ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 579/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 579/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 579/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 579 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 579/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Π. και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 21/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Με κατηγορούμενους τους: 1.Σ. Σ. του Μ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε 2. Ο. Δ. του Α., ο οποίος απεβίωσε, (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου).

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Ευβοίας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 05.12.2024 έκθεσή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και έλαβε αριθμό 15 & 16/5.12.2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως όσον αφορά την 1η αναιρεσείουσα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου για τον 2° αναιρεσείοντα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 368 περ. β' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ (Ν.4629/2019), έχοντος εφαρμογή στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρ. 590 παρ. 1 εδ. α' του εν λόγω Κώδικα), όπως η προκειμένη, η ποινική δίωξη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς όλες τις διατάξεις της (ΑΠ 816/ 2020 ΑΠ 1148/2019,ΑΠ 38/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η ασκηθείσα, δια δηλώσεως, υπ' αριθμ. πρωτ. 15,16/5-12-2024 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας κατά της υπ' αριθμ. 21/2022 αποφάσεως του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Σ. Σ. του Μ. και Ο. Δ. του Α., για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000€. Όμως, όπως προκύπτει από το επισυναφθεν στη δικογραφία απόσπασμα της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2024 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ... ο κατηγορούμενος Ο. Δ. απεβιώσε στις ... Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αποβιώσαντος ως άνω κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ ορίζεται ότι: "Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)", κατά δε διάταξη του άρθρου 505 παρ.1 του ίδιου ως άνω ΚΠΔ ορίζεται ότι: "Εκτός από την περίπτωση της παρ.3 του προηγούμενου άρθρου, την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου, των δικαστηρίων ανηλίκων, των μονομελών πλημμελειοδικείων της έδρας και περιφέρειάς του, και εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του".

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 507 του αυτού ως άνω ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 155 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση, μεταξύ και άλλων, απόφασης του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων της περιφέρειάς του, με την οποία έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την καταχώρισή της καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 854/2023, ΑΠ 624/2023), για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων, και αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της υπέρβασης εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ αντίστοιχα (ΑΠ 854/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' και 2 του ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ' αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340. (...) 2. Αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του ίδιου ανωτέρω ΚΠΔ: "Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον νομίμως έχει κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην". Ως "υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση της αναίρεσης, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, δηλαδή του διαδίκου, μεταξύ των οποίων πρωτίστως περιλαμβάνεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, καθόσον το έννομο συμφέρον του είναι προφανές να αντικρούσει την εναντίον του στρεφόμενη αναίρεση και να υποστηρίξει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στην περίπτωση δε κατά την οποία η αναίρεση του Εισαγγελέα ασκήθηκε υπέρ αυτού (κατηγορουμένου) να υποστηρίξει τη βασιμότητα των λόγων της.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου διαδίκου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης, αν δε αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή στον τόπο όπου εργάζεται τούτος, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή στον διευθυντή ή σε κάποιον από όσους εργάζονται στον ίδιο τόπο, ενώ αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά τον ως άνω φάκελο στην πόρτα της. Η επίδοση αυτή, με θυροκόλληση, είναι έγκυρη μόνον όταν επακολουθήσει νομότυπη κλήτευση και του τυχόν διορισθέντος αντικλήτου του ενδιαφερομένου διαδίκου, ανεξάρτητα αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από το νόμο, σε αυτή δε την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελευταία χρονικά επίδοση (ΑΠ 476/2021).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του Εισαγγελέα, εφόσον ο κατηγορούμενος έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος, παρών (ΑΠ 854/2023, ΑΠ 64/2023, ΑΠ 1233/2022, ΑΠ 650/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 5/12/2024 με αριθμό 15 και 16/2024 αίτηση του Αντεισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, για αναίρεση υπ' αριθμ. 21/2022 απόφασης του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης Σ. Σ. του Μ., για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000€, αφού μεταβλήθηκε η κατηγορία από την κακουργηματική πράξη του άρθρου 66 παρ.5 εδαφ.β του ν.4174/2013 στην πλημμεληματική του άρθρου 66 παρ.5 εδάφιο α' του ίδιου νόμου, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος Αντεισαγγελέα Εφετών, στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας στις 5/12/2024 και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταχωρίστηκε καθαρογεγραμμένη στο Ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 ΚΠΔ, είναι δε παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και περιλαμβάνει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας Είναι επομένως τυπικά δεκτή, (άρθρ. 473 § 3, 474 παρ.4, 504 § 1, 505 παρ. 1β' και 507 ΚΠΔ ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, ερήμην, αλλά ωσεί παρούσης της ως άνω κατηγορουμένης (άρ. 512 παρ. 1 εδ. γ' και ε', 515 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ), η οποία καίτοι κλητεύθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα να παρουσιαστεί στη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19/2/2025),με την επίδοση, στην ίδια προσωπικά και με θυροκόλληση στην αντίκλητο δικηγόρο της Σωτηρία Μανάρα της υπ'αριθμ. ... κλήσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία καλείται να παρουσιαστεί στη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ως άνω δικάσιμο, με την υπόμνηση ότι αν δεν παραστεί θα δικαστεί σαν να ήταν παρούσα, (σχετ. το από 2/1/2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα Α.Τ Τανάγρας Β. Τ., και το από 28/11/204 αποδεικτικό επιδόσεως του Ανθ/μου Α.Τ Θήβας αντίστοιχα), δεν εμφανίστηκε μετά συνηγόρου, ούτε και εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο έκθεμα, κατά την ως άνω δικάσιμο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.5 του ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν.4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10-2015), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997, που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...".Η ανωτέρω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρ.66 παρ. 5 του ν. 4987/2022 με έναρξη ισχύος από 4/11/2022, που ορίζει ότι "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος". Από το συνδυασμό δε της διάταξης αυτής με το (ήδη καταργηθέν, με το άρθρο 136 α του Ν.5090/1-5-2024) άρθρο 463 παρ.3 του νέου ΠΚ, που ορίζει "...3.Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ.δ. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της.." προκύπτει ότι η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66, είχε σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 463 και την περ.δ του άρθρου 83 του νέου ΠΚ, αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή την κάθειρξη έως (6) έτη, και, επομένως συντρέχει λόγος προσαρμογής του άρθρου 66 στο νεότερο πλαίσιο που έχει προσδιορίσει ο νέος Π.Κ., με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της. (σχ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4987/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 66 παρ.5 εδ.α, β και γ του ν.4174/2013, όπως ισχύει κατά τα άνω, προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, έχει γίνει ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν.4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι πλέον αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 160/2022, ΑΠ 621/2023, ΑΠ 1187/2019, ΑΠ 37/2017). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 1485/2023, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 855/2023, ΑΠ 737/2023, ΑΠ 624/2023, ΑΠ 621/2023, ΑΠ 160/2022, ΑΠ 646/2020).

Τούτο δε, διότι σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση ήταν η αποφυγή της διπλής τιμώρησης του δράστη, δηλαδή τόσο για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων όσο και για μία από τις πράξεις που περιγράφονται στις διατάξεις των παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 [ως αντικ. με άρθρο 66 παρ. 1-4 Ν. 4987/2022 (αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος, επιστροφή Φ.Π.Α, κ.λ.π), όχι δε η πλήρης ατιμωρησία (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 160/2022). Επίσης, σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου για την απορροφώσα πράξη ή σε περίπτωση κήρυξης ως προς αυτήν απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, η απορροφώμενη πράξη ανακτά την αυτοτέλεια της και δεν κωλύεται το Δικαστήριο να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη (ΑΠ 1485/2023, ΑΠ 205/2010).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023). Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1091/2022).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ1/2008, ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 624/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων) Ευβοίας, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από την παράθεση νομικών σκέψεων σχετικών με την ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της εξάλειψης του αξιοποίνου της λόγω παραγραφής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, κατά λέξει, τα εξής: "Η 1η κατηγορούμενη, Σ. Σ., είναι αγρότισσα ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα το ..., αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2παρ.4 του Π.Δ 186/1992 [Κ.Σ.Β], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεη τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενη σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων της, ενώ ήταν υπόχρεη έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ.2 του ΚΒΣ.

Εξάλλου, ως αγρότισσα ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και η ίδια να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.2 περ.ζ του ΚΒΣ. Επίσης, η κατηγορούμενη, επειδή ήταν ενταγμένη στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής της, εδικαιούτο από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.ΠΑ που επιβάρυνε τις αγορές ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της επιχείρησής της χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά της η 1η κατηγορούμενη από κοινού με τον 2° κατηγορούμενο, Ο. Δ. κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007·,-κατηγορούνται ότι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε (μόνο η κατηγορούμενη) πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία νια συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα, τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι στο ..., κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, εκμεταλλευόμενοι την ιδιότητα της κατηγορουμένης - αγρότισσας ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1η με πρόθεση, προς όφελος τους δώδεκα (12) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, με φερόμενους ως εκδότες 3 εξ αυτών τον Γ. Μ., 1 εξ αυτών την Γ. Π., 1 εξ αυτών τον Ι. Α., 2 εξ αυτών την Ν. Μ. και 5 εξ αυτών την Π. Λ. - Σ., οι οποίοι ουδέποτε πραγματοποίησαν μαζί τους τις συναλλαγές, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής της 1ης κατηγορουμένης, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολο τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα: α) για την χρήση του έτους 2005 οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι εξέδωσαν από κοινού και ότι 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε συνολικά 3 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 120.400 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 2141/2006 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε, μέσω της ΕΣΓ Θηβών, στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2006, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 6.020 ευρώ, β) για την χρήση του έτους 2006 οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι εξέδωσαν από κοινού και ότι 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε συνολικά 2 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας Ι8.700 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 1797/2007 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε, μέσω της ΕΣΓ Θηβών, στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2007, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 5.509 ευρώ και γ) για την χρήση του έτους 2007 οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι εξέδώσάν απο κοινού και ότι 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε συνολικά 7 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 226.286 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 1719/2008 αίτηση επιστροφής ΦΠΑ που υπέβαλε, μέσω της ΕΣΓ Θηβών, στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2008, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 15.840,02 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά των ετών 2005, 2006 και 2007, από τα οποία η 1η κατηγορούμενη φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής της παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 425.386 ευρώ, παρατίθενται κατωτέρω στο διατακτικό, με αναφορά τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στην 1η κατηγορούμενη συντάχθηκε η υπ' αριθμό ΥΣΕ 727/2012 αριθμός υπόθεσης 1161/10/2012 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Β. Π. και Γ. Κ. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 16-10-2012, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η κατηγορούμενη αντίστοιχα, τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στην 1η κατηγορούμενη από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ ποσού 6.020 ευρώ, για την χρήση του έτους 2006 ΦΠΑ ποσού 5.509 ευρώ και για την χρήση του έτους 2007 ΦΠΑ ποσού 15.840,02 ευρώ. Δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ. Θηβών για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1η κατηγορούμενη συντάχθηκε η από 19-10-2012 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 5154/2012 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Εν συνεχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19παρ.1β-β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.5 εδ.β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια των ετών 2005, 2006 και 2007, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στους κατηγορουμένους η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή οι φερόμενοι ως υπαίτιοι - κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18παρ.1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66παρ.1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, μη συνολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο" Α) να τιμωρούνται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη οι κατηγορούμενοι που εξέδωσαν και αποδέχθηκαν πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 425.386 ευρώ (120.400 ευρώ για το έτος 2005 + 78.700 ευρώ για το έτος 2006 + 226.286 ευρώ για το έτος 2007), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 6.020 ευρώ για το έτος 2005, 5.509 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 15.840,02 ευρώ για το έτος 2007 (ποσά Φ.Π.Α. κατώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν οι ίδιοι κατηγορούμενοι ήθελε υποτεθεί ότι είχαν εκδώσει και αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 3.425.386 ευρώ (1.000.000 υποθετικώς + 120.400 ευρώ για το έτος 2005, 1.000.000 υποθετικώς + 78.700 ευρώ για το έτος 2006 και 1.00.000 υποθετικώς + 226.286 ευρώ για το έτος 2007), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 78.428 ευρώ για το έτος 2005, 75.509 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 85.840,02 ευρώ για το έτος 2007 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), οι οποίες (πράξεις της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 78.428, 75.509 και 85.840,02 ευρώ) θα απορροφούσαν την πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ), θα ετιμωρούντο μόνο για το πλημμέλημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση με ποινή φυλάκισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια θα είχαν διωχθεί ή καταδικαστεί οι κατηγορούμενοι για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι για να διαπράξουν αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια των ετών 2005, 2006 και 2007, που φέρεται ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ και 368 περ.β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την επικρατέστερη στην νομολογία εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου του Ελεγκτή - υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος (βλ. ΑΠ 185/2019), ήτοι εν προκειμένω η 16-10-2012, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368περ.β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης Σ. Σ. του Μ. ποινική δίωξη, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "Παύει Οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορούμενων λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66παρ.5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι στο ..., κατά τα έτη 2005.2006 και 2007 1) Η πρώτη εξ αυτών Σ. Σ. με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει της αποδέχθηκε και εξέδωσε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 200.000ευρώ (ανερχόμενης αξίας σε 425.386 ευρώ), για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, και συγκεκριμένα ενώ ήταν αγρότισσα ειδικού καθεστώτος. Α) κατά το έτος 2005, αποδέχθηκε τα υπ' αριθμ. ...-2005,...-2005 και ...-2005 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 31.00,32.00 και 33.000 κιλών αντίστοιχα), εκδόσεως του εμπόρου τέτοιων προϊόντων Γ. I. Μ. και αξίας 37.900, 40.300 και 42.200 ευρώ αντίστοιχα (συνολικής αξίας 120.400 ευρώ). τα οποία ήταν εν γνώση της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Γλυφάδας) η σχετική πράξη θεωρήσεως τους, και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα η επιχείρηση του εκδότη τους ήταν ανύπαρκτη στη δηλωθείσα διεύθυνση της και ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε φορολογικά να εμπορεύθηκε, περαιτέρω, τα αγορασθέντα προϊόντα, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών πόρων και διέθετε ποσοστό σε αγρό 10μόνο στρεμμάτων Β) κατά το έτος 2006, αποδέχθηκε το υπ' αριθμ. ...-2006 τιμολόγιο αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 28.000 κιλών) εκδόσεως της εμπόρου τέτοιων προϊόντων Γ. Π. Π. και αξίας 38.700ευρώ, και το υπ' αριθμ. ...-2006 τιμολόγιο αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 29.000 κιλών) του εμπόρου Ι. I. Α. και αξίας 40.000ευρώ (όλων συνολικής αξίας 78.700ευρώ), τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Νάουσας και Γλυφάδας, αντίστοιχα) η σχετική πράξη θεωρήσεως τους και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα οι επιχειρήσεις των εκδοτών τους ήταν ανύπαρκτες, χωρίς υποδομή εμπορίας των ανωτέρω προϊόντων, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους, στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό ι σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών ποσών, και Γ) κατά το έτος 2007 εξέδωσε η ίδια (μετά από συναπόφαση και από κοινού με τον κατώτερω συγκατηγορούμενό της) και αποδέχθηκε στη συνέχεια τα υπ' αριθμ. ...-2007 και ...-2007 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 27.000 και 27.000κιλών, αντίστοιχα) φερόμενης εκδόσεως της εμπόρου Ν. Γ. Μ. και αξίας 33.203 και 32.334 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τα υπ' αριθμ. ...-2007, ...-2007, ...-2007, ...-2007 και ...-2007 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 26.000, 25.730, 26.020 και 26.500 κιλών, αντίστοιχα) φερόμενης εκδόσεως της εμπόρου Π. Λ. - Σ. και αξίας 30.000, 32.318, 33.009,33.298 και 32.124 ευρώ αντίστοιχα (όλων συνολικά αξίας 226.286ευρώ), τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Μολάων και Καλαμάτας, αντίστοιχα) η σχετική πράξη θεωρήσεώς τους, και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα οι εκδότες τους ήταν παντελώς αμέτοχοι στις συναλλαγές αυτές, τις ρητώς οποίες αρνήθηκαν, και οι επιχειρήσεις τους ήταν μικρές, χωρίς την αναγκαία υποδομή για την περαιτέρω διακίνηση των ανωτέρων προϊόντων, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών πόρων και διέθετε ποσοστό σε αγρό εκτάσεως μόνο 10στρεμμάτων. Η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα πλαστά και εικονικά στοιχεία υποβάλλοντας ανά έτος στη ΔΟΥ Θηβών, μέσω της ΕΓΣ Θηβών, τις υπ' αριθμ. 2141/2006, 1797/2007 και 1719/2008 αιτήσεις της για επιστροφή ΦΠΑ σχετικά με τις καλλιέργειες της, τον οποίο έλαβε και ανερχόταν σε 6.020,5.509 και 15.840,02ευρώ αντίστοιχα, σχετικά δε συντάχθηκε η από 15-10-2012 έκθεση προσωρινού ελέγχου του ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδος (βάσει της υπ' αριθμ. 892/2011 εντολής-αριθμός υποθέσεως 1161/2010) και 2) Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Ο. Δ. με περισσότερες ράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει του εξέδωσε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 200.000 ευρώ, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, και συγκεκριμένα εξέδωσε τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 Α, Β και Γ τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων της πρώτης κατηγορούμενης (τα υπό στοιχείο Γ, κατόπιν συναποφάσεως και από κοινού με εκείνη, που τα έλαβε όλα στη κατοχή της), συνολικής αξίας ανερχόμενης σε 452.386 ευρώ , τα οποία ήταν εν γνώσει του πλαστά και εικονικά και αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, για τους αναφερόμενους στα στοιχεία αυτά λόγους, αποσκοπούσε δε στην παράνομη είσπραξη τμήματος των ανωτέρω ποσών ΦΠΑ". Με τις παραπάνω παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το ανωτέρω Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος της κατηγορουμένης, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, για το λόγο ότι τα φερόμενα ως εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν από στην κατηγορουμένη για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α (άρθρο 18 παρ.1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.1β του Ν. 4174/2013) και ότι ως εκ τούτου δεν πρέπει να συνυπολογιστούν για την κάλυψη του ορίου των 200.000€, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καίτοι δέχεται ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε η κατηγορούμενη αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις (200.000) ευρώ, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της κατηγορουμένης μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ για το ως άνω τελεσθέν από αυτήν φορολογικό αδίκημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (το εισπραχθέν ποσό του οποίου σημειωτέον υπολείπεται του ποσού των 50.000 ευρώ άνω του οποίου η εν λόγω πράξη καθίσταται αξιόποινη), και ότι συντάχθηκε μηνυτήρια αναφορά του ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδας μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν.2523/1997,εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.5 Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 και ήδη αντικ. με το αρ. 66 παρ. 5 Ν. 4987/2022. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για την απορρόφηση της πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κάποια εκ των πράξεων φοροδιαφυγής των παραγρ. 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, έτσι ώστε και να μην υπολογισθούν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την κάλυψη των ορίων της παραγρ. 5 εδ. β' ιδίου άρθρου είναι η χρησιμοποίηση αυτών για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής (των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013) και η καταδίκη του κατηγορουμένου ή να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για κάποια από τις πράξεις αυτές, ως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, καθώς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υποβλήθηκε καν μηνυτήρια αναφορά από τη Δ.Ο.Υ Θηβών σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.ΠΑ. Παράλληλα, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο λόγω της κατά τα ως άνω παραγραφής του αδικήματος και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ, αντιστοίχως, προβληθέντων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 21/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.

Παύει οριστικά, λόγω θανάτου, την κατά του Ο. Δ. του Α., γεν. ..., κατοίκου ..., ποινική δίωξη για το ότι: Στο ..., κατά τα έτη ..., ... και ... με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει του εξέδωσε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 200.000 ευρώ, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, και συγκεκριμένα εξέδωσε τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 Α, Β και Γ τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων της πρώτης κατηγορούμενης (τα υπό στοιχείο Γ, κατόπιν συναποφάσεως και από κοινού με εκείνη, που τα έλαβε όλα στη κατοχή της), συνολικής αξίας ανερχόμενης σε 452.386 ευρώ , τα οποία ήταν εν γνώσει του πλαστά και εικονικά και αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, για τους αναφερόμενους στα στοιχεία αυτά λόγους, αποσκοπούσε δε στην παράνομη είσπραξη τμήματος των ανωτέρω ποσών ΦΠΑ". Α) κατά το έτος 2005, τα υπ' αριθμ. ...-2005, ...-2005 και ...-2005 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της πρώτης κατηγορουμένης (κρεμμυδιών βάρους 31.00,32.00 και 33.000 κιλών αντίστοιχα), εκδόσεως του εμπόρου τέτοιων προϊόντων Γ. I. Μ. και αξίας 37.900, 40.300 και 42.200 ευρώ αντίστοιχα (συνολικής αξίας 120.400 ευρώ). τα οποία ήταν εν γνώση της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Γλυφάδας) η σχετική πράξη θεωρήσεως τους, και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα η επιχείρηση του εκδότη τους ήταν ανύπαρκτη στη δηλωθείσα διεύθυνση της και ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε φορολογικά να εμπορεύθηκε, περαιτέρω, τα αγορασθέντα προϊόντα, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών πόρων και διέθετε ποσοστό σε αγρό 10μόνο στρεμμάτων Β) κατά το έτος 2006, το υπ' αριθμ. ...-2006 τιμολόγιο αγοράς των προϊόντων της πρώτης (κρεμμυδιών βάρους 28.000 κιλών) εκδόσεως της εμπόρου τέτοιων προϊόντων Γ. Π. Π. και αξίας 38.700ευρώ, και το υπ' αριθμ. ...-2006 τιμολόγιο αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 29.000κιλών) του εμπόρου Ι. I. Α. και αξίας 40.000ευρώ(όλων συνολικής αξίας 78.700ευρώ), τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Νάουσας και Γλυφάδας, αντίστοιχα) η σχετική πράξη θεωρήσεως τους και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα οι επιχειρήσεις των εκδοτών τους ήταν ανύπαρκτες, χωρίς υποδομή εμπορίας των ανωτέρω προϊόντων, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους, στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών ποσών, και Γ) κατά το έτος 2007 από κοινού με την πρώτη κατηγορουμένη τα υπ' αριθμ. ...-2007 και ...-2007 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 27.000 και 27.000 κιλών, αντίστοιχα) φερόμενης εκδόσεως της εμπόρου Ν. Γ. Μ. και αξίας 33.203 και 32.334 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τα υπ' αριθμ. ...-2007, ...-2007, ...-2007, ...-2007 και ...-2007 τιμολόγια αγοράς των προϊόντων της (κρεμμυδιών βάρους 26.000, 25.730, 26.020 και 26.500 κιλών, αντίστοιχα) φερόμενης εκδόσεως της εμπόρου Π. Λ. - Σ. και αξίας 30.000, 32.318, 33.009, 33.298 και 32.124 ευρώ αντίστοιχα (όλων συνολικά αξίας 226.286 ευρώ), τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, διότι είχαν διατρηθεί με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής (ΔΟΥ Μολάων και Καλαμάτας, αντίστοιχα) η σχετική πράξη θεωρήσεώς τους, και εικονικά, διότι αφορούσαν συναλλαγές μη πραγματοποιηθείσες στο σύνολο τους, αφού μάλιστα οι εκδότες τους ήταν παντελώς αμέτοχοι στις συναλλαγές αυτές, τις ρητώς οποίες αρνήθηκαν, και οι επιχειρήσεις τους ήταν μικρές, χωρίς την αναγκαία υποδομή για την περαιτέρω διακίνηση των ανωτέρων προϊόντων, η δε "παραγωγός" τους δεν κατείχε κανένα αποδεικτικό της καλλιέργειας τους στοιχείο (αποδείξεις για την αγορά σπόρων, λιπασμάτων, φαρμάκων, πετρελαίου γεωργικών μηχανημάτων, ζυγολόγια κλπ), ούτε χρησιμοποίησε το τραπεζικό σύστημα για τη διακίνηση των ανωτέρω σημαντικών πόρων και διέθετε ποσοστό σε αγρό εκτάσεως μόνο 10 στρεμμάτων. Η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα πλαστά και εικονικά στοιχεία υποβάλλοντας ανά έτος στη ΔΟΥ Θηβών, μέσω της ΕΓΣ Θηβών, τις υπ' αριθμ. 2141/2006, 1797/2007 και 1719/2008 αιτήσεις της για επιστροφή ΦΠΑ σχετικά με τις καλλιέργειες της, τον οποίο έλαβε και ανερχόταν σε 6.020, 5.509 και 15.840,02 ευρώ αντίστοιχα, σχετικά δε συντάχθηκε η από 15-10-2012 έκθεση προσωρινού ελέγχου του ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδος (βάσει της υπ' αριθμ. 892/201 1 εντολής - αριθμός υποθέσεως 1161/2010)".

Παραπέμπει, την υπόθεση, όσον αφορά την κατηγορούμενη Σ. Σ. του Μ. για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή