Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 517 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Απόστολο Φωτόπουλο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, ο οποίος ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 178/2024 πράξη της Πρόεδρου του Αρείου Πάγου), Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Διονυσία Νίκα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Φεζίκου -Μαρκάκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 147/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία: "ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΛΤΑ Α.Ε.", με δ.τ. "ΕΛΤΑ Courier", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, νομ. εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγεωργίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.06.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4432/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18.6.2024 αίτηση του Ν. Μ. του Γ., που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.6.2024 για αναίρεση της υπ`αριθμ. 147/16.2.2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ` άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ. α του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο την 30.5.2024 και με την οποία ο ως άνω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ.2 εδ α' ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ 473 παρ.2,3, 474 παρ. 2Α,4 ΚΠοινΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, η υποβολή της εγκλήσεως από τον παθόντα, που θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους είτε από τον ίδιο (επί νομικών προσώπων από το νόμιμο εκπρόσωπο τους) είτε από ειδικό πληρεξούσιο, οπότε στην περίπτωση αυτή το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση κατάθεσης της εγκλήσεως. Με την πληρεξουσιότητα πρέπει να παρέχεται η ειδική εντολή όπως ο πληρεξούσιος υποβάλει έγκληση για ορισμένο έγκλημα το οποίο πρέπει να εξατομικεύεται κατά τρόπο που να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα της πράξης και τη βούληση του εντολέα για τη δίωξη του εγκλήματος που τελέστηκε σε βάρος του. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα, κατ' άρθρο 42 παρ. 2β του Κ.Π.Δ., πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Από τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 του κ.ν 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο ενεργεί συλλογικά, επιτρέπεται όμως να μεταβιβάσει το δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας σε μέλη του ή σε τρίτα πρόσωπα, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό.
Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το εν λόγω δικαίωμα, είναι υποκατάστατος του Δ.Σ. και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της Α.Ε. Η υποκατάσταση αυτή στη σχετική εξουσία του Δ.Σ. είναι εντελώς διαφορετική από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ. Α.Κ. σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, οι οποίοι διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ` ονόματι της Α.Ε., δεν είναι όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι αυτής πράξεις που αποφασίστηκαν από το Δ.Σ της εταιρείας ή από τα υποκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων (πράξεων) η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σε αυτούς. Επομένως, αν το Δ.Σ, ανώνυμης εταιρείας ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο την εντολή και του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να εκτελέσει (υλοποιήσει) απόφασή του να υποβληθεί μήνυση κατά ορισμένου προσώπου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας αξιόποινης πράξης που τελέστηκε εις βάρος της Α.Ε, απαιτείται το πρακτικό του Δ.Σ., που περιέχει την απόφασή του για ανάθεση της εντολής και χορήγηση της πληρεξουσιότητας, και προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠΔ (ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 514/2019).
Εξ άλλου, η κατά το άρθρο 42 παρ. 2β του Κ.Ποιν.Δ. απαίτηση του νόμου, δηλαδή βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του δίδοντος την πληρεξουσιότητα με πράξη της δημόσιας αρχής ή δικηγόρου, δεν ανάγεται σε συστατικό στοιχείο του τύπου της περί πληρεξουσιότητας δικαιοπραξίας, ο οποίος παραμένει το ιδιωτικό έγγραφο, αλλά αφορά μόνο στη θέσπιση αποκλειστικού μέσου αποδείξεως της γνησιότητας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ.1347/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510§1 περ. δ` στοιχ. Η` ΚΠΔ, (ήδη περ. γ`, στοιχ. Θ`, κατά τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΚΠΔ) λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια υπέρβαση υφίσταται, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομότυπα η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 53 ΚΠΔ) και παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (ΑΠ 212/2024, ΑΠ 261/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης που ερείδεται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ , ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, ήταν απαράδεκτη γεγονός που επικαλέστηκε στο Εφετείο το οποίο παρέλειψε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του να κηρύξει απαράδεκτο, διότι στο από 14-3-2019 πρακτικό του ΔΣ της εγκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, το οποίο ήταν ενσωματωμένο στην μήνυση, δεν αναφέρεται το όνομα της δικηγόρου που βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής των μελών του ΔΣ, τα οποία δίνουν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στην δικηγόρο Ευγενία Λυμπεροπούλου να καταθέσει την σχετική μήνυση σε βάρος του για το παραπάνω αδίκημα. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας των διαδικαστικών εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, προκύπτει ότι στο από 14-3-2019 πρακτικό του ΔΣ της εγκαλούσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΛΤΑ ΑΕ, το οποίο ενσωματώνεται στην έγκληση, περιλαμβάνεται αναλυτικά η σύνθεση των μελών του ΔΣ και βεβαιούται η γνησιότητα της υπογραφής αυτών, με υπογραφή της πληρεξουσίας δικηγόρου κάτωθι της ημερομηνίας και της φράσης "Η βεβαιούσα Δικηγόρος", επιπλέον στο πρακτικό αυτό αναφέρεται και το όνομα της δικηγόρου Ευγενίας Λυμπεροπούλου στην οποία δίδεται η εντολή και η πληρεξουσιότητα προς άσκηση της έγκλησης. Κατόπιν αυτών δεν προκύπτει καμία αμφιβολία περί της γνησιότητας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των μελών του ΔΣ να δώσουν εντολή και πληρεξουσιότητα στην παραπάνω δικηγόρο να ασκήσει την επίδικη έγκληση, ούτε αυτή η έγκληση αμφισβητήθηκε από τα μέλη του ΔΣ κατά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης. Επομένως ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, υπό την ισχύ του οποίου επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον αναιρεσείοντα, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 590 παρ.1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο, για να δικασθεί με επίδοση σ` αυτόν εισαγωγικού της δίκης εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος), που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται, η οποία πρέπει να είναι λιτή, απαλλαγμένη από περιττά στοιχεία και να περιγράφει επακριβώς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, για να είναι σε θέση ο τελευταίος να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα και πλήρως την υπεράσπισή του (ΑΠ 546/2023). Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι "ακριβής", όταν τα μνημονευόμενα πραγματικά περιστατικά οδηγούν σε μια πλήρη υπαγωγή κάτω οπό την οικεία ποινική διάταξη, δηλαδή σε πραγμάτωση όλων ανεξαιρέτως των αντικειμενικών και υποκειμενικών συστατικών της περιγραφής από το νόμο της περί ης πρόκειται αξιόποινης πράξης (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1227/2017, ΑΠ 1264/2016). Δεν απαιτείται όμως, η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μίας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση (ΑΠ 1305/2019). Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα κατά τον νόμο παραπάνω στοιχεία του άρθρου 321 παρ. 1 του ΚΠΔ, είναι άκυρο και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης (ΑΠ 940/2022). Αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην κατ` έφεση δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της δίκης με σχετικό λόγο έφεσης. Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός, πριν ο Εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 217/2024, ΑΠ 546/2023, ΑΠ 1575/2022, ΑΠ 940/2022, ΑΠ 47/2022, ΑΠ 577/2021, ΑΠ 1237/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείον με την αναίρεσή του επικαλείται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος χωρίς όμως να υπαγάγει την ακυρότητα αυτή στο κεφάλαιο των λόγων της αναίρεσης και χωρίς να αιτείται με σαφήνεια την αναίρεση της προσβαλόμενης απόφασης για τον λόγο αυτό. Τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος υπέβαλε ο αναιρεσείον για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο, στη συνέχεια δε δεν τον επανέφερε νομότυπα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διότι σε αυτό δεν περιγράφεται επακριβώς η αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του, αναφέρεται αυθαίρετα ότι ο ίδιος υπεξαίρεσε το ποσό των 39.119,66 ευρώ, χωρίς να επισυνάπτονται ισολογισμοί της εγκαλούσας εταιρίας των ετών 2016 και 2017 από τους οποίους να προκύπτουν αναλυτικά τα υπεξαιρεθέντα ποσά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η επίδειξη των ισολογισμών της παθούσας εταιρίας είναι θέμα απόδειξης που προκύπτει κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα (2017), όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, είτε κατόπιν συμβατικής σχέσεως είτε εξ αιτίας άλλων τυχαίων περιστατικών και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για υπεξαίρεση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1155/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 147/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "...ο κατηγορούμενος στον ..., στις ...-2017, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο περιήλθε στην κατοχή του δυνάμει σύμβασης πρακτορείας και το έχουν εμπιστευθεί σε αυτόν με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του εντολοδόχου, δυνάμει της από 1-9-2016 σύμβασης πρακτορείας υπηρεσιών ταχυμεταφοράς ..., αν και είχε την υποχρέωση να αποδίδει άμεσα στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΛΤΑ Α.Ε" το χρήματα που εισέπραττε από τους πελάτες για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, εκείνος ιδιοποιήθηκε παράνομα εισπράξεις συνολικού ύψους 39.119,66 ευρώ, ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Την βούληση ιδιοποίησης δε εκδήλωσε ο κατηγορούμενος με την μη καταβολή του ως άνω ποσού στις ...-2017, ημερομηνία κατά την οποία λύθηκε λόγω καταγγελίας η ως άνω σύμβαση. Άλλωστε, o ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι σύμβαση πρακτορείας όπως εν προκειμένω δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παράνομης παρακράτησης χρημάτων ήτοι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 375 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς υπεξαίρεση διαπράττει και αυτός ο όποιος εισπράττει χρήματα, όταν παρακρατεί και ιδιοποιείται τα χρήματα που εισπράττει από τους πελάτες για λογαριασμό της εταιρίας στα πλαίσια σύμβαση πρακτορείας.". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξεως της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ ως πρωτοδίκως, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, περιλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την περί ενοχής κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 84 παρ.2 α' και 375 παρ.1 εδ.β' του ΠΚ, τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Σχετικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία (σκεπτικό) της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα) από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον 2ο και 3ο αναιρετικούς λόγους περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης για το οποίο καταδικάστηκε, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 375 παρ.1 εδ.β ΠΚ, λόγω εκ πλαγίου παράβασης αυτής με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμες και όλοι οι ισχυρισμοί του έχουν απαντηθεί επαρκώς από το Εφετείο. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ του αυτού και της εγκαλούσας ανωνύμου εταιρίας υπήρχε αλληλόχρεος λογαριασμός, το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφής αιτιολογίες χαρακτηρίζοντας την μεταξύ τους σχέση πρακτορείας και τον κατηγορούμενο εντολοδόχο υπόχρεο προς καταβολή των εισπραττόμενων από αυτόν ποσών. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, με τις οποίες, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας των αποδεικτικών μέσων προς στοιχειοθέτηση της ενοχής του αναιρεσείοντος, αμφισβητούνται οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και η ορθότητα του αποδεικτικού της πορίσματος, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1ΚΠΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2024 αίτηση - δήλωση του Ν. Μ. του Γ., για αναίρεση της με αρ. 147/16.2.2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ