ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1925 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1925/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Χατζούλη πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1) Ν. Κ. του Κ., 2) Ρ. Ν. Λ. του Ε., 3) Γ. Σ. του Π., 4) Β. Τ. του Δ., 5) Σ. Π. του Ε., 6) Κ. Α. του Β., 7) Π. Δ. του Α. και 8) Α. Μ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2706/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση, άλλως προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία του. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 336/2024, ΑΠ 32/2024).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α του Νομοθετικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου", όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), ορίζεται ότι "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ` εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές". Κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος, ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, κατά τη διαδικαστική πορεία αυτής, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 25/2025, ΑΠ 1165/2024, ΑΠ 713/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της κρινόμενης υπόθεσης από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (29/4/2025), οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Εξάλλου, από την με αριθμό ....2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε στον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Βαλαβάνη, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου των αναιρεσιβλήτων για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης με αριθμό 4625/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) στη δευτεροβάθμια δίκη. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι κλήθηκαν νομότυπα, αλλά δεν εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την από 27/10/2017 (αρ. κατ. 7999/750/30.10.2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 10/9/2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 2706/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή εν μέρει η από 1/6/2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 30/10/2017 [άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ], εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσή της), που έλαβε χώρα στις 30/10/2015, ήτοι πριν την 1/1/2016, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 1064/2023, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 716/2020), δεδομένου ότι δεν προβλέπεται για το Δημόσιο διαφορετική προθεσμία με αφετήριο γεγονός την επίδοση ή τη δημοσίευση της απόφασης, αλλά απλώς, με βάση το κ.δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί δικών του Δημοσίου", η προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριάντα ημερών (ΑΠ 585/2022).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν (από κοινού με 22 ακόμη ενάγοντες μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) την από 1/6/2007 (αρ. κατ. 178905/3533/30.7.2007) αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)" (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το πρώτο εναγόμενο και απασχολήθηκαν, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, ως εργάτες και εργατοτεχνίτες σε ανασκαφικές εργασίες εκτελούμενες από υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων και το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ, που υπάγεται στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού και αποτελεί τον τελευταίο φορέα απασχόλησης όλων των εναγόντων, ήτοι τον φορέα στον οποίο έκαστος τούτων παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια της τελευταίας από τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει με το Ελληνικό Δημόσιο, μετά τη λήξη των οποίων τα εναγόμενα έπαυσαν να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους. Ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας τους κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν ως ορισμένου χρόνου, προς καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο εξαρχής για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής τους, που έλαβε χώρα με την παύση αποδοχής των υπηρεσιών τους εκ μέρους των εναγομένων κατά τη λήξη της τελευταίας για έκαστο εξ αυτών σύμβασης ορισμένου χρόνου και μάλιστα χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, και να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, ευθυνόμενα εις ολόκληρον προς τούτο, να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τις συναφθείσες μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση και την ειδικότητα εκάστου τούτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2706/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα για έξι (6) από τους ενάγοντες (μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη), λόγω παραίτησης αυτών από το δικόγραφο πριν τη συζήτηση, και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, αναγνωρίσθηκε δε ότι αυτοί συνδέονται με το πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο (το οποίο κρίθηκε ότι αποτελεί ενότητα διαδίκου με το δεύτερο), με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και υποχρεώθηκε το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου σε αυτές, απαγγέλλοντας σε βάρος του τελευταίου χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών των εναγόντων. Κατά της παραπάνω απόφασης και κατά το μέρος της με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, το πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10/9/2014 (αρ. κατ. 5821/10.9.2014) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο ισχυριζόταν ότι δεν ήταν εργοδότης των εφεσιβλήτων, έγινε κατά τα λοιπά δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης α) της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και β) της υποχρέωσης του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, επίσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τους 2ο, 4ο, 6ο, 7ο, 9ο, 12ο, 14ο, 17ο, 18ο, 19ο, 21ο, 22ο, 23ο, 26ο, 29ο και 30ο ενάγοντες (μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη), απέρριψε αυτήν ως προς τους 15ο, 20ο και 25ο ενάγοντες, ήδη 5ο, 6ο και 7ο αναιρεσίβλητους, κατά το μέρος που αφορούσε τις τρεις πρώτες συμβάσεις του 15ου και τις δύο πρώτες συμβάσεις των 20ου και 25ου, με την κρίση ότι δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές με τις λοιπές λόγω υπέρβασης χρονικού διαστήματος τριών μηνών από τη λήξη της μιας μέχρι την έναρξη της επόμενης, και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως προς τους 3ο, 5ο, 8ο, 11ο, 15ο, 20ο, 25ο και 27ο ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους), αναγνωρίζοντας ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες αυτούς με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, 121/2017, 429/2016). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή (ΑΠ 238/2022, ΑΠ 344/2021, ΑΠ 706/2021, ΑΠ 1003/2020), ανεξαρτήτως αν πρόκειται για μισθωτούς συνδεόμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ (ΑΠ 215/2023) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 705/2013). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού. Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 1883/2024, ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 215/2023). Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Διάφορη ωστόσο είναι η περίπτωση, κατά την οποία υποβάλλεται με την αγωγή, εκτός από το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, πρόσθετο αίτημα περί αναγνώρισης της φύσεως της σύμβασης εργασίας που συνέδεε τα μέρη, αίτημα το οποίο δεν συνάπτεται με οποιαδήποτε αξίωση εκ της ακυρότητας της καταγγελίας, την οποία να προπαρασκευάζει, ούτως ώστε το αίτημα αυτό, ως αναγνωριστικό, να μην υπόκειται στην αποσβεστική ως άνω προθεσμία (ΑΠ 25/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 215/2023, 42/2020). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 669 παρ. 1 και 280 ΑΚ, διότι εφόσον κρίθηκε με αυτήν ότι η αξίωση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και της υποχρέωσης του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους έχει αποσβεστεί, επειδή η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, ήτοι και κατά το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το αίτημα των αναιρεσιβλήτων να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν συνάπτεται με αξιώσεις εκ της ακυρότητας της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε το σχετικό αίτημα νόμιμο και στη συνέχεια προέβη στην κατ' ουσίαν εξέταση αυτού, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 669 παρ. 1 και 280 ΑΚ και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και, τέλος, τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του Π.Δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19.7.2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18/4/2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψη.

Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18/4/2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10/7/2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μη μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013), καθόσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 237/2022, ΑΠ 1610/2022).

Ωσαύτως, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ως άνω Π.Δ. 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19/7/2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Ειδικότερα, στο άρθρο 3 περ. δ' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση), αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στο άρθρο 5 αυτού ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. ... 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ενόψει, όμως, του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου, που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την, κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις, μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007). Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. α' και 5 του εν λόγω Π.Δ/τος, οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Επομένως, η μετατροπή της σχέσης εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (ΟλΑΠ 13/2017).

Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Μετά ταύτα, ενόψει αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει κατ' αρχήν εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10/7/2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 1610/2022, 237/2022).

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/2020, 2/2019, 8/2018, 1/1999, ΑΠ 204/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα επικαλείται εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 648 και 669 ΑΚ, 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ν. 2112/1920, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 21 του ν. 2190/1994 και 5, 7 και 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο έκρινε πως ο 20ος ενάγων και ήδη 6ος αναιρεσίβλητος, Κ. Α. του Β., συνήψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, παρότι μεταξύ της λήξης της πρώτης τούτων και της έναρξης της δεύτερης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, χωρίς να διαλάβει στο σκεπτικό της απόφασής του σχετική αιτιολογία, άλλως διαλαμβάνοντας ελλιπείς αιτιολογίες. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι σε σχέση με τον ως άνω αναιρεσίβλητο έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Ο 20ος ενάγων, Κ. Α., εργάστηκε ως αρχαιολόγος στην 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ από 22.5.2002 έως 30.11.2002 και στο Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε. από 13.3.2003 έως 31.12.2003, από 1.1.2004 έως 30.4.2004, από 1.5.2004 έως 30.6.2004 και από 1.7.2004 έως 30.9.2004. Το συνολικό χρονικό διάστημα απασχόλησης του ενάγοντος, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση αυτού στις 22.5.2002, που έγινε υπό το κράτος ισχύος των παραγράφων 7 και 9 του άρθρου 103 του Συντάγματος, και σε τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, ήταν 20 μήνες. Επομένως, οι συμβάσεις αυτές, ενόψει του ότι ήταν ενεργές έως την 19.7.2004, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι ο 6ος αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψε με αυτό και ήταν ενεργές την 19.7.2004 πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 21 του Ν. 2190/1994, τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος και 11 και 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 164/2004, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο οι συμβάσεις του 6ου αναιρεσιβλήτου, που συνήφθησαν μετά την ισχύ των άρθρων 7 και 8 του Συντάγματος (18/4/2001), χαρακτηρίζονται διαδοχικές, παρότι μεταξύ της λήξης της πρώτης σύμβασης στις 30/11/2002 και της έναρξης της δεύτερης στις 13/3/2003 μεσολαβεί χρονικό διάστημα τριών μηνών και δεκατριών ημερών, ήτοι μεγαλύτερο των τριών μηνών, χωρίς να διαλαμβάνεται σ' αυτήν, εάν κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης σύμβασης, που χαρακτηρίζονται ως διαδοχικές, ο 6ος αναιρεσίβλητος συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, είτε καθ' όλο το εν λόγω διάστημα είτε κατά ένα μέρος αυτού, έστω και με άκυρη σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τον 20ο ενάγοντα και ήδη 6ο αναιρεσίβλητο, Κ. Α. του Β., να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο έκτος (6ος) αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ των λοιπών (πλην του έκτου) αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί δικάστηκαν ερήμην και, συνεπώς, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον 6ο αναιρεσίβλητο, Κ. Α. του Β.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τον έκτο (6ο) αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την από 27-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 4625/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή