ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1921/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1921/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1921/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1921 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1921/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Παναγιωτοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Γιαλάογλου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-05-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-05-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 11-5-2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 112/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 30-3-2017 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης στις 11-5-2017 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και ουσία βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προσήχθη στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-12-2022 και δικάσιμος για τη συζήτησή της προσδιορίστηκε από τον αρμόδιο Αντιπρόεδρο η 8-4-2024 (άρθ. 568 § 2 ΚΠολΔ), δεν καθιστά την άσκησή της εκ του λόγου τούτου καταχρηστική και αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθ. 116 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τις προτάσεις η αναιρεσίβλητη. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017). Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, μόνον ο φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθ. 928 εδ. β` και 929 εδ. β` του ΑΚ, ΑΠ 659/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 § 2 του ΠΚ, χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στο σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων: α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να επιτύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες [ΑΠ (Ποιν) 1846/2019].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 § 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της χρήσεως υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομες σχέσεις, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη, ενέχων τη γνώση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές για τον εαυτό του, είτε για άλλον τρίτο, αλλά και τη θέληση να προκαλέσει αναληθή βεβαίωση ή για να τη χρησιμοποιήσει με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό [ΑΠ (Ποιν) 1835/2006]. Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής (όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή αντιστρόφως) (ΑΠ 1734/2009). Ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της αγωγής η του ισχυρισμού. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως νόμω αβάσιμη με το σκεπτικό ότι αυτή είναι εμμέσως και όχι αμέσως από την πράξη της εναγομένης ζημιωθείσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 10-5-2012 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι με αυτήν ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι τόσον αυτή όσον και η εναγομένη συμμετείχαν στον αναφερόμενο διαγωνισμό που προκήρυξε το ΑΣΕΠ την 29-12-2009 για την πρόσληψη νοσηλευτριών και ότι αμφότερες κατέθεσαν μεταξύ άλλων δικαιολογητικών για την πρόσληψή τους α) αίτηση-υπεύθυνη δήλωση κατ' άρθρο 8 ν. 1599/1986 με τα απαιτούμενα στοιχεία, μεταξύ των οποίων ο βαθμός του πτυχίου τους και μνεία ότι τα δηλούμενα είναι αληθή, και β) το πτυχίο που έλαβαν από το εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο φοίτησε η κάθε μία, η μεν ενάγουσα με βαθμό 15,66 η δε εναγόμενη με βαθμό 18,58 και ότι η εναγόμενη κατετάγη πρώτη στην κατηγορία των προσόντων τους, προσλήφθηκε ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, ορκίστηκε υπάλληλος του νοσοκομείου την 31.12.2010 και άρχισε να εργάζεται από 3-1-2011 με πλήρες ωράριο και μηνιαίες αποδοχές που αναλυτικά προσδιορίζει, ενώ αυτή, δηλαδή η ενάγουσα κατετάγη δεύτερη, ήτοι επιλαχούσα, και δεν προσλήφθηκε. Οτι αργότερα αποκαλύφθηκε ότι το πτυχίο που κατέθεσε η εναγόμενη στο Α.Σ.Ε.Π. για την πρόσληψή της ήταν πλαστό, ότι ο αληθής βαθμός του πτυχίου της ήταν 15,58 και όχι 18,58 και ότι με δικές της (της ενάγουσας) ενέργειες η εναγόμενη απολύθηκε την 14.9.2011 από τη θέση που είχε καταλάβει, στην οποία τοποθετήθηκε η ενάγουσα την 15.11.2011 ότε και άρχισε να εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης. Εκθέτει περαιτέρω, ότι η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά αδικοπρακτική και ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε σε αυτή ζημία, η οποία ισούται με το απωλεσθέν εισόδημα κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2011 έως 14.11.2011, κατά το οποίο δεν εργάστηκε στο νοσοκομείο, επειδή η εναγόμενη την εκτόπισε παράνομα από τη θέση εργασίας, την οποία δικαιούνταν με βάση τα κριτήρια του διαγωνισμού και την οποία χωρίς την παρεμβολή αυτής της συμπεριφοράς της εναγόμενης, θα καταλάμβανε η ίδια εξ αρχής, προσδιορίζει δε το εισόδημα αυτό στο ποσό των 10.568,65 ευρώ κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι από τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης υπέστη την αναφερόμενη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας αιτήθηκε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 70.000 ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 10.568,65 ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση ποσού 70.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ιστορούσε ότι η ίδια και η εναγόμενη μετείχαν στον διαγωνισμό για πρόσληψη νοσηλευτριών που προκήρυξε το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού την 29-12-2009 και κατέθεσαν μεταξύ άλλων δικαιολογητικών αντίγραφο πτυχίου επαγγελματικής σχολής, σύμφωνα με τα οποία ο βαθμός της ενάγουσας ήταν 15,66 και της εναγόμενης 18,58. Ότι η εναγόμενη, με βάση τα προσόντα της, μεταξύ των οποίων και ο βαθμός πτυχίου κατετάγη πρώτη στον πίνακα κατάταξης υποψηφίων νοσηλευτικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ η ίδια πρώτη επιλαχούσα. Ότι αποτέλεσμα της ως άνω κατατάξεως ήταν η ενάγουσα να προσληφθεί την 31-12-2010 από το Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, ενώ η ίδια δεν προσλήφθηκε. Ότι κατόπιν διοικητικών ενεργειών της ιδίας διαπιστώθηκε ότι ο βαθμός πτυχίου της εναγόμενης ήταν 15,58 και όχι 18,58, με αποτέλεσμα να απολυθεί η εναγόμενη από το Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης στις 14-9-2011 και να προσληφθεί στη θέση της η ίδια, που ανέλαβε υπηρεσία στις 15-11-2011. Ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με την προσκόμιση πλαστού πτυχίου, η ίδια υπέστη ζημία, αφού δεν προσλήφθηκε εξ αρχής στο νοσοκομείο και απώλεσε τους μισθούς που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2011 έως 14-11-2011, συνολικού ύψους 10.568,65 ευρώ, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 70.000 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 80.568,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά της έξοδα. Η αγωγή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η με αριθμό 63/2014 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και επιδικάστηκε ως κονδύλιο θετικής ζημίας ποσό ύψους 7.857,86 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 3-1-2011 έως 30-6-2011, καθώς και κονδύλιο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ύψους 2.000 ευρώ (...) η αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ιστορική της βάση, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και ειδικότερα από την υπαίτια ψευδή παράσταση γεγονότων ως αληθινών ως προς το βαθμό του πτυχίου της, που ενίσχυσε με την προσκόμιση πλαστού πιστοποιητικού, παραπλανήθηκαν τα μέλη του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, τα οποία την κατέταξαν πρώτη στον πίνακα και η πράξη τους αυτή είχε ως άμεση συνέπεια την πρόσληψη της εναγομένης, ως νοσηλεύτριας, από το Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, χωρίς να έχει τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα, η δε ζημία που επήλθε από την πράξη που ενήργησε το ΑΣΕΠ, που είχε τη σχετική εξουσία εκ του νόμου, προκλήθηκε άμεσα στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, που κατέβαλε τη μισθοδοσία της εναγομένης και στη ζημία αυτή απέβλεψε άμεσα η εναγομένη, από την οποία είχε αντίστοιχο όφελος. Η ζημία που υπέστη η ενάγουσα, με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους από την απώλεια των αντίστοιχων μισθών που θα εισέπραττε, εάν είχε προσληφθεί η ίδια, αποτελεί μεταγενέστερη αντανακλαστική συνέπεια της πράξεως της εναγομένης και της παραπλανήσεως του ΑΣΕΠ, που επήλθε από αυτήν και όχι το άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα, στο οποίο απέβλεψε η εναγομένη.
Συνεπώς δεν τελέσθηκε αδικοπραξία με τη μορφή της απάτης από την εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας και δεν υφίσταται αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως της τελευταίας, αφού δεν είναι φορέας εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε άμεσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την αγωγή νόμιμη, δεχόμενο ότι η ενάγουσα με την πράξη της στράφηκε και κατά της εναγομένης και όχι μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη με το σχετικό λόγο της υπό στοιχείο Α' εφέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος από ουσιαστική άποψη...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά της εναγομένης με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στις οποίες εμπίπτει και η τέλεση οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, ασχέτως αν τούτο χαρακτηρίστηκε ως απάτη, ενώ η εναγομένη καταδικάστηκε τελικά, κατά τα στο δικόγραφο της αναιρέσεως ιστορούμενα, για χρήση πλαστού εγγράφου και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, καθόσον από την εν γένει αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας, αμέσως ζημιωθέν είναι το Ελλ.Δημόσιο, το οποίο επλήγη ευθέως από αμφότερες τις εγκληματικές πράξεις της εναγομένης και εμμέσως η ενάγουσα, διότι στην μεν περίπτωση της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (άρθ. 220 ΠΚ) που προστατεύεται η αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων ως προς την εσωτερική ορθότητά τους (η αλήθεια της βεβαίωσης) και όχι η τυπική εγκυρότητά τους, στην δε περίπτωση της ενώπιον του ΑΣΕΠ χρήσης πλαστού εγγράφου (216 ΠΚ), που προστατεύεται η δημόσια πίστη περί τα υπομνήματα και την ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών (ΟλΑΠ3/2008 ΠΧρ ΝΗ'.404, ΑΠ 902/2017), τα έγγραφα προσκομίστηκαν για να χρησιμοποιηθούν για την εν γένει αξιολόγηση της εναγομένης προκειμένου να μετάσχει στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και συγκεκριμένα τις θεμελιώδεις διατάξεις των άρθ. 914, 297, 298 ΑΚ σε συνδ. με άρθ. 216 και 220 ΠΚ και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, καθόσον κατά τα στο δικόγραφο της αγωγής εκτιθέμενα, δια της παρανόμου και υπαίτιας εκ δόλου συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία πέραν της ποινικής απαξίας, ενείχε και παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή με βάση τα όσα εκτίθενται διηγηματικά στην αγωγή, η εναγομένη ενεργώντας δολίως παραβίασε την κοινωνικώς επιβεβλημένη και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσα υποχρέωσή της να συμπεριφέρεται κατά τρόπο σύμφωνο με τις παραπάνω αρχές, προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα, που συνίστατο στους απωλεσθέντες κατά το στην αγωγή προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα μισθούς (=διαφυγόν κέρδος που μετά πιθανότητος θα αποκόμιζε αυτή, αν είχε διορισθεί, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων), πράξη που ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η ενάγουσα μετά την απόλυση της εναγομένης από τον ΑΣΕΠ, διορίστηκε στη θέση της αντί της 3-1-2011 στις 15-11-2011. Και ναι μεν το πλαστογραφημένο δημόσιο έγγραφο (πτυχίο της Μέσης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Ξάνθης) προσκομίστηκε ενώπιον των υπαλλήλων του ΑΣΕΠ προκειμένου η εναγομένη/αναιρεσίβλητη να μετάσχει σε προκηρυχθέντα για την κατάληψη θέσης διαγωνισμό, πλην όμως από την πράξη της αυτή υπέστη αμέσως και ευθέως ζημία η πρώτη επιλαχούσα/ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία δεν επελέγη εξαιτίας της αδικοπραξίας της εναγομένης, η οποία γνώριζε ότι με τον τρόπο αυτό θα εζημίωνε την μη επιλεγείσα συνδιαγωνισθείσα στον ίδιο διαγωνισμό για την κατάληψη της μοναδικής προκηρυχθείσας θέσης συνυποψήφιά της και εν τούτοις διέπραξε τις άδικες και καταλογιστές πράξεις που της αποδόθηκαν, αποβλέποντας στο επιζήμιο αποτέλεσμα. Με βάση το ιστορικό αυτό, πληρούνταν όλες οι υπό του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης έναντι της ενάγουσας και κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη με την παραπάνω αιτιολογία, υπέπεσε στην παράβαση εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για να δικαστεί από το ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που νίκησε και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας , που παραστάθηκε και υπέβαλε σχετικό αίτημα με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς να καταθέσει προτάσεις (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί της υπ' αριθ. 112/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις12 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή