Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1926 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1926/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιονία του Νομού Κιλκίς και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή, Ιωάννη Πίκουλα και Χρήστου Οικονόμου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΟΝΤΕΣ: 1) A. L. του D., κατοίκου ..., 2) B. A. του T., κατοίκου ..., 3) B. E. - J. του J., κατοίκου ..., 4) C. του S., κατοίκου ..., 5) D. B. του S., κατοίκου ..., 6) E. R. του X., κατοίκου ..., 7) G. B. του O., κατοίκου ..., 8) G. L. του H., κατοίκου ..., 9) H. C. του S., κατοίκου ..., 10) J. B. του P., κατοίκου ..., 11) K. R. του M., κατοίκου ..., 12) K. A. του B., κατοίκου ..., 13) L. K. του G., κατοίκου ..., 14) M. F. του G., κατοίκου ... 15) M. G. του R., κατοίκου ... 16) M. L. του G., κατοίκου ..., 17) M. L. του B., κατοίκου ..., 18) M. T. του M., κατοίκου ..., 19) M. K. του M., κατοίκου ..., 20) M. G. του Q., κατοίκου ..., 21) M. T. Q., κατοίκου ..., 22) N. J. - P. του J., κατοίκου ..., 23) Ρ. A. του G., κατοίκου ..., 24)S. K. του E., κατοίκου ..., 25) S. M. του V., κατοίκου ..., 26) S. M. του H., κατοίκου ..., 27) S. H. του R., κατοίκου ..., 28) S. A. του S., κατοίκου ..., 29) S. J. του M., κατοίκου ..., 30) S. F. του F., κατοίκου ..., 31) T. G. του I., κατοίκου ..., 32) T. A. του T., κατοίκου ..., 33) T. R. του Q., κατοίκου ..., 34) T. S. του X., κατοίκου ..., 35) T. L. του P., κατοίκου ..., 36) T. V. του Z., κατοίκου ..., 37) T. V. του P., κατοίκου .... 38) T. A. του K., κατοίκου ..., 39) T. B. του S., κατοίκου .... 40) V. A. του A., κατοίκου ..., 41) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 42) Α. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 43) Α. - Α. Γ.-Ε. του Μ., κατοίκου ..., 44) Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 45) Α. Π. του Η., κατοίκου ..., 46) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 47) Α. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 48) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 49) Α. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 50) Α. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 51) Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 52) Α. Σ. του Τ., κατοίκου ..., 53) Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 54) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 55) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 56) Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., 57) Α. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 58) Α. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 59) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 60) Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 61) Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 62) Β. Δ. του Η., κατοίκου ..., 63) Β. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 64) Β. Ε. του Ζ., κατοίκου ..., 65) Β. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 66) Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 67) Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 68) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 69) Β. Α. του Α., κατοίκου ..., 70) Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 71) Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 72) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 73) Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 74) Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 75) Γ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 76) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 77) Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 78) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 79) Γ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 80) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 81) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 82) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 83) Δ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 84) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 85) Δ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 86) Δ. Χ. του Κ., 87) Δ. Χ. του Β., κατοίκων ..., 88) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 89) Ε. Θ. του Μ., κατοίκου ..., 90) Ε. Ε. του Φ., κατοίκου ..., 91) Ε. Β. του Ρ., κατοίκου ..., 92) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 93) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 94) Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., 95) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 96) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 97) Ζ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 98) Ζ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 99) Ζ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 100) Ζ. Α. του Ι., κατοίκου ...,, 101) Ζ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 102) Ζ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 103) Ζ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 104) Ζ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 105) Ζ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 106) Η. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 107) Θ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 108) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 109) Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 110) Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 111) Θ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 112) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 113) Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 114) Θ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 115) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 116) Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 117) Ι. - Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 118) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 119) Κ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 120) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 121) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 122) Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 123) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., 124) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 125) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 126) Κ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 127) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 128) Κ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 129) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 130) Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 131) Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 132) Κ. Α. τού Γ., κατοίκου ..., 133) Κ. Δ. Α., κατοίκου ..., 134) Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 135) Κ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 136) Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., 137) Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 138) Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 139) Κ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 140) Κ. - Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 141) Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 142) Κ. Α. του Θ., κατοίκου ... 143) Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 144) Κ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 145) Κ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 146) Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 147) Κ. Ν. του Ρ., κατοίκου ..., 148) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 149) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 150) Κ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 151) Κ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 152) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 153) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 154) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 155) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 156) Κ. Η. του Γ., κατοίκου ..., 157) Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 158) Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 159) Κ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 160) Κ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 161) Κ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 162) Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 163) Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 164) Κ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 165) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 166) Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 167) Κ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 168) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 169) Λ. Α. του Π., κατοίκου ..., 170) Λ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 171) Λ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 172) Λ. Ι. - Κ. του Δ., κατοίκου ..., 173) Λ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 174) Λ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 175) Λ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 176) Λ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 177) Λ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 178) Μ. Ρ. του Ρ., κατοίκου ..., 179) Μ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 180) Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 181) Μ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 182) Μ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 183) Μ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 184) Μ. Ε. του Λ., κατοίκου ..., 185) Μ. Λ. του Η., κατοίκου ..., 186) Μ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 187) Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 188) Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 189) Μ. Θ. του Α., κατοίκου ..., 190) Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 191) Μ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 192) Μ. Β. του Π., κατοίκου ..., 193) Μ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 194) Μ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 195) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 196) Μ. Η. του Δ., κατοίκου ..., 197) Μ. Π. του Γ., κατοίκου ...,198) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 199) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 200) Μ. Θ. του Β., κατοίκου ..., 201) Μ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 202) Μ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 203) Μ. Α. του Π., κατοίκου ..., 204) Μ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 205) Μ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 206) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 207) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 208) Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 209) Μ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 210) Μ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 211) Μ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 212) Μ. Π. του Β., κατοίκου ..., 213) Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 214) Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 215) Μ. Α. του Β., κατοίκου ..., 216) Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 217) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 218) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., 219) Ν. Β. του Σ., κατοίκου ..., 220) Ν. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 221) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 222) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., 223) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 224) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 225) Ν. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 226) Ο. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 227) Ο. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 228) Π. Δ. του Φ., κατοίκου ..., 229) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 230) Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., 231)Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 232) Π. Γ. του Β., κατοίκου ..., 233) Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 234) Π. Α. του Κ., κατοίκου .... 235) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 236) Π. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 237) Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 238) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 239) Π. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 240) Π. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 241) Π. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 242) Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 243) Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 244) Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 245) Π. Θ. του Α., κατοίκου ..., 246) Π. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 247) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 248) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 249) Π. Ρ. του Α., κατοίκου .... 250) Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 251) Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., 252) Π. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 253) Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 254) Π. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 255)Π. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 256) Π. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 257) Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 258) Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., 259) Ρ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 260) Ρ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 261) Ρ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 262) Ρ. Ι. του Ζ., κατοίκου ..., 263) Ρ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 264) Ρ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 265) Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., 266) Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., 267) Σ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 268) Σ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 269) Σ. Ε. του Τ., κατοίκου ..., 270) Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 271) Σ. Β. του Β., κατοίκου ..., 272) Σ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 273)Σ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 274) Σ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 275) Σ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 276) Σ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 277) Σ. Ο. του Σ., κατοίκου ..., 278) Σ. Β. του Λ., κατοίκου ..., 279) Σ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 280) Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 281) Σ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 282) Σ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 283) Σ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 284) Σ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 285) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 286) Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 287) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 288) Τ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 289) Τ. Ε. του Β., κατοίκου ..., 290) Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 291) Τ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 292) Τ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 293) Τ. Π. του Α., κατοίκου ..., 294) Τ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 295) Τ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 296) Τ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 297) Τ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 298) Τ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 299) Τ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 300) Τ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 301) Τ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 302) Τ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 303) Τ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 304) Τ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 305) Τ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 306) Τ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 307) Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., 308) Τ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 309) Τ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 310) Τ. Α. - Κ. του Χ., κατοίκου ..., 311) Τ. Π. του Η., κατοίκου .... 312) Τ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 313) Φ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 314) Φ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 315) Φ. Θ. του Λ., κατοίκου ..., 316) Φ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 317) Φ. Θ. του Λ., κατοίκου ..., 318) Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., 319) Φ. Α. του Α., κατοίκου ..., 320) Χ. K. του Ρ., κατοίκου ..., 321) Χ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 322) Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 323) Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 324) Χ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 325) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 326) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 327) Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 328) Χ. Τ. του Ρ., κατοίκου ..., 329) Χ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 330) Χ. Κ. τoυ Α., κατοίκου ..., 331) Χ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 332) Χ. Ε. του Σ., κατοίκου ... και 333) Ψ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την προφορικά ασκηθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 2547/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων και προσθέτων παρεμβάσεων, η 1195/2019 μη οριστική και 625/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεσή της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6- 2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 82 εδ. α' ΚΠολΔ, ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχτεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρέμβασής του, ενώ σύμφωνα με το εδ. γ' του ίδιου άρθρου, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε συνδυασμό με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, που ορίζει κατά ποίων απευθύνεται η αναίρεση, σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1088/2021), ο προσθέτως παρεμβάς, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.
Επομένως, η κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβαίνοντος, για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, άλλως δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 692/2023, ΑΠ 892/2020, ΑΠ 4/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριακόσιοι τριάντα τρεις (333) προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είχαν παρέμβει με απλή πρόσθετη παρέμβαση τόσο στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, υπέρ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή, διότι σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής η εργοδότριά τους δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει οικονομικά και θα κινδυνεύσουν άμεσα οι θέσεις εργασίας τους.
Όπως δε προκύπτει από τις με αριθμούς ....2024 και ....2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της από 1/6/2023 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τις 5/11/2024, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και αντίγραφο της με αριθ. πρωτ. 229 από 13/11/2024 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέα του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, νόμιμα και εμπρόθεσμα, προς την πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των προσθέτως παρεμβαινόντων Αικατερίνη Νικολαΐδου, που τους είχε εκπροσωπήσει στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 96 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, απαραδέκτως η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατ' αυτών, εφόσον όμως οι τελευταίοι κλήθηκαν νόμιμα, αλλά δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο (20/5/2025), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 1/6/2023 (αρ. έκθ. κατάθ. 1494/140/1.6.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 625/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν α) η από 23/9/2016 (αρ. έκθ. κατάθ. 2141/26.9.2016) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, β) η από 1/9/2015 (αρ. έκθ. κατάθ. 3689/4.11.2015) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, γ) η από 20/6/2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 2019/1817/21.6.2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης τριακοσίων τριάντα τριών (333) προσώπων, εργαζομένων αυτής, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές η έφεση της εναγομένης και η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση, εξαφανίστηκε η με αριθμό 2547/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς την εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία) και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση ως προς την τελευταία, απορρίφθηκε ως προς αυτήν η από 24/9/2013 (αρ. έκθ. κατάθ. 24146/30.9.2013) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1 , 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσείοντος στις 2/5/2023 (βλ. υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη) και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 1/6/2023.
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την από 24/9/2013 (αρ. έκθ. κατάθ. 24146/30.9.2013) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι προσελήφθη στις 22/7/2003, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρώτη εναγομένη, εταιρεία παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη), προκειμένου να εργαστεί ως γεωπόνος στο Τμήμα Ποιοτικού Ελέγχου της εταιρείας, από τον Ιανουάριο δε του έτους 2008 παρείχε τις υπηρεσίες του ως Υπεύθυνος Διαχείρισης Ποιότητας και Ποιοτικού Ελέγχου. Ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2008 έως 30/11/2012 του κατέβαλλε αμοιβές κατώτερες από τις συμφωνηθείσες και προβλεπόμενες από τις οικείες Επιχειρησιακές ΣΣΕ, ενώ από 1/12/2012 έως 30/3/2013 έπαυσε να καταβάλλει τις ως άνω οφειλόμενες αποδοχές του και στις 29/3/2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας σ' αυτόν μέρος της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να του οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για διαφορές μεταξύ οφειλομένων και καταβληθεισών αποδοχών χωρίς συνυπολογισμό προσαυξήσεων για τυχόν παρασχεθείσα πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία, δεδουλευμένες αποδοχές, διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας, μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας και υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης. Ότι η δεύτερη εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", υπό την ιδιότητά της ως μητρική της πρώτης εναγομένης, ασκούσα κυριαρχική επιρροή, χρησιμοποίησε καταχρηστικά τη νομική προσωπικότητα της πρώτης, προκειμένου να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης και να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και συγκεκριμένα η μορφή της κατάχρησης εκδηλώθηκε με την ανεπαρκή χρηματοδότηση (υποκεφαλαιοδότηση), τη σύγχυση των περιουσιακών στοιχείων τους και την απομείωση της περιουσίας της πρώτης, με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει την οικονομική ευχέρεια να του καταβάλει τα δεδουλευμένα. Ζητούσε δε, κατόπιν τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του εν μέρει σε αναγνωριστικό, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία και επικουρικά, εφόσον κριθεί ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και αντίστοιχα να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, ασκήθηκε προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) από τριακόσιους τριάντα τέσσερις (334) εργαζομένους της, με σχετική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2547/2015 απόφασή του κήρυξε τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς την πρώτη εναγομένη (ΑΓΝΟ Α.Ε.), λόγω κήρυξης αυτής σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπέρ αυτής ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, υποχρέωσε δε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το ποσό των 18.968,45 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το επιπλέον ποσό των 13.076,25 ευρώ, όλα δε τα επιδικασθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν η από 23/9/2016 (αρ. έκθ. κατάθ. 2141/26.9.2016) έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και η από 1/9/2015 (αρ. έκθ. κατάθ. 3689/4.11.2015) έφεση της δεύτερης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώ ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο η από 20/6/2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 2019/1817/21.6.2018) πρόσθετη παρέμβαση τριακοσίων τριάντα τριών (333) εκ των πρωτοδίκως 334 προσθέτως παρεμβάντων, εκδόθηκαν δε επ' αυτών: α) Η με αριθμό 1195/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και η πρόσθετη παρέμβαση και ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να καταστούν αμετάκλητες οι με αριθμό 2820/2018, 2821/2018 και 2822/2018 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, που είχαν εκδοθεί επί αγωγών ετέρων εργαζομένων της γαλακτοβιομηχανίας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και είχαν κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της τελευταίας, απορρίπτοντας τις σχετικές αγωγές, κατά των οποίων αποφάσεων είχαν ασκηθεί αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης, που απορρίφθηκαν στη συνέχεια με τις υπ' αριθ. 1088, 1089 και 1090 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. β) Η υπ' αριθ. 625/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις και η πρόσθετη παρέμβαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν η έφεση της δεύτερης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) και η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση ως προς την τελευταία, απορρίφθηκε ως προς αυτήν η αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΑΚ, να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα, σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στον χώρο και συνεχή στον χρόνο οντότητα. Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτήν. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι, συνεπώς, το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνο η δική του περιουσία, όχι δε και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα, η εταιρεία ως σύνολο εννόμων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 και 3 Σ. Επομένως, η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996, ΑΠ 1088/2021), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. αντιστοίχως άρθρα 4 παρ. 1 ν. 4548/2018, 41 παρ. 2 ν. 959/1979 και 43α παρ. 1 ν. 3190/1955, όπως η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 5 ν. 4541/2018), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά, επίσης, καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας, για να θωρακίσουν, με τα πλεονεκτήματα που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την παραπάνω έννοια, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή εκ μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα, κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται, ή αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτον (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξαιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται χρησιμοποιώντας ως παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης, προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή, κατ' άλλη έκφραση, η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία προς τους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή, αντιστρόφως, η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους προς την εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή τον βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές, με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς τον βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνο απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή τον βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, θα μπορούν να επικαλεστούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία προς τον βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από τον μέτοχο αυτόν ή εταίρο προς την εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, 1088/2021, 1355/2018).
Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτον. Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο προς τον σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.
Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν επαρκούν να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρείας, και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρεία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρείας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 34, 61, 62, 70, 200, 281, 288, 481, 926 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1, 3 του Συντάγματος. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "...Η πρώτη εναγόμενη και μη διάδικος στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." διατηρούσε εκμετάλλευση βιομηχανικής μονάδας παραγωγής και πώλησης εμφιαλωμένου γάλακτος, γαλακτοκομικών, τυροκομικών και άλλων προϊόντων διατροφής, καθώς επίσης και διάφορων ειδών παγωτών και, στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, είχε συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η ως άνω εργοδότρια εταιρεία του ενάγοντος, άρχισε τη δραστηριότητά της κατά το έτος 1950 ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με αντικείμενό της την ίδρυση και λειτουργία εργοστασίων επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων γάλακτος, κτηνοτροφικών και λοιπών προϊόντων, καθώς επίσης και την αγορά, επεξεργασία και διάθεση αυτών στα μέλη της και τρίτους και με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Γαλακτοκομικών και Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης ο Άγιος Μόδεστος - Βιομηχανία Γάλακτος ΑΓΝΟ Συν.Π.Ε." και συνοπτικά "ΕΑ.Σ.Θ. ΑΓΝΟ ΣΥΝ.Π.Ε.". Μετά από αίτηση της τότε υφιστάμενης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Α.Ε.", ως προνομιούχου πιστώτριας της ως άνω συνεταιριστικής οργάνωσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3386/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η παραπάνω συνεταιριστική οργάνωση τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46α του Ν. 1882/1990, και ειδική εκκαθαρίστρια αυτής διορίστηκε η ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, η οποία στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης προέβη στη διακήρυξη δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την πώληση ως συνόλου του ενεργητικού της ως άνω συνεταιριστικής οργάνωσης. Στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε πλειοδότρια η ως άνω τραπεζική εταιρεία και επιτεύχθηκε τίμημα 33.000.000 000 δραχμών, το οποίο επρόκειτο να καταβληθεί άμεσα σε μετρητά από την πλειοδότρια ή από υφιστάμενη ή μέλλουσα να ιδρυθεί εταιρεία, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας θα συμμετείχε η πλειοδότρια κατά πλειοψηφία και για τον λόγο αυτό, στις 28.7.2000, η "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", από κοινού με την ανώνυμη εταιρεία του ομίλου της με την επωνυμία "Αγροτική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρεία", ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΝΟ", δυνάμει του υπ' αριθ. ....2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. Το μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω εταιρείας, η οποία είχε παρόμοιο σκοπό με αυτόν του ως άνω συνεταιρισμού, ορίστηκε στο ποσό των 25.000.000.000 δραχμών και συμφωνήθηκε να καλυφθεί κατά ποσό 24.900.000.000 δραχμών, δηλαδή σε ποσοστό 99,60 %, από την τραπεζική εταιρεία "ΑΤΕ Α.Ε." και κατά ποσό 100.000.000 δραχμών, δηλαδή κατά ποσοστό 0,40 %, από την εταιρεία "Αγροτική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρεία", ενώ τελικά 3.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστη, από το σύνολο των 25.000.000 μετοχών της συσταθείσας εταιρείας, μεταβιβάστηκαν από την "ΑΤΕ Α.Ε." στον Γαλακτοκομικό Συνεταιρισμό Αγίου Αθανασίου, ο οποίος κατέστη μέτοχος της παραπάνω εταιρείας, με συνέπεια το τελικό ποσοστό συμμετοχής της "ΑΤΕ Α.Ε." στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας να ανέλθει σε 99,588 %. Μετά την έγκριση του καταστατικού της και τη λήψη άδειας ίδρυσης και λειτουργίας με την υπ' αριθ. ....2000 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που νόμιμα καταχωρίστηκε στο Μ.Α.Ε. της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 8071/31.8.2000 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), καταρτίστηκε η υπ' αριθ. 805/28.9.2001 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 8.551.000.000 δραχμών, μεταξύ της νεοσυσταθείσας εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και της "ΑΤΕ Α.Ε.", καθώς επίσης και σύμβαση μεταβίβασης όλου του ενεργητικού του ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ε.Α.Σ.Θ. ΑΓΝΟ ΣΥΝ.Π.Ε." προς την "ΑΓΝΟ A.Ε." αντί του προαναφερόμενου τιμήματος των 33.000.000.000 δραχμών. Κατόπιν των ανωτέρω, η τραπεζική εταιρεία "ΑΤΕ Α.Ε." απέκτησε τόσο την ιδιότητα της βασικής μετόχου, όσο και την ιδιότητα της δανείστριας της νεοσυσταθείσας εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." η οποία, βάσει σχετικών όρων της ανωτέρω σύμβασης δανείου, ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί το σύνολο των τραπεζικών εργασιών της μέσω της τραπεζικής εταιρείας "ΑΤΕ Α.Ε." και εκχώρησε στην ως άνω δανείστρια το σύνολο των εσόδων της προς τον σκοπό της αποπληρωμής των δόσεων του δανείου. Ακολούθως, η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." άρχισε να λειτουργεί με το ίδιο εργατικό και υπαλληλικό προσωπικό και με το ίδιο ενεργητικό που προηγουμένως διέθετε ο ως άνω συνεταιρισμός, πλην όμως κατά τα έτη 2001 και 2002 εμφάνισε σημαντικές ζημίες, γεγονός που οδήγησε τη διοίκηση του βασικού μετόχου της στην απόφαση να πωλήσει σε τρίτους τις μετοχές της. Στις 29.5.2003 και μετά από δύο άκαρπους δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, η εταιρεία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, εξαγόρασε από την ως άνω τραπεζική εταιρεία, καθώς επίσης και από την εταιρεία "Αγροτική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρεία", ποσοστό 99,99 % των μετοχών της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." αντί καταβληθέντος τιμήματος 12.250.000 ευρώ και έκτοτε οι ως άνω εταιρείες ανήκουν σε ενιαίο Όμιλο Εταιρειών, χωρίς όμως η μορφή αυτή σύνδεσης να δημιουργεί ουσιαστικό δίκαιο συνδεδεμένων επιχειρήσεων, αφού η ισχύς της περιορίζεται μόνο στο δίκαιο της λογιστικής των ανωνύμων εταιρειών, αλλά να θέτει ζήτημα διαμόρφωσης της ευθύνης της εξουσιάζουσας εταιρείας υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 39 παρ. 3 του Ν. 2238/1994, σύμφωνα με την οποία συνδεδεμένες επιχειρήσεις θεωρούνται εκείνες που συνδέονται με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής της μιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ίδιων προσώπων στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων. Ωστόσο, η αγοράστρια εταιρεία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." δεν είχε τη δυνατότητα επιλογής του τύπου της κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση, μέσω αυτής, επιχειρηματικής δραστηριότητας από την εξαγορασθείσα εταιρεία, ώστε η τελευταία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αγοράστριας εταιρείας και να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, αφού η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." είχε ήδη συσταθεί κατά τον χρόνο της ανωτέρω αγοράς της. Επιπλέον, με την από 29.5.2003 σύμβαση συμφωνήθηκε, αφενός μεν ότι ο αγοραστής των μετοχών θα προέβαινε σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ως νέος κυρίαρχος μέτοχος της εταιρείας, προκειμένου να πωληθούν και ορισμένα ακόμη από τα ακίνητα της εταιρείας στην πωλήτρια τραπεζική εταιρεία έναντι προκαθορισμένου τιμήματος, αφετέρου δε ότι η πωλήτρια τραπεζική εταιρεία θα χορηγούσε δάνειο, ποσού 10.000.000 ευρώ, στην εταιρία "ΑΓΝΟ Α.Ε.", με εξαετή διάρκεια αποπληρωμής, διετή χαριστική περίοδο τόκων και κεφαλαιοποίηση των τόκων της περιόδου χάριτος, για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας της παραπάνω εταιρείας Το παραπάνω δάνειο χορηγήθηκε με την υπ' αριθ. 691/25.6.2003 σύμβαση δανείου, ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας η αναδιάρθρωση των χρεών της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." με την παραχώρηση "ενεχύρου" επί όλων των υφιστάμενων και μελλοντικών σημάτων της εταιρείας με τη λέξη "ΑΓΝΟ" ή "ΑGΝΟ" και η αγοράστρια των μετοχών ανέλαβε την υποχρέωση να πράξει ο,τιδήποτε ήταν αναγκαίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας το αργότερο έως τις 30.6.2005 και κατά το ποσό των 12.000.000 ευρώ, ώστε αυτή να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις οικονομικές υποχρεώσεις της.
Συνεπώς, η χορήγηση του ανωτέρω δανείου εντασσόταν στον χρηματοδοτικό σχεδιασμό της εταιρείας, για τον οποίο δεν τυγχάνουν εφαρμοστέοι οι κανόνες της υποκεφαλαιοδότησης, και περαιτέρω το δάνειο αυτό αφενός μεν προβλεπόταν από τη σύμβαση εξαγοράς της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", γεγονός που αποκρούει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., αφετέρου δε ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού της ανωτέρω εταιρείας, χωρίς να μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιστατικό πραγματικής υποκεφαλαιοδότησης και χρησιμοποίησης της νομικής προσωπικότητας της ανωτέρω εταιρείας από την αγοράστρια εταιρεία με σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου ή τη δόλια αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων από την τελευταία, ώστε να δικαιολογείται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.".
Εξάλλου, όπως έγινε ήδη δεκτό με προηγούμενες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου, η ως άνω σύμβαση δανείου λειτουργικά προσιδιάζει προς κεφάλαιο το οποίο αντισταθμίζει τη διαφαινόμενη σαθρή κεφαλαιακή δομή της χρηματοδοτούμενης εταιρείας, αφού η τελευταία χρηματοδοτήθηκε με ποσό που ήταν εμφανώς αναγκαίο κατά την έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, με σκοπό την ενδυνάμωση της κεφαλαιουχικής δομής της, για να ικανοποιήσει τις μεσοπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες της, ενώ το δάνειο αυτό δεν υπόκειτο σε επιχειρηματικό κίνδυνο, καθόσον δεν χορηγήθηκε σε περίοδο πιστοληπτικής αφερεγγυότητας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και υπό το πρίσμα αυτό δεν αποτελεί και ζήτημα κύρωσης, λόγω επίδειξης μιας επίμεμπτης εταιρικής συμπεριφοράς, της βασικής μετόχου και, επομένως, υπήρξε συμμόρφωση της μητρικής εταιρείας, ως προς το ζήτημα του παραμερισμού της νομικής προσωπικότητας, με δύο κυρίως προϋποθέσεις: α) οι επιβαλλόμενες για την επιχείρηση εταιρικές διατυπώσεις τηρήθηκαν και β) η επιχείρηση στηριζόταν σε επαρκή οικονομική βάση. Ενόψει των ανωτέρω, δεν προκύπτει, κατά τον χρόνο σύστασης του πιο πάνω ομίλου εταιρειών, ανεπαρκής χρηματοδότηση της θυγατρικής εταιρείας "ΑΓΝΟ A.Ε.", η οποία τίθεται ως κριτήριο επιβολής "προσωπικής" ευθύνης της εταίρου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, σε τέτοιο βαθμό ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής εξάρτησης, ενώ, επιπλέον, δεν προέκυψαν περιστατικά που καταδεικνύουν βούληση της εταιρείας "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." για χρησιμοποίηση της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Ειδικότερα, αν και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." ήταν καλή κατά τον χρόνο (2003) της προαναφερόμενης εξαγοράς της, εντούτοις με την πάροδο του χρόνου επιδεινώθηκε, δεδομένου ότι ουδέποτε εμφάνισε κερδοφορία παρά τον μεγάλο κύκλο εργασιών της, γεγονός που την οδήγησε, από το μήνα Αύγουστο του έτους 2012, σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της έναντι των γαλακτοπαραγωγών που αποτελούσαν τους προμηθευτές της σε πρώτη ύλη, ενώ παράλληλα άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των μισθών προς τους εργαζομένους της. Για την αντιμετώπιση της ως άνω δυσμενούς κατάστασης και ενώ οι οφειλές της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." προς τη μητρική εταιρεία και κυρίαρχη μέτοχό της είχαν ανέλθει στο ποσό των 13.561.933,38 ευρώ, οι εναγόμενες υπέβαλαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. κατάθεσης 37053/27.12.2012 αίτηση περί υπαγωγής της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." στη ρύθμιση του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα (αίτηση εξυγίανσης), επί της οποίας εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η με αριθ. 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι: "η εταιρεία κατά το τελευταίο πριν τη συζήτηση της αίτησης χρονικό διάστημα τελούσε σε ιδιότυπη κατάσταση παύσης πληρωμών, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τις περιστάσεις και να υπαγορεύεται από τις ανάγκες της ίδιας, προκειμένου να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα και τα συμφέροντα της εναγόμενης κύριας μετόχου της, έβρισκε νέους προμηθευτές γάλακτος, προέβαινε σε πληρωμές τρεχόντων χρεών στους προμηθευτές ειδών συσκευασίας και καυσίμων, καθώς και σε μερικές καταβολές έναντι των δεδουλευμένων των εργαζομένων σε αυτή, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της παραγωγικής της δραστηριότητας, ενώ πάγωνε τις οφειλές παρελθόντων ετών προς προμηθευτές και τρίτους και, τελικά, ότι η εταιρεία χρησιμοποιούσε τη διαδικασία εξυγίανσης ως μοχλό πίεσης έναντι των πιστωτών της, εμφανίζοντας εκ προοιμίου δεδομένη τη σύμπραξη στη συμφωνία εξυγίανσης της μοναδικής ενέγγυας πιστώτριάς της ΑΤΕ, αλλά και της κυριότερης ανέγγυας πιστώτριας της εναγομένης, οι οποίες της διασφαλίζουν εν δυνάμει την απαιτούμενη εκ του νόμου πλειοψηφία για την υλοποίηση συμφωνίας εξυγίανσης με περιορισμό των οφειλών προς τους λοιπούς ανέγγυους προμηθευτές και τρίτους κατά 85%". Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε και με την υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 16.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης 15898/2014 αίτηση, με την οποία ζήτησε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης.
Επί της παραπάνω αίτησης εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθ. 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίσθηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 27.10.2012, εφόσον έγινε δεκτό ότι η εταιρεία από τα τέλη Αυγούστου του έτους 2012 δεν είχε οικονομική ρευστότητα, είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά χρέη της, δηλαδή σε κατάσταση παύσης πληρωμών, με αποτέλεσμα να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπορική πίστη της, ενώ από 10.3.2013 είχε παύσει την παραγωγική δραστηριότητά της.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στοιχεία που καταδεικνύουν την επικαλούμενη καταχρηστική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης προς τον σκοπό καταστρατήγησης του εταιρικού θεσμού της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, αποτελούν η σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιρειών, κατά τρόπο ώστε να λειτουργούν προς εξυπηρέτηση των εκάστοτε συμφερόντων της δεύτερης εναγομένης, εφόσον αμφότερες οι εταιρείες εμφανίζονταν στους τρίτους να συναλλάσσονται ως όμιλος της δεύτερης εναγομένης, διατηρούσαν ενιαία εμπορική διεύθυνση και ενιαίο τμήμα προμηθειών, ενώ η μεταφορά και διανομή των προϊόντων της δεύτερης εναγομένης πραγματοποιούνταν μέσω του δικτύου που διέθετε η πρώτη εναγόμενη. Ωστόσο, οι πιο πάνω ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, επειδή αποδεικνύεται ότι μετά την προαναφερόμενη εξαγορά της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." οι εταιρείες εξακολούθησαν να λειτουργούν αυτόνομα, αλλά συνεργαζόμενες, ως εταιρείες του ίδιου ομίλου, με τη δεύτερη εναγόμενη να ασκεί κυριαρχική επιρροή (άρθρο 42ε' παρ. 5 του Ν. 2190/1920), ενώ η θυγατρική εταιρεία τελούσε σε διοικητική και περιουσιακή εξάρτηση από τη μητρική εταιρεία, χωρίς όμως να ταυτίζεται με την τελευταία, αλλά στο πλαίσιο του ομίλου στον οποίο λειτουργούσαν αμφότερες οι εταιρίες, εκάστη αυτών και διατηρούσε νομική και περιουσιακή αυτοτέλεια και υπεγγυότητα έναντι των πιστωτών της. Ειδικότερα, βάσει του τυπικού κριτηρίου που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, σκοπός της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." ήταν: α) Η παραγωγή, αγορά, εκμετάλλευση και διάθεση γαλακτοκομικών, κτηνοτροφικών και αγροτικών γενικά προϊόντων, β) η βιομηχανική επεξεργασία και διάθεση στην αγορά γάλακτος και των παραγώγων αυτού, καθώς και συναφών ή παρεμφερών προϊόντων, γ) η παραγωγή και εμπορία παγωτών, χυμών φρούτων και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, δ) η εκτροφή, παραγωγή και εμπορία ζώων, ε) η εισαγωγή και εξαγωγή των παραπάνω προϊόντων και η αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού σχετικά με τα προϊόντα αυτά και στ) η άσκηση κάθε άλλης δραστηριότητας ή επιχείρησης επωφελούς για τον παραπάνω σκοπό της εταιρείας ή την αύξηση της περιουσίας της. Καταστατικός σκοπός της δεύτερης εναγομένης εταιρείας υπό την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." είναι η βιομηχανική επεξεργασία και εμπορία γάλακτος, των παραγώγων, συναφών ή παρεμφερών ειδών αυτού, η παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων, καθώς και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, η αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού, που παράγουν ή εμπορεύονται τα παραπάνω, η παραγωγή γάλακτος πρωτογενώς, αλλά και η παραγωγή άλλων προϊόντων του πρωτογενούς τομέα. Τα εμπορικά σήματα που χρησιμοποιούσαν ως ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα οι ως άνω εταιρείες εξατομικεύονταν και διακρίνονταν ονομαστικά για καθεμία από αυτές και ήταν δηλωτικά της επωνυμίας τους, καθόσον η πρώτη εξ αυτών χρησιμοποιούσε το σήμα "ΑΓΝΟ" και η δεύτερη το σήμα "Κ.".
Περαιτέρω, καθεμία από τις εν λόγω εταιρείες διέθετε δικές της εγκαταστάσεις και εξοπλισμό και, πιο συγκεκριμένα, η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." διατηρούσε εγκαταστάσεις στον Λαγκαδά Ν. Θεσσαλονίκης, σε ιδιόκτητο οικόπεδο, ενώ η έτερη εταιρεία διατηρεί εγκαταστάσεις στον Λινότοπο Ν. Κιλκίς και η καθεμία λειτουργούσε με το δικό της προσωπικό και δίκτυο διανομής προϊόντων, έχοντας τη δική της οικονομική, λογιστική και διοικητική οργάνωση. Η νομική εκπροσώπηση των δύο εταιρειών υπήρξε κοινή, καθόσον ο Ν. Κ. του Δ. είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου σε αμφότερες τις εταιρείες. Πιο συγκεκριμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." αποτελούνταν από τους Ν. Κ. του Δ., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την Α. Κ. του Δ., ως Αντιπρόεδρο, και τους Μ. Κ. του Ν., Κ. Δ. του Α. και Χ. Κ. του Γ., ως μέλη του. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." αποτελούνταν από τον ως άνω Ν. Κ., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τον Η. Κ. του Δ., ως Α' Αντιπρόεδρο, την Α. Κ. του Δ., ως Β' Αντιπρόεδρο, και τις Φ. Κ. του Ν. και Μ. Κ. του Ν., ως μέλη. Από το έτος 2009 και έως τις 31.12.2014 συμμετείχαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και δύο εργαζόμενοι της εταιρείας, ο Κ. Δ., που ήταν επιφορτισμένος με την οικονομική διεύθυνση, και ο Χ. Κ., ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την εκπροσώπηση της εταιρείας έναντι όλων των αρχών και δικαστηρίων για θέματα παραγωγής, καθώς επίσης και την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής των περιβαλλοντολογικών όρων στη λειτουργία της επιχείρησης από τις 9.10.2009, οπότε και εισήλθε στο Διοικητικό Συμβούλιο. Μετά την προαναφερόμενη εξαγορά, οι δύο εταιρείες διαχώρισαν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους και, ειδικότερα, η δεύτερη εναγόμενη σταμάτησε την παραγωγή γιαούρτης και μετέφερε όλο τον μηχανολογικό εξοπλισμό παραγωγής, που διέθετε, στην εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε.", η οποία εξακολούθησε να παράγει μόνο γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ η δεύτερη εναγόμενη παρήγαγε έκτοτε μόνο τυροκομικά προϊόντα. Περαιτέρω, η νέα διοίκηση της εταιρίας "ΑΓΝΟ Α.Ε." προχώρησε άμεσα σε αναδιοργάνωση της επιχείρησης, αναβαθμίζοντας την ποιότητα αγοράς γάλακτος με βελτιωμένους ελέγχους και συστηματική παρακολούθηση των παραγωγών, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, ενώ στη διάρκεια των ετών 2004 - 2011 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις ύψους 33.742.518,55 ευρώ. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε αντικατάσταση του μεγαλύτερου αριθμού των φορτηγών διανομής, αφού τα αυτοκίνητα-ψυγεία που χρησιμοποιούσε η "ΑΓΝΟ Α.Ε." έως την ανωτέρω εξαγορά της ήταν απαρχαιωμένα, κατεστραμμένα και αδυνατούσαν να διατηρήσουν την ψύξη που ήταν αναγκαία για τη διακίνηση των προϊόντων. Παράλληλα, επεκτάθηκε το δίκτυο διανομής και διάθεσης των προϊόντων σε όλη την Ελλάδα, καθόσον τα δρομολόγια διανομής αυξήθηκαν, από 50 περίπου, σε 156, ενώ σε σχέση με το εργατικό δυναμικό εφαρμόστηκε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, συνολικού κόστους 10.000.000 ευρώ, βάσει του οποίου αποχώρησε το υπεράριθμο προσωπικό, στο οποίο χορηγήθηκαν αποζημιώσεις αποχώρησης μεγαλύτερες από τις νόμιμες και έτσι μειώθηκε το σχετικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, αφού οι εργαζόμενοι από 441 περιορίστηκαν σε 296. Με τον ως άνω διαχωρισμό των λειτουργιών των δύο εταιρειών στον τομέα της παραγωγής των προϊόντων, επιτεύχθηκαν αφενός μεν η εξειδίκευση της κάθε εταιρείας σε έναν τομέα, αφετέρου δε η αύξηση της παραγωγικότητας της κάθε εταιρείας και, συνακόλουθα, η επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το έτος 2012 η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." απασχολούσε προσωπικό 376 ατόμων και διέθετε μεγάλο δίκτυο συνεργατών, ανά την επικράτεια, για τη διανομή των προϊόντων της. Ωστόσο, για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων και προς τον σκοπό μείωσης του κόστους λειτουργίας αμφοτέρων των εταιρειών, πραγματοποιήθηκε λειτουργική συνδιάρθρωση, αλλά όχι ταύτιση, των δύο εταιρειών στα τμήματα διανομής και προμηθειών, καθόσον έγινε προσαρμογή τους στις ανάγκες προμήθειας, διάθεσης και προώθησης των προϊόντων τους, με συνέπεια: α) οι συμφωνίες, ιδίως με τις αλυσίδες των σούπερ μάρκετ (όπου διοχετευόταν ο κύριος όγκος των προϊόντων και των δύο εταιρειών) ή με τους προμηθευτές, να γίνονται από το ίδιο πρόσωπο, την περιφερειακή διευθύντρια Δυτ. Μακεδονίας, Δυτ. Ελλάδας και Πελοποννήσου της δεύτερης εναγομένης, Φ. Τ., πρακτική που συνηθίζεται στους ομίλους εταιρειών, β) οι υπάλληλοι της μιας εταιρείας, που μετέβαιναν σε τόπο όπου υπήρχαν κοινοί πελάτες αμφότερων των εταιρειών, εξυπηρετούσαν και τις δύο εταιρείες κατά την είσπραξη των απαιτήσεων ή την επιστροφή αδιάθετων προϊόντων, αν και το μέρος αυτό αποτελούσε ελάχιστο ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών των δύο εταιρειών, δεδομένου ότι οι εισπράξεις που πραγματοποιούσαν οι υπάλληλοι της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." για λογαριασμό της "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." αποτυπώνονται σε μόλις 400 αποδείξεις επί συνόλου 344.379 αποδείξεων και τα δελτία επιστροφών που παρέλαβαν οι υπάλληλοι της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." για λογαριασμό της "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." αποτυπώνονται σε μόλις 200 παραστατικά επί συνόλου 74.845 τεμαχίων. Ωστόσο, παρά τα κοινά συμφέροντα αμφότερων των εταιρειών και τα προαναφερόμενα περιστατικά κοινής εμπορικής πολιτικής, που αποτελούν συνηθισμένες και μη παθολογικές εκφάνσεις του φαινομένου των συνδεδεμένων εταιρειών και τα οποία δεν κάμπτουν τον θεσμό της νομικής προσωπικότητας, η οικονομική πολιτική της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." κατευθυνόταν κατά κύριο λόγο στην εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Εξαίρεση αποτελούσαν οι ενδοομιλικές συναλλαγές στα τμήματα διανομής και προμηθειών, για τις οποίες αμφότερες οι εταιρείες τηρούσαν τις προβλεπόμενες διατυπώσεις της φορολογικής νομοθεσίας, υποβάλλοντας στις αρμόδιες φορολογικές αρχές σχετικό φάκελο τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων 3728/2012, 2238/1994, 4110/2013 και την υπουργική απόφαση ....2008, όπως ισχύουν σήμερα, που προσδιορίζουν τους όρους τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών συναλλαγών, σε συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές του Ο.Ο.Σ.Α. και το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2006/C176/1 για την αντιμετώπιση του λεγόμενου "transferpricing".
Εξάλλου, οι δύο εταιρείες δεν έπαυσαν να εμφανίζονται προς τους τρίτους ως χωριστά νομικά πρόσωπα, αλλά και να αποτελούν πράγματι διαφορετικά νομικά πρόσωπα, εφόσον: α) Η καθεμία από αυτές είχε δικό της οργανόγραμμα, που περιλάμβανε τμήματα που ξεκινούσαν από τη συλλογή γάλακτος, την παραγωγή των προϊόντων, το δίκτυο διανομής και διάθεσης και τις αυτοτελείς διοικητικές υπηρεσίες, διέθετε δικό της λογιστικό σύστημα και λογισμικό πρόγραμμα παρακολούθησης των συναλλαγών που πραγματοποιούσαν και προετοίμαζαν, και δημοσίευαν ξεχωριστές οικονομικές καταστάσεις. β) Κάθε εταιρεία διέθετε τον δικό της πάγιο εξοπλισμό, που παρακολουθούνταν στο μητρώο παγίων καθεμίας εταιρείας, δικά της αποθέματα, που παρακολουθούνταν στο ισοζύγιο αποθήκης της κάθε εταιρείας, και απαιτήσεις από πελάτες και γραμμάτια και επιταγές εισπρακτέα, που παρακολουθούνταν διακεκριμένα και αναλυτικά σε ισοζύγια πελατών και ληξάρια αξιογράφων σε κάθε εταιρεία. γ) Υπήρχε διακριτή για κάθε εταιρεία καταχώριση και παρουσίαση των υποχρεώσεών της στο ισοζύγιο γενικής λογιστικής και στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις. δ) Η έμμεση χρηματοδότηση της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." από τη δεύτερη εναγόμενη, δια της πληρωμής προκαταβολών για μελλοντικές αγορές προϊόντων και της παροχής πίστωσης μακράς διαρκείας στην "ΑΓΝΟ Α.Ε.", πραγματοποιήθηκε με πραγματικές συναλλαγές για τις οποίες μάλιστα οι φορολογικές αρχές καταλόγισαν τέλη χαρτοσήμου, κρίνοντας ότι συνιστούσαν περίπτωση δανειοδότησης της θυγατρικής από τη μητρική εταιρεία, γεγονός απολύτως συνηθισμένο στις σχέσεις μεταξύ θυγατρικών και μητρικών εταιρειών. ε) Η οργανωτική δομή των δύο εταιρειών ήταν εντελώς διαφορετική και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποκλειστική άσκηση της διοίκησης της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, η οποία συμμετείχε, όπως ήδη εκτέθηκε, εν μέρει στη διοίκηση της θυγατρικής της εταιρείας, προς τον σκοπό της καλύτερης άσκησης της καθημερινής επιχειρηματικής δραστηριότητάς της. στ) Καθεμία από τις εταιρείες διέθετε δικό της προσωπικό. ζ) Κάθε εταιρεία διέθετε ξεχωριστή περιουσία, διακρινόμενη από την περιουσία της άλλης εταιρείας, στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από την προαναφερόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", η οποία θα ήταν άνευ σημασίας, αν οι ως άνω εταιρίες είχαν κοινή περιουσία. Ενόψει των ανωτέρω, υπήρχε αυτοτέλεια των δύο εταιρειών, που λειτούργησε προς όφελος αμφοτέρων, με την εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." να επωφελείται περισσότερο από τη μη συνένωσή τους σε ενιαίο νομικό πρόσωπο, επειδή η χρηματοδότησή της μετά την ανωτέρω εξαγορά της θα ήταν σαφώς μικρότερη και σε κάθε περίπτωση θα αφορούσε σε ένα ενιαίο νομικό πρόσωπο. Ακολούθως, ο ισχυρισμός περί υποχρηματοδότησης της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." από τη δεύτερη εναγόμενη τυγχάνει επίσης κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος εφόσον καταρρίπτεται: α) Από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη κατέβαλε συνολικά το ποσό των 12.000.000 ευρώ σε τρεις ισόποσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν των από 24.6.2006, από 8.1.2009 και 30.6.2011 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, εκάστη των οποίων αφορούσε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 4.000.000 ευρώ, προς τον σκοπό ενίσχυσης της ρευστότητας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.". β) Από το ότι η δεύτερη εναγόμενη παρείχε στην εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε.", κατά μέσο όρο και σε ετήσια βάση, ανοικτή πίστωση υπό τη μορφή της προκαταβολής τιμήματος για μελλοντική αγορά προϊόντων, που κυμαινόταν μεταξύ των 7.000.000 έως 10.000.000 ευρώ. γ) Από το ότι η δεύτερη εναγόμενη πωλούσε τα προϊόντα της στην εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." με κέρδος 2,11 % και αγόραζε τα προϊόντα της "ΑΓΝΟ Α.Ε." με κέρδος για την τελευταία 7,72 % καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 2003 έως το 2012, με συνέπεια το αντίστοιχο τίμημα των πωλήσεων να μην είναι αδικαιολογήτως ανώτερο ή κατώτερο από εκείνο που θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν οι αντίστοιχες συμβάσεις είχαν συναφθεί με άλλα πρόσωπα κατά τις κρατούσες στην αγορά συνθήκες. δ) Από το γεγονός του υπερδιπλασιασμού του κύκλου εργασιών της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", ο οποίος ανήλθε από το ποσό των 33.000.000 ευρώ κατά το έτος 2003 στο ποσό των 87.000.000 ευρώ περίπου κατά το έτος 2011, ενώ οι ζημίες περιορίστηκαν από το ποσό των 14.000.000 ευρώ το έτος 2002 στο ποσό του 1.000.000 ευρώ το έτος 2009. Ωστόσο, από το τέλος του έτους 2012 περίπου και μετέπειτα και εξαιτίας της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις εμφάνισαν προβλήματα ρευστότητας λόγω του σημαντικού περιορισμού ή και παύσης της δανειοδότησής τους από τις τράπεζες, γεγονός που επηρέασε και τη δεύτερη εναγόμενη, που δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει την οικονομική στήριξη της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", η οποία κατά το έτος 2012 εμφάνισε ζημίες ύψους 6.207.000 ευρώ και σημαντικά προβλήματα ρευστότητας, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, εφόσον η χρηματοδότησή της από τις τράπεζες είχε αποκλειστεί ήδη από τον χρόνο της προαναφερόμενης εξαγοράς της, λόγω της επισφαλούς οικονομικής κατάστασης της, αλλά και επειδή είχε αντλήσει το σύνολο της χρηματοδότησης από την "ΑΤΕ Α.Ε.". Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον η δεύτερη εναγόμενη αδυνατούσε να συνεχίσει την οικονομική στήριξη της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", η προσπάθεια υπαγωγής της τελευταίας στη διαδικασία εξυγίανσης της διάταξης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, δια της υποβολής της προαναφερόμενης αίτησης, και στη συνέχεια η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης αποτελούσαν τη μοναδική επιλογή. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η διατήρηση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των ως άνω εταιρειών αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων και των δύο εταιρειών, με την εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." να εμφανίζεται ως περισσότερο ωφελημένη, εφόσον μετά τον προαναφερόμενο διαχωρισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους η "ΑΓΝΟ Α.Ε.", με την οικονομική ενίσχυση της δεύτερης εναγομένης, εξακολούθησε επί αρκετά έτη τη λειτουργία της, διατηρώντας επαρκές εταιρικό κεφάλαιο, χωρίς παράλληλα να μεταφερθούν περιουσιακά στοιχεία της σε τρίτους, εκτός: α) Από 18 φορτηγά αυτοκίνητά της, που αγόρασε η δεύτερη εναγόμενη στις αρχές Δεκεμβρίου 2012, με τίμημα 386.220 ευρώ, το οποίο ήταν μεγαλύτερο της τρέχουσας εμπορικής αξίας τους, δεδομένου ότι η αξία κτήσης τους, κατά την αποπληρωμή της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, βάσει της οποίας είχαν αποκτηθεί από την εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε.", ανερχόταν στο ποσό των 114.384,57 ευρώ και β) την παραχώρηση προς τη δεύτερη εναγόμενη της άδειας χρήσης του εμπορικού σήματος της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", η οποία όμως δεν ήταν αποκλειστική και, ως εκ τούτου, επέτρεπε στην παραπάνω εταιρεία να εξακολουθήσει τη χρήση του ή να την παραχωρήσει έναντι ανταλλάγματος σε τρίτους, μολονότι η αξία χρήσης του ήταν πλέον μειωμένη εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής της κατάστασης, που οδήγησε μετά από λίγο καιρό στην πτώχευσή της. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι επήλθε ταύτιση μεταξύ της περιουσίας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και της περιουσίας της δεύτερης εναγομένης, αφού τα πάγια στοιχεία της κάθε εταιρείας ήταν διαφορετικά, με την αξία αυτών, βάσει των σχετικών ισολογισμών, να ανέρχεται για τη δεύτερη εναγόμενη σε 25.834.067,10 ευρώ για το έτος 2010, σε 23.696.967,42 ευρώ για το έτος 2011, σε 20.384.204,56 ευρώ για το έτος 2012, σε 19.249.974,35 ευρώ για το έτος 2013 και σε 18.956.673,97 ευρώ για το έτος 2014, ενώ για την εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." ανήλθε σε 35.928.93,64 ευρώ για το έτος 2010, σε 33.502.939,15 ευρώ για το έτος 2011, σε 30.227.899,51 ευρώ για το έτος 2012, σε 27.230.780,71 ευρώ για το έτος 2013 και σε 27.230.780,70 ευρώ για το έτος 2014. Εξαίρεση αποτελεί ένα ακίνητο, εμβαδού 112.161 τ.μ., που βρίσκεται στον Άγιο Μάμα Ν. Χαλκιδικής και το οποίο ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος των παραπάνω εταιρειών, Ν. Κ., ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράσει με προσύμφωνο, λαμβάνοντας για τον σκοπό αυτό το ποσό των 5.000.000 ευρώ από το ταμείο της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", χωρίς όμως να προβεί τελικά στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου, αλλά και χωρίς να υφίσταται εύλογη διασφάλιση για την ύπαρξη και την ορθή αποτίμηση της αξίας του, πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, όπως ήδη κρίθηκε με προηγούμενες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου (βλ. ΕφΘεσ. 1796/2022, ΕφΘεσ. 1758/2022, ΕφΘεσ. 876/2022 αδημ. προσκομιζόμενες). Πιο συγκεκριμένα, το προαναφερόμενο ακίνητο αγοράστηκε από τον ως άνω Ν. Κ. κατά ποσοστό 70 % το έτος 1997 και κατά ποσοστό 30% το έτος 2000 δυνάμει των υπ' αριθ. ..., ... και ... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β. - Κ., που μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Με το υπ' αριθμό .../2004 προσύμφωνο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, ο Ν. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." ποσοστό 60% του ανωτέρω ακινήτου αντί τιμήματος 5.064.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, ενώ παρασχέθηκε στην εκ προσυμφώνου αγοράστρια το δικαίωμα κατάρτισης της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση. Το υπόλοιπο ποσοστό 40 % του ακινήτου εισφέρθηκε στη δεύτερη εναγόμενη για την απόκτηση μετοχών της, αντίστοιχης αξίας, από τον Ν. Κ. Η αξία ολοκλήρου του ακινήτου εκτιμήθηκε από την επιτροπή του άρθρου 9 του Ν. 2190/1920 στο ποσό των 10.000.000 ευρώ. Με τις υπ' αριθ. 4765/2007, 10965/2010, 1996/2010 και 3291/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο πιο πάνω ακίνητο, υπέρ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕFG Εurobank Εργασίας Α.Ε.", συνολικού ύψους 9.800.000 ευρώ, για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της δεύτερης εναγομένης, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο Ν. Κ. Στη συνέχεια επήλθε άρση των βαρών αυτών λόγω εξόφλησης των απαιτήσεων, για την εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους και παρέμειναν τελικά προσημειώσεις ύψους 2.800.000 ευρώ, που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοίχιση με το ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου που κατέχει η δεύτερη εναγόμενη και καλύπτονται πλήρως από την αξία του εν λόγω ποσοστού, ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εταιρεία "ΑΓΝΟ Α.Ε." ουδέποτε έκανε χρήση του δικαιώματος κατάρτισης οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, που της παρείχε το ανωτέρω προσύμφωνο πώλησης. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε την εξαγορά της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." με πρόθεση να θέσει αυτήν εκτός αγοράς, να εκμεταλλευτεί τις υποδομές της και, τελικά, να τη χρησιμοποιήσει καταχρηστικά, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, μετά την ως άνω εξαγορά οι δύο εταιρείες διαχώρισαν το επιχειρηματικό τους αντικείμενο, ενώ επιπλέον, ακόμη και αν υπήρχε τέτοιος σχεδιασμός, θα ήταν παράλογο για τη δεύτερη εναγόμενη να επενδύσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά για την οικονομική ενίσχυση και επέκταση της θυγατρικής εταιρείας της και να εξακολουθήσει και μετά την πτώχευση της "ΑΓΝΟ Α.Ε." να είναι δανείστρια αυτής για ποσό 9.300.000 ευρώ, για το οποίο αναγγέλθηκε στην ανωτέρω πτώχευση.
Περαιτέρω, μόνη η διαπλοκή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των δύο εταιρειών και των διοικητικών τμημάτων τους στις δραστηριότητες που προαναφέρθηκαν, καθώς επίσης και η κατοχή του συνόλου σχεδόν των μετοχών της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την δεύτερη εναγόμενη, δεν αρκούν για την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και, συνακόλουθα, για τη θεμελίωση εις ολόκληρον ευθύνης της δεύτερης εναγομένης για τις υποχρεώσεις της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." έναντι του ενάγοντος. Επισημαίνεται ότι, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, ενδεικτικό του διακριτού χαρακτήρα των παραπάνω εταιρειών αποτελεί και το γεγονός ότι δεν υφίσταται ταύτιση συμφερόντων μεταξύ των εργαζόμενων τους, δεδομένου ότι οι αναφερόμενοι στην αρχή της παρούσας απόφασης προσθέτως παρεμβαίνοντες τυγχάνουν εργαζόμενοι της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας και άσκησαν τη συνεκδικαζόμενη πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη της τελευταίας και κατά του ενάγοντος ως εργαζομένου της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", έχοντας προφανές προς τούτο έννομο συμφέρον, αφού τυχόν δυσμενής έκβαση της κρινόμενης υπόθεσης για την δεύτερη εναγόμενη δύναται να έχει δυσμενείς συνέπειες και για τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των ίδιων και της εργοδότριάς τους - δεύτερης εναγομένης (...)". Με αυτό το σκεπτικό, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση ότι έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχή δε του πρώτου λόγου έφεσης της τελευταίας εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 34, 61, 62, 70, 200, 281, 288, 481, 926 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1, 3 του Συντάγματος, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, υπάγοντας επαρκώς σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως πράγματι υπάγονται. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία εξαγόρασε τον Ιούλιο 2003 την "ΑΓΝΟ Α.Ε." υποκεφαλοποιημένη από την ΑΤΕ Α.Ε., με τεράστια χρέη, με επανειλημμένες δε χρηματοδοτήσεις και διευκολύνσεις που της παρείχε, για την ανανέωση του εξοπλισμού και την αύξηση του τζίρου της με παράλληλη μείωση των ζημιών της, διατήρησε αυτή σε λειτουργία μέχρι το έτος 2012. Συγκεκριμένα δέχεται ότι: Αμέσως μετά την εξαγορά της από την αναιρεσίβλητη, η "ΑΓΝΟ Α.Ε." έλαβε με πρόνοια της τελευταίας από την ΑΤΕ Α.Ε. τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 10.000.000 ευρώ, ως αναγκαίο προς ενδυνάμωση της κεφαλαιουχικής της δομής και την εκπλήρωση του εταιρικού της σκοπού, το οποίο εγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη ως πρωτοφειλέτης. Η νέα διοίκηση της "ΑΓΝΟ Α.Ε." προχώρησε άμεσα σε αναδιοργάνωση της επιχείρησης και κατά το διάστημα 2004-2011 σε επενδύσεις ύψους 33.742.518 ευρώ και με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε αφενός η εξειδίκευση της κάθε εταιρείας σε έναν τομέα και αφετέρου η αύξηση της παραγωγικότητας καθεμιάς από αυτές, με συνεπακόλουθη την επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της θυγατρικής εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε.", υπό τη νέα διοίκηση, η μητρική εταιρεία (αναιρεσίβλητη) διέθετε συνεχώς κεφάλαια για τη στήριξή της. Ειδικότερα, κατέβαλε μετρητά σε τρεις ισόποσες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που διενεργήθηκαν (στην ΑΓΝΟ) για τη στήριξη της ρευστότητάς της κατά τα έτη 2006, 2009 και 2011, τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) ευρώ την κάθε φορά και συνολικά δώδεκα εκατομμύρια (12.000.000) ευρώ και παρείχε, κατά μέσο όρο και σε ετήσια βάση, ανοικτή πίστωση με τη μορφή της προκαταβολής του τιμήματος, για μελλοντική αγορά προϊόντων, που κυμαινόταν μεταξύ επτά εκατομμυρίων (7.000.000) και δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ, ενώ παράλληλα πληρώνονταν κανονικά οι πάσης φύσεως πιστωτές της "ΑΓΝΟ Α.Ε.", στους οποίους συγκαταλέγονταν και οι εργαζόμενοι. Ως εκ τούτου, με βάση τις εν λόγω παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε ανεπαρκής χρηματοδότηση της "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την αναιρεσίβλητη, πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχθηκε σε ποιο ποσό θα ανερχόταν η επαρκής χρηματοδότηση της πρώτης και αν το ποσό αυτό μπορούσε να το διαθέσει η μητρική εταιρεία και μάλιστα χωρίς κίνδυνο για τους δικούς της πιστωτές.
Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο εξαγοράς της πλειοψηφίας των μετοχών της "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την αναιρεσίβλητη, η πρώτη, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ήταν "υποκεφαλαιοδοτημένη", δεν αφορά την αναιρεσίβλητη, αφού η οποιαδήποτε υποκεφαλαιοδότηση αναγόταν σε χρόνο προγενέστερο της εξαγοράς των μετοχών (από τη σύσταση ακόμη της "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την Α.Τ.Ε.), η δε αναιρεσίβλητη συνήψε την εν λόγω σύμβαση με την ανάληψη αυστηρών υποχρεώσεων για την ίδια, τις οποίες και τήρησε, προσδοκώντας βάσιμα τη σταθεροποίηση των οικονομικών μεγεθών της "ΑΓΝΟ Α.Ε. Όλα τα παραπάνω αποκλείουν την, κατά το διάστημα αυτό, ύπαρξη αθέμιτης πρόθεσης πρόκλησης ζημίας από την αναιρεσίβλητη σε πιστωτές της "ΑΓΝΟ Α.Ε." και συνακόλουθα την ύπαρξη κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας αυτής. Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα περί τα τέλη του έτους 2012 και του εμφανισθέντος ελλείμματος ρευστότητας σε όλες τις επιχειρήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι περιορίστηκε σημαντικά, αν δεν έπαυσε εντελώς, η παροχή δανείων από τις τράπεζες, η αναιρεσίβλητη αδυνατούσε πλέον να συνδράμει στην ενίσχυση της "ΑΓΝΟ Α.Ε." με παροχή πιστώσεων ή αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η τελευταία να αντιμετωπίσει σοβαρότατα προβλήματα ταμειακής ρευστότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η από τον τραπεζικό τομέα παροχή προς αυτή κεφαλαίων είχε ήδη αποκλειστεί πριν από την εξαγορά της από την αναιρεσίβλητη, λόγω της επισφαλούς οικονομικής θέσης της, επιπρόσθετα δε είχε αντλήσει αυτή το σύνολο της τραπεζικής της χρηματοδότησης από την ΑΤΕ. Ενόψει της κατάστασης αυτής, η "ΑΓΝΟ Α.Ε." κατέθεσε αίτηση εξυγίανσης και ακολούθως κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με χρόνο παύσης πληρωμών την 27/10/2012.
Συνεπώς, δεδομένου αφενός ότι η μητρική εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να στηρίζει εσαεί οικονομικά τη θυγατρική της, αφετέρου ότι η παύση της χρηματοδότησης, που επέφερε, ως αναγκαίο επακόλουθο, την πραγματική υποκεφαλαιοδότηση της "ΑΓΝΟ Α.Ε.", ήταν συνέπεια της οικονομικής κρίσης, η οποία έπληξε και την αναιρεσίβλητη, δεν συνέτρεξε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, κακόπιστη πρόκληση βλάβης των δανειστών της "ΑΓΝΟ Α.Ε.", ήτοι κακόπιστη μεταφορά στους δανειστές της τελευταίας (θυγατρικής εταιρείας) των κινδύνων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης (μητρικής εταιρείας), αντιθέτως δε, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, η συσσώρευση χρεών της "ΑΓΝΟ Α.Ε." πραγματοποιήθηκε από τη δική της και μόνο επιχειρηματική δραστηριότητα. Το γεγονός ότι αμφότερες οι εταιρείες (μητρική και θυγατρική) είχαν κοινά συμφέροντα και ασκούσαν σε πολλές περιπτώσεις κοινή εμπορική πολιτική, στα πλαίσια του γενικότερου οικονομικού σχεδιασμού του ομίλου, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο, είναι συνηθισμένη πρακτική και δεν αποτελεί παθολογική έκφανση του φαινομένου των συνδεδεμένων εταιρειών, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων, που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν.
Εξάλλου, ούτε σύγχυση των περιουσιακών τους στοιχείων ούτε απομείωση της περιουσίας της "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την αναιρεσίβλητη υπήρξε ούτε διαπιστώθηκαν συνθήκες αδιαφάνειας, ως προς τη δομή και τη δράση, μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας. Περαιτέρω, οι εκ μέρους της "ΑΓΝΟ Α.Ε." καταβολές χρηματικών ποσών προς την αναιρεσίβλητη κατά την ύποπτη περίοδο της πτώχευσης, στις οποίες προέβησαν οι διοικήσεις των δύο εταιρειών, προφανώς για να περιορίσουν το υπέρογκο χρέος της πρώτης προς τη δεύτερη, διαβλέποντας την επικείμενη πτώχευση, είναι ζήτημα που αφορά την πτωχευτική διαδικασία και δεν δύναται αυτό, μεμονωμένα, να οδηγήσει στην άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της "ΑΓΝΟ Α.Ε.". Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, δεν στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστική επίκληση της νομικής αυτοτέλειας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την αναιρεσίβλητη, όσον αφορά την πληρωμή των δεδουλευμένων του αναιρεσείοντος και ο περί του αντιθέτου, επί των θεμάτων αυτών, πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 34, 61, 62, 70, 200, 281, 288, 481, 926 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1, 3 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 895/2024), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 139/2024). Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το αποδεικτικό μέσο που φέρεται ότι αγνοήθηκε, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή έχει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 575/2024, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 139/2024, ΑΠ 566/2023), με την έννοια ότι το επίμαχο αποδεικτικό μέσο αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 895/2024). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και επιρροή καθενός αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων από αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 257/2022, ΑΠ 1269/2021).
Εξάλλου, για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος με τον οποίο αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 1091/2019). Τέλος, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 661/2025, ΑΠ 427/2024, ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της απόφασής του σχετική βεβαίωση, δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα προσκομισθείσες από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα αποφάσεις: 1) υπ' αριθ. 6402/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία εκ παραδρομής αναφέρεται στη σελ. 77 του αναιρετηρίου ως 6042/2013), 2) υπ' αριθ. 2021/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 3) υπ' αριθ. 650/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 4) υπ' αριθ. 2010/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες, αν ελάμβανε υπόψη, θα οδηγείτο στην αποδοχή της αγωγής του, δεχόμενο ότι δεν δικαιολογείται στην επίδικη περίπτωση ο απόλυτος διαχωρισμός της νομικής προσωπικότητας και της ξεχωριστής ευθύνης των δύο εταιρειών ("ΑΓΝΟ Α.Ε." και "Κ. Α.Ε.") για τις ένδικες απαιτήσεις του, αφού δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, καθώς η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης επίκληση του διαχωρισμού των νομικών προσώπων έχει ως σκοπό τη νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετου με τους κανόνες της καλής πίστης και τον οικονομικό σκοπό του θεσμού της εταιρείας. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε κατόπιν συνεκτίμησης "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, την με αριθ. ....2018 ένορκη βεβαίωση των Ε. Γ., Κ. Τ. και Ε. Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Α., που λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εφεσιβλήτου και των προσθέτως παρεμβαινόντων (.....) και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα των σχηματισθεισών δικογραφιών και αποφάσεις άλλων αστικών αλλά και ποινικών δικών, καθώς, επίσης, περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών που διεξήχθησαν μεταξύ της εναγομένης και άλλων εργαζομένων.....", σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, οι οποίες προεκτέθηκαν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική επίκληση της νομικής αυτοτέλειας της εταιρείας "ΑΓΝΟ Α.Ε." από την αναιρεσίβλητη και, συνακόλουθα, να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος, να δεχθεί την έφεση της αναιρεσίβλητης, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και, δικάζοντας επί της αγωγής, να απορρίψει αυτήν ως ουσία αβάσιμη, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις νόμιμα προσκομισθείσες με επίκληση από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ανωτέρω υπό στοιχ. 1 έως 4 αποφάσεις, από τις οποίες μάλιστα οι υπ' αριθ. 6402/2013 και 2021/2013 ρητώς μνημονεύονται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στην οπίσθια όψη του 14ου φύλλου αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι αν επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, είναι δεκτά και τα δικαστικά τεκμήρια, που το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει και από άκυρη πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1204/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αφενός εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, αφετέρου έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως, νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 433/2016).
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της από το δικαστήριο δηλαδή λήψης υπόψη ανεπίτρεπτου, κατά νόμο, αποδεικτικού μέσου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί αυτό υπόψη, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ανεπίτρεπτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, απορριπτομένου διαφορετικά του ως άνω λόγου ως απαραδέκτου (ΑΠ 490/2017, ΑΠ 1416/2007).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: Α) Την υπ' αριθ. .../2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την υπ' αριθ. 958/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονα Κ. Π., η οποία διενεργήθηκε στα πλαίσια συναφούς δίκης μεταξύ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και άλλων εργαζομένων της ΑΓΝΟ Α.Ε. και αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, επειδή ο τελευταίος δεν διεξήγαγε αυτοπροσώπως την ανατεθείσα σ' αυτόν πραγματογνωμοσύνη, αλλά προσέλαβε ο ίδιος δύο τεχνικούς συμβούλους, που συνέπραξαν με αυτόν, επειδή, όπως γνωστοποίησε στους διαδίκους της άλλης δίκης, απαιτούνταν για την εκπόνησή της ειδικές γνώσεις, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις των άρθρων 380, 391 και 392 ΚΠολΔ και, Β) την υπ' αριθ. ....2016 ένορκη βεβαίωση του ως άνω πραγματογνώμονα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, επειδή ο διορισθείς πραγματογνώμονας εισφέρει τις γνώσεις του μόνο με την έκθεσή του, ενώ διευκρινίσεις για τη γνωμοδότησή του ή νέες πληροφορίες παρέχει μόνο κατά τις διατάξεις των άρθρων 384 και 388 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί του ανεπίτρεπτου των ως άνω αποδεικτικών μέσων προβλήθηκε από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα στο Εφετείο και δη κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο.
Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/6/2023 (αρ. έκθ. κατάθ. 1494/140/1.6.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 625/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ