Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1904 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1904/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2) Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ως νομίμων εκ διαθήκης κληρονόμων του Ε. Α. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2005 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27224/2011 μη οριστική, 713/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1960/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 28-2-2022 και με αρ. καταθ. 636/79/28-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 1960/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την με αρ. καταθ. 20026/3391/2018 έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 713/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4-12-2005 (με αρ. καταθ. 50064/2005) αναγνωριστική κυριότητος ακινήτου αγωγή του ενάγοντος Ε. Α., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 287 περ. α του ΚΠολΔ, λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί ο θάνατος κάποιου διαδίκου. Όμως η διακοπή δεν προκαλείται αυτοδικαίως, αλλά χρειάζεται η νόμιμη γνωστοποίησή του σύμφωνα με το άρθρο 287 ΚΠολΔ. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου. Τέλος, κατά το άρθρο 101 ΚΠολΔ, σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα, αυτή παύει μόνον αφότου επέλθει διακοπή της δίκης. Από αυτά παρέπεται ότι από το θάνατο του διαδίκου (ο οποίος αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης), μέχρι τη νόμιμη γνωστοποίησή του, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν από ακυρότητα (ΑΠ 888/2022, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 2/2023, ΑΠ 441/2012, ΑΠ 557/2012, ΑΠ 1413/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του εμπροθέσμου της άσκησης της παραπάνω αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι μετά τη συζήτηση στις 5-10-2020 της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αρ. 1960/1-12-2021, ο εφεσίβλητος Ε. Α. απεβίωσε στις ...-2020 δηλαδή πριν την έκδοση της απόφασης του Εφετείου. Η πληρεξουσία δικηγόρος του εφεσιβλήτου, επέδωσε, ως πληρεξουσία αυτού (Ε. Α.), την προσβαλλομένη απόφαση στο εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 28-1-2022.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα γνωστοποίηση του επισυμβάντος θανάτου του εφεσιβλήτου στο αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο πριν από την επίδοση της απόφασης στις 28-1-2022, με αποτέλεσμα να μην επέλθει η διακοπή της δίκης και οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από την πληρεξουσία του δικηγόρο στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν από ακυρότητα , σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εγκύρως επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο η προσβαλλόμενη απόφαση στις 28-1-2022, ημερομηνία που αποτελεί την έναρξη της τριακονθήμερης προθεσμίας της άσκησης αναίρεσης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28-2-2022 ημέρα Δευτέρα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 28-1-2022 από την πληρεξουσία δικηγόρο του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, (της οποίας η πληρεξουσιότητα ήταν ενεργή) καθόσον η τελευταία (τριακοστή) ημέρα της Κυριακής ήταν κατά νόμο εξαιρετέα και η αίτηση ασκήθηκε την αμέσως επομένη εργάσιμη ημέρα, απορριπτομένου του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Κατόπιν των ανωτέρω, η μεταγενέστερη επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τους κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος που έλαβε χώρα στις 18-2-2022 είναι άνευ εννόμου επιρροής.
Περαιτέρω από την επισκόπηση των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου και παραδεκτά στρέφεται κατ αυτών η αίτηση αναίρεσης, οι οποίοι συνεχίζουν εκουσίως και σιωπηρώς τη δίκη.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1, 564 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
2. α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφ' εξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν. 147/2014, η Ελληνική Νομοθεσία.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφ' εξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σε αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του προαναφερθέντος ν. 147/2014, "δημόσιοι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θερινοί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σε αυτούς, όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους και αποτελεί (το ταπί) απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό (ΑΠ 385/2012, 77/2007, 900/2002).
Εξάλλου, με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 1-14.11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικοί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως". Επίσης, με την παρ. 2 εδάφια τελευταία του ν. 147/2014 ορίζεται ότι: "Εν ταις χώρους ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφ' εξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες στην Ελληνική Επικράτεια, μετά τους βαλκανικούς πολέμους, χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο, αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου. Διατηρήθηκε επίσης και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11 -12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1 /5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 77/2007, 155/2002, 315/2002). Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών ή, προκειμένου περί αγρών, κατά την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 78 του ΟΘΝπΓ, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή άσκηση από ιδιώτη δικαιώματος διαρκούς εξουσίασης, βάσει ταπίου κατά την 20.05.1917 ή, προκειμένου περί αγρών, καλλιέργεια αυτών επί δέκα έτη τουλάχιστον πριν την ημερομηνία αυτή χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, η κυριότητα παρέμενε στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1551/2024, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 912/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021). Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1551/2024, ΑΠ 1278/2024). β)
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-6-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" και άρθρ. 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το Ν. 793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος, που ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και την εγκατέλειψαν από 28-10-1912 ή πρόκειται να την εγκαταλείψουν εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών, περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων. Ανταλλάξιμοι δε μουσουλμάνοι θεωρούνται οι Τούρκοι υπήκοοι και όχι οι μουσουλμάνοι που δεν έχουν την υπηκοότητα αυτή οι οποίοι και δεν θεωρούνται ανταλλάξιμοι .
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Επομένως, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων, μετά δε την 11-9-1915 ήσαν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (Ολ. ΑΠ 75/87, ΑΠ 1274/2024, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 87/2020, ΑΠ 583/2019). Επίσης με τον ανωτέρω νόμο η διαχείριση των ανταλλαξίμων κτημάτων περιήλθε στο Δημόσιο και είχε συσταθεί η ειδική υπηρεσία διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) που οργανώθηκε με το από 19.9/4.10.1939 β.δ. ενώ με το β.δ. από 24/31/10/1940 τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την διαχείριση ανταλλαξίμων κτημάτων και με την παρ. 5 του άρθρου 1 αυτού καθορίσθηκε η διαδικασία έρευνας προς ανακάλυψη και άλλων κτημάτων που ανήκουν σε ανταλλάξιμους μουσουλμάνους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας. Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018). Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, και όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, την οποία προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Η διάταξη του άρθρου 338ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, δηλαδή ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων. Επίσης ορίζει ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά. Κατά δε την παρ. 2 ΚΠολΔ της ως άνω διάταξης, όταν ο νόμος προβλέπει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος ή κατάστασης, ο διάδικος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί το τεκμήριο αρκεί να επικαλεσθεί τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου) και, εφόσον ο αντίδικός του τα αρνείται, να τα αποδείξει. Αν ο αντίδικος επικαλείται το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης, και οφείλει να αποδείξει κατά κύρια απόδειξη το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγομένου, καθόσον η ανατροπή του τεκμαιρόμενου γεγονότος αποτελεί κυρία απόδειξη και όχι ανταπόδειξη (ΟΛΑΠ 21/1998, ΑΠ 894/2020).
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 118, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, από άποψη ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται. Η ακριβής όμως περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ1089/2019, ΑΠ164/2014). Ελλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 480/2010).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων Ε. Α., με την από 4-12-2005 αγωγή του, εκθέτοντας ότι κατόπιν άτυπης αγοράς του περιγραφομένου ακινήτου, εκτάσεως 485,50 τ.μ., το έτος 1960, το οποίο εμφαίνεται κατά θέση και όρια στο προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα και βρίσκεται εκτός σχεδίου του Δήμου Τριανδρίας Θεσσαλονίκης, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτο διανοία κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ότι οι δικαιοπάροχοί του εξουσίαζαν την μείζονα έκταση εντός της οποίας ενέπιπτε και το επίδικο ακίνητο, από το έτος 1893 δυνάμει των με αρ. 80, 81, 82 και 84 μηνός Ιανουαρίου 1289 (οθωμανικού έτους) τουρκικούς τίτλους εξουσιάσεως (ταπίων) της περιοχής "Ακτσε-Κισλά", συνεχώς και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση έως το 1960 που του παρέδωσαν η νομή, καλλιεργώντας αυτό με σιτηρά και εκμισθώνοντάς το προς βοσκή ποιμνίων και κατέστησαν κύριοι αρχικά των 4/5 από 20-5-1917 δυνάμει του ν. 2052/1920 και στη συνέχεια, δυνάμει ν. 4226/1929 και του υπολοίπου 1/5 και ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητάς του, ισχυριζόμενο ότι εμπίπτει εντός καταγεγραμμένου ανταλλαξίμου ακινήτου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο διότι βρίσκεται εντός μείζονος ανταλλάξιμης έκτασης άλλως ως δημόσια γαία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την έκδοση μη οριστικής απόφασης περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης περί του εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στους παραπάνω τίτλους των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, εάν τμήμα αυτού εμπίπτει στο με αρ. ΑΚ9684/Α καταγεγραμμένο ανταλλάξιμο κτήμα και ποιος είναι ο κάτοχος του επιδίκου και την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την με αρ. 713/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη . Κατά της ανωτέρω απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 17-9-2018 έφεσή του και τους από 25-8-2020 πρόσθετους λόγους της έφεσης και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ως ουσιαστικά αβάσιμους. Η αγωγή, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη διότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μείζονος ακινήτου αλλά ως αυτοτελές ακίνητο, προσδιορίζεται λεπτομερώς κατά θέση και όρια και με παραπομπή στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ. Η περιεχόμενη δε στην αγωγή μνεία ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα απέκτησαν το μείζον ακίνητο δυνάμει των με αρ. 80, 81, 82 και 84 μηνός Ιανουαρίου 1289 τίτλων (ταπίων), εντός του οποίου ενέπιπτε και το επίδικο και έκτοτε νεμόταν αυτό έως το 1960 που μεταβίβασαν τη νομή στον ενάγοντα, συνιστά αρνητικό ισχυρισμό, προβαλλόμενο καθ' υποφορά, προς αντίκρουση τυχόν προβαλλόμενης ένστασης ιδίας κυριότητος του εναγομένου στηριζόμενη στο ανεπίδεκτο της χρησικτησίας του ακινήτου και αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα και όχι την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής α) ο προσδιορισμός του επιδίκου ακινήτου εντός του μείζονος ακινήτου των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα ώστε να διαχωρίζεται τούτο από την μεγαλύτερη έκταση και δεν γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού β) ούτε σε ποιόν από τους ανωτέρω τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων του εμπίπτει το επίδικο ακίνητο διότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι το επίδικο είναι τμήμα μείζονος υφισταμένου ακινήτου και οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν στοιχείο της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Κατόπιν τούτων το Εφετείο ορθά απέρριψε τους, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες εκ των αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και της, παρά το νόμο, μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής λόγω αοριστίας, υπό τις αιτιάσεις ότι στο δικόγραφο αυτής δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου ακινήτου εντός του μείζονος ακινήτου κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα (κληρονομουμένου και δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) και δεν προσδιορίζεται ποιά τμήματα αυτού περιλαμβάνονται στους με αρ. 80, 81,82 και 84 μηνός Ιανουαρίου 1289 τίτλους δημιουργώντας αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου, είναι αβάσιμος. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 894/2020). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη , χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 251/2019, ΑΠ 865/2017).
Οπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, έχει εμβαδόν 485,50 τ.μ. και βρίσκεται επί της οδού ... της Δημοτικής Ενότητας Τριανδρίας του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνορεύει γύρωθεν με την οδό ..., με ανώνυμη οδό και με ιδιοκτησίες αγνώστων και εμφαίνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Α στο από Ιανουάριο του έτους 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πιο πάνω αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, X. Χ., που συνοδεύει την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που ο ίδιος συνέταξε. Αυτό εμπίπτει στην ευρύτερη περιοχή, που ονομάζεται "Νησάκι", διότι ομοιάζει με μικρό νησί, που περικλείεται μεταξύ των δύο κλάδων του χειμάρρου "Σεϊτάν Ντερέ" (ο λάκκος του διαβόλου), ανατολικά του Καυταντζογλείου Σταδίου και νοτίως της οδού ... Κατά την δεκαετία 1950 - 1960 η εν λόγω ευρύτερη έκταση κατατμήθηκε σε αυτοτελή οικόπεδα (ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο) από τους κατοίκους της Πυλαίας Θεσσαλονίκης, τα οποία και πωλήθηκαν άτυπα σε διάφορους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Ειδικότερα, ο τελευταίος αγόρασε άτυπα από κατοίκους της Πυλαίας το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1960. Αμέσως το περιέφραξε και ανήγειρε εντός αυτού ισόγειο οικία, εμβαδού 90 τ.μ. περίπου, προκειμένου να στεγάσει την οικογένειά του, όπως και έπραξε έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής. Η άνω οικία συνδέθηκε με τα δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης (με το τελευταίο με βάση το ....2017 έγγραφο του ΔΕΔΔΗΕ, ήδη από 09.02.1963). Επιπλέον ανήγειρε σταδιακά και διάφορους άλλους βοηθητικούς χώρους, όπως μικρές αποθήκες, εξωτερική τουαλέτα, χώρο στάθμευσης, υπόστεγα κ.λπ. Επιπλέον στο βόρειο τμήμα του επιδίκου φύτευσε και δύο ελαιόδενδρα, που ήταν κατά τον χρόνο της πραγματογνωμοσύνης μεγάλα. Αποδεικνύεται, συναφώς, ότι ο ενάγων ήδη από το έτος 1960 νεμόταν το επίδικο ακίνητο, με την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής που προσιδίαζαν στην φύση, την θέση και τον προορισμό του, η δε ως άνω νομή του επ' αυτού συνεχίσθηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως την άσκηση της αγωγής και σε κάθε περίπτωση μέχρι και το έτος 1985. Με τον τρόπο αυτό, ήτοι με την συνεχή άσκηση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας επί του επιδίκου των άνω υλικών, εμφανών πράξεων που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό του, με διάνοια κυρίου, έχοντας δηλαδή την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια με την απορρέουσα από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αναφορικά με την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου (που προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται με σχετικούς λόγους της έφεσης) ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, κυρίως γιατί επρόκειτο για ανταλλάξιμο ακίνητο, άλλως διότι το ίδιο (Δημόσιο) κατέστη κύριο αυτού, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, δοθέντος ότι επρόκειτο για χειμερινή βοσκή, ήτοι δημόσια γαία κατά τις διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", μη εξουσιαζόμενη από ιδιώτες, λεκτέα τα εξής: Το Γραφείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης συνέταξε κατά το έτος 1985 το υπ' αριθμ. 1545/16.09.1985 πρωτόκολλο κατάληψης, με το οποίο προέβη στην κατάληψη οικοπέδου, εκτάσεως 12.540 τ.μ., ευρισκομένης στην άνω θέση "Νησάκι" Τριανδρίας και συνορευομένη ανατολικώς και βορείως με το καταγραφέν ως ανταλλάξιμο κτήμα 12722 (κατονομάζεται στο οικείο πρωτόκολλο ως "Ακτσέ Κισλά") και ρέμα, δυτικώς με ρέμα και νοτίως με το καταγραφέν ως ανταλλάξιμο κτήμα 13370. Όπως αναφέρεται στο υπ' όψιν πρωτόκολλο, η ανωτέρω έκταση ανήκε κατά κυριότητα στον ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο Ιμάμ Χουσεΐν (χωρίς να αιτιολογείται η σχετική άποψη της άνω υπηρεσίας του εναγομένου ούτε να μνημονεύεται οιοσδήποτε σχετικός τίτλος κυριότητας) και συνεπώς ως ανταλλάξιμη περιουσία περιήλθε (κατά τα εκτιθέμενα στο πρωτόκολλο) στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, και καλυπτόταν στο σύνολό της από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι έκτισαν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με τον συνημμένο κτηματολογικό πίνακα. Στον τελευταίο, που φέρει τον τίτλο "Πίνακας Αυθαιρέτων Κατόχων" γίνεται καταγραφή: α) των οικοπέδων που εμπίπτουν στην άνω έκταση με αύξοντες αριθμούς, β) των ονομάτων των κατόχων των οικοπέδων και γ) της έκτασης των οικοπέδων. Από τα συνολικά 35 αναφερόμενα οικόπεδα, τμήμα του επιδίκου φέρεται με αύξοντα αριθμό 27, κάτοχο τον ενάγοντα και έκταση 140,00 τ.μ. (πρόκειται, σύμφωνα και με όσα θα αναφερθούν κατωτέρω, για το βόρειο τμήμα του επιδίκου, που στην πραγματικότητα έχει εμβαδόν 179 τ.μ. και απεικονίζεται με στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-1-Θ στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Στην συνέχεια, η εν λόγω έκταση των 12.540,00 τ.μ. καταγράφηκε ως ανταλλάξιμο κτήμα με την 23306/18.12.1986 απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Ε.Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης κατά την συνεδρία με αριθμό 643 αυτής και καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, με αριθμό κτήματος 9684/Α. Εξάλλου, το υπόλοιπο νότιο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού (485,50 τ.μ. - 179 τ.μ.=) 306,05 τ.μ., που προσδιορίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Η- Θ -1-Τ- Υ-Φ-Χ-Α στο ίδιο πιο πάνω διάγραμμα που συνοδεύει την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, περιελήφθη στο υπ' αριθμ. 13370 ανταλλάξιμο κτήμα, που καταλήφθηκε τυπικώς με το 494/02.07.1953 πρωτόκολλο καταλήψεως οικοπεδικής έκτασης παρά τον συνοικισμό Τριανδρίας, αρχικής έκτασης 62.896 τ.μ. και κατόπιν σχετικών κτηματολογικών μεταβολών σημερινής έκτασης 2.163,43 τ.μ. Στο εν λόγω πρωτόκολλο αναφέρεται ότι σε τμήμα της επίδικης έκτασης έχουν ανεγερθεί οικίες από διάφορους τρίτους, καθώς και ότι το κτήμα αυτό ανήκε σε διάφορους ανταλλαγέντες μουσουλμάνους, χωρίς όμως αυτοί να κατονομάζονται ή να αναφέρονται οι τίτλοι με βάση τους οποίους φέρεται να είχε περιέλθει σε αυτούς η κυριότητα. Στον πίνακα αυθαιρέτων κατόχων δεν εμφαίνεται ως κάτοχος ο ενάγων. Στην συνέχεια, η εν λόγω έκταση καταγράφηκε ως ανταλλάξιμο κτήμα με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Ε.Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης κατά την συνεδρία με αριθμό 37/17.04.1954.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι το επίδικο ουδέποτε ανήκε σε ανταλλαγέντες μουσουλμάνους και δη το μεν ως άνω βόρειο τμήμα του σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ιμάμ Χουσεΐν και το νότιο τμήμα του σε άγνωστους ανταλλαγέντες μουσουλμάνους. Στο Μακεδονικό Αρχείο, αλλά και στο Αρχείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης δεν υφίσταται, ούτε ανευρέθηκε ποτέ, παρά τις σχετικές έρευνες που διεξήχθησαν, τίτλος εξουσιάσεως που να αφορά τις άνω ευρύτερες εκτάσεις, στις οποίες εμπίπτει και το επίδικο, στον άνω μουσουλμάνο Ιμάμ Χουσεΐν ή σε οποιονδήποτε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε σχετική καταγραφή στα τουρκικά φορολογικά στοιχεία. Αντίθετα, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, το επίδικο εμπίπτει στην ευρύτερη περιοχή "Ακτσέ Κισλά" και εξουσιάζονταν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας από ιδιώτες χριστιανούς κατοίκους Πυλαίας, που δεν υπήρξαν ανταλλαγέντες μουσουλμάνοι, δυνάμει των 82 και 84 τίτλων μηνός Ιανουάριου τουρκικού έτους 1289 (χριστιανικού 1874), του τουρκικού αρχείου που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας. Σημειώνεται, επίσης, ότι κατά τα έτη 1959 και 1961 τα ακίνητα με ΑΚ 19464 και 20084 καταλήφθηκαν ως ανταλλάξιμα δυνάμει των 881/16.12.1959 και 909/04.01.1961 πρωτοκόλλων κατάληψης ως ανήκοντα στον προαναφερθέντα ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ιμάμ Χουσεΐν, χωρίς να περιληφθεί σε αυτά και η άνω ευρύτερη έκταση των 12.540,00 τ.μ., παρότι μάλιστα είχε ήδη η τελευταία κατατμηθεί σε οικόπεδα. Μόνον δε μετά την πάροδο άνω των 24 ετών, κατά το έτος 1985, το Γραφείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, προέβη στην έκδοση του άνω 1545/1985 πρωτοκόλλου κατάληψης, χωρίς να έχει κάποιο στοιχείο με βάση το οποίο θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι επρόκειτο περί ανταλλαξίμου ακινήτου, πέραν του αόριστου ισχυρισμού ότι η άνω έκταση φέρεται να είναι γειτονική με άλλα ακίνητα που είχαν χαρακτηρισθεί ως ανταλλάξιμα και φέρονται να είχαν ως όριο ακίνητο που ανήκει σε μουσουλμάνο με το όνομα Ιμάμ Χουσεΐν. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ακόμη και τα προπεριγραφέντα όρια της καταληφθείσας με το 1545/1985 πρωτόκολλο κατάληψης έκτασης, που μνημονεύονται στο τελευταίο, δεν περιλαμβάνουν ανταλλάξιμο ακίνητο, που να φέρεται να ανήκει στον άνωΙμάμ Χουσεΐν. Αλλά και η τυπική κατάληψη του άνω νότιου τμήματος του επιδίκου με το 494/1953 πρωτόκολλο κατάληψης έγινε από την άνω υπηρεσία του εναγόμενου Δημοσίου, χωρίς από οποιοδήποτε συγκεκριμένο και απτό στοιχείο να προκύπτει ότι επρόκειτο για ανταλλάξιμο ακίνητο, παρά μόνον η εν λόγω κατάληψη φέρεται να ακολούθησε εκείνη που έλαβε χώρα με το 13/24.07.1940 πρωτόκολλο κατάληψης, με το οποίο καταλήφθηκε το δυτικά ευρισκόμενο κτήμα και έλαβε αριθμό 13358 (συνοικισμός Τριανδρίας), μετά από νεώτερη έρευνα, χωρίς να γίνεται μνεία οποιουδήποτε συγκεκριμένου ειδικότερου - νεότερου σχετικού στοιχείου. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, ακόμη και το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να προσδιορίσει όχι μόνον τους τυχόν τίτλους (αφού δεν υφίστανται τέτοιοι), αλλά ούτε καν τα ονόματα των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων στους οποίους φέρεται, κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς του, να ανήκε η εν λόγω έκταση. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διορισθείς ως άνω πραγματογνώμονας, X. Χ., με την άνω από 28.02.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται - ως εμπίπτον στην έκταση "Ακτσέ - Κισλά" (στην οποία εφαρμόζουν οι τίτλοι αυτοί) - εν όλω στους επικαλούμενους από τον ενάγοντα τουρκικούς τίτλους κυριότητας με αριθμ. 80, 82 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289, ενώ αντίθετα δεν περιέχεται σε ανταλλάξιμη έκταση. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (που προβάλλεται με τις προτάσεις του) ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν το σχετικό πόρισμα της άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ο άνω πραγματογνώμονας δεν κλήθηκε ν' αποφανθεί περί του εάν το επίδικο ανήκει σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, είναι απορριπτέος. Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την αρχικώς εκδοθείσα 27224/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο πραγματογνώμονας κλήθηκε να γνωμοδοτήσει και για το εάν το επίδικο εμπίπτει ή όχι στα ΑΚ 9684/Α και 13370 ανταλλάξιμα κτήματα. Κλήθηκε, επομένως, αδιαμφισβήτητα, να γνωμοδοτήσει και για το ζήτημα του εάν τα δύο ως άνω καταληφθέντα υπό του Δημοσίου κτήματα είναι πράγματι ανταλλάξιμα, αφού, άλλως, η σχετική γνωμοδότησή του θα ήταν ελλιπής και άνευ ουσιαστικού αντικειμένου, αφού θα στερείτο οιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο "IV" νομική σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι η εφαρμογή των σχετικών τεκμηρίων που προβλέπει η ειδική περί ανταλλαξίμων ακινήτων νομοθεσία προϋποθέτει, ότι πράγματι το επίδικο ακίνητο φέρει την ιδιότητα του ανταλλαξίμου, υπό την αναφερόμενη στην ίδια νομική σκέψη έννοια. Σε αρμονία με τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων, που έφερε, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο "III" νομική σκέψη, το σχετικό (αντικειμενικό) βάρος απόδειξης (για την έννοια του αντικειμενικού βάρους απόδειξης βλ. ΑΠ 894/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 181/2020, ΤρΝομΠλ "Νόμος"), του οικείου αρνητικού του ισχυρισμού, απέδειξε ότι το επίδικο δεν ήταν ανταλλάξιμο, δηλαδή δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν κατά τούτο ανεπίδεκτο χρησικτησίας, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, καταρρίπτεται το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας αυτού ως εκ της καταχώρησής του στο Κτηματολόγιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης ως τμήματος των ΑΚ με αριθμ. 9684/Α και 13370. Για τον ίδιο λόγο και σύμφωνα πάντοτε με όσα εκτίθενται στην άνω υπό στοιχείο "III" νομική σκέψη της παρούσας, καταρρίπτεται και το τεκμήριο πλασματικής νομής του Ελληνικού Δημοσίου, του άρθρου 1 παρ. 7 του Β. Δ/τος της 24/31.10.1941, για το νότιο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 306,50 τ.μ., που είχε καταληφθεί τυπικά και πλασματικά και όχι στην πραγματικότητα, με την έκδοση και καταχώρηση του προαναφερθέντος 494/1953 πρωτοκόλλου κατάληψης. Επομένως, από της παραδόσεως της νομής αυτού προς τον ενάγοντα κατά το έτος 1960, ο τελευταίος μπορούσε να χρησιδεσπόσει αυτού (στο μέτρο που δεν είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου ως ανταλλάξιμο), με την άσκηση, έκτοτε (και για το αναγκαίο χρονικό διάστημα), επ' αυτού πράξεων νομής με διάνοια κυρίου. Η ανωτέρω, όμως, ένσταση του εκκαλούντος, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά το προαναφερθέν έτερο - επικουρικό - σκέλος της (περί δικαιώματι πολέμου διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στην κυριότητα του επιδίκου, ως δημόσιας γαίας ανήκουσας στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου). Ειδικότερα, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται σχετικώς τα εξής: Οι Οθωμανικοί τίτλοι (ταπιά), με αριθμ. 80, 82 και 84 του μηνός Ιανουάριου 1289 (καθ' ημάς 1874), που επικαλείται ο ενάγων, αφορούν την περιοχή "Ακτσέ Κισλά", τα όρια της οποίας και περιγράφουν, στην οποία εμπίπτει εν όλω και το επίδικο ακίνητο. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο άνω πραγματογνώμονας X. Χ. στην επίδικη από 28.02.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, μετά από και εξαρτημένη τοπογραφική αποτύπωση της επίδικης περιοχής με δεδομένο αναφοράς το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (Ε.Γ.Σ.Α.) του 1987. Σημειώνεται ότι στο συμπέρασμα ότι άλλα γειτονικά του επιδίκου ακίνητα, που βρίσκονται και αυτά (όπως το επίδικο) στην ίδια ως άνω ευρύτερη περιοχή "Νησάκι" Τριανδρίας, εμπίπτουν και αυτά στους άνω τίτλους 80, 82 και 84, που αφορούν στην άνω έκταση "Ακτσέ Κισλά", κατέληξαν και άλλοι πραγματογνώμονες που διενήργησαν σχετικές πραγματογνωμοσύνες στα πλαίσια σχετικών δικών που έγιναν μεταξύ ιδιωτών και του Ελληνικού Δημοσίου, όπως η από 27.04.2004 (αριθμ. .../2004) του Δ. Κ., η από 16.01.2008 (αριθμ. ...) του Η. Χ., η από Ιανουάριο 2011 (αριθμ. .../2011) του Γ. Χ., η από 11.10.2011 (αριθμ. .../2011) του Γ. Κ., η από 09.01.2014 (.../2014) του Κ. Κ. και η από 09.01.2015 (αριθμ. .../2015) του Κ. Κ. (σε όμοιο μάλιστα συμπέρασμα κατέληξε και η αναφερόμενη στην από 22.08.2017 Κ., πραγματογνωμοσύνη του Γ. Ζ. που διενεργήθηκε δυνάμει της 5477/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Μάλιστα σε αυτές των Γ. Χ. (από Ιανουάριο 2011) και Γ. Κ. (από 11.10.2011) ρητώς αναφέρεται ότι ολόκληρη η ως άνω περιοχή "Νησάκι" Τριανδρίας περικλείεται εντός της ευρύτερης τοποθεσίας "Ακτσέ Κισλά". Ως εκ τούτου η σχετική τεχνική έκθεση του προαναφερθέντος τεχνικού συμβούλου του Ελληνικού Δημοσίου, Π. Ρ., που καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα (ότι δηλαδή η περιοχή "Νησάκι" Τριανδρίας και επομένως και το επίδικο δεν εμπίπτει στην περιοχή Ακτσέ Κισλά), όπως και η από 21.02.1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Κ. (που διενεργήθηκε με βάση την 697/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), που δέχεται ότι το εκεί επίδικο ακίνητο ευρισκόμενο εντός της περιοχής "Νησάκι" δεν εμπίπτει στην περιοχή Ακτσέ Κισλά, δεν κρίνονται (η δεύτερη κατά το σημείο τούτο) πειστικές και αναιρούνται πλήρως από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Σημειώνεται, ότι ο έτερος τεχνικός σύμβουλος του Δημοσίου Δ. Κ. αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στην δική του πραγματογνωμοσύνη (δυνάμει της 23187/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), που κατέληξε στο άνω συμπέρασμα, ότι δηλαδή το εκεί επίδικο ακίνητο ευρισκόμενο στην τοποθεσία "Νησάκι" στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης, εμπίπτει εντός της βοσκής "Ακτσέ Κισλά", όπως περιγράφεται στους τίτλους 80, 82 και 84 του μηνός Ιανουάριου 1289 του Οθωμανικού Κτηματολογίου. Σύμφωνα με το ταπί με αριθμό 82 Ιανουάριου 1289 ιδιοκτήτης (στην πραγματικότητα έχων δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης) κατά ποσοστό 1/8 της άνω εκτάσεως, 3.000 τουρκικών στρεμμάτων, της περιοχής "Ακτσέ Κισλά" φέρεται ο έμπορος Π. Ο εν λόγω τίτλος λόγω μεταβιβάσεως του μεριδίου του ιδιοκτήτη, αντικαταστάθηκε από τους 26, 27 και 28 τίτλους Νοεμβρίου 1299 (1883). Μετά την μεταβίβαση 100 (τουρκικών) στρεμμάτων στο Ταμείο του Οθωμανικού Στέμματος, ο υπ' αριθμ. 28 τίτλος αντικαταστάθηκε από τον 197 Δεκεμβρίου 1312 (1896), με έκταση πλέον 2.900 τουρκικών στρεμμάτων. Λόγω εσφαλμένης περιγραφής των συνόρων στον παραπάνω τίτλο εκδόθηκε σε αντικατάστασή του ο 81 Ιουνίου 1313 (1897) τίτλος, με έκταση 2.900 στρέμματα και ιδιοκτήτη κατά ποσοστό 1/24 τον υιό Μήτρου από το χωρίο "Καπουτζήδες".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το ταπί με αριθμό 84 μηνός Ιανουάριου 1289 (1874), ιδιοκτήτες (στην πραγματικότητα έχοντες δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης) κατά ποσοστό 6/8 της άνω εκτάσεως, 3.000 τουρκικών στρεμμάτων, της περιοχής "Ακτσέ Κισλά" φέρονται οι Χ. ή Χ. υιός Α., Θ. Μ., Ν. Κ., Χ. Τ., Π. Χ. και Κ. Θ. Λόγω θανάτου ορισμένων εκ των άνω ιδιοκτητών και μεταβιβάσεως των μεριδίων τους στους κληρονόμους τους, ο αρχικός ως άνω τίτλος 84 του 1289 αντικαταστάθηκε από τους 187, 188 και 189 Δεκεμβρίου 1312 (1896). Μετά την μεταβίβαση 100 (τουρκικών) στρεμμάτων στο Ταμείο του Στέμματος, εκδόθηκαν σε αντικατάσταση των άνω τίτλων οι 192, 193, 194, 195, 196 Δεκεμβρίου 1312 (1896) τίτλοι και ο 99 Ιανουάριου 1312 (1896) τίτλος, με έκταση πλέον 2.900 τουρκικών στρεμμάτων. Λόγω εσφαλμένης περιγραφής των ορίων της υπόλοιπης έκτασης στους άνω τίτλους, αυτοί αντί καταστάθηκαν με τους υπ' αριθμ. 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 Ιουνίου 1313 (=1897), με έκταση ομοίως 2.900 τουρκικών στρεμμάτων. Μετά τις παραπάνω μεταβολές, ιδιοκτήτες (στην πραγματικότητα έχοντες δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης) κατά ποσοστό 6/8 της άνω εκτάσεως, 2.900 τουρκικών στρεμμάτων, της περιοχής "Ακτσέ Κισλά" (του τίτλου 84 του 1289), φέρονται πλέον οι: 1) Π. - Χ. - Α. - Σ., τέκνα Χ. Τ. και οι Ε. - Β. θυγατέρες Α. 2) Χ. - Β. - Π. θυγατέρες Ν. Κ. και οι Χ. - Σ. - Α. τέκνα Α. 3) Χ. υιός Χ. 4) Θ. υιός Μ.. 5) Κ. υιός Θ.. 6) Τ. - Μ. - Β. - Α. τέκνα Π.. Κ. και οι Γ. - Χ. - Β. τέκνα Ι. Κ. και οι Σ. - Χ. - Δ. τέκνα Χ. Κ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν στους προαναφερόμενους τίτλους η άνω έκταση "Ακτσέ Κισλά" χαρακτηρίζεται ως χειμερινή βοσκή, δοθέντος ότι εντός αυτής υπήρχαν και χώροι βοσκής, στην πραγματικότητα, όμως, ενόψει του ότι επρόκειτο για μία πολύ μεγάλη έκταση, σ' αυτήν περιλαμβάνονταν και εκτάσεις με άλλες χρήσεις, όπως λατομεία, καλλιεργήσιμες εκτάσεις κ.λπ. Έτσι, ειδικά η ως άνω περιοχή (Νησάκι Τριανδρίας" υπήρξε ανέκαθεν και ειδικά και κατά την τελευταία πεντηκονταετία της τουρκοκρατίας, έκταση που καλλιεργούνταν συστηματικά, ιδίως με σιτηρά, τα οποία μάλιστα χρησιμοποιούνταν και για τις ανάγκες τροφής, μέσω βόσκησης, των οικόσιτων ζώων των εχόντων δικαίωμα εξουσίασης ιδιωτών.
Συνεπώς, επρόκειτο στην πραγματικότητα, και κατ' ανοχή του Οθωμανικού Κράτους, για καλλιεργήσιμη έκταση, που ως τέτοια χρησιμοποιούνταν (η περιοχή "Νησάκι Τριανδρίας") από τους χριστιανούς κατοίκους της περιοχής Πυλαίας που είχαν σχετικό δικαίωμα με βάση τους άνω τίτλους (ανεξάρτητα από την άνω καταγραφή σε αυτούς ότι επρόκειτο περί βοσκής, ενόψει και του ότι η περιοχή "Νησάκι Τριανδρίας" αποτελούσε μικρό τμήμα της ευρύτερης περιοχής "Ακτσέ Κισλά"). Με τον τρόπο αυτό οι αναφερόμενοι στους άνω τίτλους χριστιανοί ιδιώτες κάτοικοι Πυλαίας Θεσσαλονίκης εξούσιαζαν, χωρίς αμφισβήτηση, και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα της ευρύτερης έκτασης "Ακτσέ Κισλά" και της περιοχής "Νησάκι Τριανδρίας", καλλιεργώντας το ιδίως με σιτηρά επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας και έως και την 20.05.1917, έχοντας αποκτήσει επ' αυτού/δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) τόσο με την συνεχή και χωρίς αμφισβήτηση (και κατ' ανοχή όπως προεκτέθηκε του Τουρκικού Κράτους) καλλιέργεια αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας μέχρι και την 20.05.1917, αλλά και δυνάμει των προαναφερόμενων ταπίων που είχαν εκδοθεί στο όνομά τους (η έκδοση των οποίων και επιβεβαίωνε την ανοχή του Τουρκικού Κράτους τόσο ως προς την άνω χρήση της γης με την καλλιέργεια τμημάτων αυτής - και δη και στο επίδικο - όσο και τις τυχόν τυπικές παραλείψεις στις άνω αναφερόμενες διαδοχές). Για τους εν λόγω τίτλους επισημαίνεται ότι αποτελούσαν νόμιμους έγκυρους τίτλους, αποδεικτικούς του δικαιώματος εξουσιάσεως που είχαν αποκτήσει οι ανωτέρω επί του επιδίκου. Όπως αναφέρεται στην ....2011 πραγματογνωμοσύνη των Π. Ρ. και Σ. Τ. που διενεργήθηκε δυνάμει της 23526/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που παραπέμπει σχετικά στο αναφερόμενο σ' αυτήν υπ' αριθμ. πρωτ. ....1988 έγγραφο του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας προς την Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων (Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης), οι εγγραφές του Τουρκικού Κτηματολογίου υπ' αριθμ. 79, 80, 81, 82, 83 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289 (και επομένως και τα επίμαχα ως άνω 80, 82 και 84 και ιδίως τα δύο τελευταία που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, αφού ο τίτλος 80 αφορά μεν την ευρύτερη έκταση "Ακτσέ Κισλά", σε άλλο όμως σημείο της και όχι στο σημείο που βρίσκεται το επίδικο) είναι έγκυροι τίτλοι και αφορούν μεταβίβαση ακινήτων αιτία πωλήσεως. Κατά συνέπεια δεν είναι φορολογικές εγγραφές ούτε και απλή παραχώρηση δικαιώματος βοσκής. Σχολιάζοντας την τελευταία αυτή πραγματογνωμοσύνη (....2011), η Ε. Κ., Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου Bilkent της Άγκυρας Τουρκίας, που διορίσθηκε στην δίκη εκείνη ως τεχνική σύμβουλος του Ελληνικού Δημοσίου, αφού διαπιστώνει ότι, μετά την ισχύ του νόμου περί γαιών (1858) δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ καταγραφής δικαιώματος τεσσαρούφ στα Αυτοκρατορικά Κατάστιχα έναντι των αντίστοιχων φορολογικών κατάστιχων, μετ' εξέταση και αξιολόγηση των σχετικών τίτλων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι (μεταξύ άλλων και) οι άνω τίτλοι, ήτοι οι εγγραφές (80), 82 και 84 του Ιανουάριου 1289 (1874), δεν είναι μεν τίτλοι ιδιοκτησίας με την έννοια ότι δεν είναι "tapu senedi", ισοδυναμούν, όμως, με νόμιμα ταπιά παραχώρησης δικαιώματος εξουσίασης και είναι παράλληλα αποδεικτικά φορολογικών υποχρεώσεων ακολουθώντας τους νέους κανονισμούς μετά το έτος 1958. Δέχεται, συνεπώς, και η τελευταία ότι οι εν λόγω τίτλοι αποτελούν νόμιμα ταπιά παραχώρησης δικαιώματος εξουσίασης. Περαιτέρω, από μόνη την μη αναφορά στην καταγραφή που έλαβε χώρα από το Οθωμανικό Κράτος κατά το έτος 1907 των κτημάτων της περιοχής Πυλαίας, εξουσιαστών για την βοσκή "Ακτσέ Κισλά", δεν προκύπτει ότι είχαν τα επίμαχα ταπιά απωλέσει την ισχύ τους, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η μη αυτή καταγραφή, που αφορά μόνον ένα έτος (1907), έγινε γιατί συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις απώλειας της ισχύος των ταπίων, ήτοι α) μη πληρωμή για τρία συναπτά έτη του φόρου, β) παραίτηση των τυχόν διαδόχων ή μη ύπαρξη κληρονόμων, μέχρι του 7ου βαθμού και αποποίηση του δικαιώματος προτίμησης από τους δικαιούχους, η συνδρομή των οποίων ουδόλως αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι το επίδικο ακίνητο αλλά και η ευρύτερη, ως άνω τοποθεσία "Νησάκι Τριανδρίας", στην οποία αυτό εμπίπτει, καλλιεργούνταν από τους άνω εξουσιαστές του συνεχώς με σιτηρά γιοι χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως την 20.05.1917, χωρίς αμφισβήτηση, ήτοι η κατά τον προαναφερθέντα χρόνο χρήση του ήταν διαρκής, περιλαμβανομένου και του έτους 1907, γεγονός που επιβεβαιώνει την κρίση του Δικαστηρίου ότι οι άνω τίτλοι δεν απώλεσαν την ισχύ τους. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις του εκκαλούντος, τις οποίες αυτό προβάλλει με την έφεσή του, ότι δηλαδή οι άνω τίτλοι δεν αποτελούν νόμιμα ταπιά και ότι εάν θεωρηθεί ότι αποτελούν εγγραφές δηλωτικές της εξουσίασης του επιδίκου, αυτές απώλεσαν την ισχύ τους διότι δεν αναφέρονται στο πρόχειρο μητρώο της Οθωμανικής Οικονομικής Εφορίας του έτους 1907 οι εξουσιαστές του, είναι, για τους προαναφερθέντες λόγους απορριπτέες. Πρέπει στο σημείο τούτο να σημειωθεί ότι η 105/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, αφορά σε άλλη έκταση και δη την χειμερινή βοσκή "Τσεπίτς Κισλά" (ανατολικά της έκτασης "Ακτσέ Κισλά"), στην οποία δεν εμπίπτει το επίδικο. Επίσης,γκην 765/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ομοίως, προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο κατά της οποίας ασκήθηκε από τον εκεί αντίδικο του τελευταίου, η από 18.05.2020 αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε ότι οι επίμαχοι ως άνω τίτλοι δεν αποτελούν ταπιά, ούτε προσωρινούς τίτλους ταπίων. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο, αλλά και η ευρύτερη ως άνω τοποθεσία "Νησάκι" Τριανδρίας, στην οποία αυτό εμπίπτει, καλλιεργούνταν από τους άνω εξουσιαστές του συνεχώς με σιτηρά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως την 20.05.1917, χωρίς αμφισβήτηση επιβεβαιώνεται, πέραν από την κατάθεση του μάρτυρα, και από καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν σε άλλες συναφείς δίκες για γειτονικά του επιδίκου ακίνητα ευρισκόμενα στην ίδια ως άνω τοποθεσία "Νησάκι" Τριανδρίας. Άλλωστε, με πλήθος τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων κρίθηκε, ότι γειτονικά του επιδίκου ακίνητα και μάλιστα και δύο όμορα αυτού (ανατολικά και δυτικά αυτού) ευρισκόμενα όλα στην ίδια ως άνω τοποθεσία "Νησάκι" Τριανδρίας, ανήκουν σε ιδιώτες, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι καλλιεργούνταν, χωρίς αμφισβήτηση, από κατοίκους της Πυλαίας (Καπουτζήδες) με σιτηρά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας μέχρι την 20.05.1917, όπως την 550/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία μάλιστα αναφέρεται ότι το εκεί επίδικο ακίνητο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο Ε. Α., δηλαδή το επίδικο, την 1941/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία μάλιστα κρίθηκε ότι η εδαφική λωρίδα "Νησάκι" Τριανδρίας κείται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της περιοχής "Ακτσέ Κισλά", στην οποία αναφέρονται οι άνω οθωμανικοί τίτλοι 80, 82 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289, την 970/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία μάλιστα αναφέρεται ότι το εκεί επίδικο ακίνητο συνορεύει δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Α., δηλαδή το επίδικο, και η οποία, επίσης, δέχεται ότι το εκεί επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει, κείται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της περιοχής "Ακτσέ Κισλά", την οποία αφορούν οι άνω οθωμανικοί τίτλοι - ταπιά 80, 82 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289, την 1136/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επίσης δέχεται ότι το εκεί επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει ("Νησάκι Τριανδρίας"), κείται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της περιοχής "Ακτσέ Κισλά", την οποία αφορούν οι άνω οθωμανικοί τίτλοι - ταπιά 80, 82 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289, την 709/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα του ότι αυτή δέχθηκε (στηριζόμενη στην σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που είχε διαταχθεί στα πλαίσια της δίκης εκείνης) ότι η τοποθεσία "Νησάκι" Τριανδρίας είναι γειτονική της έκτασης "Ακτσέ Κισλά", αν και για την τελευταία αναφέρει, ότι, επίσης, κατέχονταν και εξουσιαζόταν από ιδιώτες (μεταξύ των οποίων και οι κατοικούσες στην Πυλαία οικογένειες των Χ. Κ., Θ., Γ. υιού Μ.) αδιαλείπτως επί μία δεκαετία προ του 1917, την 1224/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα του ότι αυτή δέχθηκε (στηριζόμενη στην σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που είχε διαταχθεί στα πλαίσια της δίκης εκείνης) ότι το εκεί επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κυριότητας του τουρκικού κτηματολογίου (ταπιά) με αριθμ., μεταξύ άλλων, και 80, 82 και 84, την 2414/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα του ότι αυτή δέχθηκε ότι το εκεί επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κυριότητας του τουρκικού κτηματολογίου (ταπιά) με αριθμ., μεταξύ άλλων, και 80, 82 και 84, την 722/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρονται και οι όμοιες 136/2001, 2489/2001 και 1159/2001 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκαν ότι όλη η έκταση για την οποία, συντάχθηκε το άνω 1545/1985 πρωτόκολλο κατάληψης, στην οποία ενέπιπταν και τα εκεί επίδικα (όπως εν μέρει και το νυν επίδικο), δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και είχε περιέλθει με υπερδεκαετή μέχρι το έτος 1917 εξουσίαση στην κυριότητα ιδιωτών, την 2395/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα του ότι αυτή δέχθηκε (στηριζόμενη στην σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που είχε διαταχθεί στα πλαίσια της δίκης εκείνης) ότι το εκεί επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κυριότητας του τουρκικού κτηματολογίου (ταπιά) με αριθμ., μεταξύ άλλων, και 80, 82 και 84. Ενισχυτικό στοιχείο, άλλωστε, του ότι όλες οι εκτάσεις της άνω περιοχής ("Νησάκι" Τριανδρίας) είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και δεν ανήκαν στο εκκαλούν, είναι και ότι, πλην του Γραφείου Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης (η επέμβαση του οποίου ήταν κατά τα ανωτέρω πέραν από καθυστερημένη και ανεπιτυχής και εντελώς αναιτιολόγητη και αβάσιμη), καμία άλλη υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν είχε ενδιαφερθεί για την τύχη της και μάλιστα παρότι όλη η ευρύτερη αυτή έκταση, διαχωρίστηκε από ιδιώτες σε οικόπεδα και ανεγέρθηκαν σε αυτά οικίες, που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό. Χαρακτηριστικό περί τούτου είναι ότι ο αρμόδιος Έφορος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη και εκτέλεση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. Δ/τος της 11/22.11.1929, στην οποία όφειλε και ασφαλώς θα είχε προβεί, εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί από το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΔ 2895/08.10.2001 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, που αφορά σε ερμηνεία αεροφωτογραφιών. Τούτο διότι οι αεροφωτογραφίες αυτές αφορούν σε πολύ μεταγενέστερα του κρίσιμου εν προκειμένω χρονικά διαστήματα, ήτοι τα έτη 1945 (όπου εμφαίνεται η ευρύτερη έκταση με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές) και 1960. Συναφώς από αυτές δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (δεκαετίας έως την 20.05.1917) η άνω ευρύτερη έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, δεν καλλιεργείτο με σιτηρά (βλ. και ΕφΘεσ 970/2015, ΕφΘεσ 1136/2010, ΕφΘεσ 709/2010, ΕφΘεσ 1224/2009, αδημ.). Απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι και ο έτερος (αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός, που προβάλλεται με σχετικούς λόγους της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, περί έλλειψης εξουσίασης διανοία κυρίου εκ μέρους του εφεσιβλήτου επί του επιδίκου, διότι, όπως υποστηρίζει το εκκαλούν: Α) Κατά το έτος 1967 οι αυθαίρετοι, όπως από το ίδιο χαρακτηρίζονται, κάτοχοι της περιοχής, που εν τω μεταξύ έχουν οργανωθεί σε σύλλογο με την ονομασία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΤΟΧΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΩΝ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΡΙΑΝΔΡΙΑΣ "ΤΟ ΝΗΣΑΚΙ"", υπέβαλαν προς την Διεύθυνση Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας την υπ' αριθμ. πρωτ. ....1967 αίτηση για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης με το Δημόσιο, αναγνωρίζοντας ρητά την κυριότητά του στην περιοχή, ως ανταλλάξιμου κτήματος, καθώς αναφέρουν χαρακτηριστικά: "Δεδομένου ότι εις άπαντας υπήρχεν η γνώμη ότι η διεκδικουμένη οικοπεδική έκτασις τυγχάνει της υμετέρας δικαιοδοσίας αφ' ενός..." και Β) α) με την 3735/29.06.2000 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 07.12.2000, επιβλήθηκε σε βάρος του αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση έκτασης 140 τ.μ. του ΑΚ 9684 ανταλλάξιμου κτήματος κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1996 έως 31.12.1999, β) με την 22785/624/24.01.1986 απόφαση της Επιτροπής ΔΑΠ, που κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 21.02.1986, επιβλήθηκε σε βάρος του αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση έκτασης 224,70 τ.μ. του ΑΚ 13370 ανταλλάξιμου κτήματος κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1984 έως 31.12.1985, γ) με την 23315/643/1986 απόφαση της ΕΔΚΘ, που κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 02.04.1987, επιβλήθηκε σε βάρος του αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση έκτασης 224,70 τ.μ. του ΑΚ 13370 ανταλλάξιμου κτήματος κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1986 έως 31.12.1986 και δ) με την 5163/195/2008 απόφαση της ΕΔΚΘ, που κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 26.03.2008, επιβλήθηκε σε βάρος του για την αυθαίρετη χρήση έκτασης 306,50 τ.μ. του ΑΚ 13370 ανταλλάξιμου κτήματος κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1988 έως 31.12.2007, αποζημιώσεις τις οποίες και κατέβαλε ο εφεσίβλητος, όπως προκύπτει από 5571/06.10.2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης. Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο εφεσίβλητος ασκώντας επί του επιδίκου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, τις προαναφερθείσες υλικές και εμφανείς πράξεις, που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό του, που ήταν αδιαμφισβήτητα δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, ήτοι με την θέλησή του να το έχει δικό του, κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπό του όλες οι σχετικές προϋποθέσεις και δη και η άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής με διάνοια κυρίου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος άσκησε κατά του προαναφερθέντος 1545/1985 πρωτοκόλλου καταλήψεως την από 03.10.1985 (αριθμ. πρωτ. 6077/07.10.1985) ένστασή του, με την οποία αμφισβητεί ρητώς την κυριότητα του Δημοσίου επί της επίμαχης εκτάσεως και δη ως εμπίπτουσας επί ανταλλαξίμου κτήματος, για την οποία, ομοίως ρητώς, δηλώνει ότι περιήλθε στην κυριότητά του, αφού το κατείχε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ανεγείρων επ' αυτού οικοδομή, όπου και κατοικεί, αποτελούσε δε αυτό κατά την εποχή της τουρκοκρατίας αγρό, τον οποίο εξούσιαζαν χωρίς αμφισβήτηση οι δικαιοπάροχοί του, κάτοικοι Πυλαίας, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας μέχρι την 20.05.1917.
Περαιτέρω, η υποβολή της άνω αιτήσεως, όπως και άλλων παρόμοιων που υπέβαλαν και άλλοι κάτοχοι ακινήτων - κάτοικοι της περιοχής, ατομικά ή ομαδικά, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη απόκτησης τίτλου και δεν αποδεικνύει έλλειψη πρόθεσης εξουσίασης εκ μέρους του ενάγοντας του επιδίκου, ως κυρίου αυτού (Α. D.), ο οποίος και εξούσιαζε αυτό, κατά τα ανωτέρω, σαν να ήταν δικό του (βλ. και ΕφΘεσ 722/2002, ΕφΘεσ 970/2015, αδημ.). Δεν πρέπει δε να παροράται το γεγονός ότι κατά το έτος 1967 ο εφεσίβλητος νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο για χρονικό διάστημα επτά (7) ετών (από το έτος 1960, κατά τα ανωτέρω) και επομένως δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού.
Εξάλλου, η πληρωμή από τον εφεσίβλητο των αποζημιώσεων χρήσεως που καθορίσθηκαν με σχετικές αποφάσεις των άνω Επιτροπών, έγινε, προς αποφυγή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Δεν πρέπει δε να διαφεύγει της προσοχής, ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 1650/1951, η οποία αντικατέστησε, μεταξύ άλλων, και το εδάφιο 6 του άρθρου 7 παρ. 3 του β. δ/τος της 24/31.10.1940, ορίζοντας ότι στην δίκη της ανακοπής κατά της απόφασης, που καθόρισε αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου μουσουλμανικού ακινήτου, δεν εξετάζονται ζητήματα κυριότητας ή νομής και ούτε το δικαστήριο έχει την δυνατότητα ολικής ακύρωσης της ανακοπτόμενης απόφασης, αλλά μπορεί μόνο να την επικυρώσει ή να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης, κρίθηκε ότι δημιουργεί σε βάρος του ανακόπτοντος συνθήκες έντονης δικονομικής ανισότητας, περιάγοντας αυτόν σε θέση σαφώς μειονεκτικότερη από τον αντίδικό του, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, έναντι του οποίου δεν μπορεί, εξαιτίας ακριβώς των περιορισμών αυτών, να αμυνθεί αποτελεσματικά και ότι, επομένως, πρόκειται για διάταξη που αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδάφιο α' της Ε.Σ.Δ.Α. και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη, μόλις κατά το έτος 2012, με την ΟλΑΠ 6/2012 (βλ. σε ΤρΝομΠλ "Νόμος"), Μέχρι δε τότε οι σχετικοί ισχυρισμοί των ανακοπτόντων κατά των πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης χρήσης περί ιδίας κυριότητας αυτών επί των φερόμενων ως ανταλλάξιμων ακινήτων, ως επί το πλείστον, απορρίπτονταν κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι επίμαχες ως άνω αποφάσεις των οικείων Επιτροπών ανάγονται σε χρόνους μεταγενέστερους της συμπλήρωσης της εικοσαετούς διανοία κυρίου νομής του εφεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου που άρχισε, κατά τα ανωτέρω, κατ' έτος 1960 και συνεχίσθηκε αδιάκοπα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και μέχρι τουλάχιστον και την έκδοση των άνω αποφάσεων (1986 η πρώτη εξ αυτών). Σε αρμονία με όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με αντίστοιχες, αν και εν μέρει συνοπτικότερες και διάφορες αιτιολογίες, που συμπληρώνονται και αντικαθίστανται, αντίστοιχα, από εκείνες του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, δέχθηκε τα ίδια και, αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις ενστάσεις περί ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου ακινήτου που προέβαλε το εναγόμενο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του τελευταίου, δέχθηκε ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την αγωγή, ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την με αρ. 713/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 του β.δ/τος της 24/31-10-1940 παράγραφοι 5,6 και 7 "Περί Διοικήσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων" , υπό τις αιτιάσεις ότι με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στον ανωτέρω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και με ανεπαρκή αιτιολογία, ανέτρεψε το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας του επιδίκου ακινήτου και απέρριψε την ένστασή του περί του ανεπίδεκτου της χρησικτησίας αυτού, αμφισβητώντας την εγκυρότητα του πρωτοκόλλου κατάληψης των ανταλλαξίμων. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, της εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος καθόσον το άρθρο 1 παρ. 5, 6, 7 του β.δ/τος της 24/31-10-1940 περί διοικήσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων, εφαρμόζεται επί ανταλλαξίμων ακινήτων και η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραδοχές της ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στα ανταλλάξιμα ακίνητα καθόσον, όπως απέδειξε ο ενάγων, περιλαμβάνεται στους με αρ. 82 και 84 τίτλους μηνός Ιανουαρίου τουρκικού έτους 1289 (1874) ιδιωτών και συγκεκριμένα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα (κληρονομουμένου και δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) χριστιανών κατοίκων της Πυλαίας, οι οποίοι περαιτέρω κατείχαν και καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο με έγκυρους τίτλους του Οθωμανικού Κράτους (ταπία) αλλά επίσης και επί δεκαετία έως το 1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος της εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας της, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, στέρησης της απόφασης από νόμιμη βάση, είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο περιέχονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης εντελώς απασπασματικά και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο ώστε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο και οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων -κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ε. Α. (απώτατοι και άμεσος), απέκτησαν την κυριότητα με μετατροπή του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών και συνακόλουθα του άρθρου 2 του δ/τος 2468/1917, των άρθρων 49 και 50 του ν. 2052/1920 και 101 και 104 του δ/τος της 11/12-11-1929 περί του καλλιεργήσιμου χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και της επί δεκαετία έως το 1917 καλλιέργειας αυτού. Με τον τέταρτο λόγο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών, υπό τις αιτιάσεις, ως προς το πρώτο σκέλος εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με τις παραδοχές της ότι δεν υπήρχε αναφορά εξουσιαστών για την βοσκή στην περιοχή Ακτσέ Κισλά το έτος 1907 κατά την καταγραφή αυτών από το Οθωμανικό Κράτος, εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών δεχόμενη υπερδεκαετή καλλιέργεια του επιδίκου ως αγρού και κατά το δεύτερο σκέλος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι με τις αυτές άνω παραδοχές περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο, το αναιρεσείον πλήττει την απόφαση του Εφετείου για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 3 και 79 του Οθωμανικού νόμου Περί Γαιών, όσον αφορά την εγκυρότητα των τίτλων 80, 82 και 84 του μηνός Ιανουαρίου 1289, υπό τις αιτιάσεις, κατά το πρώτο σκέλος, ότι με τις παραδοχές του περί της εγκυρότητας των ανωτέρω τίτλων εξουσίασης, εσφαλμένα εφήρμοσε τον Οθωμανικό νόμο περί Γαιών χωρίς να αναφέρει τις προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση με ταπίο δικαιώματος εξουσίασης σε δημόσια γαία και κατά το δεύτερο σκέλος, ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ιδίου ζητήματος αφού δεν διευκρινίζει αν το δικαίωμα εξουσίασης στηρίζεται σα "ταπία" ή σε προσωρινούς τίτλους.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με τις παραδοχές α) ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους οθωμανικούς τίτλους (ταπία) 82 και 84 μηνός Ιανουαρίου τουρκικού έτους 1289 (χριστιανικού 1874), με τους οποίους οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα, χριστιανοί κάτοικοι της Πυλαίας, απέκτησαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επ' αυτού που διατήρησαν μέχρι το έτος 1917 και συνεπώς δεν αποτελεί ανταλλάξιμη περιουσία, β) ότι οι τίτλοι αυτοί είναι έγκυροι και αποτελούν νόμιμα ταπία παραχώρησης δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης σε χριστιανούς κατοίκους της περιοχής και συνεπώς το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ούτε ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους και ήταν δεκτικό χρησικτησίας κατά το χρόνο που ο ενάγων απέκτησε τη νομή αυτού (1960), ο οποίος ασκώντας διακατοχικές πράξεις νομής μέχρι το 1985, κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, γ) ότι ενώ στους τίτλους αυτούς ολόκληρη η έκταση "Ακτσέ Κισλά" χαρακτηρίζεται ως χειμερινή βοσκή, στην πραγματικότητα, ενόψει του ότι πρόκειται για πολύ μεγάλη έκταση 12.540 τ.μ., περιελάμβανε εκτάσεις με διαφορετικές χρήσεις όπως βοσκές , λατομείο και καλλιεργήσιμα τμήματα όπως το επίδικο ακίνητο, δ) ότι πλέον της κατοχής τίτλου εξουσίασης (ταπί), κατά τη τελευταία πεντηκονταετία της τουρκοκρατίας και έως τις 20-5-1917, η εν λόγω έκταση καλλιεργούνταν (τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής στα οποία εμπίπτει και το επίδικο) συστηματικά με σιτηρά από τους έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) δυνάμει ταπίων ιδιώτες χριστιανούς κατοίκους της Πυλαίας, χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους από κανέναν ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως το 1917 και ε) ότι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας στο Ελληνικό Κράτος "μεταβλήθηκε" σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αρχικώς (το έτος 1920) των 4/5 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και στη συνέχεια (το έτος 1929) και του ποσοστού του 1/5 εξ αδιαιρέτου που μέχρι τότε ανήκε στο Δημόσιο, όσον αφορά τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 "κατηγορίες γαιών", 3 "περί ρύθμισης δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επί γαιών" και 79 "περί αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας γαίας" του Οθωμανικού νόμου Περί Γαιών. Τούτο διότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο αλλά εξουσιάζονταν από ιδιώτες χριστιανούς κατοίκους της Πυλαίας, με έγκυρους τίτλους-ταπία από το χριστιανικό έτος 1874 (πριν δηλαδή από την προσάρτηση των Νέων Χωρών) και μέχρι τις 20-5-1917 και με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι ως αγρός, εξουσιάζονταν και με συνεχή υπερδεκαετή καλλιέργεια έως τις 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα το αποκτηθέν δικαίωμα εξουσίασης με τους ανωτέρω δύο τρόπους, στηριζόμενους σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, να μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Επίσης με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι οι με αρ. 80, 82 και 84 μηνός Ιανουαρίου 1289 (1874) οθωμανικοί τίτλοι ήταν έγκυροι τίτλοι ήτοι νόμιμα ταπία παραχώρησης δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει των οποίων οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα (αναιρεσιβλήτου) εξουσίαζαν αυτό. Επομένως ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της κτήσης δικαιώματος εξουσίασης από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα- χριστιανούς κατοίκους της Πυλαίας επί του επιδίκου ακινήτου, με νόμιμους τίτλους του Οθωμανικού Κράτους (ταπία), το οποίο μεταβλήθηκε σε δικαίωμα κυριότητας, είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του (εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ). Με τις λοιπές δε αιτιάσεις του πέμπτου λόγου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη ή στην ανεπιτυχώς πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 781/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσης δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης με υπερδεκαετή καλλιέργεια του επιδίκου αγροτικού ακινήτου χωρίς δικαστική αμφισβήτηση έως τις 20-5-1917, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τα εκτεθέντα, είναι απαράδεκτοι και κατά τα δύο σκέλη τους ως αλυσιτελείς, διότι τυχόν παραδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην ανεπιτυχώς, με τον πέμπτο ως άνω αναιρετικό λόγο, πληγείσα αιτιολογία περί της κτήσης της κυριότητας κατά μετατροπή του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης που είχε χορηγηθεί βάσει εγκύρων τίτλων (ταπία).
Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και έκτος λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο χωρίς αποδείξεις δέχθηκε ότι η μεγαλύτερη έκταση Ακτσέ Κισλά περιελάμβανε και καλλιεργούμενες εκτάσεις καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στις παραδοχές της και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 604/2022, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1662/2010). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 551/2024, ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020). Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1 α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 974 του ΑΚ και 78 του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών και της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εφαρμογή τους, κατ' αμφότερα τα σκέλη ως προς το στοιχείο της ύπαρξης διάνοιας κυρίου κατά την εξουσίαση του επιδίκου από τον ενάγοντα (δικαιοπάροχο αναιρεσιβλήτων). Συγκεκριμένα, με το δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου επικαλείται, ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή α) ότι ο ενάγων, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη, με τη συμμετοχή του σε σύνδεσμο κατοίκων της περιοχής υπό την επωνυμία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΤΟΧΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΩΝ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΡΙΑΝΔΡΙΑΣ ο οποίος υπέβαλε το 1967 στη διεύθυνση Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας την με αρ. 64/1967 αίτηση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης των μελών του με το Δημόσιο καθώς και με την πληρωμή των επιβληθεισών αποζημιώσεων αυθαίρετης χρήσης ακινήτου κατά τα έτη 1999, 1985, 2007, εξουσίαζε το επίδικο με διάνοια κυρίου ενώ αυτές αποδεικνύουν την πεποίθησή του περί αυθαιρέτου κατοχής του επιδίκου, και β) ότι το επίδικο καλλιεργούνταν με σιτηρά, από το 1893 έως τις 20-5-1917 και ότι οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις εντοπίζονται εντός των δύο κλάδων του χειμάρου δηλαδή εντός της κοίτης χειμάρου όπου κατά διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι δυνατή η καλλιέργεια εδάφους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας διότι τα αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, δεν αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ αυτούς αλλά αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα σε εσφαλμένη παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω ως προς το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου περί ευθείας παραβιάσεως (αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ) των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί τα πράγματα, ότι η συμμετοχή του ενάγοντος σε σύνδεσμο κατοίκων της περιοχής υπό την επωνυμία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΤΟΧΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΩΝ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΡΙΑΝΔΡΙΑΣ που το έτος 1967 υπέβαλε στη διεύθυνση Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας αίτηση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης με το Δημόσιο, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη απόκτησης τίτλου για το ακίνητο και στην πληρωμή των επιβληθεισών αποζημιώσεων αυθαίρετης χρήσης ακινήτου κατά τα έτη 1999, 1985, 2007, ο ενάγων προέβη προς αποφυγή επιβολής από το Δημόσιο, αναγκαστικών μέτρων εναντίον του και συνεπώς δεν αποδεικνύουν την έλλειψη της διάνοιας κυρίου κατά την εξουσίαση του ακινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και τις διατάξεις του ΑΚ 1045 και 974 καθόσον οι ανωτέρω ενέργειες δεν συνιστούν έλλειψη διάνοιας κυρίου κατά την εξουσίαση του ακινήτου και κατά το σκέλος αυτό λόγος είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων, τα οποία, ωστόσο, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1960/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ