως, είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 2085/2022, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 533/2018, ΣτΕ 3691/2014, ΣτΕ 1611/2012). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω οι διαφορές αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αφού ανάγονται σε δικαιώματα και γενικότερα σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωση αυτών ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό. Δηλαδή κρίσιμη, από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 141/2024). Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 195/2023, 1366/2018, ΑΠ 229/2016). Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης, ελέγχει μόνο αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τον νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και, τέλος, αν είναι ή όχι αιτιολογημένη. Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 195/2023). Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος όταν η ελεγχόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης, από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 195/2023, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 281/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά τον νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 366/2020).
Στην περίπτωση θετικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 1319/2022).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την από 20/2/2014 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονταν ότι ήταν ιπτάμενοι χειριστές αεροσκαφών και είχαν προσληφθεί στις Ολυμπιακές Αερογραμμές ή θυγατρικές αυτής μέχρι τη μεταφορά τους, κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 ν. 3717/2008, με τον οποίο τέθηκαν οι εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, και του άρθρου 11 ν. 3783/2009, με την οποία προβλέφθηκε ειδικά για τους χειριστές αεροσκαφών ότι μπορούσαν να μεταφερθούν σε προσωποπαγείς θέσεις χειριστή αεροσκαφών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Ότι με την υπ'αριθμ. ΥΠΑ/Δ9/11781/5580 από 15/4/2011 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων τοποθετήθηκαν στη Διεύθυνση Διοικητικού της ΥΠΑ και ότι μετά την κατάργηση διακοσίων σαράντα εννιά (249) οργανικών και προσωποπαγών θέσεων χειριστών και μηχανικών αεροσκαφών, βάσει του υπ'αριθμ. 799 από 26/9/2013 πορίσματος αξιολόγησης δομών της ΥΠΑ, κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 παρ. 4 ν. 4024/2011, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για οκτώ μήνες από τις 22/11/2013, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 90 ν. 4172/2013. Με βάση τα παραπάνω ζητούσαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός τους: α) να αναγνωρισθεί ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα, ως sui generis καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, ήταν άκυρη, διότι δεν προηγήθηκε αξιολόγηση των οργανικών μονάδων του Δημοσίου, για να προσδιορισθεί αν υπήρχε πλεονάζον προσωπικό και δεν αξιολογήθηκαν, για να κριθεί ότι αυτοί έπρεπε να απολυθούν έναντι άλλων εργαζομένων, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής, γ) να υποχρεωθεί αυτό να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο 25% των αποδοχών τους μετά τη θέση τους σε διαθεσιμότητα, για το διάστημα από Δεκέμβριο 2013 έως Ιούλιο 2014, και μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας από 1/8/2014 έως 28/11/2014 να υποχρεωθεί να τους καταβάλει το σύνολο των αποδοχών τους, επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί ότι η απόλυσή τους ήταν νόμιμη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για έκαστο των εναγόντων ποσά ως αποζημίωση απόλυσης, όλα δε τα παραπάνω ποσά με τον νόμιμο τόκο από 22/11/2013, οπότε τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με την από 20/10/2014 (συμπληρωματική) αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου έως και 13ου, 15ου, 16ου, 18ου, 20ου έως και 24ου των εναγόντων της κύριας αγωγής, ζήτησαν να τους καταβληθούν αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 1/12/2014 έως 31/5/2015, ισχυριζόμενοι ότι μέχρι τέλος Μαρτίου 2015 παρατάθηκε η διαθεσιμότητα, ενώ με την από 19/3/2015 (συμπληρωματική) αγωγή των 14ου και 17ου των εναγόντων της κύριας αγωγής, ζήτησαν να τους καταβληθούν αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 1/12/2014 έως 31/5/2015. Με την υπ'αριθμ. 1613/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν εν μέρει δεκτή η παραπάνω αγωγή ως προς την κύρια βάση της και εν μέρει δεκτές οι (συμπληρωματικές) αγωγές, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, υποχρεώθηκε το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους και με καταβολή των πλήρων αποδοχών τους, όπως πριν τεθούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών τους, και επιδικάσθηκαν σ'αυτούς τα αναφερόμενα για έκαστο ποσά ως αποδοχές υπερημερίας, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, ως προς την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχθηκε ότι η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα έλαβε χώρα χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση των οργανικών μονάδων της ΥΠΑ, για να προσδιοριστεί η τυχόν ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού και ότι η θέση αυτών σε διαθεσιμότητα συνιστά άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, ότι το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο και οφείλει τις νόμιμες αποδοχές τους, ενώ επίσης δέχθηκε ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 ν. 3198/1955 και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε από το εναγόμενο με λόγο έφεσης. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της δικαιοδοσίας μετά τη μεταβίβαση της υπόθεσης σε αυτό κατόπιν άσκησης έφεσης, έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτες τις ένδικες αγωγές λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ με το να ερευνήσει την ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος και να απορρίψει αυτήν κατ'ουσίαν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 ΚΠολΔ, 52 παρ. 1 και 53 παρ. 1 του ΠΔ 410/1988, της υποπαραγράφου Ζ.2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 90 του ν. 4172/2013. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο με την κρινόμενη αίτηση, ως λόγος που αφορά τη δημόσια τάξη, κατ'άρθρο 562 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, με την κρίση του επί της έφεσης του αναιρεσείοντος και απορρίπτοντας αυτήν κατ'ουσίαν το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παρότι δεν αναφέρεται ο αρ. 4, αλλά μόνο ως πλημμέλεια από τον αρ. 1 του ως άνω άρθρου), και τούτο διότι κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι η φύση της επίδικης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και συγκεκριμένα η φύση αυτής ως ιδιωτικού δικαίου σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ως εκ τούτου, οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της θέσης σε διαθεσιμότητα των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία μισθολογικών διαφορών μεταξύ των καταβαλλομένων πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα αποδοχών και αυτών που καταβλήθηκαν μειωμένες για όσο χρόνο διαρκούσε η διαθεσιμότητα, είναι διαφορές ιδιωτικού χαρακτήρα, εφόσον και αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια, επομένως, είναι τα πολιτικά δικαστήρια.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 ΚΠολΔ, 52 παρ. 1 και 53 παρ. 1 του ΠΔ 410/1988, της υποπαραγράφου Ζ.2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, είναι απαράδεκτος, καθότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε περίπτωση θετικής ή αρνητικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αφού οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι διατάξεις δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα (άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1909/2023). Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή η καταγγελία καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1909/2023). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλαδή όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων. Η καθιερούμενη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζόμενη σε μήνες, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 1696/2022, ΑΠ 349/2021, ΑΠ 429/2016). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 349/2021, ΑΠ 429/2016).
Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλαδή εκ μέρους αυτού της βούλησής του για τη λύση της, όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία θεωρούμενη έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι` αυτήν νόμιμη αποζημίωση και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 375/2025, ΑΠ 286/2025, ΑΠ 860/2024).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, ΟλΑΠ 3/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 2/2024). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και με αναφορά σε αυτά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη αγωγή παραδεκτά ασκήθηκε, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/55 κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις αποδοχές υπερημερίας (βλ. την υπ' αριθμ. ....2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ.), εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η καταγγελία εχώρησε την 22/11/2013, απορριπτόμενου, επομένως, ως αβασίμου του ισχυρισμού του εναγομένου περί παρόδου της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθά εφήρμοσε το νόμο και έκρινε ότι η αγωγή αυτή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/55 και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης του εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της άσκησης της ένδικης αγωγής εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, σε συνδυασμό με την έναρξη, τη λήξη και τον υπολογισμό, κατά τα άρθρα 241, 242 και 243 ΑΚ, της εν λόγω προθεσμίας. Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα, το Εφετείο δέχεται ότι η θέση των αναιρεσιβλήτων σε διαθεσιμότητα έλαβε χώρα στις 22/11/2013, η ένδικη αγωγή δε ασκήθηκε με την επίδοσή της στο αναιρεσείον στις 24/2/2014, ώστε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που ξεκίνησε από την επομένη της θέσης αυτών σε διαθεσιμότητα (23/11/2013) συμπληρώθηκε στις 24/2/2014, ημέρα Δευτέρα, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα του τριμήνου ήταν εξαιρετέα (Κυριακή). Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
ΙΙΙ. Στο άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ "Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης", υποπαράγραφος Ζ.2 "Διαθεσιμότητα, Παράταση, Συνέπειες, Αποζημίωση, Παροχές ΟΑΕΔ", περίπτωση 1 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), με τον τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι "Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και, ιδίως, για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. [...], γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 [...], δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης".
Περαιτέρω, στην περίπτωση 2 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α 167/23.7.2013), ορίζεται ότι: "Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες [πριν την ως άνω αντικατάσταση η διάταξη προέβλεπε ότι η ως άνω διαθεσιμότητα διαρκεί ένα (1) έτος] και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. [...]". Ακόμη, στην περίπτωση 3 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ.12 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α 107/9.5.2013), ορίζεται ότι: "Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (για τους οποίους, μέχρι τότε και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 52 παρ. 1 εδ. α του π.δ. 410/1988, η κατάργηση της θέσης συνεπαγόταν και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας), ενώ σύμφωνα με την αρχική διατύπωση της διάταξης αυτής "οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζοντας αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται". Τέλος, στην περίπτωση 4 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι: "Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφ' όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας", οπότε και καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ειδικά και μόνο ως αποζημίωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα, ειδικότερα, στα επόμενα εδάφια της περίπτωσης 4α της ιδίας υποπαραγράφου, όπως προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Θ.1 περ. 2 του ν. 4254/2014 (δικαιούνται, επίσης, το επίδομα ανεργίας και τις λοιπές παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ, ακόμη και αν δεν είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση ανεργίας του εν λόγω Οργανισμού). Με τις διατάξεις αυτές αναπροσαρμόζεται ο θεσμός της διαθεσιμότητας των εργαζομένων, η οποία για τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόταν ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του ν. 3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων κλπ), συνδεόμενη με την κατάργηση οργανικής θέσης, ενώ για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα είχε ρυθμισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 3 του ν. 3198/1955, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, ως ευχέρεια του εργοδότη για μονομερή, προσωρινή αναστολή της σύμβασης εργασίας με καταβολή του ημίσεος των τακτικών αποδοχών. Η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει με ενιαίο τρόπο όλο το προσωπικό του δημόσιου τομέα [εκτός από αυτό των ΝΠΙΔ, για το οποίο και μόνο προβλέπεται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας], ανεξάρτητα προς το αν αυτό υπηρετεί με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Επίσης, με τη μεταγενέστερη γενικότερου περιεχομένου διάταξη της παρ. 1α εδ. α' του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ορίσθηκε ότι: "Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης". Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, "Εάν καταργηθούν ορισμένες θέσεις του ίδιου κλάδου ή και ειδικότητας, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά τα ανωτέρω διενεργείται με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας που ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφόσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Α. Η αποτίμηση προσόντων του υπαλλήλου στηρίζεται σε επί μέρους κριτήρια που αφορούν τη βασική και επαγγελματική του εκπαίδευση, την εν γένει εργασιακή και διοικητική του εμπειρία, τα ειδικά καθήκοντα όπως των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση σε Διεθνείς Οργανισμούς, και την εργασιακή του φυσιογνωμία, όπως (δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
Σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή του κατάσταση συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού των τέκνων κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση ε`. Όσοι επιθυμούν να αποχωρήσουν τίθενται κατά προτεραιότητα σε διαθεσιμότητα χωρίς αποτίμηση των προσόντων. Β. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, όπως καθορίζεται από την περίπτωση ε`, και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από το βαθμολογικό πίνακα. Γ. Για την αποτίμηση των προσόντων του υπαλλήλου και την κατάρτιση βαθμολογικών πινάκων κατά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα συνιστώνται από τον οικείο κατά περίπτωση Υπουργό Τριμελή Ειδικά Υπηρεσιακά Συμβούλια στα Υπουργεία, τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, τη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού, τη Γενική Γραμματεία Συντονισμού και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Με απόφαση του οικείου Υπουργού μπορεί να συνιστάται ένα κοινό Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για ομάδα Ν.Π.Δ.Δ. ανάλογα με τις ανάγκες... Εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Τριμελούς Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου στο φορέα, λόγω έλλειψης Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού ή άλλης Διεύθυνσης, η αποτίμηση των προσόντων διενεργείται από το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εποπτεύοντος φορέα".
Εξάλλου, για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ. λεπτομερώς παρ. 2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν. 4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με τον βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στον φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ. 1α εδ. β' ν. 4172/2013). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημόσιων υπηρεσιών, προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως, φθηνότερο τρόπο και αφετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, υπό το άρθρο 90). Η κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων κατά 1/4 σε σχέση με τις καταβαλλόμενες πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα δεν προσβάλλει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και κατά συνέπεια δεν αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι στις περιπτώσεις αυτές το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει (ΑΠ 195/2023, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 1310/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ και το εν γένει σύστημα του ισχύοντος αστικού δικαίου, η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την οποία εκδηλώνεται από το ένα μέρος των συνδεόμενων με μια σύμβαση αόριστης διάρκειας προς το έτερο η βούληση να παύσει να ισχύει ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός για το μέλλον. Η καταγγελία ολοκληρώνεται με την περιέλευσή της σ' εκείνον στον οποίο απευθύνεται και για να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία η βούληση του καταγγέλλοντος περί του ότι από συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετέπειτα θεωρεί μη υφιστάμενο τον μέχρι τότε ισχύοντα συμβατικό δεσμό, χωρίς να απαιτούνται πανηγυρικές εκφράσεις (ΑΠ 1339/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 (ΦΕΚ Α 191), που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για το προσωπικό που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, η απόλυση λόγω κατάργησης οργανικής θέσης αντιδιαστέλλεται προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της υπηρεσίας, ως αιτία λύσεως του νομικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. Στην πρώτη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου. Ο απολυμένος τίθεται εκτός υπηρεσίας και διατηρεί απλά το δικαίωμα να προτιμηθεί, ώστε να καταλάβει την ίδια θέση, εάν αυτή συσταθεί και πάλι, μέσα σε ένα έτος από την απόλυσή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από την υπηρεσία, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο (ακολουθεί στο άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 ενδεικτική απαρίθμηση περιστάσεων, οι οποίες συνιστούν σπουδαίο λόγο). Η καταγγελία γίνεται με απόφαση του οργάνου που είναι αρμόδιο για την πρόσληψη, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο. Τόσο στην περίπτωση της απόλυσης εργαζόμενου λόγω κατάργησης της οργανικής του θέσης, όσο και στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της ως άνω υποπαραγράφου Ζ.2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση της κατάργησης οργανικών θέσεων, με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που τις κατείχαν, δεν πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα (ΑΠ 195/2023, ΑΠ 193/2022). Η εν λόγω εξέλιξη είναι ευμενέστερη για τους εργαζόμενους, σε σύγκριση με το προϋφιστάμενο νομικό καθεστώς, υπό το οποίο η κατάργηση οργανικής θέσης είχε ως αυτοδίκαιη συνέπεια την άμεση απόλυση του υπαλλήλου (ΑΠ 195/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παράθεση εκτεταμένων νομικών σκέψεων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με τις διατάξεις του ν. 3717/2008 "Κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους στις εταιρίες Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ και άλλες διατάξεις", στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης του ομίλου των εταιριών της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας, θεσπίστηκαν εξαιρετικές ρυθμίσεις, κατ' απόκλιση από το ισχύον δίκαιο, υπέρ των εργαζομένων στις εταιρίες αυτές, λόγω της επικείμενης λύσης των σχέσεων εργασίας τους με τους πρώην εργοδότες τους. Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του άνω νόμου, προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταφοράς του προσωπικού των εν λόγω εταιριών σε κενές ή προσωποπαγείς θέσεις υπηρεσιών και φορέων του δημοσίου τομέα, ως προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε περίπτωση που οι εταιρίες αυτές τεθούν σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων και τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο νόμο.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθ. 11 του ν. 3783/2009 προβλέφθηκε ότι οι εκ του τακτικού προσωπικού των εν λόγω εταιριών κατέχοντες ειδικότητα χειριστή αεροσκαφών την 1-1-2009, μπορούσαν να καταλάβουν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας προσωποπαγή θέση χειριστή αεροσκαφών και να τεθούν στη διάθεση της Διοίκησης της ΥΠΑ προς άσκηση συναφών με την ειδικότητα αυτή καθηκόντων. Στη συνέχεια, με τις υπ' αριθμ. ΥΠΑ/Δ9/Β/ 36606/11681/27.10.2010 και Δ9/Β/3 8747/12747/12.11.2010 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ 1164/Γ/7.12.2010 και 114/Γ/4.3.2011), που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3717/2008, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ. 181/Α/16.9.2009) καθώς και τη Γνωμοδότηση της Γ Επιτροπής, η οποία συγκροτήθηκε με την υπ' αρ. πρωτ. 3502/39/20.1.2010 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μεταφέρθηκαν στην ΥΠΑ συνολικά 209 χειριστές αεροσκαφών των πρώην Ολυμπιακών Αερογραμμών. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ΥΠΑ/Δ9/11781/5580/15.4.2011 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, οι μεταφερθέντες τοποθετήθηκαν προσωρινά στη Διεύθυνση Διοικητικού Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Δ9) μέχρι να κατανεμηθούν στις οργανικές μονάδες της ΥΠΑ. Ακολούθως, την 23-10-2013 δημοσιεύτηκε η με αριθμό 2531/2013 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ 2698/Β/23.10.2013) με την οποία καταργούνταν 249 οργανικές και προσωποπαγείς θέσεις Χειριστών και Μηχανικών Αεροσκαφών στην Υ.Π.Α, όπως τροποποιήθηκε με τις με αριθμ. 958/4.11.2013 (ΦΕΚ 2804/Β/4.11.2013) και ΓΔ-ΔΥ/ΥΠΑ/39620/3011/17.12.2013 (ΦΕΚ 3201/Β/17.12.2013) αντίστοιχες ΚΥΑ, οι οποίες φέρονται να στηρίχτηκαν στο με αριθμ. ....2013 πόρισμα αξιολόγησης δομών της ΥΠΑ, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011). Ακολούθησε η δημοσίευση των αποφάσεων που προσδιόριζαν τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια επιλογής του προσωπικού με τις ως άνω ειδικότητες για την επιλογή των υπαλλήλων που θα ετίθεντο σε κατάσταση διαθεσιμότητας, ήτοι αρχικά η με αριθμ. 973/2013 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2842/Β/8.11.2013) των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με την αριθμ. 2798/18.11.2013 αντίστοιχη ΚΥΑ (ΦΕΚ 2902/Β/18.11.2013). Οι ενάγοντες, είναι όλοι Ιπτάμενοι Χειριστές Αεροσκαφών, προσληφθέντες κατόπιν ειδικού διαγωνισμού από την εταιρεία "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ" ή τη θυγατρική αυτής "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ" ή την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" ή την "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", όπως κατωτέρω θα αναλυθεί, και απασχολήθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι τη θέση της εργοδότριάς τους σε εκκαθάριση δυνάμει της 5714/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στη συνέχεια δε μεταφέρθηκαν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3717/2008 και των ΚΥΑ, που προαναφέρθηκαν, σε προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας Χειριστών Αεροσκαφών στην ΥΠΑ με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, οι ενάγοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με σχετικές Διαπιστωτικές Πράξεις. Επακολούθησε ο ν. 4250/2014, στο άρθρο 40 του οποίου ορίστηκε ότι "Ο υπάλληλος δεν απολύεται στην περίπτωση που εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος: α) έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 91 του ιδίου ως άνω νόμου Ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο υπάλληλος έχει υποβάλλει σχετική αίτηση-υπεύθυνη δήλωση για τη μετάταξη/μεταφορά του έως την έκδοση των τελικών πινάκων διάθεσης και υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπεριληφθεί σε αυτούς β) αν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έχουν εκδοθεί ήδη τελικοί πίνακες διάθεσης από αρμόδιο όργανο και μέχρι της δημοσίευσης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της πράξης μετάταξης/μεταφοράς του". Με την ίδια διάταξη, μετά το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Ζ2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 5 του άρθ. 90 του ν. 4172/2013, προστέθηκε εδάφιο ως εξής: "Η καταβολή των αποδοχών συνεχίζεται και μετά το πέρας του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος, εφόσον έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 91 του ιδίου νόμου Ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και: α) ο υπάλληλος έχει υποβάλει σχετική αίτηση-υπεύθυνη δήλωση για τη μετάταξη/μεταφορά του έως την έκδοση των τελικών πινάκων διάθεσης ή β) έχει συμπεριληφθεί στους τελικούς πίνακες διάθεσης και μέχρι τη δημοσίευση στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της πράξης μετάταξης/μεταφοράς του". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ΜΜ 13/2014 και ΜΜ 14/2014 Ανακοινώσεις του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ. 1205/Β/13.5.2014 και 1718/Β/26.6.2014), για τη μετάταξη-μεταφορά σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου όσων τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με την υπ' αριθμ. 2531/2013 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Τέλος, με τις διατάξεις του κεφαλαίου 4 "Αποκατάσταση αδικιών - Επαναφορά προσωπικού - Κινητικότητα" του πρόσφατου ν. 4325/2015 "Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης-Καταπολέμηση γραφειοκρατίας και ηλεκτρονική διακυβέρνηση, Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις", δόθηκε η δυνατότητα σε όσους τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία λύθηκε η σχέση εργασίας τους ή εξακολουθούν να βρίσκονται σε διαθεσιμότητα, να ζητήσουν την επαναφορά τους με αίτηση προς την υπηρεσία όπου υπηρετούσαν πριν από τη θέση τους σε διαθεσιμότητα.
Επίσης, με τις διατάξεις των άρθρων 15, 16, 17 και 18 του ιδίου κεφαλαίου του ως άνω νόμου καθορίστηκαν η διαδικασία προσδιορισμού και πλήρωσης των θέσεων σε φορείς και υπηρεσίες του δημοσίου, ειδικότερα θέματα της επαναφοράς υπαλλήλων, η επανασύσταση καταργηθέντων Κλάδων και ειδικοτήτων, καθώς και η κατάταξη του προσωπικού, στη δε διάταξη του άρθ. 21 του εν λόγω νόμου προβλέπεται ότι: "1. Με την ολοκλήρωση των διαδικασιών του παρόντος καταργείται ο θεσμός της διαθεσιμότητας του Κεφαλαίου Ζ.2 του ν. 4093/2012 και των άρθρων 80, 81, 82, 90, 91 και 93 του ν. 4172/2013". Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 14 του εν λόγω νόμου ορίζει ότι: "1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι: α) των οποίων είχε λυθεί η υπαλληλική σχέση κατόπιν λήξης της διαθεσιμότητας ή οι οποίοι μετά την έκδοση οριστικών πινάκων κατάταξης και διάθεσης δεν ανέλαβαν υπηρεσία ή παραιτήθηκαν μετά την ανάληψη αυτής και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, β) οι οποίοι τελούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας βάσει του ν. 4172/2013 και του ν. 4250/2014, ακόμη και αν έχει παρέλθει ο χρόνος της διαθεσιμότητας χωρίς να έχει λυθεί η υπαλληλική τους σχέση, γ) οι οποίοι τελούν σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 παρ. 4 του ν. 4316/2014, δ) οι οποίοι, αφού τέθηκαν σε διαθεσιμότητα κατόπιν κατάργησης της θέσης τους, υπηρετούν βάσει δικαστικής απόφασης, ε) οι οποίοι ανήκαν οργανικά σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία καταργήθηκαν με τις διατάξεις του ν. 4250/2014. 2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν υπάλληλοι των οποίων η υπαλληλική σχέση λύθηκε κατόπιν υποβολής παραίτησης και υποβολής αίτησης για συνταξιοδότηση εφόσον έχουν λάβει οριστική σύνταξη". Κατ' εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων, όλοι οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για επαναφορά τους στην ΥΠΑ, πλην όμως, μέχρι τη συζήτηση των αγωγών δεν είχε υλοποιηθεί το αίτημά τους. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά έκαστο των εναγόντων: 1) Ο πρώτος ενάγων, Α. Α., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 22-10-1990, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Αερολιμένων (Δ3) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (υπ' αριθμ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4870/15.5.2015 αίτηση επαναφοράς στην ΥΠΑ, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 2) Ο δεύτερος ενάγων, Α. Β., που είχε προσληφθεί από τη θυγατρική της Ο.Α. εταιρεία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ" στις 1-6-1998, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας Περιφερειακών Αερολιμένων (Δ18) σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση. Υπέβαλε αίτηση για τη μετάταξη/μεταφορά του, πλην στους οριστικούς πίνακες που εκδόθηκαν κρίθηκε ως παραμένων σε διαθεσιμότητα. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4906/15.5.2015 αίτηση επαναφοράς στην ΥΠΑ, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 3) Ο τρίτος ενάγων, Η. Γ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 22-2-1989. είχε τοποθετηθεί στη Σχολή Πολιτικής Αεροπορίας της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4979/18.5.2015 αίτηση επαναφοράς στην ΥΠΑ, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 4) Ο τέταρτος ενάγων, Σ. Γ., που είχε προσληφθεί από τη θυγατρική της Ο.Α. εταιρεία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ" στις 25-6-1998, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιών (Δ5) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση μετάταξης/μεταφοράς του και στους οριστικούς πίνακες, που έχουν εκδοθεί κρίθηκε διοριστέος στην Εθνική Αρχή Συντονισμού Πτήσεων. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς στην ΥΠΑ, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 5) Ο πέμπτος ενάγων, Γ. Γ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 22-10-1990, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Υπηρεσιών Αεροναυτικών Πληροφοριών ΑIS (Δ20) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 5073/14.5.2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 6) Ο έκτος ενάγων, Ι. Γ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 4-1-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας Περιφερειακών Αερολιμένων (ΔΙ8) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση μετάταξης/μεταφοράς, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην ΥΠΑ δυνάμει της .../2015 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου τούτου και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Εναερίου Κυκλοφορίας (Δ18) με την υπ' αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4964/18.5.2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 7) Ο έβδομος ενάγων, Π. Δ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-12-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διευθέτησης Ροής Εναέριας Κυκλοφορίας Εναέριας Κυκλοφορίας και Διαχείρισης Εναέριου Χώρου (Δ17) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δε υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 8) Ο όγδοος ενάγων, Κ. Δ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στης 14-8-1997, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Πτητικών Προτύπων (Δ2) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση μετάταξης/μεταφοράς και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως τις 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 9) Ο ένατος ενάγων, Δ. Ζ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 14-4-1989, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιών (Δ5) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 5140/20.5.2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 10) Ο δέκατος ενάγων, Ι. Κ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 18-2-1986, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διευθέτησης Ροής Εναέριας Κυκλοφορίας και Διαχείρισης Εναέριου Χώρου (Δ 17) της ΥΠΑ, Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη /μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4951/18.5.2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 11) Η ενδέκατη ενάγουσα, Σ. Κ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 12-1-1984, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Πτητικών Προτύπων (Δ2) της ΥΠΑ. Συμμετείχε στο πρόγραμμα κινητικότητας για μετάταξη/μεταφορά, και ελάμβανε αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 12) Ο δωδέκατος ενάγων, Θ. Λ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 10-2-1992, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διευθέτησης Ροής Εναέριας Κυκλοφορίας και Διαχείρισης Εναέριου Χώρου (Δ17) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά και ελάμβανε αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην Υπηρεσία δυνάμει της .../2015 Απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Διευθέτησης Ροής Εναερίου Κυκλοφορίας και Διαχείρισης Εναερίου Χώρου (Δ17) με την υπ'αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 4962/18.5.2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία εγκρίθηκε, πλην δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 13) Ο δέκατος τρίτος ενάγων, Δ. Μ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-2-1986, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διαχείρισης Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας (Δ16) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά, και ελάμβανε αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 14) Ο δέκατος τέταρτος ενάγων (και πρώτος ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής), Π. Μ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-12-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διευθέτησης Ροής Εναέριας Κυκλοφορίας και Διαχείρισης Εναέριου Χώρου (ΔΙ7) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 15) Ο δέκατος πέμπτος ενάγων, Α. Μ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-2-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Διαχείρισης Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας (Δ16) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 16) Ο δέκατος έκτος ενάγων, Κ. Μ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 21-3-1982, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Πτητικών Προτύπων (Δ2) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην Υπηρεσία, δυνάμει της .../2015 Απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Πτητικών Προτύπων (Δ2) με την υπ' αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ...-2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 17) Ο δέκατος έβδομος ενάγων (δεύτερος ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής), Μ. Ν., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ" στις 22-2-1989, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιών (Δ5). Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως τις 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην Υπηρεσία δυνάμει της .../2015 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιών (Δ5) την υπ' αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 18) Ο δέκατος όγδοος ενάγων, Χ. Ν., που είχε προσληφθεί από τη θυγατρική της Ο.Α. εταιρεία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ" στις 22-2-1989, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση του και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 19) Ο δέκατος ένατος ενάγων, Γ. Σ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 12-1-1985, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Κανονιστικής Λειτουργίας Υπηρεσιών Αεροναυτιλίας (Δ4) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση μετάταξης/μεταφοράς του και στους οριστικούς πίνακες που εκδόθηκαν εμφανίζεται ως διοριστέος στην Επιτροπή Διερεύνησης και Ασφάλειας Πτήσεων. Μέχρι τη συζήτηση της αγωγής εξακολουθούσε να λαμβάνει αποδοχές διαθεσιμότητας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 40 του Ν. 4250/2014 και της ....2014 Εγκυκλίου του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 20) Ο εικοστός ενάγων, Γ. Τ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 21-3-1982, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας Περιφερειακών Αερολιμένων (ΔΙ8) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση μετάταξης/μεταφοράς, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως τις 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην Υπηρεσία, δυνάμει της .../2015 Απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Εναερίου Κυκλοφορίας (Δ18) με την υπ' αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 21) Ο εικοστός πρώτος ενάγων, Δ. Τ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-2-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Υπηρεσιών Αεροναυτικών Πληροφοριών ΑΙS (Δ20) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του, και ελάμβανε αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 22) Ο εικοστός δεύτερος ενάγων, Γ. Τ., που είχε προσληφθεί από την "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" στις 19-12-1988, είχε τοποθετηθεί στη Δ/νση Υπηρεσιών Εναέριας Κυκλοφορίας Περιφερειακών Αερολιμένων (Δ 18) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως την 31-3-2015. Εν συνεχεία επανήλθε στην υπηρεσία δυνάμει της .../2015 Απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και τοποθετήθηκε από τις 14-08-2015 στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Εναερίου Κυκλοφορίας (ΔΙ8) με την υπ' αριθμ. ....2014 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. 23) Ο εικοστός τρίτος ενάγων, Η. Φ., που είχε προσληφθεί από τη θυγατρική της Ο.Α. εταιρεία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ" στις 8-4-1999, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Οικονομικού και Εφοδιασμού (Δ11) της ΥΠΑ. Μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα δεν υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του και στη συνέχεια διαπιστώθηκε η λύση της υπαλληλικής του σχέσης από 22-7-2014 (σχετική η με αρ. πρωτ. ....2014 Διαπιστωτική Πράξη). Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί και 24) Ο εικοστός τέταρτος ενάγων, Π. Δ., που είχε προσληφθεί από τη θυγατρική της Ο.Α. εταιρεία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ" στις 22-2-1989, είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιών (Δ5) της ΥΠΑ. Υπέβαλε αίτηση για μετάταξη/μεταφορά του, και του καταβάλλονταν αποδοχές διαθεσιμότητας έως τις 31-3-2015. Μετά τη δημοσίευση του ν. 4235/2015 υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. ....2015 αίτηση επαναφοράς, η οποία δεν είχε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ικανοποιηθεί. Όμως, η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα, εγένετο κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, αλλά και της συνταγματικής διάταξης περί ισότητας, απόρροια της οποίας είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης και μη διάκρισης, καθ' όσον αυτοί ουδέποτε αξιολογήθηκαν συγκριτικά με τους υπολοίπους υπαλλήλους της υπηρεσίας (ΥΠΑ), με βάση τα προσόντα τους και αντικειμενικά κριτήρια βαθμολόγησης. Έτσι, δεν ελήφθη υπόψη η πολύχρονη πτητική εμπειρία τους, αφού έκαστος εξ αυτών είχε πραγματοποιήσει πτήσεις άνω των 5.000 ωρών συνολικά, και μάλιστα σε όλους τους τύπους αεροπλάνων, εμπειρία η οποία ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί από την ΥΠΑ και σε άλλους τομείς, πέραν των πτήσεων (εφόσον η ΥΠΑ δεν διαθέτει στόλο αεροσκαφών, παρά μόνον δυο αεροσκάφη και ένα ελικόπτερο, και συνεπώς δεν έχει τη δυνατότητα να απασχολήσει μεγάλο αριθμό χειριστών αεροσκαφών), και δη στην στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών της που σχετίζονται με τον έλεγχο της ασφάλειας των πτήσεων, αλλά και να χρησιμοποιήσει ορισμένους από τους ενάγοντες ως Επιθεωρητές Πτητικής Λειτουργίας, θέσεις για τις οποίες προέβη σε σχετική προκήρυξη στις 3-2-2014, με βασικό αιτούμενο προσόν τις 5.000 ώρες πτήσης. Αντίθετα, το μοναδικό κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε, ήταν η προέλευσή τους από την Ολυμπιακή Αεροπορία, κριτήριο δηλαδή τυχαίο, και παραλείφθηκε ολοσχερώς η αξιολόγηση των προσόντων/κριτηρίων που τάσσει η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου 90 (εκπαίδευση, εμπειρία, ειδικά καθήκοντα, εργασιακή φυσιογνωμία). Άλλωστε, και ο τρόπος πρόσληψης των εναγόντων από την Ολυμπιακή Αεροπορία και τις θυγατρικές της, καίτοι δεν ήταν δυνατόν τότε η πρόσληψή τους να γίνει μέσω ΑΣΕΠ, ωστόσο έγινε κατόπιν απολύτως αξιοκρατικού διαγωνισμού, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άδικη για τους ενάγοντες ακόμη και αυτή η διάκριση. Περαιτέρω, η ενέργεια αυτή του Δημοσίου για τη θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα, έλαβε χώρα χωρίς προηγουμένως να προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση των οργανικών μονάδων της ΥΠΑ, για να προσδιοριστεί η τυχόν ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού συγκεκριμένων ειδικοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι εν προκειμένω ότι το με αριθμό ....2013 πόρισμα αξιολόγησης δομών της ΥΠΑ δεν υπάρχει στα αρχεία της και δεν τέθηκε σε γνώση των ενδιαφερομένων, οι οποίοι ουδέποτε πληροφορήθηκαν με βάση ποιους κανόνες και κριτήρια αξιολογήθηκε ότι υπάρχει το συγκεκριμένο πλεονάζον προσωπικό.
Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι με το μεταγενέστερο νόμο 4235/2015 και δη με το κεφάλαιο 4 αυτού, που φέρει τίτλο "Αποκατάσταση αδικιών-Επαναφορά προσωπικού-Κινητικότητα", εμμέσως αναγνωρίζεται, αν μη τι άλλο, η αστοχία της προγενέστερης νομοθετικής ρύθμισης, και προβλέπεται η επαναφορά του προσωπικού που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα υπό τις διαγραφόμενες προϋποθέσεις. Με βάση τα παραπάνω, η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα, ως "sui generis" καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, είναι άκυρη, το δε εναγόμενο, αρνούμενο ν' αποδεχθεί τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες τους, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, υποχρεούμενο, αφενός να τους απασχολεί πραγματικά, αφετέρου να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές τους". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν την τήρηση των προϋφιστάμενων όρων της σύμβασης εργασίας τους, αφού η ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης της θέσης τους, με ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών τους, έχει τον χαρακτήρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και είναι, για τους εκτιθέμενους σ'αυτή λόγους, άκυρη και ότι ως εκ τούτου το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο θέτοντας τους αναιρεσιβλήτους σε καθεστώς διαθεσιμότητας έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και έχει καταστεί υπερήμερο ως προς την καταβολή των νόμιμων μηνιαίων (πλήρων) αποδοχών τους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της υποπαραγράφου Ζ.2 της παραγράφου Ζ του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012, των άρθρων 90 και 91 του ν. 4172/2013, της ....2013 (Β 1914/Β/7.8.2013) απόφασης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με τίτλο "Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης τους, τον τρόπο μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. Ε του ν. 4172/2013 και της με αρ. 2798/2013 (ΦΕΚ Β 2902/18.11.2013) ΚΥΑ των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με τίτλο "Πρόσθετα ειδικά κριτήρια επιλογής προσωπικού χειριστών και μηχανικών αεροσκαφών ΥΠΑ για διαθεσιμότητα", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. ΣΤ του ως άνω νόμου, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, γεγονός που αποτελεί ευθεία παραβίαση του κανόνα δικαίου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε, στην περίπτωση κατάργησης οργανικών θέσεων, όπως και στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων, η κατάργηση των ως άνω θέσεων δεν συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (201 ΑΚ), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους, όπως και τους αναιρεσιβλήτους, σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα και, συνεπώς, το αναιρεσείον δεν είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, αλλά ούτε και να τους καταβάλλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας ή ως διαφορά αποδοχών.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι η θέση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, σε διαθεσιμότητα ήταν άκυρη, διότι έγινε κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, αλλά και της συνταγματικής διάταξης περί ισότητας, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του κύρους της θέσης αυτών σε διαθεσιμότητα. Τούτο διότι το Εφετείο, υπό τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, ενώ δέχεται ότι δεν έλαβε χώρα ουσιαστική αξιολόγηση των οργανικών μονάδων της ΥΠΑ, για να προσδιοριστεί η τυχόν ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού συγκεκριμένων ειδικοτήτων πριν τη θέση αυτών σε διαθεσιμότητα (22ο φύλλο), σε προγενέστερη σκέψη της (15ο φύλλο) αντιφατικά δέχεται ότι η με αριθμό 2531/2013 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία καταργούνταν 249 οργανικές και προσωποπαγείς θέσεις Χειριστών και Μηχανικών Αεροσκαφών της ΥΠΑ, στηρίχθηκε στο με αριθμό ....2013 πόρισμα αξιολόγησης δομών της ΥΠΑ, όπως άλλωστε εκθέτουν και οι ενάγοντες στο δικόγραφο της αγωγής τους (σελ. 31). Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας δεν διέθετε στόλο αεροσκαφών, παρά μόνο δύο αεροσκάφη και ένα ελικόπτερο, δεν εκθέτει πόσους ιπτάμενους χειριστές αεροσκαφών απασχολούσε η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, που είχαν προσληφθεί από αυτή για τις ανάγκες των πτήσεων των ως άνω αεροσκαφών, ούτε πόσοι είχαν μεταφερθεί σ'αυτή από τις εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ", "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" και "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", μετά τη θέση της εργοδότριάς τους σε εκκαθάριση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3717/2008, σε προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας Χειριστών Αεροσκαφών στην ΥΠΑ (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες) και ποιες ήταν οι ανάγκες της ως άνω Υπηρεσίας σε ιπτάμενους χειριστές αεροσκαφών, προκειμένου να κριθεί αν η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα με την κατάργηση των προσωποπαγών θέσεων που κατείχαν, ως πλεονάζον προσωπικό, καθορίσθηκε με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας, προκειμένου να συνεχίσει να εκπληρώνει την αποστολή της με τον καλύτερο και, συγχρόνως, πιο οικονομικό τρόπο.
Επίσης, υπό τις ίδιες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται εντελώς αναιτιολόγητα ότι το μοναδικό κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε ήταν η προέλευση των εναγόντων από την Ολυμπιακή Αεροπορία, που χαρακτήρισε ως τυχαίο κριτήριο, χωρίς αυτή (προσβαλλόμενη) να προβεί σε αποτίμηση των προσόντων των χειριστών αεροσκαφών που παρέμειναν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και να συγκρίνει αυτά με τα προσόντα των εναγόντων που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, με βάση τα κριτήρια που έθετε κατά τον επίδικο χρόνο η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 και που αφορούν τη βασική και επαγγελματική εκπαίδευση των υπηρετούντων, την εν γένει εργασιακή και διοικητική εμπειρία, τα ειδικά καθήκοντα και την εργασιακή φυσιογνωμία (όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής τους στην εργασία.
Επίσης, ενώ εκθέτει ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να απασχοληθούν στη στελέχωση άλλων διοικητικών υπηρεσιών της Υ.Π.Α, που σχετίζονται με τον έλεγχο της ασφάλειας των πτήσεων, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως Επιθεωρητές Πτητικής Λειτουργίας, δεν εκθέτει αν, κατά τον χρόνο που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα οι ενάγοντες, το προσωπικό που στελέχωνε τις ως άνω υπηρεσίες της Υ.Π.Α. δεν κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες της στους ως άνω τομείς και, σε περίπτωση που δεν καλύπτονταν πλήρως οι ανάγκες της από το ως άνω προσωπικό, δεν εκθέτει πόσες θέσεις απαιτούνταν για την κάλυψή τους και σε πόσες από αυτές μπορούσαν να απορροφηθούν οι ενάγοντες. Ούτε, τέλος, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η θέση των εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων, σε διαθεσιμότητα ήταν άκυρη, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.
Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά παραδοχή των τέταρτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης, και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, ήτοι του τρίτου από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του έκτου από τον αρ. 1 και 17 και του έβδομου από τον αρ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η με αριθμό 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το προαναφερόμενο μέρος της και να παραπεμφθεί προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, μειωμένων, κατά την, αμφιμερώς ισχύουσα, διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδ. με την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ