Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1903 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1903/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευγενία Χρόνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1727/2023, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση μη παράστασης κατ` αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την με αρ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Φ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 22-9-2020 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 6-3-2024, επιδόθηκε νόμιμα (143 παρ. 1 και 96 ΚΠολΔ) κι εμπρόθεσμα (568 παρ. 4 ΚΠολΔ) στον αντίκλητο του αναιρεσίβλητου (πληρεξούσιο δικηγόρο του στην κατ έφεση δίκη) Ευθύμιο Χαρλαύτη. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας . Η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 6-3-2024 κατά τα ήδη εκτεθέντα. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ` σε συνδυασμό 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρίς την παρουσία του αναιρεσιβλήτου Δ. Ν. Α.
Με την κρινόμενη από 22-9-2020 και με αρ. καταθ. 26/23-9-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 66/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 12-3-2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της με αρ. 196/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η από 27-12-2016 διεκδικητική κυριότητος ακινήτου αγωγή του ενάγοντος, με επικουρικό αίτημα καταβολής του ισόποσου της αξίας του ακινήτου σε περίπτωση που κριθεί αδύνατη η αυτούσια απόδοση. Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 23-9-2020, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 147 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του Κώδικα Περί Δικών Δημοσίου -ν.δ. 26/6/10-7-1944), εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 27-7-2020, μη υπολογιζομένων των δικαστικών διακοπών από 1-7-2020 έως 15-9-2020. Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 45/2019, ΑΠ2345/2009). Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 355/2023, ΑΠ 723/2020, ΑΠ 20/2019). Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.8/2005, ΑΠ 1702/2018, ΑΠ 2307/2017). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 103/2013, ΑΠ1270/2008, ΑΠ 1675/2006).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ894/2020, ΑΠ799/2020).
Περαιτέρω από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ` αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 287/2017, ΑΠ 99/2016).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 358/2025, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).
Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 490/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, μετά την απελευθέρωση περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων (Α.Π. 764/2022, Α.Π. 24/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου (29-11-1836). Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 67/2025, ΑΠ 764/2022).
Εξάλλου η κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του και το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", προϋποθέτει την ύπαρξη δημοσίου κτήματος (δάσους ή χορτολοβαδικής έκτασης) κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους.
Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" και δεν προσκομίσθηκαν εντός έτους οι υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας, άλλως ότι ήταν λειβάδι ή χορτολοβαδική έκταση ή βοσκότοπος, άλλως ότι το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου, άλλως ότι ήταν εγκαταλελειμμένο από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες του , άλλως ότι το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 123/2018, ΑΠ 193/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών αυτών (ενστάσεων) πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 321/2021, ΑΠ 1182/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα αγροτικό κτήμα επιφάνειας έξι χιλιάδων οκτώ και 0,13 (6008,13) τετρ. μέτρων, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγροτικού κτήματος επιφάνειας ένδεκα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ και 0,04 (11.488,04) τετρ. μέτρων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Κομπενίκος" ή "Λακκώματα" ή "Φάρμακα" της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας Λαδά, της Δημοτικής Ενότητας Καλαμάτας, της Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας, της Περιφέρειας Πελοποννήσου, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, όπως αυτό απεικονίζεται στο από 2 Απριλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε. Π. Κ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α- Β - Γ - Δ - Ε - Ζ - Α και συνορεύει ΒΑ σε πλευρές Α-Β μήκους μέτρων 3,88, Β - Γ μήκους μέτρων 63,36 και Γ - Δ μήκους μέτρων 5,02, δηλαδή συνολικού μήκους μέτρων 72,26, με υπόλοιπο αγροτικό ακίνητο, ΝΑ σε πλευρές Γ - Δ μήκους μέτρων 5,02 και Δ - Ε μήκους μέτρων 68,39, δηλαδή συνολικώς σε πλευρά μήκους μέτρων 73,41, με υπόλοιπο αγροτικό ακίνητο, Νοτιοδυτικώς σε πλευρά Ε - Ζ μήκους μέτρων 68,84 με υπόλοιπο αγροτικό ακίνητο και Δυτικώς σε πλευρά Ζ - Α μήκους μέτρων 62,39 με υπόλοιπο αγροτικό ακίνητο επιφάνειας 5479,91 τετρ. μέτρων. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ν. Ι. Α., κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 1992, έκτοτε δε κατέχει δε και νέμεται το εν λόγω αγροτικό ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι και σήμερα επισκεπτόμενος αυτό, επιβλέποντας το και προστατεύοντας αυτό από τις διαθέσεις τρίτων ιδιοκτητών να το σφετεριστούν και να το προσαρτήσουν στις δικές τους ιδιοκτησίες. Στον πατέρα του Ν. Ι. Α. είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Α., ο οποίος είχε αποβιώσει πριν από το έτος 1963 χωρίς να αφήσει διαθήκη, και άτυπη (προφορική) διανομή της όλης κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του μεταξύ αυτού, του πατέρα του, και των συγκληρονόμων αδελφών του, γενομένης κατά το έτος 1963, έτος κατά το οποίο ο Ν. Ι. Α. έλαβε στην αποκλειστική κυριότητά του, νομή και κατοχή το ανωτέρω αγροτικό ακίνητο, το οποίο νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, εν γνώσει των συγκληρονόμων αδελφών του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ειδικότερα από το έτους 1963 μέχρι τον μήνα Ιούλιο του έτους 1992, οπότε το δώρισε ατύπως στον ενάγοντα. Στον Ι. Α., κάτοικο ..., το ανωτέρω αγροτικό ακίνητο είχε περιέλθει πριν από το έτος 1940 με άτυπη (προφορική) αγορά από τον Ν. Β., κάτοικο ... Από το έτος 1963, έτος κατά το οποίο ο πατέρας μου Ν. Ι. Α. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του το ανωτέρω αναφερόμενο και περιγραφόμενο αγροτικό ακίνητο, καλλιεργούσε αυτό, όπως και ο δικός του πατέρας προηγουμένως, με δημητριακά και κτηνοτροφές, όπως σιτάρι, κριθάρι, βρόμη, βίκο, ρόβη κλπ., συνέλεγε τους εν λόγω καρπούς, χρησιμοποιούσε το εντός αυτού υπάρχον αλώνι για το αλώνισμα των δημητριακών και των κτηνοτροφών, αποθήκευε αυτούς στην υπάρχουσα εντός του αγροτικού ακίνητου αποθήκη (καλύβα) και έβοσκε εντός του ανωτέρω αγροτικού κτήματος τα μικρά και μεγάλα ζώα του (αιγοπρόβατα, αγελάδες, άλογα κλπ.), όπως ακριβώς έπραττε πριν από αυτόν και ο δικός του πατέρας, ο Ι. Α. και γενικώς το επιτηρούσε, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής από το έτους 1963 μέχρι τον μήνα Ιούλιο του έτους 1992, καταστάς κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατά το έτος 2008 η Διεύθυνση Δασών Μεσσηνίας αποφάσισε να κατασκευάσει ανοικτή λιμνοδεξαμενή αντιπυρικής προστασίας χωρητικότητας 7712,00 κυβ. μέτρων και δαπάνης 240.000,00 ευρώ, η οποία θα καλυπτόταν από κονδύλια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας, στη θέση "Κομπενίκος" ή "Λακκώματα" ή "Φάρμακα" της κτηματικής περιφέρειας του τότε Δ. Δ. Λαδά του Δήμου Καλαμάτας, με σκοπό την εκμετάλλευση του συλλεγόμενου ύδατος για την πλήρωση των μέσων δασοπυρόσβεσης (πυροσβεστικών οχημάτων, ελικοπτέρων κλπ.) για την αντιπυρική προστασία του δημοσίου δάσους Ταϋγέτου -της περιοχής του Δήμου Καλαμάτας. Το έτος 2009 υπογράφτηκε προγραμματική σύμβαση για την κατασκευή της ανωτέρω ανοικτής λιμνοδεξαμενής μεταξύ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας και στις 6 Ιουνίου 2011 έγινε η διακήρυξη ανοικτής δημοπρασίας για την επιλογή αναδόχου κατασκευής του έργου από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας. Στις 19 Απριλίου 2012 η Α. Σ., δασολόγος του Δασαρχείου Καλαμάτας, ενεργώντας δυνάμει της ...-2012 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας, και Ιονίου, με την οποία εγκρίθηκε η κατασκευή της ανωτέρω λιμνοδεξαμενής στη θέση "Κομπενίκος" ή "Λακκώματα" ή "Φάρμακα", του δάσους Ταϋγέτου, περιοχής της Τοπικής Κοινότητας Λαδά, της Δημοτικής Ενότητας Καλαμάτας του Δήμου Καλαμάτας, συνολικού εμβαδού 4973,33 τετρ. μέτρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από το έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφρυ μηχανικού Κ. Ξ., θεωρημένου από τον δασάρχη Καλαμάτας Σ. Κ., προέβη στην εγκατάσταση της Π.Ε. Μεσσηνίας δια του εκπροσώπου της πολιτικού μηχανικού Κ. Μ. της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων στην ανωτέρω έκταση, για την κατασκευή του επισημασμένου στο έδαφος έργου της λιμνοδεξαμενής. Ο ανάδοχος εργολάβος δημοσίων έργων κατασκευής της ανωτέρω λιμνοδεξαμενής Ι. Σ., με την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., αποπεράτωσε την κατασκευή αυτής κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2012 και παρέδωσε αυτή έτοιμη για χρήση στην Π.Ε. Μεσσηνίας, κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012. Η κατασκευή της ανωτέρω λιμνοδεξαμενής έγινε εντός του ανωτέρω αναφερόμενου και περιγραφόμενου αγροκτήματος του ενάγοντα συνολικής επιφάνειας 11.488,04 τετρ. μέτρων, καταλαβούσα τμήμα αυτού συνολικής επιφάνειας 4708,13 τετρ. μέτρων, κείμενου στη ΒΑ πλευρά αυτού, επί πλέον δε και τμήμα του υπόλοιπου αγροκτήματος του επιφάνειας 1300,00 τετρ. μέτρων, κείμενου περιμετρικώς της λιμνοδεξαμενής, εντός του οποίου τοποθετήθηκαν από τον εργολάβο - κατασκευαστή της λιμνοδεξαμενής υδροσωλήνες για την παροχέτευση του υπερχειλίζοντας ύδατος αυτής, μετά την πλήρωσή της με ύδωρ, σε παρακείμενο χείμαρρο και πρανή. Οι δε ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προς θεμελίωση ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο γεωτεμάχιο τυγχάνουν απορριπτέοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στο εναγόμενο ως διάδοχο του τουρκικού Κράτους-με την από 9.7.1932 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3-2-1830, 4/16-6-1830 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ένδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης τής κτηματικής περιφέρειας τής ήδη Τ. Κ. Λαδά, η οποία έφερε και φέρει την ονομασία "Λακκώματα" ή "Κομπενίκος", ολόκληρη δε η εν λόγω έκταση ανήκε κατά τμήματα στους κατοίκους της εν λόγω Τοπικής Κοινότητας, οι οποίοι τα καλλιεργούσαν με μονοετείς καλλιέργειες, όπως σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, βίκο, ρόβη κλπ., τα έβοσκαν με τα ζώα τους, μικρά και μεγάλα, και τα μεταβίβαζαν ατύπως σε τρίτους και στα τέκνα τους ή γίνονταν αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δάσος, λιβάδι η βοσκότοπος ή κοινόχρηστη έκταση. Αντιθέτως, ο μάρτυρας του ενάγοντα Χ. Π., συνταξιούχος δασοφύλακας, κατέθεσε ότι ουδέποτε αναδασώθηκαν το ένδικο ακίνητο, αλλά και τα λοιπά αγροκτήματα τής ευρύτερης περιοχής, ιδιοκτησίας των κατοίκων τής Τοπικής Κοινότητας Λαδά, επειδή δεν ήταν δάσος, αλλά καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Επίσης στην με αρ. πρωτ. ...-1977 πράξη τού Νομάρχη Μεσσηνίας Κ. Σ. με την οποία, κηρύχθηκαν αναδασωτέες, λόγω της καταστροφικής πυρκαγιάς τού έτους 1977 οι ευρύτερες θέσεις "Δασάκι", "Αγία Παρασκευή" και "Προφήτης Ηλίας" των τότε κοινοτήτων Λαδά και Αρτεμίσιας, εντός των οποίων περιλαμβάνεται και η θέση "Λακκώματα" ή "Κομπενίκος", αναφέρεται ότι "Εξαιρούνται τής αναδασώσεως τα αγροκτήματα, τα οποία περιλαμβάνονται μέσα στην αναδασωτέα έκταση", από την οποία αναφορά συνάγεται ότι εντός των δασικών εκτάσεων, οι οποίες καταστρέφονται από πυρκαγιές και κηρύσσονται ως αναδασωτέες, είναι δυνατό να περιλαμβάνονται και εκτάσεις, οι οποίες είναι καλλιεργήσιμες και εξαιρούνται για το λόγο αυτό από την αναδάσωση. Επιπλέον, στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2017 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμάτας (σελίδα 3, στίχος 2ος από το τέλος) αναφέρονται τα εξής: "Λ. ΕΞΕΤΑΣΗ Α/Φ Σχετική η από 22-7-2011 Έκθεση- Αναφορά για τον Χαρακτηρισμό Έκτασης στην οποία εμπεριέχεται φωτοερμηνεία (παρ. Ε ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ), σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση (τόσον το τμήμα αυτής στο οποίο έχει κατασκευαστεί η λιμνοδεξαμενή, όσο και η υπόλοιπη δυτικά), το έτος 1945 δεν φέρει δασική βλάστηση, διακρίνονται βαθμίδες, και φαίνεται να έχει τη μορφή χέρσων αγρών με (κατ' εκτίμηση) ετήσιες - εποχικές καλλιέργειες (ΕΙΚΟΝΑ 1).Τα έτη 1960 και 1965 η έκταση εμφανίζεται περίπου με τα ίδια βλαστικά χαρακτηριστικά όπως το έτος 1940 (παρότι η έκταση δεν εμφανίζει την εντατική καλλιέργεια του έτους 1945 δεν έχει αποκτήσει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης) ...Το εν λόγω έγγραφο - απόψεις τού Δασαρχείου Καλαμάτας υπογράφεται από τον δασολόγο Κ. Φ., ο οποίος έχει συντάξει και την από 22 Ιουλίου 2011 έκθεση -αναφορά για τον χαρακτηρισμό της ίδιας έκτασης, εν όψει των διεργασιών που γίνονταν τότε, το 2011, για την κατασκευή της λιμνοδεξαμενής. Οι απόψεις τού δασολόγου Κ. Φ. ταυτίζονται και στα δύο έγγραφα με την επισήμανση ότι η ένδικη έκταση, εντός τής οποίας κατασκευάστηκε τελικώς η ανοικτή λιμνοδεξαμενή, δεν βρίσκεται εντός των ορίων τού Διαχειριζόμενου Δάσους Ταϋγέτου, και ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1965 και 1988 και τον ΟΦΧ τού έτους 1997, η ένδικη έκταση εμβαδού 4979,33 τετρ. μέτρων ανήκει σε μεγαλύτερη έκταση - περιοχή, ότι δεν φέρει δασική βλάστηση, ότι διακρίνονται βαθμίδες (ενν. πεζούλια) και ότι φαίνεται να έχουν τη μορφή χέρσων αγρών με ετήσιες - εποχικές καλλιέργειες και προτείνεται να δοθεί απάντηση ότι η έκταση δεν χαρακτηρίζεται αναδασωτέα, σύμφωνα με την απόφαση 838/2002 του Σ.τ.Ε. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί επειδή αυτό, με την κατασκευή τής λιμνοδεξαμενής, έχει μετατραπεί σε τεράστια μάζα από τσιμέντο, για να συγκεντρώνει τα νερά τής βροχής, δεν κρίνεται βάσιμος. Η λιμνοδεξαμενή έχει κατασκευαστεί με την εκσκαφή, τμήματος του ένδικου αγροκτήματος και έχουν καλυφθεί ο πυθμένας της και οι τέσσερεις πλευρές της με αδιάβροχο ασφαλτόπανο για να μην απορροφάται το συλλεγόμενο νερό από τα χωμάτινα ερείσματά της. Συνακόλουθα τούτων είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του ένδικου ακινήτου και σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η επιχωμάτωση του καταλαμβανόμενου από την λιμνοδεξαμενή χώρου. Κατόπιν όλων των προαναφερόμενων, πρέπει ο ενάγων να αναγνωριστεί ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου επιφάνειας 6008,13 τετρ. μέτρων, όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν στον ενάγοντα.". Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1α και 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα με το πρώτο σκέλος από τον αρ. 1α της ανωτέρω διάταξης, μέμφεται την απόφαση του Εφετείου για ευθεία παραβίαση α) των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία [ν. 20 παρ.6, πανδ. (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1), Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ. (41,10), 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3)], που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνων του Αστικού Κώδικα (1041 επ. ΑΚ), β) της διάταξης του άρθρου 67 του ν. 998/1979 "αγροί που άλλαξαν μορφή", αιτιώμενο ότι ακόμη και αν ήθελε εξετάσει το εφετείο κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη και δεν απαίτησε την προσκομιδή τίτλων ιδιοκτησίας έως τις 23-2-1946 και γ) των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 41 παρ. 1 και 38 παρ. 1 του ν. 998/1979 επικαλούμενο ότι η με αρ. 29/1999 πράξη αναδάσωσης δεσμεύει το δικαστήριο ως προς την δασική μορφή του επιδίκου και όχι ως προς την κυριότητα. Ο λόγος αυτός, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι α) δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο δάσος, β) όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 67 του ν. 998/1979 "αγροί που άλλαξαν μορφή", παρεκτός του ότι απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης καθόσον σχετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις από 8-11-2019 προτάσεις του Δημοσίου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο ώστε να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη και γ) ως προς την παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 41 παρ. 1 και 38 παρ. 1 του ν. 998/1979, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ουδέποτε αναδασώθηκε το επίδικο ακίνητο επειδή δεν ήταν δάσος αλλά καλλιεργήσιμη έκταση. Κατά τα λοιπά, υπό την επίφαση της ευθείας παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται απαραδέκτως η απόφαση για την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, το αναιρεσείον πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για την εκ του αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, επικαλούμενο ότι από τα προσκομιζόμενα από το ίδιο δημόσια έγγραφα που αποδεικνύουν τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα ότι αυτό είχε αποκτήσει το έτος 1988 μορφή υψηλού δάσους πεύκης, έπρεπε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας ότι δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί δασωμένος αγρός, να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν καλλιεργούνταν τουλάχιστον από το 1973 με αποτέλεσμα να μην συμπληρώνεται εικοσαετής νομή χρησικτησίας στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και των δικαιοπαρόχων αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας περί της άσκησης πράξεων νομής από τον ενάγοντα με επίβλεψη και επιτήρηση των ορίων του επιδίκου, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-7-2011 έκθεσης-αναφοράς του Δασολόγου Κ. Φ. για τον χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με το ανωτέρω έγγραφο η επίδικη έκταση δεν χαρακτηρίζεται ως αναδασωτέα ενώ κατά το αληθές περιεχόμενο, ο συντάξας τούτο δηλώνει ότι δεν επιτρέπεται χαρακτηρισμός από τον ίδιο ως αναδασωτέας ή μη της εκτάσεως, διότι είχε ήδη κηρυχθεί αναδασωτέα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου. Επίσης ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου και ως προς την φωτοερμηνεία αφού το Εφετείο δεν διακρίνει ανά έτος την μορφολογική φύση της επίδικης έκτασης, διακρίσεις στις οποίες προβαίνει ο δασολόγος στην από 22-7-2011 έκθεση-αναφορά. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας επί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγροτικό ακίνητο, δεκτικό χρησικτησίας και κύριος αυτού κατέστη ο ενάγων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τις παραδοχές ότι τούτο καλλιεργούνταν πριν από το έτος 1940, συνεχώς με δημητριακά και κτηνοτροφές από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, που ασκούσαν τις ανωτέρω πράξεις νομής διανοία κυρίου έως το έτος 1992 που απέκτησε τη νομή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με άτυπη δωρεά και συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, επιβλέποντας το ακίνητο και επιτηρώντας την τήρηση των ορίων του, στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο στην από 22-7-2011 έκθεσης-αναφοράς. Συγκεκριμένα το Εφετείο στηρίχθηκε στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1965 που εμφανίζουν το επίδικο με τη μορφή καλλιεργούμενου αγρού, χωρίς να ασκεί έννομο επιρροή στην κτήση κυριότητας η μορφή που απέκτησε μεταγενεστέρως και στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Π. και Γ. Π. και όχι αποκλειστικά στο παραπάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αλλά συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις και από τη συνεκτίμηση αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή το αναιρεσείον που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Επομένως ο λόγος περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την αιτίαση ότι αναφορικά με την δασική μορφή του επιδίκου ακινήτου και την συνεπεία αυτής κτήση κυριότητας από το Δημόσιο, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το με αρ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο απόψεων του δασαρχείου Καλαμάτας, την αεροφωτογραφία του 2008 στην οποία εμφαίνεται το επίδικο ως χώρος εναπόθεσης ξυλείας από το Δασαρχείο Καλαμάτας μετά τις πυρκαγιές του 2007, την από 22-7-2011 αναφορά του Δασολόγου Κ. Φ. για τον χαρακτηρισμό της έκτασης, το με αρ. 260/30-3-1999 ΦΕΚ περί δημοσίευσης της με αρ. 29/24-2-1999 απόφασης για την κήρυξη 28.370 στρεμμάτων ως αναδασωτέας και τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1997, που αποδεικνύουν τον δημόσιο δασικό χαρακτήρα της έκτασης. Ο λόγος αυτός όσον αφορά την από 22-7-2011 αναφορά του Δασολόγου Κ. Φ. για τον χαρακτηρισμό της έκτασης, είναι απαράδεκτος διότι αντιφάσκει με τον προηγούμενο ήδη εξετασθέντα και απορριφθέντα λόγο της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον είτε έλαβε υπόψη του το δικαστήριο το έγγραφο αυτό και παραμόρφωσε το περιεχόμενό του είτε δεν το έλαβε υπόψη. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το περιεχόμενο αυτής, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία στα με αρ. πρωτ. ...-2017 και από 22-7-2011 έγγραφα (σελ. 18 και 19) και στην με αρ. 29/24-2-1999 απόφαση περί αναδάσωσης, η οποία είναι αναφερόμενο έγγραφο στα δύο ανωτέρω, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου καθορίζοντας τη βαρύτητά τους ή την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα κατά τα ήδη εκτεθέντα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 366/ 2017, ΑΠ 358/2017). Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., επί δικών με διάδικο το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή άλλο πρόσωπο για το οποίο ισχύει ειδική ρύθμιση αντίστοιχης εξομοιώσεως προς το Δημόσιο, η αποδοτέα προς το νικητή αντίδικο του Δημοσίου ή άλλου ως άνω προσώπου αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου μειώνεται μέχρι το ελάχιστο όριο της διατιμήσεως κάθε ενέργειας, μη δυνάμενη πάντως να υπερβεί για όλες τις καθ' έκαστο βαθμό δικαιοδοσίας πράξεις το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών (υπ` αριθ. 134423 Οικ/8.12.1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης). Η μείωση αυτή αφορά μόνο την αμοιβή του δικηγόρου και όχι τα άλλα έξοδα τα οποία αποδίδονται στο ακέραιο (ΟλΑΠ 11/2011, ΑΠ 15/2023, ΑΠ 179/2005). Από το συνδυασμό των άρθρων 189, 190 και 191 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι επί υποβολής καταλόγου εξόδων αποδίδονται στο νικήσαντα διάδικο μόνο τα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, για την εκκαθάριση των οποίων αρκεί απλή πιθανολόγηση και ότι στα αποδοτέα έξοδα περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: α) τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των δικογράφων και τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, για την εκ του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, αιτιώμενο ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και καθόρισε το ύψος των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσίβλητος, υπό την ιδιότητα του εκκαλούντος κατά την εκδίκαση της έφεσής του, με τις από 4-4-2017 έγγραφες, εμπρόθεσμα κατατεθείσες, προτάσεις του, τις οποίες προσκομίζει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου το αναιρεσείον, υπέβαλλε κατάλογο δικαστικών εξόδων, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε κατά τον προσδιορισμό του ύψους των δικαστικών εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη και την διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/1957 και αφού δέχθηκε κατ ουσίαν την έφεση και στη συνέχεια και την αγωγή, καθόρισε τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που επέβαλε σε βάρος του ηττηθέντος Δημοσίου, στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η μείωση του άρθρου 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/1957 αφορά μόνο την δικηγορική αμοιβή και όχι το σύνολο των αποδοτέων εξόδων του υποβληθέντος καταλόγου, η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ύψους των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, αποτελεί κρίση περί την εκτίμηση της ουσίας των πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου της παρούσας αναιρετικής δίκης δεν θα επιβληθούν καθόσον δεν υπεβλήθη σε δαπάνες λόγω της απουσίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 66/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ