ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 524/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 524/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 524/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 524 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 524/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Μερόπη Τζουγκαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 184/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ι. Α. του Α., κάτοικο Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σαββίδη, 2. Β. Κ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόλια. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Φ. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, 2. Α. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, 3. Λ. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, 4. Σ. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου. 5. Α. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, 6. Ι. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου και 7. Ά. Μ. του Α., κάτοικο Κοζάνης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του με αριθμό 10/2025, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 195/2025.

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507. Έτσι ζητεί την αναίρεση και της αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο υπό στοιχ. Δ' της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ' αριθ. 10/2025 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της εκδοθείσας σε δεύτερο βαθμό αθωωτικής υπ' αριθ. 184/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης των κατηγορουμένων κατά της καταδικαστικής υπ' αριθ. 637/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, έχει ασκηθεί νομοτύπως με δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου - άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και εμπροθέσμως την 17-2-2025, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 31-1-2025 με αριθμό 215, όπως προκύπτει από τη σχετική από 26-2-2025 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα και με λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας . Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι τυπικώς παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 474 παρ. 4,505 παρ. 2, 507, 508) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 του ΝΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, αν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό, των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς, απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (ΑΠ 160/2023, ΑΠ 801/2022, ΑΠ 259/2021). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξάλλου, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε διότι, η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, σε αντίθεση προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη (ΑΠ 50/2023 , ΑΠ 435/2021, ΑΠ 326/2021). Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί θεράποντος χειρουργού ιατρού, αντικείμενο της ευθύνης του είναι η καλή έκβαση της χειρουργικής επέμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από τον προεγχειρητικό έλεγχο και το στάδιο της χειρουργικής επέμβασης, και το μετεγχειρητικό στάδιο, που αποτελούν μία ολότητα που οργανώνεται και κατευθύνεται από αυτόν, ελεγχόμενο για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς και μετά την εγχείρηση, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του χειρουργηθέντος ασθενούς, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός χειρουργός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, έχοντας γνώση του ιστορικού του ασθενούς και τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή συμπτώματα που εμφανίζουν ασθενείς, υποβαλλόμενοι σε τέτοια χειρουργική επέμβαση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του, σύμφωνα με τους επιτακτικούς κανόνες που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1575/2022). Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία του οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής ( ΑΠ 648/2024, ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 682/2021) Περαιτέρω η αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ. Α.Π. 2/2017, ΑΠ 901/2019). Εξάλλου η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολό τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, εκτός εάν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 3/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 184/2024 απόφασής του κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους Ι. Α. του Α. κάτοικο Πτολεμαΐδας και Β. Κ. του Α. κάτοικο Κοζάνης του ότι: "Στην Πτολεμαΐδα Ν. Κοζάνης την 10-04-2017, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις τους και οι παραλείψεις τους και επέφεραν το θάνατο άλλου και συγκεκριμένα, στο Γενικό Νοσοκομείο Πτολεμαΐδας "Μποδοσάκειο", την 10-04-2017, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α., ως Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Γ.Ν. Πτολεμαΐδας, και ο δεύτερος, Β. Κ., ως Επικουρικός Ιατρός Χειρουργός στο ως άνω Νοσοκομείο, ανέλαβαν να εκτελέσουν χειρουργική επέμβαση και ειδικότερα να υποβάλουν σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με τη μέθοδο trocar κατά Hasson και δημιουργία πνευμονοπεριτοναίου την ασθενή Μ. Μ., ηλικίας 72 ετών, η οποία εισήχθη την 09-04-2017 στη Χειρουργική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου με διάγνωση "χολολιθίαση", πλην όμως προέβησαν στην επέμβαση αυτή κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης τους και δεν ενήργησαν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις τους να επιφέρουν, ως μόνη ενεργό αιτία, το θάνατο της ασθενούς την 17-04-2017. Ειδικότερα, την 10-04-2017, η ασθενής Μ. Μ., η οποία είχε προγραμματιστεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής λόγω χολολιθίασης, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω Νοσοκομείου, όπου της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε, προκειμένου να ξεκινήσει η χειρουργική επέμβαση, στη συνέχεια ο εκ των κατηγορουμένων Ι. Α. συνεπικουρούσε στη χειρουργική επέμβαση και διευκόλυνε τον επικεφαλής χειρουργό, Β. Κ., να γίνει η ανύψωση της χολυδόχου κύστης της ασθενούς, προκειμένου ο τελευταίος να εισέλθει με το μηχάνημα λαπαροσκοπικής στην περιτοναϊκή κοιλότητα και να εκτελέσει την χολοκυστεκτομή και ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων, γενικός χειρουργός, Β. Κ., κατά την εισαγωγή του λαπαροσκοπικού εργαλείου (ψαλιδιού) για να πραγματοποιήσει τη λύση των διαπιστωθεισών συμφέσεων στην κοιλία της ασθενή (συμφυσιόλυση), για την επιμελή ολοκλήρωση της χολοκυστεκτομής δεν εκτέλεσε τον ορθό χειρισμό, ενώ όφειλε να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή και να εισαγάγει το ως άνω λαπαροσκοπικό εργαλείο χωρίς να βλάψει κάποιο άλλο όργανο του σώματος, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, αντ' αυτού προκάλεσε, με αδέξιο χειρισμό του εργαλείου αυτού (ψαλιδιού), ρήξη λεπτού εντέρου, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από τους ανωτέρω ιατρούς χειρουργούς και η επέμβαση ολοκληρώθηκε κατά το σύνηθες και η ασθενής οδηγήθηκε στην Κλινική για περαιτέρω παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της. Περαιτέρω, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ιατροί χειρουργοί, που εκτέλεσαν την ως άνω χειρουργική επέμβαση, κατά το χρόνο μετά την εκτέλεση αυτής δεν παρακολούθησαν συστηματικά την πορεία της υγείας της ασθενούς και δεν αντιλήφθηκαν άμεσα την έντονη φλεγμονώδη αντίδραση, που δεν δικαιολογείτο σε μία επέμβαση ρουτίνας όπως αυτή, και δεν παρακολούθησαν την πυρετική κίνηση της ασθενούς, καθυστέρησαν δε τη διενέργεια της αξονικής τομογραφίας, αλλά και τη διάνοιξη εκ νέου της κοιλίας, που έλαβε χώρα τουλάχιστον τριάντα επτά (37) ώρες περίπου μετά την πρώτη διαπίστωση των μη φυσιολογικών τιμών που προέκυψαν από τη γενική εξέταση αίματος της 11-04-2017 και ώρα 07:50' π.μ. και ήταν ενδεικτικές της ήδη εκδηλωθείσας φλεγμονής (λοίμωξης), δηλαδή μόλις την 12-04-2017 και ώρα 21:30', οπότε οδηγήθηκε εκ νέου σε επείγον χειρουργείο λόγω "οξείας κοιλίας" από τον πρώτο εξ αυτών, εφημερεύοντα ιατρό, Ι. Α., ο οποίος τότε μόνο διαπίστωσε την τρώση του λεπτού εντέρου και προέβη σε τμηματεκτομή και τελικοτελική αναστόμωση του λεπτού εντέρου, πλην όμως λόγω της καθυστερημένης αντιμετώπισης είχε ήδη εγκατασταθεί η ανουρία, δηλ. νεφρική ανεπάρκεια και εν τέλει η ασθενής παρουσίασε βαριά σηπτική καταπληξία, πολυοργανική ανεπάρκεια και σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας και απεβίωσε την 17-04-2017, εντός της Μ.Ε.Θ. του ως άνω Νοσοκομείου, ο θάνατος της, δε, τελεί σε απόλυτη συνάφεια και είναι απότοκος των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων των θεράποντων ιατρών - χειρουργών, που ανέλαβαν τη θεραπεία της χολολιθίασης της ασθενούς κατά τα ανωτέρω".
Προκειμένου να καταλήξει στην απαλλακτική του κρίση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ. (Μ.) χήρα Α. Μ., το γένος Θ. και Α. Τ., κάτοικος εν ζωή Εργατικών Κατοικιών Κοζάνης, γεννηθείσα στις 7-1-1945, μητέρα των επτά (7) παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας, μετά από επίσκεψή της στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Πτολεμαϊδας Ν. Κοζάνης "Μποδοσάκειο", περί τις αρχές Απριλίου του έτους 2017 (4-4-2017), είχε διαγνωστεί ότι πάσχει από χολολιθίαση και για το λόγο αυτό της συστήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, Ι. Α., Διευθυντή τότε της Χειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, να υποβληθεί σε "εν ψυχρώ" θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου, με επιλεγείσα μέθοδο την ανοιχτή λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με trocar κατά Hasson. Η επέμβαση αυτή δεν έγινε αμέσως, λόγω λήψης αντιπηκτικής φαρμακευτικής αγωγής από την ασθενή, εξαιτίας προγενέστερου εγκεφαλικού επεισοδίου, που είχε υποστεί. Η άνω ασθενής, εξάλλου, είχε υποβληθεί στο απώτερο παρελθόν σε δύο καισαρικές τομές, είχε υποβληθεί κατά το έτος 2006 σε νεφρεκτομή του αριστερού νεφρού καθώς και σε επέμβαση υστερεκτομής, λόγω μητροραγιών, προ εικοσιπενταετίας περίπου, ενώ έπασχε και από υπέρταση δυσλιπιδαιμίας. Η συσταθείσα λαπαροσκοπική επέμβαση προγραμματίστηκε για τις 10-4-2017 στο ως άνω Νοσοκομείο, οπότε και έλαβε χώρα μετά από διενέργεια του προβλεπόμενου προεγχειρητικού ελέγχου. Την επέμβαση αυτή διενήργησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, Β. Κ., επικουρικός ιατρός επιμελητής Β' της Χειρουργικής Κλινικής κατά το χρόνο εκείνο, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής της επέμβασης, ενώ συμμετείχαν ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής της Κλινικής, βοηθητικά, και η ειδικευόμενη τότε ιατρός Ε. Τ., η οποία περιορίστηκε μόνο στη χρήση της κάμερας που απαιτείται για τη διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης. Η λαπαροσκοπική τεχνική για τη χολοκυστεκτομή, εξάλλου, διενεργείται κατά τα ευθύς κατωτέρω αναφερόμενα και με τον ίδιο τρόπο διενεργήθηκε και στην περίπτωση της ανωτέρω ασθενούς. Ήτοι, κατ'αρχήν, για την εκτέλεση όλων των λαπαροσκοπικών επεμβάσεων απαιτείται η δημιουργία ικανοποιητικού χώρου, που θα επιτρέπει την καλή όραση, καθώς και την εκτέλεση των απαραίτητων χειρουργικών χειρισμών. Ο χώρος αυτός δημιουργείται με την εμφύσηση διοξειδίου του άνθρακα στην περιτοναϊκή κοιλότητα, δηλαδή την εγκατάσταση πνευμοπεριτοναίου. Το πνευμοπεριτόναιο, δε, δημιουργείται είτε μέσω ανοικτής τεχνικής (Hasson) ή κλειστής με τη χρήση ειδικής βελόνας (Veress). Κατά την ανοικτή τεχνική κατά Hasson, που εφαρμόστηκε στην προκειμένη επίδικη περίπτωση, γίνεται μία μικρή τομή κάτω από τον ομφαλό και αναγνωρίζονται και διανοίγονται όλα τα επάλληλα στρώματα του κοιλιακού τοιχώματος. Με τον τρόπο αυτό η είσοδος του πρώτου trocar μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα γίνεται με ασφάλεια, υπό άμεση όραση. Ένας ειδικός σωλήνας trocar με αμβλεία άκρη (σωλήνας Hasson), που δεν επιτρέπει τη διαφυγή αέρα από την τομή, εισάγεται μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα και καθηλώνεται στην περιτονία. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται συνήθως όταν υπάρχουν προηγούμενες επεμβάσεις στην κοιλιά (όπως είχε υποβληθεί η ασθενής Μ. Μ.), ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος κάκωσης κάποιου σπλάχνου, που πιθανόν να είχε προσκολληθεί λόγω συμφύσεων στο κοιλιακό τοίχωμα, καθώς επίσης και για τη μείωση του κινδύνου μίας απειλητικής για τη ζωή κάκωσης ενός μεγάλου αγγείου του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου ή άλλου οργάνου. Μετά την εγκατάσταση του πνευμοπεριτοναίου ο χειρουργός εισάγει το λαπαροσκόπιο που είναι συνδεδεμένο με την κάμερα μέσω του ομφαλικού trocar και επισκοπείται όλος ο χώρος της κοιλιάς και τα ενδοκοιλιακά όργανα. Μετά την επισκόπηση της περιτοναϊκής κοιλότητας εισάγεται trocar 10 χιλιοστών (trocar εργασίας) στη μέση γραμμή κάτω από την ξιφοειδή απόφυση, στο νοητό ύψος του ηπατικού χείλους. Τέλος, εισάγονται στη δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα δύο trocar 5 χιλιοστών στην πρόσθια μασχαλιαία και στη μεσοκλειδική γραμμή, αντίστοιχα. Όλοι οι ανωτέρω χειρισμοί εκτελούνται υπό λαπαροσκοπική όραση. Διαμέσου του πιο πλευρικού trocar, με μία λαβίδα σύλληψης συλλαμβάνεται ο πυθμένας της χοληδόχου κύστης. Η κύστη και το άνω χείλος του ήπατος ανασπώνται προς τα πάνω. Μέσω του trocar που βρίσκεται στη μεσοκλειδική γραμμή συλλαμβάνεται ο θύλακας Hartmann της χολυδόχου κύστης και έλκεται προς τα πλάγια, προκειμένου να επισκοπηθεί το ηπατοκυστικό τρίγωνο του Callot, εντός του οποίου βρίσκεται η κυστική αρτηρία, ο κυστικός πόρος και ένας λεμφαδένας. Ο χειρισμός αυτός μπορεί να απαιτήσει τη λύση οποιοσδήποτε σύμφυσης έχει δημιουργηθεί μεταξύ του περιτοναίου, του δωδεκαδακτύλου ή του παχέος εντέρου με τη χοληδόχο κύστη. Οι περισσότεροι χειρουργικοί χειρισμοί πραγματοποιούνται μέσω του trocar του επιγαστρίου, με τη χρήση ειδικών λαπαροσκοπικών εργαλείων (π.χ. λαβίδες ψαλίδια κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια της προκείμενης λαπαροσκοπικής επέμβασης, εξάλλου, συμμετείχαν, όπως προαναφέρθηκε, τρεις ιατροί και συγκεκριμένα ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως επικεφαλής χειρουργός, έχων την κύρια ευθύνη για τη διενέργεια της επέμβασης, ο πρώτος κατηγορούμενος, ως βοηθητικός, ο οποίος χρησιμοποίησε το πλευρικό λαπαροσκοπικά όργανο trocar για την ανύψωση της χοληδόχου κύστης και η ειδικευόμενη ιατρός Ε. Τ., η οποία χρησιμοποίησε μόνο την κάμερα. Κατά τη διενέργεια της λαπαροσκοπικής επέμβασης ο δεύτερος κατηγορούμενος, Β. Κ., διαπίστωσε ύπαρξη συμφύσεων (δηλαδή γέφυρες από ουλώδη ιστό που αναπτύσσονται μεταξύ δύο ή περισσότερων ανατομικών δομών, οι οποίες στην περιοχή της κοιλιάς αναπτύσσονται μετά από χειρουργικές επεμβάσεις ή ενδοκοιλιακές φλεγμονές) μικρής ομφαλοκήλης κατά την είσοδο του (πρώτου) trocar, τις οποίες επέλυσε (συμφυσιόλυση) κάτω από την ομφαλική τομή, μετά τη σύγκλειση του τραύματος του ομφαλού, όπως αναγράφεται στο από 10-4-2017 πρακτικό 1ου χειρουργείου, που συνέταξε ο εν λόγω κατηγορούμενος, επικεφαλής της επέμβασης. Μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης η ασθενής ανένηψε κανονικά και οδηγήθηκε στη χειρουργική κλινική, στο θάλαμο 424. Περί τις 14:00' της ίδιας ημέρας (10-4-2017), κατά τη μεσημεριανή επίσκεψη, η μετεγχειρητική πορεία της ασθενή αναφέρεται ως ομαλή, η κατάσταση της κοιλιάς της ως μαλακή και ευπίεστη, ενώ στην τοποθετηθείσα παροχέτευση (redon) αναφέρεται ποσότητα 30 ml οροαιματηρό. Κατά την απογευματινή επίσκεψη, περί ώρα 19:00', αναφέρεται ότι η ασθενής παρουσίασε άλγος δεξιάς ωμικής ζώνης και η μετεγχειρητική πορεία της χαρακτηρίζεται και πάλι ομαλή. Κατά την πρωινή επίσκεψη της επόμενης πρώτης μετεγχειρητικής ημέρας (11-4-2017), περί ώρα 10:00' π.μ., η γενική κατάσταση της ασθενούς χαρακτηρίζεται καλή, αναφέρεται ότι η ασθενής ήταν κινητοποιημένη, ότι η παροχέτευση δεν έχει πρόσμιξη χολής, η οποία (redon) αφαιρέθηκε έχουσα περιεχόμενο 180 ml οροαιματηρό, ενώ στις 12:30' της ίδιας ημέρας τοποθετήθηκε στην ασθενή σάκος ουρητηροστομίας στο αντιστόμιο. Κατά την απογευματινή επίσκεψη της ίδιας ημέρας, ώρα 19:00', αναφέρεται ότι ο σάκος ουρητηροστομίας είχε οροαιματηρό περιεχόμενο και πρόσμειξη χολής, εντερικοί ήχοι παρόντες, κοιλιά Μ-Ε (μαλακή και ευπίεστη) και ευαισθησία στην εν τω βάθει ψηλάφηση, ιδίως επιγαστρίου και δεξιού υποχονδρίου. Κατά τον εργαστηριακό έλεγχο της ίδιας ημέρας (11-4-2017), ώρα 7:50' π.μ., η γενική εξέταση αίματος της χειρουργηθείσας ασθενούς είχε τιμή λευκών αιμοσφαιρίων (λευκά WBC) 14,64 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 4-11, τα ουδετερόφιλα είχαν ανέλθει σε ποσοστό 90,5% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 40-75% και 13,25 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 2-7,7 103/μL, τα λεμφοκύτταρα είχαν ποσοστό 7% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 20-40 και 1,02 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 1,5-4 103/μL και τα ηωσινόφιλα και τα βασεόφιλα είχαν ποσοστό 0,1% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 1-6% και 0,3-1%, αντίστοιχα, με 0,02 103/μL ηωσινόφιλα αντί της φυσιολογικής τιμής 0,04-0,4 103/μL (βλ. τα αποτελέσματα της γενικής εξέτασης αίματος της Μ.. Μ. στις 11-4-2017 και ώρα 07:50':44" π.μ. της Χειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Την επόμενη ημέρα, 12-4-2017, δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα, κατά την πρωινή επίσκεψη, περί ώρα 10:00' π.μ., η γενική κατάσταση της ασθενούς χαρακτηρίστηκε καλή, αναγράφηκε ότι ο σάκος ουρητηροστομίας είχε οροαιματηρό περιεχόμενο, ενώ διαπιστώθηκε διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά της ασθενούς και αντίσταση στην εν τω βάθει ψηλάφηση. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας εφημερία στο Νοσοκομείο, εξέτασε κλινικά την ασθενή και ενόψει των παραπάνω ευρημάτων την παρέπεμψε για αξονική τομογραφία, η οποία διενεργήθηκε στις 14:00' και το πόρισμα αυτής ελήφθη από την ως άνω Χειρουργική Κλινική στις 17:30'. Στο πόρισμα αυτό αναφέρονται τα εξής: "Συλλογή υγρού στους πνεύμονες άμφω και κυρίως δεξιάς (ΔΕ). Ήπαρ ομοιογενές - χολοκυστεκτομή - πάγκρεας κφ-σπλήνας κφ-Μονόνεφρος (ΑΡ), φυσαλίδες αέρος στο κοιλιακό τοίχωμα και στον κοιλιακό, χώρο. Συλλογή υγρού ενδοκοιλιακά δεν παρατηρείται". Στο μεταξύ, κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορουμένου, η ασθενής υπεβλήθη σε νέο εργαστηριακό έλεγχο και σε γενική εξέταση αίματος στις 16:58', από τον οποίο προέκυψαν οι ακόλουθες τιμές: ουρία 78,8 mg/dl (φ.τ. 10-50) και κρεατινίνη 2,88 mg/dL (φ.τ. 0,6-1,4), ουδετερόφιλα 90,6% (φ.τ. 40-75) και 7,84 103/μL (φ.τ. 2-7,7), λεμφοκύτταρα 6,9% (φ.τ. 20-40) και 0,6 103/μL (φ.τ. 1,5-4), μονοκύτταρα 1,7% (φ.τ. 2-10) και 0,15 103/μL (φ.τ. 0,2-1) και ηωσινόφιλα και βασεόφιλα 0,7% και 0,1%, αντίστοιχα (φ.τ. 1-6 και 0,3-1, αντίστοιχα) (βλ. τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου και της γενικής εξέτασης αίματος της Μ.. Μ. από 12-4-2017 και ώρα 04:48':01" μ.μ.). Παρά το ότι το ανωτέρω πόρισμα της αξονικής τομογραφίας δεν δημιούργησε εικόνα μετεγχειρητικής επιπλοκής στον πρώτο κατηγορούμενο, δοθέντος ιδίως ότι, κατά τα προαναφερθέντα, σε αυτό αναφέρεται "ότι δεν παρατηρείται συλλογή υγρού ενδοκοιλιακά", εντούτοις ο τελευταίος προέβη σε νέα κλινική εξέταση της ασθενούς και διαπίστωσε κοιλιά με διάχυτη ευαισθησία στην εν τω βάθει ψηλάφηση και κυρίως στο επιγάστριο και περιομφαλικά. Στις 19:00' της ίδιας ημέρας τοποθετήθηκε foley στην ασθενή και αποφασίστηκε η ωριαία μέτρησή της, ενώ στις 20:00' διαπιστώθηκε και ανουρία. Στις 21:40' ο πρώτος κατηγορούμενος διενήργησε στην ασθενή επείγουσα ανοικτή χειρουργική επέμβαση, διάρκειας 2 ωρών περίπου (έναρξη 21:50' και λήξη 23:400), κατά την οποία (ερευνητική λαπαροτομία) διαπίστωσε οξεία κοιλία και περιτονίτιδα από ρήξη λεπτού εντέρου και στη συνέχεια προέβη σε τμηματεκτομή λεπτού εντέρου, τελικο-τελική αναστόμωση, παροχετεύσεις και συρραφή τραύματος. Ακολούθως, η ασθενής μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του άνω Νοσοκομείου περί ώρα 00:45' της 13-4-2017 (ώρα εξόδου από τη χειρουργική αίθουσα). Ωστόσο, παρά τη μέγιστη αιμοδυναμική και αναπνευστική υποστήριξη, τη χορήγηση διουρητικών και αντιβιοτικών στη νοσηλευόμενη ασθενή, επήλθε ο θάνατος αυτής στις 17-4-2017 και ώρα 06:07' π.μ. Στο συνταχθέν από τον επικουρικό ιατρό, καρδιολόγο της Μ.Ε.Θ. του άνω Νοσοκομείου, Ι. Β., από 17-4-2017 πιστοποιητικό θανάτου αναγράφεται ως νόσος ή νοσηρή κατάσταση, που προκάλεσε κατευθείαν το θάνατο, η πολυοργανική ανεπάρκεια, οφειλόμενη (απότοκος) σε σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS), οφειλόμενο (απότοκο) σε βαριά σηπτική καταπληξία, η οποία αναφέρεται ως η υποκείμενη (αρχική) αιτία του θανάτου, ενώ στο πεδίο "άλλες σημαντικές παθολογικές καταστάσεις που συνέβαλαν στην επέλευση του θανάτου, αλλά δεν σχετίζονται με το νόσημα ή τη νοσηρή κατάσταση που προκάλεσε το θάνατο" αναγράφεται "χειρουργηθείσα διάτρηση εντέρου". Ωστόσο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο θάνατος της εν λόγω ασθενούς Μ. (Μ.) Μ. οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων και δη ότι, από έλλειψη της προσοχής, την οποία αυτοί όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις τους και οι παραλείψεις τους και επέφεραν το θάνατο της. Πιο συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι, κατά τη διενέργεια της προαναφερθείσας χειρουργικής επέμβασης (λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής με τη μέθοδο trocar κατά Hasson και δημιουργία πνευμονοπεριτοναίου), ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α., Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Γ.Ν. Πτολεμαΐδας, και ο δεύτερος Β. Κ., Επικουρικός Ιατρός Χειρουργός στο ως άνω Νοσοκομείο, προέβησαν στην επέμβαση αυτή κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης τους και ότι δεν ενήργησαν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας καθώς και ότι, και κατά τον μεταγενέστερο της επέμβασης χρόνο της νοσηλείας της ασθενούς στο ως άνω Νοσοκομείο, οι εν λόγω κατηγορούμενοι, ως θεράποντες ιατροί της, επέδειξαν ανάλογη με την προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά (ήτοι ενήργησαν κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης τους και δεν ενήργησαν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας), με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις τους να επιφέρουν ως μόνη ενεργό αιτία το θάνατο της ασθενούς αυτής την 17-04-2017. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δε σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και ως εκ τούτου διατηρεί αμφιβολίες, πρωτίστως ενόψει των πλήρως αντιφατικών καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων-ιατρών, ήτοι των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας αφενός και υπεράσπισης αφετέρου, αναφορικά με τη βασική-ενεργό αιτία που αιτιακά (υπό την έννοια της άμεσης αιτιότητας) οδήγησε στο θάνατο της ασθενούς Μ. (Μ.) Μ.. Και τούτο αφού οι μεν μάρτυρες (ιατροί) κατηγορίας ισχυρίστηκαν ότι ο θάνατος προκλήθηκε από τη φλεγμονή-περιτονίτιδα που προκάλεσε ενδοκοιλιακά η διάτρηση του λεπτού εντέρου (η οποία διάτρηση, κατά τους ίδιους, προκλήθηκε από αδέξιο εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου χειρισμό λαπαροσκοπικού εργαλείου κατά την επίλυση των διαπιστωθεισών συμφύσεων-συμφυσιόλυση-) και από τις περαιτέρω λοιπές συνέπειες της διάτρησης αυτής, ενώ σύμφωνα με τους μάρτυρες (ιατρούς) υπεράσπισης εκείνο που αιτιωδώς επέφερε το θάνατο της Μ. (Μ.) Μ. ήταν οι λοιμώξεις (λοίμωξη του αναπνευστικού-περιτονίτιδα-σηψαιμία) που προκάλεσε το ιδιαίτερα ανθεκτικό (πανανθεκτικό) βακτήριο Acinetobacter baumannii, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, μπορούσε να είχε μεταφερθεί-επικολληθεί στην ασθενή από οποιονδήποτε χώρο του Νοσοκομείου ή ακόμα και έξω από το Νοσοκομείο, σε αντίθεση με τους εκ διαμέτρου και ως προς το σημείο αυτό ισχυρισμούς των ιατρών μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι κατέθεσαν ότι το εν λόγω βακτήριο εντοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των μονάδων εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) και ότι μόνο εκεί θα μπορούσε να προσβάλει την ασθενή, συνεπώς (κατά τους ισχυρισμούς των ίδιων αυτών μαρτύρων κατηγορίας) δεν ήταν δυνατό να προκάλεσε αυτό τις προαναφερθείσες λοιμώξεις που οδήγησαν στο θάνατο της εν λόγω ασθενούς, καθόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα απαιτούνταν περισσότερες ημέρες μέχρι να εκδηλωθούν οι λοιμώξεις αυτές (οι οφειλόμενες στο βακτήριο Acinetobacter baumannii). Περαιτέρω, αμφιβολίες για την κύρια αιτία του θανάτου της συγκεκριμένης ασθενούς (ήτοι ως προς το εάν ο θάνατος αυτός προκλήθηκε πράγματι αιτιωδώς, υπό την έννοια της άμεσης αιτιότητας, από τη διάτρηση του λεπτού εντέρου, ως αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων) και, επομένως, αμφιβολίες και για την ενοχή των κατηγορουμένων, προκαλούνται στο Δικαστήριο και για το λόγο ότι κανένα συναφές αποδεικτικό στοιχείο δεν υπάρχει (δοθέντος και του ότι δεν διενεργήθηκε εν προκειμένω νεκροψία-νεκροτομή στη σορό της θανούσας), από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ο ακριβής τρόπος και ο ακριβής χρόνος, με και κατά τον οποίο, αντίστοιχα, προκλήθηκε η -μνημονευόμενη πάντως και στο από 17-4-2017 πιστοποιητικό θανάτου υπό την αναγραφή "άλλες σημαντικές παθολογικές καταστάσεις που συνέβαλαν στην επέλευση του θανάτου, αλλά δεν σχετίζονται με το νόσημα ή τη νοσηρή κατάσταση που προκάλεσε το θάνατο"- διάτρηση του λεπτού εντέρου, ενώ και όλοι οι ανωτέρω μάρτυρες-ιατροί (κατηγορίας και υπεράσπισης) εξέθεσαν απλώς την επιστημονική τους άποψη για το θέμα αυτό, εν είδει πιθανού "σεναρίου", χωρίς να είναι σε θέση, λόγω ακριβώς της ανυπαρξίας συναφών στοιχείων, και να την στηρίξουν με άλλες αποδείξεις. Εξάλλου, αμφιβολίες δημιουργούνται στο παρόν Δικαστήριο για το ίδιο θέμα (ήτοι ως προς το εάν ο θάνατος της ασθενούς Μ.-Μ. Μ. προκλήθηκε πράγματι αιτιωδώς, υπό την έννοια της άμεσης αιτιότητας, από τη διάτρηση του λεπτού εντέρου, ως αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων), ενόψει και των κατηγορηματικών (και λογικοφανών κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου) καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης, περί του ότι, σε περίπτωση που η διάτρηση του οργάνου (λεπτού εντέρου) είχε επέλθει κατά τη διενέργεια της επίμαχης λαπαροσκοπικής επέμβασης, αυτό θα είχε γίνει αντιληπτό από τους τρεις συμμετέχοντες σε αυτή ιατρούς μέσω της εκ μέρους τους επισκόπησης της διενεργούμενης επέμβασης από τις οπτικές κάμερες, οι οποίοι ακολούθως σαφώς και θα προέβαιναν στις κατάλληλες ιατρικές πράξεις, προκειμένου να αποκατασταθεί αμέσως η όποια συναφής βλάβη και να αποφευχθεί, έτσι, οποιαδήποτε περαιτέρω δυσάρεστη εξέλιξη, ενώ, εξάλλου, οι ίδιοι αυτοί μάρτυρες (υπεράσπισης και έχοντες άπαντες την ειδικότητα του χειρουργού ιατρού) υποστήριξαν και ότι υπάρχει και το διαφοροποιημένο ενδεχόμενο και συγκεκριμένα ότι, κατά τη διενέργεια μιας τέτοιου είδους λαπαρασκοπικής επέμβασης, ακόμη και ένας άκρως επιμελής ιατρός μπορεί να προκαλέσει έναν εντελώς ελαφρύ και μη ορατό τραυματισμό ("ξύσιμο") στο περιτόναιο (δηλαδή στον λεπτό ορογόνο υμένα που επενδύει την κοιλιακή κοιλότητα και περιβάλλει, μεταξύ άλλων οργάνων, και το λεπτό έντερο), ο οποίος τραυματισμός, μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης και κατά το στάδιο της ανάρρωσης του ασθενούς, μπορεί κατά το χρόνο ενεργοποίησης του εντέρου και αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης να προκαλέσει διάτρηση του οργάνου αυτού (απορογονοποίηση), το οποίο, ακολούθως, ισχαιμεί τοπικά και είναι ικανό να δημιουργήσει φλεγμονή και να προκαλέσει κατόπιν δυσμενείς συνέπειες στον οργανισμό του ασθενούς, ιδίως εάν αυτός είναι βεβαρημένου ιστορικού, ήτοι σαν αυτές που προκλήθηκαν στην ανωτέρω θανούσα, ώστε να επέλθει θάνατος από την αιτία αυτή (βλ.ιδίως την προσκομιζόμενη από τους κατηγορούμενους γνωμοδότηση του καθηγητή χειρουργικής Α Π.Θ. Κ. Τ. καθώς και την κατάθεση του ίδιου ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου καθώς και την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του καθηγητή χειρουργικής του ΑΠΘ Γ. Μ.). Εξάλλου, το Δικαστήριο δε σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και ως εκ τούτου διατηρεί αμφιβολίες για την αμελή ή όχι συμπεριφορά των κατηγορουμένων και κατά συνέπεια και για την ενοχή τους, ενόψει των πλήρως αντιφατικών καταθέσεων των ως άνω εξετασθέντων μαρτύρων- ιατρών (ήτοι των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας αφενός και υπεράσπισης αφετέρου), σε σχέση και με τον μετά την εκτέλεση της ως άνω χειρουργικής επέμβασης χρόνο, ήτοι σε σχέση με την ιατρική αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής κατάστασης της ασθενούς. Και τούτο διότι οι μεν πρώτοι (ιατροί μάρτυρες κατηγορίας) άπαντες υποστήριξαν ότι η κατάσταση της εν λόγω ασθενούς υπήρξε ανησυχητική από το απόγευμα της επόμενης από την επέμβαση ημέρας, ενόψει των ανωτέρω αυξημένων τιμών των αιματολογικών της εξετάσεων, του οροαιματηρού και με πρόσμειξη χολής περιεχομένου του σάκου ουρητηροστομίας και της ευαισθησίας στην εν τω βάθει ψηλάφηση, η οποία κατάσταση επιδεινώθηκε τη μεθεπόμενη της επέμβασης ημέρα, με τις και πάλι αυξημένες τιμές στις αιματολογικές εξετάσεις της, την και πάλι ύπαρξη οροαιματηρού περιεχομένου στο σάκο ουρητηροστομίας, τη διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα της ασθενούς και την αντίσταση στην εν τω βάθει ψηλάφηση, συμπτώματα τα οποία θα έπρεπε άμεσα (κατά την κρίση των εν λόγω μαρτύρων) να οδηγήσουν τους δύο προηγουμένως επιληφθέντες κατηγορούμενους ιατρούς στην απόφαση να εισαγάγουν την ασθενή τους στο χειρουργείο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη διαφαινόμενη διάτρηση οργάνου και δη ότι θα έπρεπε αυτοί να επιληφθούν από το απόγευμα της πρώτης μετεγχειρητικής ημέρας (11-4-2017) και το αργότερο από το πρωί της δεύτερης μετεγχειρητικής ημέρας (12-4-2017), οι δε δεύτεροι (ιατροί μάρτυρες υπεράσπισης) κατηγορηματικά υποστήριξαν ότι όλα τα ανωτέρω ευρήματα (πλην μιας ήπιας λευκοκυττάρωσης, η οποία, όμως, από μόνη της δεν καθιστούσε την κατάσταση της ασθενούς κρίσιμη και επομένως αναγκαία την άμεση εισαγωγή της σε νέο χειρουργείο) ήταν συνήθη και εντός των φυσιολογικών ορίων, δοθέντος ότι επρόκειτο για μετεγχειρητικό χρόνο, δικαιολογούμενα από τη φύση της επέμβασης, την ηλικία και το προαναφερθέν ιατρικό ιστορικό της συγκεκριμένης ασθενούς, ότι δεν υποδείκνυαν ανησυχητική κατάσταση και ιδίως διάτρηση κοίλου σπλάχνου και ότι τα συμπτώματα αυτά και η εν γένει μετεγχειρητική κατάσταση της ασθενούς αντιμετωπίστηκαν με τον ιατρικώς ενδεδειγμένο τρόπο και δη αρχικά με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ακολούθως, όταν η κατάσταση της ασθενούς εξελίχθηκε σε πράγματι ανησυχητική υποδεικνύοντας πιθανή διάτρηση οργάνου, με τη διενέργεια ανοιχτής επέμβασης από τον πρώτο κατηγορούμενο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διαφαινόμενη υπάρχουσα φλεγμονή, η προκληθείσα από τη διαφαινόμενη τελικώς εν λόγω διάτρηση. Περαιτέρω, δε, οι ίδιοι αυτοί μάρτυρες υπεράσπισης υποστήριξαν (σε αντίθεση με τα ανωτέρω συναφώς από τους μάρτυρες κατηγορίας κατατεθέντα) ότι και η χρονική στιγμή που ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε την απόφαση για τη διενέργεια της δεύτερης (ανοιχτής) χειρουργικής (αποκαταστατικής) επέμβασης, ήταν η κατάλληλη και δεν ενήργησε αυτός με καθυστέρηση, καθόσον, παρόλο που ακόμα και κατά το χρόνο εκείνο (λήψης της εν λόγω απόφασης) στην αξονική τομογραφία δεν διαφάνηκε συλλογή υγρού ενδοκοιλιακά, η ύπαρξη του οποίου και μόνο θα αποτελούσε αναμφίβολα ένδειξη διάτρησης οργάνου, αυτός, ωστόσο, εκτιμώντας τη συνολική εικόνα της ασθενούς (προαναφερθέντα αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων και λοιπά ανωτέρω ευρήματα, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κλινική εικόνα της ίδιας), διέγνωσε (κατά τον ίδιο αυτόν χρόνο) το ενδεχόμενο ύπαρξης φλεγμονής εντός της κοιλιακής χώρας της ασθενούς λόγω διάτρησης του λεπτού εντέρου, τα οποία και τελικά πράγματι υπήρχαν και αντιμετωπίστηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο με τον ενδεδειγμένο ιατρικώς τρόπο, ήτοι de lege artis (σύμφωνα με τους παραδεκτά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης), ενώ εξάλλου οι ίδιοι μάρτυρες (υπεράσπισης) υποστήριξαν περαιτέρω (ευλόγως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου) ότι μια δεύτερη επέμβαση διενεργούμενη αμέσως μετά την πρώτη και χωρίς να υπάρχουν σοβαρότατες ενδείξεις περί διάτρησης οργάνου και περί φλεγμονής, θα εξέθετε σε μείζονα κίνδυνο την υγεία της ασθενούς και δη της συγκεκριμένης με το ήδη βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό. Ενόψει όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν εν προκειμένω αμελώς, κατά την έννοια που εκτίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δε σχημάτισε πεποίθηση περί της ενοχής των κατηγορουμένων, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν αθώοι λόγω αμφιβολιών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορούνται, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με το αθωωτικό του πόρισμα για την αποδιδόμενη στους ως άνω κατηγορούμενους αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και με τα οποία να αιτιολογείται, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν πείστηκε για την ενοχή των ως άνω κατηγορουμένων, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, ούτε εξηγούνται οι λόγοι με βάση τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής αυτών. Ειδικότερα, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.Α.Π.1/2005), και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογή, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο στάθμισε, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε το περιεχόμενο των κρισίμων και σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων της προδικασίας και της ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικότερα δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο επιλεκτικά ορισμένα από αυτά και ιδίως δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν μαζί με τα λοιπά στοιχεία: α) Τα αποτελέσματα της γενικής εξέτασης αίματος και του εργαστηριακού ελέγχου της όλης κατάστασης ασθενούς με τις αποκλίνουσες των φυσιολογικών τιμές κατά την 11-4-2017, ήτοι την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα και κατά την 07:50'πρωϊνή ώρα αυτής, σε συνδυασμό με τα ευρήματα της πρόσμειξης χολής στο οροαιματηρό και την ευαισθησία στην εν τω βάθει ψηλάφηση κατά την ιατρική επίσκεψη της ίδια ημέρας και κατά την 19:00' απογευματινή ώρα αυτής. β) Τα νέα αποτελέσματα της γενικής εξέτασης αίματος και του εργαστηριακού ελέγχου της όλης κατάστασης της ασθενούς με τις ομοίως αποκλίνουσες των φυσιολογικών τιμές κατά την 12-4-2017, ήτοι την δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα και κατά την 16:58 απογευματινή ώρα αυτής, σε συνδυασμό με την επιπλέον διαπίστωση ανουρίας (βλάβης των νεφρών) κατά την 20:00' απογευματινή ώρα της ίδιας ημέρας και γ) Η μεσολάβηση μακρού χρόνου, ήτοι τριάντα επτά (37) τουλάχιστον ωρών, από την αρχική εμφάνιση της απόκλισης των φυσιολογικών τιμών των εξετάσεων αίματος και των ενδεικτικών για φλεγμονή στον οργανισμό της ασθενούς συμπτωμάτων, μέχρι την διάγνωση των επιπλοκών στην υγεία της και την υποβολή αυτής σε νέα επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Τέλος, ουδόλως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση με την παράθεση πραγματικών περιστατικών και συλλογισμών η διατήρηση αμφιβολιών για την αιτία θανάτου της ασθενούς την 06:07'πρωϊνή ώρα της 17-4-2017 κατά τη νοσηλεία της στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ανωτέρω Νοσοκομείου. Επιπροσθέτως ενώ κατά τον εργαστηριακό έλεγχο της 11/4/2017 (επομένης της χειρουργικής επέμβασης) και ωρα 7.50π.μ η γενική εξέταση αίματος της χειρουργηθείσας ασθενούς είχε τιμή λευκών αιμοσφαιρίων (λευκά WBC) 14,64 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 4-11, τα ουδετερόφιλα είχαν ανέλθει σε ποσοστό 90,5% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 40-75% και 13,25 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 2-7,7 103/μL, τα λεμφοκύταρα είχαν ποσοστό 7% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 20-40 και 1,02 103/μL αντί της φυσιολογικής τιμής 1,5-4 103/μL και τα ηωσινόφυλα και τα βασεόφιλα είχαν ποσοστό 0,1% αντί του φυσιολογικού πλαισίου 1-6% και 0,3-1%, αντίστοιχα, με 0,02 103/μL ηωσινόφιλα αντί της φυσιολογικής τιμής 0,04-0,4 103/μL, ήτοι οι εργαστηριακές τιμές απέκλειναν από τις φυσιολογικές και παρέπεμπαν σε μικροβιακή λοίμωξη και παρά την διαπιστωθείσα πρόσμειξη χολής στο οροαιματηρό περιεχόμενο του σάκου ουρητηροστομίας, δεν αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση η παράλειψη των κατηγορουμένων να αντιληφθούν την έντονη φλεγμονώδη αντίδραση, να διενεργήσουν άμεσα απεικονιστικό έλεγχο προς διερεύνηση των αιτιών πρόκλησης των ανωτέρω και να προβούν έγκαιρα σε διάνοιξη εκ νέου της κοιλίας της ασθενούς, και όχι με καθυστέρηση 37 ωρών από την πρώτη διαπίστωση των μη φυσιολογικών τιμών που προέκυψαν από την γενική εξέταση αίματος της 11/4/2017. Επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση υφίστανται λογικά κενά αφού δεν διασαφηνίζεται με επάρκεια ο μηχανισμός πρόκλησης της τρώσης του λεπτού εντέρου που οδήγησε σε περιτονίτιδα, οξεία κοιλία, βαριά σηπτική καταπληξία, πολυοργανική ανεπάρκεια και τελικά στον θάνατο της ασθενούς. Τέλος η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά και αντιφατική καθόσον ενώ αναφέρει ότι κατά την λαπαροσκοπική επέμβαση προκλήθηκε διάτρηση του εντέρου της θανούσας με συνακόλουθα αποτελέσματα την περιτονίτιδα, την βαριά σηπτική καταπληξία και την πολυοργανική ανεπάρκεια, εντούτοις εκφράζει αμφιβολίες για την ακριβή αιτία θανάτου αποδεχόμενη ότι μπορεί να οφείλεται σε ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, προκληθείσα μετά την χειρουργική επέμβαση, εντός του νοσοκομείου από το ανθεκτικό βακτήριο Αcinetobacter baumannil αποδεχόμενη τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων παρά το γεγονός ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο θάνατος της ασθενούς οφείλετο στο εν λόγω βακτήριο.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΤΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 184/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή