Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1907 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1907/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Α. και 2) Σ. Α. του Χ., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Λίντα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8894/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής και παρέπεμψε την αγωγή αυτή στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 15217/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 19563/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και 2727/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 6/3/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2727/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ'αριθμ. 15.217/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 19.563/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 24/4/2024 αγωγή των αναιρεσίβλητων εναντίον αυτού και του δευτέρου εναγομένου, (Σ. Σ.) μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεση της, στις 6/3/2020 στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 31/12/2019 , οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν είχε συμπληρωθεί διετία. Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 227 παρ.1 ΚΠολΔ, αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή τον διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, η πρόσκληση γίνεται και τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας τον χρόνο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Με την ως άνω διάταξη, υλοποιείται η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει κατά το δυνατόν την απώλεια της δίκης από τυπικούς λόγους, δίνοντας τη δυνατότητα στον πρόεδρο του Πολυμελούς Δικαστηρίου ή στον εισηγητή ή στο δικαστή του Μονομελούς Δικαστηρίου να καλέσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο να συμπληρώσει τις τυπικές παραλείψεις, που μπορούν να αναπληρωθούν. Τέτοιες παραλείψεις, για τις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται να προκαλέσει την συμπλήρωσή τους, είναι τόσο οι αναφερόμενες στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, όσο και κάθε άλλη τυπική έλλειψη (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 1275 /2021). Η ως άνω, διάταξη εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ και συνεπώς το εφετείο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να άρει την σημειωθείσα παράλειψη(ΑΠ 150/2004).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 61 §§ 1, 2 και 4 του Ν.4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο "1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράσταση του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα III, οι οποίες προορίζονται για: α) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, β) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α` 109), όπου ισχύει. 2. Οι εισφορές αυτές είναι πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου, όπως καθορίζονται στο Παράρτημα III. Τα ποσά αυτά αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τα ποσά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται ιδίως σε περίπτωση αύξησης των αμοιβών του Παραρτήματος Ι ή όταν έχει προηγηθεί σχετική αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα των φορέων υπέρ των οποίων γίνονται οι εισφορές. Με την ίδια διαδικασία μπορούν να προβλέπονται νέες εισφορές υπέρ ταμείων ή λογαριασμών αλληλοβοήθειας και ενίσχυσης δικηγόρων, καθώς και το ύψος των αντίστοιχων ποσών ανά δικαστική ή εξώδικη ενέργεια... 4. α) Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτησή τους ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παρ.1, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο(το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε μετά το πρώτο εδάφιο της παρ.4 με το άρθρο 31 Ν.4509/2017,ΦΕΚ Α 201/22.12.2017)...". Η έννοια της διάταξης του δευτέρου αυτού εδαφίου της παρ. 4 είναι σαφής, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα συμπλήρωσης της παράλειψης κατάθεσης του γραμματίου προείσπραξης (μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης) μόνο στην περίπτωση που το γραμμάτιο αφορά στην παράσταση του δικηγόρου κατά τη συζήτηση. Ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη ότι το απαράδεκτο λόγω παράλειψης κατάθεσης του γραμματίου προείσπραξης μπορεί να ανακύψει τόσο κατά την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, όσο και κατά την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον των δικαστηρίων, πρόβλεψε δυνατότητα θεραπείας των συνεπειών της παράλειψης κατάθεσης του γραμματίου προκαταβολής εισφορών, αποκλειστικά και μόνο για την περίπτωση που το γραμμάτιο αφορά στην παράσταση του δικηγόρου κατά τη συζήτηση, θεωρούμενη στην περίπτωση αυτή ως τυπική παράλειψη, ενώ δεν αναφέρεται στην υποχρέωση κατάθεσης του σχετικού γραμματίου καταβολής των εισφορών για την κατάθεση κάθε είδους ένδικων μέσων ή βοηθημάτων, με αποτέλεσμα η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής να μην θεωρείται ως τυπική παράλειψη που μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης (ΑΠ 334/2025, ΑΠ 1356/2024, ΑΠ 1807/2022, ΑΠ 44/2022, ΑΠ 122/2021, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 74/2021, ΑΠ 1235/2019, ΑΠ 1258/2019,ΑΠ 2181/2018).
Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το Ν.Δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΑΕΔ 27/2004).
Επομένως, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι, εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπομένης από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, δεν προσκρούουν στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο (ΟλΣτΕ 1858/2015, ΑΠ 334/2025, ΑΠ 1356/2024, ΑΠ 1807/2022, ΑΠ 1220/2021, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 74/2021, ΑΠ 1236/2019, ΑΠ. 2126/2017).
Διαφορετικά όμως πρέπει τα αντιμετωπισθεί το ζήτημα εάν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, από προφανή παραδρομή, κατέθεσε μειωμένο πάγιο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών που αφορά στην παράσταση του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, το οποίο ακολούθως και μετά την έκδοση της απόφασης, κατά την συζήτηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, συμπλήρωσε, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η κύρωση του απαραδέκτου της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, δηλαδή της παράστασης του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εντεύθεν η ερημοδικία του διαδίκου, τον οποίο εκπροσώπησε, είναι δυνατόν, ανάλογα με τις περιστάσεις, να αντίκειται στην θεσπιζόμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας της κύρωσης αυτής προς τον ανωτέρω επιδιωκόμενο σκοπό του άρθρου 64 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων και έτσι ακολούθως να στερεί η κύρωση αυτή τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας κατά παράβαση των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, οπότε στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η τυπική παράλειψη της καταβολής μειωμένου γραμματίου παράστασης μπορεί να συμπληρωθεί και μετά την έκδοση της απόφασης, κατά την συζήτηση εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξεδωσε, παρά το νόμο (αρ.61 παρ.4 ν.4194/2013) δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατάθεση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας τον προβληθέντα ενώπιόν του με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του ιδίου περί απαραδέκτου αυτών, λόγω κατάθεσης ελλιπούς γραμματίου προκαταβολής εισφορών για την παράσταση κατά τη συζήτηση και την υποβολή προτάσεων. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Όπως προέκυψε, κατά την κατάθεση των προτάσεών τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν προσκομίσει το υπ'αριθ. ...-017 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΘ με ποσό αναφοράς 219 ευρώ, ενώ βάσει του αντικειμένου της αγωγής, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι του ν. 4194/20213 (Κώδικα Δικηγόρων) το ποσό αναφοράς, έπρεπε να είναι 471 ευρώ. Παρά την πλημμέλεια αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ήδη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 227 ΚΠολΔ, οι εφεσίβλητοι προσκόμισαν το συμπληρωματικό γραμμάτιο προκαταβολής, ποσού αναφοράς 268 ευρώ, οπότε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καλύφθηκε η ως άνω πλημμέλεια, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος εφέσεως".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο σύμφωνα με το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η συμπλήρωση ενώπιον του Εφετείου του ελλιπούς γραμματίου εισφορών της παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή μετά την έκδοση της πρωτόδικής απόφασης, θα πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως τυπική παράλειψη, η οποία μπορεί να καλυφθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 227 ΚΠολΔ, όπως και εν προκειμένω συνέβη, δεδομένου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση α) δεν υφίστατο παντελής έλλειψη γραμματίου αλλά καταβολή μειωμένου ποσού, που οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά την έκδοση του γραμματίου, β) το γραμμάτιο αυτό συμπληρώθηκε, ώστε, έστω και εκ των υστέρων, να έχουν ικανοποιηθεί οι σκοποί καταβολής του, που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων και γ) η προβλεπόμενη κύρωση της κήρυξης απαράδεκτης της παράστασης των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εντεύθεν ερημοδικία τους, η οποία θα επέφερε την απόρριψη της αγωγής τους, κατά το άρθρο 272 ΚΠολΔ, είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ως άνω δικονομική παράβαση και τον επιδιωκόμενο από τον νόμο σκοπό και συνεπώς παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και στερεί τους αναιρεσιβλήτους από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας κατά παράβαση των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 25 παρ. 1, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επομένως, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ συμπληρωθούν οι αιτιολογίες του Εφετείου με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά σκέλη του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αρ.19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι το γραμμάτιο παράστασης συμπληρώθηκε ενώπιον του με την προσκόμιση από τους αναιρεσιβλήτους συμπληρωματικού γραμματίου ποσού αναφοράς 268 ευρώ. Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 288, 289, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 εδάφ. α` του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται - μεταξύ άλλων περιπτώσεων - αν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με τον Ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. (ΑΠ 560/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 891/2023 ΑΠ 404/2023). Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ ΑΠ 22/2000, ΑΠ 560/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 891/2023 ,ΑΠ 404/2023, ΑΠ 2/2023). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 404/2023, ΑΠ 891/2023), είτε και αναγκαστική, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου, μπορούν δε οι διάδικοι αυτοί να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ. α' του ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομιάς (ΑΠ 891/2023). Η κατά τα άνω διακοπή της δίκης έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξεως , εκτός από την έκδοση της απόφασης, που ενεργείται από και πριν την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 288 του ιδίου κώδικα, που ορίζει ότι στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286, που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους, συνάγεται ότι, αντίθετα, επί απλής ομοδικίας, η δίκη συνεχίζεται κανονικά για τους λοιπούς ομοδίκους και διακόπτεται μόνο για τον απλό ομόδικο, στον οποίο αφορά ο λόγος διακοπής (ΑΠ 404/2023).
Εξάλλου, η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 παρ.1α του ΚΠολΔ, δηλαδή όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους. Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, όμως, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά, κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης. Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 1122/2022, ΑΠ 679/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1365/2019, AΠ 947/2018, ΑΠ 1678/2013), όπως π.χ όταν ενάγονται περισσότεροι για ακυρότητα δικαιοπραξίας, για το λόγο ότι είναι εικονική ή έγινε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή κατά τη λογική του δικαίου, να υπάρξουν μεταξύ των συμβαλλόμενων ομοδίκων (εναγομένων) αντίθετες αποφάσεις, αφού δεν είναι δυνατό η ίδια νομική πράξη να είναι έγκυρη ως προς τον ένα ομόδικο και άκυρη ως προς τον άλλο (ΑΠ 229/2024, ΑΠ 1696/2023, ΑΠ 865/2023, 1365/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-2-2013 αγωγή-αίτηση διαιτησίας οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι τυγχάνουν ομόρρυθμοι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, ότι στην εταιρεία αυτή, κατόπιν τροποποίησης του Καταστατικού της εισήλθαν οι εναγόμενοι (ο ήδη αναιρεσείων πρώτος εναγομένος και ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος Σ. Σ.), ως ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 44% έκαστος και ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρείας από τους εναγόμενους προέκυψαν χρέη έναντι τρίτων, συνολικού ποσού 371.873,10 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν, κατά το ποσοστό της εταιρικής τους συμμετοχής, αλλά το εξόφλησαν από κοινού και εξ ίσου έκαστος οι ίδιοι οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το αντίστοιχο με το ποσοστό της εταιρικής τους συμμετοχής ποσό επί του καταβληθέντος από αυτούς ως άνω ποσού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ.4/2013 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή δεχόμενο, κατόπιν σχετικής ενστάσεως των εναγομένων, ότι η από 19/6/1992 τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, με βάση την οποία εισήλθαν οι εναγόμενοι στην υφιστάμενη εταιρία των εναγόντων ως ομόρρυθμοι εταίροι με ποσοστό 44% έκαστος, ήταν εικονική, η δε αληθής βούληση των μερών ήταν η κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος και της επιχείρησης από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους και ως εκ τούτου οι αγωγικές αξιώσεις δεν μπορούν να στηριχθούν στην εταιρική σχέση, όπως ζητείτο με την αγωγή. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής (διαιτητικής) οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των ιδίων εναγομένων την από 24-4-2014 επίδικη αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία εκθέτουν ότι ήταν ομόρρυθμοι εταίροι στην εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία καφετέριας-πιτσαρίας, ότι δυνάμει της από 15-7-1992 τροποποιητικής σύμβασης εισήλθαν στην ως άνω εταιρεία ως ομόρρυθμα μέλη οι ίδιοι ανωτέρω εναγόμενοι με ποσοστό συμμετοχής έκαστος 44%, οι οποίοι ορίστηκαν και ως εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας, ότι η ως άνω τροποποιητική σύμβαση είναι άκυρη ως εικονική, καθότι η αληθής βούληση των μερών ήταν η κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος και της επιχείρησης προς τους εναγόμενους, ότι μόνον οι εναγόμενοι λειτούργησαν την άνω επιχείρηση, ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν είχαν καμία ανάμιξη σ' αυτήν, ότι κατά της διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης από τους εναγόμενους οι τελευταίοι δημιούργησαν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 371.873,10 ευρώ, που βεβαιώθηκαν όμως σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας, που εφέρετο να έχει την εκμετάλλευση στου ανωτέρω καταστήματος και ότι αυτοί (ενάγοντες), ως εμφανιζόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρείας, αναγκάστηκαν, για να αποφύγουν την κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας τους, να εξοφλήσουν από κοινού και εξ ίσου έκαστος το παραπάνω ποσό, το οποίο ωφελήθηκαν οι εναγόμενοι σε βάρος της περιουσίας τους, καταστάντες έτσι αδικαιολογήτως πλουσιώτεροι χωρίς νόμιμη αιτία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν νομιμοτόκως από την καταβολή κάθε ειδικότερου ποσού, άλλως δε από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, έκαστος ποσό ίσο με το ποσοστό της εταιρικής του συμμετοχής (44%) επί του καταβληθέντος από αυτούς (ενάγοντες) ως άνω ποσού και δη 81.812,08 ευρώ έκαστος εναγόμενος σε έκαστο ενάγοντα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 8894/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου η οποία, αφού έκρινε ότι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποτελεί διαιρετό δικαίωμα (χρηματική απαίτηση), που υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παρέπεμψε σε αυτό την αγωγή, ακολούθως δε εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 15.217/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας έκαστο εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 67. 871,40 ευρώ,( η οποία απόφαση διορθώθηκε με την 19.563/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ως προς το επιδικασθέν ποσό, που ορίσθηκε σε 74.658,54 ευρώ). Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 10/5/2018 έφεση. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, στις 27/9/2019, ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Σ. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Εμφανίσθηκε, όμως, στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του μέχρι τον θάνατό του Αντώνιος Κουδρόγλου, ο οποίος δήλωσε και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος Σ. Σ. απεβίωσε, μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης, την ...-2018, προσκόμισε δε τη σχετική με αρ.πρωτ. ....2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Βέροιας, χωρίς να δηλωθεί συνέχιση της δίκης από τους νόμιμους κληρονόμους του ως άνω θανόντος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον ανωτέρω δεύτερο εκκαλούντα (μη διάδικο εν προκειμένω), ενώ ως προς τον πρώτο εκκαλούντα(ήδη αναιρεσείοντα) συνέχισε τη δίκη και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από άρθρο 559 παρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 288 και 76 παρ.1α στοιχ. δ' ΚΠολΔ, δίκασε την έφεση ως προς αυτόν, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, διότι ήταν αναγκαίος ομόδικος με τον θανόντα διάδικο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί σύμφωνα με τον νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον οι ως άνω εναγόμενοι-εκκαλούντες δεν συνδέονται με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας αλλά απλής τοιαύτης, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επάγεται διακοπή της δίκης μόνο για τον απλό ομόδικο δεύτερο εκκαλούντα, στον οποίο αφορά ο λόγος διακοπής, ενώ για τον άλλο απλό ομόδικο, τότε πρώτο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Υφίσταται δε απλή ομοδικία μεταξύ των ανωτέρω εναγομένων, διότι πρόκειται περί κοινής εναγωγής περισσότερων συνοφειλετών διαιρετής παροχής (χρημάτων), ευθυνομένων είτε εις ολόκληρον είτε διαιρετώς (ΑΚ 480, 481 ΑΚ), περίπτωση που δεν υπάγεται σε καμία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρ.76 παρ.1 περιπτώσεις, που θεμελιώνουν αναγκαστική ομοδικία. Ειδικότερα δε, ούτε υπό το πρίσμα της υπό στοιχ. δ' του άρθρου 76 παρ.1α ΚΠολΔ διάταξης θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία των ανωτέρω, διότι το αντικείμενο της δίκης (καταψήφιση χρηματικών ποσών από την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού) δεν συνιστά περίπτωση που δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομόδικους και να επιβάλλεται, κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, η έκδοση όμοιας απόφασης, όπως αντιθέτως θα ίσχυε τούτο στην περίπτωση που αντικείμενο της κοινής δίκης ήταν η ακυρότητα της εταιρικής σύμβασης συμμετοχής των εναγομένων στην ομόρρυθμη εταιρεία, αφού στην περίπτωση αυτή δεν νοείται ουσιαστική κρίση ακυρότητας της συμβάσεως ως προς τον ένα ομόδικο και εγκυρότητας αυτής ως προς τον άλλο. Το ζήτημα όμως αυτό έχει ήδη κριθεί με την καταστάσα αμετάκλητη (όπως και ο αναιρεσείων συνομολογεί στην ένδικη αναίρεσή του) προαναφερθείσα απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου και δεν μπορεί να τεθεί σε νέα κρίση, λόγω του απορρέοντος εξ' αυτής δεδικασμένου, όπως θα αναφερθεί και στην συνέχεια της απόφασης.
Γ. Κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής, ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας. Ως νομική αοριστία χαρακτηρίζεται η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους και συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει δε λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος κρίνοντας ως αόριστη την αγωγή ή, αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αυτήν ορισμένη (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή αν την απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), ενώ ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 133/2022 ΑΠ 131/2022, ΑΠ 135/2022, ΑΠ1314/2022, ΑΠ 261/2020). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης και, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, το οποίο πρέπει επίσης, να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Με τους τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14(όχι δε την από τον αριθ. 9 που επικαλείται στο τέταρτο λόγο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε τους έκτο και τέταρτο λόγους της έφεσης και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της, διότι αντιστοίχως δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα επιμέρους χρέη που εξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες και διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν. Ο λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, γιατί δεν εκτίθεται σε αυτούς ότι τους σχετικούς ισχυρισμούς του, που δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων τους προέβαλε νόμιμα και πρωτοδίκως, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμοι γιατί το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, καθόσον στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο δεδομένου ότι, όπως προκύπτει, από την παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη υπό κρίση αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, νομιμοποιούνται ενεργητικά, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, στην άσκηση της κατά του αναιρεσείοντος, ενώ αυτή είναι και αρκούντως ορισμένη, καθόσον εκτίθενται αναλυτικά, κατά χρόνο, ποσό και αριθμό διπλοτύπου είσπραξης, οι καταβολές που έγιναν από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους, συνολικού ποσού 371.873,10 ευρω, προς εξόφληση των χρεών της εταιρείας, που δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο που οι εναγόμενοι είχαν την εκμετάλλευση του καταστήματος και επίσης ενσωματώνεται στην αγωγή έγγραφο της αρμόδιας ΔΟΥ, όπου προσδιορίζεται η ταυτότητα εκάστου επιμέρους χρέους, πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά περισσότερων και δη των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα στοιχείων, τα οποία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις.
Δ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 916/2021). Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση (ΑΠ 390/2025,ΑΠ 169/2024). Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα επί μέρους πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013, (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 169/2024). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 98/2024). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 916/2021) αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας στη νέα δίκη διατάξεως (ΑΠ 98/2024, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1224/2022), ενώ ταυτότητα της νομικής αιτίας υπάρχει όταν η διάταξη που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης ταυτίζεται με διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, προϋποτίθεται δηλαδή θεμελίωση και των δύο αγωγών στον ίδιο νομικό κανόνα, που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 390/2025, ΑΠ 134/2024, ΑΠ 169/2024).
Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο ερεύνησε (αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους) περί της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 134/2024, ΑΠ 98/2024). 509/2022). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και το περιεχόμενο που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 390/2025, ΑΠ 144/2025, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 403/2023, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται , κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα ,και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 390/2025, ΑΠ 169/2024,ΑΠ 403/2023, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 916/2021). Με τους δεύτερο και τρίτο κατά το οικείο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.16(όχι δε και από τους αριθ. 1,14 και 19, που επικαλείται αυτός στον δεύτερο λόγο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο απορρέον από την καταστάσα αμετάκλητη, υπ'αριθ. 4/2013 Διαιτητική Απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω, ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, από 11-2-2013 προηγούμενη αγωγή των αναιρεσίβλητων. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Επί της από 11-2-2013 αγωγής-αίτησης διαιτησίας των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσείων ο πρώτος εναγόμενος), το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, εκδόθηκε η καταστάσα αμετάκλητη, υπ'αριθμ. 4/2013 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι η από 19/6/1992 τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, κατά την οποία εισήλθαν οι εναγόμενοι, ως ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές, με ποσοστό 44% έκαστος, στην υφιστάμενη ομόρρυθμη εταιρία των εναγόντων ήταν άκυρη ως εικονική. β) Επί της από 24-4-2014 ένδικης αγωγής των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) κατά των ιδίων εναγομένων, το περιεχόμενο της οποίας επίσης προεκτέθηκε, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ'αριθ.2727/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήδη αναιρεσιβαλλόμενη, η οποία, όσον αφορά τους σχετικούς με το δεδικασμένο λόγους έφεσης έκρινε ότι: "Η υπό κρίση αγωγή, η οποία στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση σε σχέση με την προαναφερόμενη αγωγή διαιτησίας παραδεκτώς και νομίμως ασκείται, χωρίς να αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση το δεδικασμένο της διαιτητικής αποφάσεως, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του πρώτου των εναγομένων, που προβάλλονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση έφεσης". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ερμηνεύοντας τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322, και 324 ΚΠολΔ, ορθώς δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την καταστάσα αμετάκλητη 4/2013 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 11-2-2013 αγωγής των αναιρεσίβλητων, αφού, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο και προκύπτει και από την ανωτέρω απόφαση, η δίκη εκείνη είχε ως αντικείμενο τις (εξ αναγωγής) αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσίβλητων κατά και του αναιρεσείοντος από έγκυρη εταιρική σύμβαση ομορρύθμου εταιρείας (22 ΕΝ, 741 επ.ΑΚ), ενώ αντικείμενο της δίκης, που ανοίχθηκε με την ένδικη αγωγή, που έγινε εν μέρει δεκτή από το Εφετείο, είναι η αξίωση των αναιρεσίβλητων για απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων, από άκυρη (λόγω εικονικότητας) τροποποιητική εταιρική σύμβαση ομορρύθμου εταιρείας, και συνεπώς το αντικείμενο της ένδικης αγωγής δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και κυρίως την νομική αιτία με αυτό επί του οποίου εκδόθηκε η προεκτεθείσα διαιτητική απόφαση. Επομένως οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 παρ.16 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, συμπληρωθούν οι αιτιολογίες του Εφετείου με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο.
Ε. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Έτσι, η έννοια της γενικής απαίτησης ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προκύπτει από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου σημειώνονται ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία, παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του Α.Κ. Όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική 'Εκθεση παρατίθενται "ως απλά διδακτικά σχήματα". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1372/2022). Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 1921/2024, ΑΠ 640/2024, ΑΠ 1768/2023, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 1510/2022). Υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας, από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία (169/2024 ,ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 311/2023). Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 1519/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 88/2022). Αντιφατικές αιτιολογίες, ειδικότερα, έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Ούτε υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αφορά τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020) καθόσον τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες(ήδη αναιρεσίβλητοι) ήταν οι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με έδρα ένα ισόγειο κατάστημα στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ... και με σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης καφετέριας. Δυνάμει του από 18-6-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της εταιρείας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποχώρησε από αυτήν ο δεύτερος ενάγων, Σ. Α., μεταβιβάζοντας το μερίδιο συμμετοχής του στον Α. Α. του Χ. Επίσης, το ίδιο χρονικό διάστημα, με το από 19-6-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρείας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, οι εταίροι Χ. και Α. Α. μεταβίβασαν το μεγαλύτερο μέρος της εταιρικής τους μερίδας προς τους εναγόμενους(τον ήδη αναιρεσείοντα πρώτο εναγομένο και τον αποβιώσαντα αρχικό δεύτερο εναγόμενο Σ. Σ.), οι οποίοι εισήλθαν έτσι στην εταιρεία. Στο συμφωνητικό αυτό ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκπρόσωποι, διαχειριστές και ταμίες της εταιρείας θα ήταν οι εναγόμενοι, οι οποίοι θα ενεργούσαν από κοινού. Παράλληλα, με το από 15-7-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρείας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εισήλθε εκ νέου στην εταιρεία ο δεύτερος ενάγων, αφού οι εναγόμενοι του μεταβίβασαν για το σκοπό αυτό ποσοστά συμμετοχής 2,5% ο καθένας. Κατόπιν των ανωτέρω τροποποιήσεων, ως εταίροι της ως άνω εταιρείας εμφανίζονταν ο Χ. Α. (1ος ενάγων) με ποσοστό 5%, ο Α. Α. με ποσοστό 2%, ο Σ. Α. (2ος ενάγων) με ποσοστό 5% και οι εναγόμενοι με ποσοστό 44% ο καθένας. Ωστόσο, το έτος 1993, απεβίωσε ο Α. Α. και η μερίδα του, δυνάμει σχετικού καταστατικού όρου, περιήλθε κατ' ισομοιρία στα τέκνα του, Χ. (1° ενάγοντα), Γ., Α., Φ. και Δ. Α., ήτοι κατά ποσοστό 0,40% στον καθένα εξ αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρική σχέση μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρη ως εικονική, ειδικότερα δε ήταν εικονική η είσοδος των εναγομένων στην εταιρεία, όπως τούτο προκύπτει από το προαναφερόμενο από 15-7-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται ότι οι ως άνω τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρείας, δια των οποίων εισήλθαν ως εταίροι σ' αυτήν οι εναγόμενοι, έγιναν εικονικά, ενώ η αληθής βούληση των μερών ήταν η κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως του καταστήματος, αλλά και της επιχειρήσεως από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους, έναντι μάλιστα μηνιαίου μισθώματος ποσού 500.000 δρχ. για το κατάστημα και 500.000 δρχ. για την επιχείρηση. Τούτο δε έγινε προκειμένου να συνεχισθεί η λειτουργία της επιχειρήσεως της καφετέριας με την υπ' αριθ. ...-1987 άδεια λειτουργίας, που είχε εκδοθεί για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, διότι, σε περίπτωση μισθώσεως της επιχειρήσεως από τους εναγομένους, θα έπρεπε να εκδοθεί νέα άδεια λειτουργίας στο όνομά τους, διαδικασία που ήταν χρονοβόρα και δαπανηρή, στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση πιθανότατα θα ήταν και ατελέσφορη, διότι στο κατάστημα είχε κατασκευασθεί μεγάλο αυθαίρετο πατάρι, που δεν επέτρεπε την έκδοση νέας άδειας λειτουργίας. Η λειτουργία της ως άνω επιχειρήσεως φαινόταν προς τους τρίτους ότι γινόταν από την προαναφερόμενη εταιρεία "Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", πράγμα που όμως δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ενδεικτικά της πρόθεσης των μερών για τη διαχείριση της επιχειρήσεως αποκλειστικά από τους εναγομένους, για όσο χρονικό διάστημα θα είχαν αυτοί (εναγόμενοι) την εκμετάλλευσή της και η περιέλευσή της στη συνέχεια εξ ολοκλήρου στους ενάγοντες, είναι και τα ακόλουθα: Στο καταστατικό της εταιρείας, όπως διαμορφώθηκε μετά την εικονική είσοδο των εναγομένων σ' αυτήν, α) ορίσθηκε ότι προσωπική εργασία "για την ευόδωση του σκοπού της εταιρείας" υποχρεούνταν να παρέχουν μόνο οι εναγόμενοι, β) απαγορεύτηκε ρητά, μόνο στους εναγομένους, "να μεταβιβάσουν, εκχωρήσουν ή διαθέσουν προς άλλα πρόσωπα τα ποσοστά συμμετοχής τους που έχουν στην εταιρία, πλην προς τους Χ. και Σ. Α., εφόσον το αποδέχονται οι τελευταίοι, συμφωνούντες και ούτοι μεταξύ τους". Δηλαδή, βάσει της συμφωνίας των μερών, η λειτουργία της επιχειρήσεως θα γινόταν αποκλειστικά από τους εναγομένους εμφανίζοντας (εικονικά) ότι γινόταν από την εταιρεία, οι δε ενάγοντες θα περιορίζονταν μόνο στην είσπραξη των μισθωμάτων, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την επιχείρηση, ούτε βέβαια με τα κέρδη και τις ζημίες της. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αποκλειστικά θα προέβαιναν στην πρόσληψη και απασχόληση προσωπικού, στην αγορά εμπορευμάτων, στην είσπραξη όλων των εσόδων και στην καταβολή κάθε είδους δαπανών από τη λειτουργία της, τόσο προς τους ιδιώτες, όσο και προς τις δημόσιες αρχές. Όπως δε προκύπτει σαφώς από το προαναφερόμενο από 15-7-1992 αντέγγραφο, οι εναγόμενοι ευθύνονταν αποκλειστικά για την πληρωμή "οιουδήποτε ποσού φόρου εισοδήματος ή ετέρου φόρου ή οφειλής προς το ΙΚΑ και οιασδήποτε απαιτήσεως τρίτου". Σημειώνεται ότι η εικονικότητα της συμμετοχής των εναγομένων στην ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" κρίθηκε από την υπ' αριθμ. 4/2013 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε για το λόγο αυτό την από 11-2- 2013 (υπ' αριθμ. καταθ. 3/12-2-2013) αίτηση-αγωγή διαιτησίας των εναγόντων κατά των εναγομένων, με την οποία ζητούσαν, βάσει των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της ομόρρυθμης εταιρείας, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους καταβάλουν νομιμοτόκως, κατ' ισομοιρία, το αναφερόμενο και στην υπό κρίση αγωγή ποσό των 371.873,10 ευρώ, που φέρεται ότι καταβλήθηκε από αυτούς προς το Ελληνικό Δημόσιο. Το παραπάνω προδικαστικό ζήτημα αποτελεί δεδικασμένο στην προκειμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, που τίθεται ως βάση της προκειμένης αποφάσεως.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, από το έτος 1992 έως τα τέλη του έτους 1995, την ως άνω επιχείρηση λειτούργησαν, βάσει των ως άνω συμφωνηθέντων, αποκλειστικά οι εναγόμενοι, ενώ οι ενάγοντες περιορίζονταν μόνο στην είσπραξη των μισθωμάτων, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη διαχείριση και εκμετάλλευσή της. Από τα τέλη του έτους 1995, ο πρώτος ενάγων άρχισε να δέχεται οχλήσεις, ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας, για τα χρέη της. Αντιλαμβανόμενος δε ότι η διαχείριση της επιχείρησης από τους εναγομένους δεν ήταν η προσήκουσα και φοβούμενος ότι η κακή οικονομική της πορεία θα είχε αντίκτυπο και στον ίδιο, άρχισε να επισκέπτεται την επιχείρηση και να έρχεται σε επαφή με το λογιστή της, προσπαθώντας να διαπιστώσει τί ακριβώς συνέβαινε με τα οικονομικά της. Κατ' αυτή τη χρονική περίοδο, οι εναγόμενοι, που συνέχισαν να λειτουργούν την επιχείρηση, σταδιακά έπαυσαν να αναμιγνύονται στα ζητήματά της και εν συνεχεία αποχώρησαν από την εκμετάλλευσή της, μη εμφανιζόμενοι στο κατάστημα της επιχειρήσεως ούτε καν για την παραλαβή των κοινοποιούμενων προς την εταιρεία δικογράφων, εν τέλει δε, στα τέλη του 1997, το κατάστημα, όπου λειτουργούσε η επιχείρηση, εκμισθώθηκε από τον πρώτο ενάγοντα και τη σύζυγο του, Θ. Α., σε τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1997 διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρηση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., από τον οποίο προέκυψαν χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από το 1992 έως και το 1996, ήτοι το χρονικό διάστημα που την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως είχαν αναλάβει αποκλειστικά οι εναγόμενοι, πλην όμως οι σχετικές οφειλές βεβαιώθηκαν σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας, διότι αυτή φαινόταν προς τους τρίτους ότι λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει ιδίως από τα σχετικά παραστατικά των επιμέρους καταβολών των εναγόντων και το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2013 έγγραφο της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, όπου εμφανίζεται αναλυτικά η φορολογική εικόνα της εταιρείας, τα χρέη που βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες ήταν τα εξής: Α. (Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών) ....1997, βεβαιωθέν ποσό 1.500.000 δρχ., ....1998, βεβαιωθέν ποσό 1.200.000 δρχ., Α1. (ΦΠΑ) πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 50.000 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 25.072.311 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 50.000 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 50.000 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 10.646.895 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 50.000 δρχ., πράξη επιβολής προστίμου .../97, βεβαιωθέν ποσό 20.179.205 δρχ., πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ .../97, βεβαιωθέν ποσό 2.393.267 δρχ., πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ .../97, βεβαιωθέν ποσό 3.692.794 δρχ., πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ .../97, βεβαιωθέν ποσό 1.565.094 δρχ. Τα ανωτέρω χρέη εξοφλήθηκαν με τα υπ' αριθ. ....2008, ....2009 και ....2009 διπλότυπα εισπράξεως της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων οι ενάγοντες προσκομίζουν τα δύο τελευταία, συνολικού ποσού (30.925,51 + 205.871,15=) 236.796,66 ευρώ. Β. (Φορολογία Εισοδήματος) Βάσει συμβιβασμού και κατόπιν διαγραφής μέρους των αρχικών χρεών, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας τα ποσά των 1.638,04 ευρώ (558.161 δρχ.), 5.527,93 ευρώ (1.883.641 δρχ.), 1.061,13 ευρώ (361.580 δρχ.) και 2.132,22 ευρώ (726.553 δρχ.), τα οποία εξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες στις 28.11.1997 με τα υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... διπλότυπα εισπράξεως της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού 10.359,32 ευρώ. Γ. (Φορολογία Εισοδήματος) Βάσει προσφυγών και κατόπιν διαγραφής μέρους των αρχικών χρεών, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας τα ποσά των 2.047,54 ευρώ, 6.909,90 ευρώ, 1.247,49 ευρώ και 2.734,99 ευρώ, ήτοι συνολικά 12.939,92 ευρώ, τα-οποία εξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες με τα υττ' αριθμ. ....2009 και ....2009 διπλότυπα εισπράξεως της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Δ. (Φορολογία Εισοδήματος) Βάσει της υπ' αριθμ. 574/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας χρέη ποσού 13.789,85 ευρώ, 4.000 ευρώ, 38.269,53 ευρώ, 3.979,24 ευρώ και 7.996,67 ευρώ, τα οποία εξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες με το υπ’ αριθμ. ....2011 γραμμάτιο εισπράξεως της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού 79.261,12 ευρώ.
Συνεπώς, το σύνολο των χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο, που βεβαιώθηκαν από την Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας και καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες ανέρχεται σε (236,796,66 + 10.359,32 + 12.939,92 + 79.261,12=) 339.357,02 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω χρέη προέκυψαν από τη λειτουργία της επιχειρήσεως καφετέριας, την οποία μίσθωσαν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες και λειτουργούσαν αποκλειστικά οι ίδιοι για λογαριασμό τους, εμφανίζοντας προς τους τρίτους ότι η λειτουργία της επιχειρήσεως γινόταν από την ομόρρυθμη εταιρεία. Οι ενάγοντες, ως ομόρρυθμοι εταίροι, ευθύνονταν σε ολόκληρο με την εταιρεία για την καταβολή των παραπάνω χρεών, γι' αυτό, προκειμένου να αποφύγουν την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των περιουσιών τους εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκάσθηκαν να καταβάλουν προς αυτό τα προαναφερόμενα ποσά.
Συνεπώς, οι ενάγοντες έχουν κατά των εναγομένων αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για τα καταβληθέντα ποσά, διότι οι τελευταίοι, που με τις ενέργειές τους προκάλεσαν την επιβολή των ως άνω προστίμων σε βάρος της εταιρείας, (συνακόλουθα δε και σε βάρος των εναγόντων), εξοικονόμησαν την ανωτέρω δαπάνη προς αποπληρωμή τους και επομένως έγιναν ισοπόσως πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, από την οποία προήλθαν τα απαιτούμενα ποσά προς εξόφληση των οφειλών αυτών. Στους ενάγοντες πρέπει να επιδικασθεί, βάσει του αιτήματος της αγωγής, ποσοστό 44% από τον πρώτο των εναγομένων και ειδικότερα ποσό (339.357,02 Χ 44%=) 135.742,31 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, εκ των οποίων ο κάθε ενάγων δικαιούται να λάβει το μισό και συγκεκριμένα ποσό (135.742,81:2=) 67.871,40 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έτσι ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, που εφάρμοσε, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου και συγκεκριμένα: α) Ενώ δέχεται ότι "από το έτος 1992 έως τα τέλη του έτους 1995 την άνω επιχείρηση λειτούργησαν βάσει των συμφωνηθέντων αποκλειστικά οι εναγόμενοι" στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι "τα χρέη που προέκυψαν αφορούσαν το χρονικό διάστημα από το 1992 έως το 1996 που λειτούργησαν την επιχείρηση οι εναγόμενοι" με συνέπεια να μην καθίσταται σαφές ποιο είναι τελικά το ακριβές χρονικό διάστημα που λειτούργησαν την επιχείρηση οι εναγόμενοι, και έτσι να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν τα χρέη της επιχείρησης, που κατέβαλαν οι ενάγοντες και τα οποία ζητούν με την αγωγή τους, εντάσσονται μέσα στο χρονικό διάστημα λειτουργίας της επιχείρησης από τους εναγομένους οι οποίοι συνεπώς ευθύνονται γι' αυτά. β) Δεν προσδιορίζει σαφώς ποίο χρονικό διάστημα αφορά κάθε μερικότερο ποσό που κατέβαλαν οι ενάγοντες για ΦΠΑ και Φόρο Εισοδήματος, αφού αναφέρεται μόνο ο χρόνος βεβαιώσεως κάθε χρέους, χωρίς όμως να διευκρινίζεται και ο χρόνος γενέσεως αυτού, ασάφεια η οποία επιτείνεται και από την αναφορά πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ με αριθμούς 5/97, 8/97 και 10/97, που παραπέμπουν σε μήνες που δεν λειτουργούσαν την επιχείρηση οι εναγόμενοι, με συνέπεια να μην προκύπτει σαφώς εάν τα βεβαιωθέντα σε βάρος τη εταιρείας χρέη, που εξόφλησαν οι ενάγοντες, ανέκυψαν την περίοδο που λειτουργούσαν την επιχείρηση οι εναγόμενοι. Εξαιτίας των ελλείψεων αυτών καθίσταται αναιτιολόγητο το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι τα παρατιθέμενα στην απόφαση χρέη βάρυναν τους εναγόμενους και συνεπώς επειδή αυτά εξοφληθήκαν από τους ενάγοντες κατέστησαν οι εναγομένοι αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων και συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή. Επομένως ο τρίτος (υπο στοιχείο Γ4) λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, η οποία επιβάλλει την επί της ουσίας εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της, παρέλκει, καθιστάμενη αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων, εκ των οποίων οι έβδομος και όγδοος λόγοι αφορούν στην απόρριψη από το Εφετείο ενστάσεων του αναιρεσείοντος από τα άρθρα 300 και 281 ΑΚ αντιστοίχως.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί κατά το ανωτέρω μέρος της η υπ' αριθ. 2727/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρ.580 αρ.3 ΚΠολΔ), συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτόν για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) , σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2727/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν από αυτόν παράβολο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ